ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

stalinbaby

Μια διπλή επανάσταση

Στις αρχές του αιώνα η κατάσταση στη Ρωσία ήταν εξαιρετικά επαναστατική και όλοι οι μαρξιστές ήταν σύμφωνοι πάνω σ’ αυτό: η επανάσταση που ήταν στην ημερήσια διάταξη στη Ρωσία ήταν η αστικοδημοκρατική επανάσταση.

Η τσαρική απόλυτη μοναρχία ήταν αναγκασμένη για να κρατηθεί στην εξουσία να επιτρέπει, και μάλιστα να προωθήσει, μια σχετική ανάπτυξη του καπιταλισμού μόνο σ’ αυτόν τον ίδιο τον κρατικό φεουδαρχισμό.

Κι αυτό επειδή στον αγροτικό τομέα οι κοινοτικές μορφές του μιρ είχαν ναρκοθετηθεί με την κατάργηση της δουλοπαροικίας και την ανάπτυξη της παραγωγής για την αγορά και επειδή, όπως το δείχνει ο Λένιν στα 1894, η εισαγωγή της ιδιοκτησίας, του εμπορευματισμού και της διαφοροποίησης της αγροτιάς σε τάξεις ήταν πλέον αναπότρεπτη. Αυτή, όμως, η ανάπτυξη παρέμεινε κομματιαστή, διότι ενοχλούνταν από το φεουδαρχικό δίκαιο, από τις παλιές μορφές ιδιοκτησίας και ευθύνης και από τον παρασιτισμό των ιδιοκτητών γης κλπ. Η ρώσικη αγροτιά είχε ανάγκη να τινάξει στον αέρα όλα αυτά τα εμπόδια που κρατιόντουσαν γερά στη θέση τους από την απόλυτη μοναρχία.

Στη βιομηχανία αυτό το ίδιο το τσαρικό κράτος ευνόησε μια μερική ανάπτυξη, μόνο και μόνο για να δημιουργήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την παραγωγή όπλων. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όμως, περιοριζόντουσαν σε μερικά μεγάλα αστικά κέντρα. Αν, λοιπόν, η μπουρζουαζία επωφελούνταν από την καταπίεση των εργατών από το φεουδαρχικό κράτος, απ’ την άλλη, όμως, υπέφερε, με τη σειρά της, από έλλειψη ελευθερίας κίνησης, από έλλειψη αυτονομίας και ελέγχου πάνω στην εξουσία και τη διοίκηση.

Με δυο λόγια, η εισαγωγή του καπιταλισμού είχε ήδη ναρκοθετήσει και αποσυνθέσει τις παλιές μορφές παραγωγής και τις κοινωνικές δομές, αλλά η ανάπτυξη καινούργιων, των αστικών, ήταν μπλοκαρισμένη από τον τσαρισμό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια κατάσταση κοινωνικής και πολιτικής κρίσης διαρκείας, σε σημείο που σχεδόν όλες οι τάξεις ήθελαν την αλλαγή: «ακόμα και οι μεγάλοι δούκες είναι επαναστάτες σήμερα», έλεγε ο Λένιν στα 1905.

Αν πολλές τάξεις ήταν επαναστατικές, ήταν πάντως σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικούς σκοπούς.

Μπροστά σε μια οστική επανάσταση, το προλεταριάτο παρουσιαζόταν μ’ ένα βάρος και μια αυτονομία που δεν είχαν τα αντίστοιχα προλεταριάτα στην Αγγλία τον 17ο αιώνα ή στην Γαλλία τον 18ο, ούτε και σ’ αυτή τη Γερμανία το 1848. Δεν είναι, λοιπόν, εκπληκτικό το γεγονός ότι η ρώσικη μπουρζουαζία φάνηκε πιο φοβισμένη και αδύναμη από τη γερμανική.

Από τη μια πλευρά, ήθελε να απαλλαγεί από το τσαρικό κράτος, τους φεουδάρχες ιδιοκτήτες, την παρασιτική γραφειοκρατία κτλ. και να κατέχει την εξουσία. Από την άλλη, όμως, φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε να ελέγξει τις αγροτικές μάζες και ιδίως το προλεταριάτο. Οπισθοχωρούσε μπροστά στους κινδύνους μιας επανάστασης που θα παρέσερνε τις μάζες σε δράση. Ονειρευόταν να «μεταρρυθμίσει» σταδιακά το φεουδαρχικό κράτος σε κράτος με αστική υπόσταση.

Η δειλία της μπουρζουαζίας καθώς και η άρνησή της να αναλάβει τα δικά της επαναστατικά καθήκοντα την έκαναν ανίκανη να διοχετεύσει κάτω από τη διεύθυνσή της τις ριζοσπαστικές μικροαστικές μάζες, ιδίως τις αγροτικές, που είχαν ανάγκη να απελευθερωθούν από το ζυγό των ιδιοκτητών γης και τις υπερβολικές φορολογίες της τσαρικής γραφειοκρατίας, που ήθελαν να αποκτήσουν ένα κομμάτι γης για καλλιέργεια και που αναζητούσαν τη λευτεριά και που, σε τελική ανάλυση, ήταν επαναστατικές, αλλά, αντίθετα με τις αυταπάτες των πολιτικών τους ηγετών, δεν ήταν επαναστατικά παρά σχετικά με τις προκαπιταλιστικές δομές και σχέσεις.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, το σοσιαλδημοκρατικό ρωσικό κόμμα διασπάστηκε σε τρεις τάσεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ρωσία δεν ήταν έτοιμη για το σοσιαλισμό (αφού ήταν ακόμα χώρα φεουδαρχική), ότι η επανάσταση που ήταν στην ημερήσια διάταξη έπρεπε ακόμα να εκπληρώσει τα καθήκοντα μιας αστικής επανάστασης, οι μενσεβίκοι έβγαζαν το συμπέρασμα ότι η διεύθυνση αυτής της επανάστασης έπρεπε να δοθεί στην μπουρζουαζία, ότι το προλεταριάτο έπρεπε να υποστηρίξει την επαναστατική πάλη της μπουρζουαζίας, να τη βοηθήσει να πάρει την εξουσία… και να περάσει τότε στην αντιπολίτευση. Ως εκείνη τη στιγμή αρνούνταν κάθε αυτόνομη πολιτική δράση του προλεταριάτου με το αιτιολογικό ότι κινδύνευε να διασπάσει την «ενότητα» των επαναστατών (αστών και προλετάριων) και να ρίξει την μπουρζουαζία στην αγκαλιά του τσάρου.

Ο Τρότσκι είχε δίκιο να τους αντιτάξει την αδυναμία, τη δειλία και, τελικά, την ανικανότητα της ρωσικής μπουρζουαζίας και να διεκδικεί για να το προλεταριάτο τη μόνη πραγματικά επαναστατική τάξη, ακόμα και τη διεύθυνση της δημοκρατικής αστικής επανάστασης. Απεναντίας πρέπει να υπογραμμιστεί ότι λάθευε βγάζοντας το συμπέρασμα ότι η αστική τάξη ήταν ανεπανόρθωτα ανίκανη  να καθοδηγεί κάθε αστική επανάσταση.

Εξάλλου η συντριβή και η καταστροφή του ανεξάρτητου κινήματος του προλεταριάτου το απέκλεισαν από τη διεύθυνση των δημοκρατικών επαναστάσεων, πράγμα που δεν εμπόδισε τις αστικές τάξεις να τις καθοδηγούν παντού, ακόμα και με τις αδυναμίες και τις ασυνέπειές τους. Επεκτείνοντας τη θέση του Τρότσκι μέχρι το παράλογο, μερικοί από τους επιγόνους του οδηγήθηκαν να αρνούνται κάθε πραγματικότητα στις εθνικο-δημοκρατικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα ή να τους αποδίδουν αυτεπάγγελτα μια προλεταριακή φύση που δεν μπορούσαν να έχουν, αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις το προλεταριάτο (γέννημα και θρέμμα της αστικής κοινωνίας) ή δεν υπήρχε ή μόλις άρχιζε να εμφανίζεται και να στέκεται στα πόδια του.

Το δεύτερο λάθος του Τρότσκι ήτανε η αντίληψη που είχε για τη «διαρκή επανάσταση». Αν και ήταν σωστό να αποδοθεί στο προλεταριάτο ο καθοδηγητικός ρόλος ακόμα και στην αστική επανάσταση, ήταν όμως εντελώς λαθεμένο να βγει το συμπέρασμα ότι η αυτή η πολιτική κυριαρχία του επέτρεπε να περάσει αμέσως στο σοσιαλισμό. Πράγματι, ο Τρότσκι στα 1905 είχε πέσει σ’ ένα λάθος ανάλογο μ’ αυτό των μενσεβίκων, που ήταν να θέτει τα προβλήματα της ρώσικης επανάστασης σε εθνικά πλαίσια. Η Ρωσία δεν ήταν ώριμη, έλεγαν οι μεν, άρα το προλεταριάτο πρέπει ν’ αφήσει τη διεύθυνση της επανάστασης στην αστική τάξη. Η ρώσικη αστική τάξη είναι ανίκανη να κάνει την ίδια της την επανάσταση, απάνταγαν οι άλλοι, το προλεταριάτο είναι εκείνο που θα την οδηγήσει κι όταν πάρει την εξουσία δεν θα περιοριστεί σε αστικά μέτρα, αλλά θα περάσει στο σοσιαλισμό.

Οι μπολσεβίκοι, αντίθετα, έβλεπαν την επέμβαση του προλεταριάτου μέσα στη ρώσικη επανάσταση σαν ένα επεισόδιο της διεθνούς πάλης, όπως ακριβώς την έβλεπαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στη Γερμανία, στα 1848. Μ’ αυτή την έννοια το έβλεπαν, λοιπόν, κι όχι σύμφωνα μ’ εκείνη που προγραμμάτιζε το άμεσο πέρασμα στο σοσιαλισμό, μ’ την έννοια μίλαγαν για τη «διαρκή επανάσταση»: «είναι για το συμφέρον μας και το καθήκον μας να κάνουμε την επανάσταση διαρκή μέχρις ότου το προλεταριάτο καταλάβει την εξουσία στις σημαντικότερες χώρες σε παγκόσμια κλίμακα» (Μαρξ, Μήνυμα του 1850).

Στη Γερμανία εκείνη την εποχή, όπως και στη Ρωσία του 1917, η επανάσταση έπρεπε να σαρώσει ακόμα προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής και δεν μπορούσε να περάσει απ’ ευθείας στο σοσιαλισμό. Ο βασικός χαρακτήρας της ήταν το δυνάμωμα της πάλης κι η νίκη του προλεταριάτου στις πιο προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες. Ο Λένιν, όπως ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, επιμένουν στη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τοπικών άμεσων στόχων και γενικών και διεθνών στόχων. Όταν υπενθυμίζει ότι «το κοινωνικό περιεχόμενο (σημειώστε καλά: το κοινωνικό περιεχόμενο) της προσεχούς επανάστασης στη Ρωσία δεν μπορεί να είναι παρά «η επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» διακηρύσσει ταυτόχρονα με δύναμη ότι: «το προλεταριάτο της Ρωσίας έχει σαν καθήκον να φέρει μέχρι τέλους την αστική δημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία με σκοπό (σημειώστε καλά: με σκοπό) ν’ ανάψει τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη («Μερικές Θέσεις», Οκτ. 1915, έργα, τόμος 21, σελ. 416).

Δεν αναφέραμε παρά λίγα από τα πολυάριθμα περάσματα (κι υπάρχουν δεκάδες) όπου ο Λένιν επιμένει στο «μετριόφρονα» χαρακτήρα κι ιδίως όχι σοσιαλιστικό των άμεσων στόχων στη Ρωσία. Στην 7η Συνδιάσκεψη του κόμματος στην Πετρούπολη, το Μάη του 1917, έλεγε: «Δεν μπορούμε να είμαστε οπαδοί της «εισαγωγής» του σοσιαλισμού. Θα ήταν ο χειρότερος παραλογισμός. Πρέπει να στρώσουμε το δρόμο στο σοσιαλισμό».

Να, λοιπόν, που θα σήκωνε τις τρίχες των οπαδών του άμεσου αποτελέσματος: ένα ηγέτης του προλεταριάτου να υποστηρίζει την κατάληψη της εξουσίας, αλλά όχι για να «εισαγάγει» το σοσιαλισμό. Τότε, λοιπόν, ρωτάνε: γιατί να πάρουμε την εξουσία; Κι ο Λένιν απαντάει: «Τα Σοβιέτ των εργατών και αγροτών αντιπροσώπων πρέπει να καταλάβουν την εξουσία, όχι όμως για να δημιουργήσουν μια αστική δημοκρατία συνηθισμένου τύπου ή για να περάσουν αμέσως στο σοσιαλισμό. Είναι αδύνατο. Τότε γιατί; Πρέπει να καταλάβουν την εξουσία για να μπορέσουν να πάρουν τα πρώτα πρακτικά μέτρα που μπορούν και πρέπει να γίνουν και που τείνουν να προετοιμάσουν (σημειώστε καλά: να προετοιμάσουν) αυτό το πέρασμα. (Έργα, τόμος 24, σελ. 240). Αυτή η προπαρασκευή δεν είναι εξ άλλου ένα πρόβλημα εθνικό αλλά διεθνές, όπως υπογραμμίζει ο Λένιν στο Αποχαιρετιστήριο γράμμα στους Ελβετούς εργάτες (1917): «Το ρώσικο προλεταριάτο δεν μπορεί με μόνο τις δικές του δυνάμεις να ολοκληρώσει νικηφόρα τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αλλά μπορεί να δώσει στη ρώσικη επανάσταση μια ευρύτητα που θα δημιουργήσει τις καλύτερες προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση και θα την αρχίσει κατά μία έννοια. Μπορεί να διευκολύνει την επέμβαση στις αποφασιστικές μάχες του κυριότερου συμμάχου του, του πιο πιστού, του πιο σίγουρου, του ευρωπαϊκού και αμερικανικού σοσιαλιστικού προλεταριάτου» (Έργα, τόμος 23, σελ. 401, υπογραμμισμένο από τον Λένιν). Πολλά χρόνια πριν, στη διάρκειά της και μετά την επανάσταση, οι μπολσεβίκοι επαναλάμβαναν ότι ήταν αδύνατο να περάσουν στο σοσιαλισμό μονάχα στη Ρωσία. Αλλά τότε, ρωτάγανε όλοι, με μια φωνή, μενσεβίκοι, αναρχικοί, σταλινικοί κτλ., εφόσον δεν ήταν δυνατόν να γίνει σοσιαλισμός στη Ρωσία, έπρεπε να πάρουμε την εξουσία; Και γιατί η επανάσταση του Οχτώβρη αξίζει να λέγεται «σοσιαλιστική»; Η απάντηση είναι απλή: Ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας του Οχτώβρη δεν πρέπει ν’ αναζητηθεί στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, αλλά στον πολιτικό τομέα. Γενικά, κι όχι μονάχα στη Ρωσία, η διάκριση μεταξύ αυτών των δύο επιπέδων είναι αρκετά σημαντική και αξίζει να σταθούμε λίγο πιο αναλυτικά.

Σχέση πολιτικής-οικονομίας

Ο μαρξισμός απέδειξε ότι η βάση όλων των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται στις σχέσεις παραγωγής και ότι το κράτος, σαν όργανο κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στις άλλες, βρίσκεται στα χέρια μιας τάξης που κατέχει επίσης την οικονομική εξουσία. Κι αποτελεί μια μηχανιστική και αντιδιαλεκτική παραμόρφωση αυτής της εξήγησης να παρουσιάζεται το κράτος σαν ένας απλός «διαιτητής» ή μια «υπερδομή» οικονομικών σχέσεων, με δυο λόγια α νομίζεται ότι το προλεταριακό ή σοσιαλιστικό κράτος πρέπει να είναι βασισμένο σε μια σοσιαλιστική οικονομία, όπως το αστικό κράτος, που έχει σαν βάση την καπιταλιστική οικονομία. Ένα τέτοιο σχήμα αποφεύγει απλά το πρόβλημα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και καταργεί την κεντρική θέση του μαρξισμού, τη διχτατορία του προλεταριάτου. Για να απελευθερωθεί και να απελευθερώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα το προλεταριάτο πρέπει να καταστρέψει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Γι’ αυτό πρέπει να καταστρέψει τον κυρίαρχο κατασταλτικό μηχανισμό που υπερασπίζεται και προστατεύει αυτές τις σχέσεις παραγωγής, το αστικό κράτος.

Αλλά αυτό δεν αρκεί. Διότι αν αυτή η πολιτική επανάσταση, η καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους, μπορεί να γίνει σ’ ένα μικρό χρονικό διάστημα, η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής θα διαρκέσει μια μακρά χρονική περίοδο. Πράγματι, δεν πρόκειται μόνο για την «απαλλοτρίωση των ιδιοκτητών». Πρέπει να καταργηθούν όλα τα εμπόδια (εμπορευματικές σχέσεις, κυκλοφορία εμπορικών προϊόντων, μισθωτή εργασία, κυκλοφορία κεφαλαίου και νόμοι του) που εμποδίζουν την κοινωνία στο σύνολό της να διαθέτει αμέσως τις παραγωγικές δυνάμεις, τους παραγωγούς και αυτά τα προϊόντα της κοινωνικής δουλειάς. Πρέπει να σπάσει η αυτονομία των επιχειρήσεων κι ο τρόπος επικοινωνίας τους διαμέσου της ανταλλαγής, πρέπει να καταργηθεί όχι μόνο το χρήμα, αλλά όλη η λογιστική που μετράει αξία, πρέπει να σβήσει η έννοια της «απόδοσης σε αξία, ώστε να φτάσει να συγκεντροποιήσει και να προγραμματίσει όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα σχετικά με την κοινωνική χρησιμότητα. Αυτό θα διαρκέσει δεκάδες και ίσως εκατοντάδες χρόνια.

«Στη διάρκεια της περιόδου μετάβασης του καπιταλισμού στον κομμουνισμό η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας δεν θα είναι άλλο πράγμα παρά η επαναστατική διχτατορία του προλεταριάτου», λέει ο Μαρξ στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Γιατί; Ακριβώς γιατί αυτή η περίοδος δεν γνωρίζει σταθερές και συγκεκριμένες οικονομικές σχέσεις, αλλά αντίθετα χαρακτηρίζεται από μια «αντιφατική» οικονομία, όπως λέει το «Μανιφέστο», μια οικονομία όπου αντιθετικοί νόμοι συνυπάρχουν και που στηρίζεται παρά στη δυναμική της τάση.

Πράγματι σ’ αυτή την περίοδο οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής ισχύουν ως ένα σημείο, τείνοντας να γενικευτούν κι έχοντας σαν αποτέλεσμα να ξαναγεννιούνται ή να μεγαλώνουν κοινωνικές δυνάμεις που ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με τους καπιταλιστικούς οικονομικούς μηχανισμούς. Το προλεταριάτο θα πρέπει να δίνει κάθε μέρα μάχη ενάντια σ’ αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις «επεμβαίνοντας δεσποτικά» στην οικονομία, ώστε να περιορίσει τη δράση των καπιταλιστικών νόμων και να πνίξει στη γέννησή της κάθε κοινωνική τάση που είναι συνδεδεμένη μ’ αυτούς.

Αν, λοιπόν, το προλεταριάτο έχει ανάγκη μιας κρατικής εξουσίας είναι γιατί η οικονομία δεν είναι ακόμα σοσιαλιστική. Όσο οι παραγωγικές σχέσεις θα απαλλάσσονται από τους καπιταλιστικούς νόμους και οι παλιές κοινωνικές συνήθειες θα αλλάζουν, όσο ο καταμερισμός της εργασίας και ο κοινωνικός εξαναγκασμός θα τείνει να σβήνει, το κράτος θα σβήσει με τη σειρά του. Η προλεταριακή εξουσία, όσο υπάρχει, δεν βασίζεται σε μια οικονομία που είναι δικιά της, δηλαδή σοσιαλιστική, με δυο λόγια δεν έχει «οικονομική βάση, εφόσον τείνει να ανατρέψει την οικονομία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η προλεταριακή εξουσία πρέπει να είναι επαναστατική, γι αυτό πρέπει να βασίζεται στη δύναμη και στην τρομοκρατία.

Είναι σίγουρο ότι η θέση ενός προλεταριακού κράτους θάναι πιο ασφαλής εφόσον επιτεθεί, ΄σο το δυνατό πιο γρήγορα στις καπιταλιστικές σχέσεις, «ξεριζώνοντας» έτσι όλες τις κοινωνικές δυνάμεις που του αντιτίθενται. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονηθεί ότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό, με την πλήρη σημασία της έννοιας, δεν είναι δυνατό, παρά σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η προλεταριακή διχτατορία περιορισμένη σ’ ένα μέρος του κόσμου δεν θα μπορεί να εισάγει σοσιαλιστικά μέτρα. Αλλά αυτό σημαίνει ότι η πάλη του προλεταριάτου είναι διεθνής κι ότι η πραγματική «κατάληψη της εξουσίας» είναι εκείνη που εξασφαλίζει την εξουσία στις σημαντικότερες χώρες του κόσμου.

Σχετικά μ’ αυτόν τον κεντρικό και πρωταρχικό στόχο της ταξικής πάλης, ακόμα και επεισόδια τόσο μεγαλειώδη όσο η κατάληψη της εξουσίας σε μια χώρα ή σε μια ήπειρο, είναι επί μέρους αγώνες, επί μέρους νίκες. Η πάλη για τέτοιους στόχους, όσο σημαντική και νάναι δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται σαν αυτοσκοπός. Το πραγματικό όφελος τέτοιων νικών είναι το ίδιο μ’ αυτό κάθε μερικής πάλης: αυξανόμενη οργάνωση του προλεταριάτου για την επαναστατική πάλη, δυνάμωμα της πάλης για το γενικό σκοπό. Γι’ αυτό, ακόμα και σε μια προηγμένη καπιταλιστική χώρα, το πέρασμα σε περισσότερο ή λιγότερο σοσιαλιστικές μορφές στην οικονομία θα παραμένει υποταγμένο στη διεθνή πάλη για την εξουσία: δεν πρέπει ποτέ να εμποδίζει αυτήν την πάλη, πρέπει να την υπηρετεί. Όσο το προλεταριάτο δεν έχει κατακτήσει την εξουσία παρά σε μια χώρα ή ομάδα χωρών δεν αναζητά να τις κάνει «σοσιαλιστικούς παράδεισους», αλλά μοχλούς και προμαχώνες της παγκόσμιας επανάστασης.

Επομένως, και σε μια καπιταλιστικά προηγμένη χώρα ο «σοσιαλιστικός» χαρακτήρας ενός κράτους μετριέται με τα άμεσα οικονομικά κατορθώματα και περισσότερο με το ρόλο που παίζει στην προώθηση της διεθνούς ταξικής πάλης. Και αυτό ισχύει περισσότερο για μια καθυστερημένη οικονομικά χώρα, και επιπλέον κατεστραμμένη από τον ιμπεριαλιστικό και τον εμφύλιο πόλεμο, όπως η Ρωσία. Με ποια έννοια μπορούμε να πούμε ότι η Ομοσπονδία των Σοβιετικών Δημοκρατιών είναι Σοσιαλιστική; Στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΡ, στα 1921, ο Λένιν απαντά: «Δεν βρέθηκε ένας κομμουνιστής για να αρνηθεί ότι η έκφραση «Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία» σημαίνει ότι η εξουσία των Σοβιέτ έχει σκοπό να πραγματοποιήσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό και διόλου ότι αναγνωρίζει το παρόν καθεστώς σαν ένα σοσιαλιστικό καθεστώς».

Μακριά, λοιπόν, από την αναζήτηση «σοσιαλισμού» μέσα στο ρωσικό οικονομικό καθεστώς, στις εθνικοποιήσεις της γης και της μεγάλης βιομηχανίας, στον κρατικό έλεγχο ή στο μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου ο Λένιν αναγνωρίζει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Ρωσίας των Σοβιέτ στις  προθέσεις της σοβιετικής εξουσίας, στα σχέδιά της, στο πρόγραμμά της, δηλαδή στην πολιτική φύση της.

Γιατί αν το «κοινωνικό περιεχόμενο» του Οχτώβρη του 1917 δεν μπορούσε νάταν πάρα αυτό της «επαναστατικής δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», επειδή ήταν προσδιορισμένο από τις συνθήκες της Ρωσίας, το πολιτικό σχήμα πηγαίνει πιο μακριά, ακριβώς επειδή η τάξη που κατευθύνει αυτή την επανάσταση ήταν μια διεθνής τάξη, γιατί το προλεταριάτο της Ρωσίας ήταν άμεσα δεμένο στις προϋποθέσεις της διεθνούς επανάστασης.

Είναι, λοιπόν, οι πολιτικοί χαρακτήρες και τα μαθήματα της Οχτωβριανής Επανάστασης που δείχνουν την προλεταριακή της φύση.

Ο πρώτος καθαρά προλεταριακός χαρακτήρας του Οχτώβρη ήταν το σπάσιμο του ιμπεριαλιστικού πολεμικού μετώπου. Μετά την ανατροπή του τσαρισμού, το Φλεβάρη, η ρωσική μπουρζουαζία διατυμπάνιζε την «υπεράσπιση της επανάστασης και της δημοκρατίας» για να ριχτεί με τα μούτρα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η διεκδίκηση της ειρήνης, που διακηρύχτηκε από τους μπολσεβίκους και που ήταν ένα από τα συνθήματα της κατάληψης της εξουσίας, ανταποκρινόταν επιπλέον στην κόπωση των στρατιωτών, στην πλειοψηφία αγρότες, που δεν ήθελαν πλέον να συνεχίσουν τον πόλεμο.

Αλλά δεν είχε βέβαια καμία σχέση με μια απλή ειρηνιστική πρόθεση. Η εξουσία των σοβιέτ δεν καταγγέλλει τον πόλεμο γενικά, αλλά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: αποχωρώντας απ’ αυτόν καλεί τους προλετάριους όλου του κόσμου για την επαναστατική ηττοπάθεια, τους καλεί να σπάσουν την Ιερή Ένωση και να ξανασχηματίσουν το ταξικό διεθνές μέτωπο, τους καλεί να μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή της μπουρζουαζίας.

Έτσι φαίνεται καθαρά ποια τάξη διεύθυνε το κράτος των Σοβιέτ. Καμία άλλη τάξη εκτός από το προλεταριάτο, όσες και νάταν οι επαναστατικές ικανότητές της, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο επίπεδο του προλεταριακού διεθνισμού. Αρκεί να σκεφθεί κανείς την Λαϊκή Κίνα, που έριξε το σύνθημα της «ειρηνικής συνύπαρξης», για να μετρηθεί η διαφορά με την εξουσία των σοβιέτ που από τη γέννησή της ορθώνεται ενάντια στη σοσιαλδημοκρατική προδοσία, ενάντια στο σοσιαλπατριωτισμό, διακηρύσσοντας στους προλετάριους όλου του κόσμου τις θέσεις της μαρξιστικής αριστεράς: Ο εχθρός είναι μέσα στη χώρα μας.

Ο Οχτώβρης ήταν σοσιαλιστικός

Ο άλλος σοσιαλιστικός χαρακτήρα του Οχτώβρη έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι το προλεταριάτο, ξεπερνώντας όλες τις συμμαχίες, ανέλαβε μόνο του τη διεύθυνση του κράτους, ότι όλα τα κόμματα αποκλείστηκαν από την πολιτική σκηνή, ότι το κομμουνιστικό κόμμα εξασκούσε μόνο του τη διχτατορία. Η ένοπλη εξέγερση, η καταστροφή του υπάρχοντος κράτους, η διχτατορία κι τρομοκρατία είναι ακριβώς απαραίτητα στοιχεία μιας προλεταριακής επανάστασης, αλλά, όμως, δεν αρκεί για να τη χαρακτηρίσουμε εφόσον όλες οι επαναστάσεις, ακόμα κι οι αστικές, εμφανίζουν αυτά τα στοιχεία. Αντίθετα ο αποκλεισμός όλων των άλλων κομμάτων, το πολιτικό μονοπώλιο του ταξικού κόμματος του προλεταριάτου, δείχνουν ότι ξεπεράστηκαν τα όρια της αστικής επανάστασης.

Αυτό το μονοπώλιο του προλεταριακού κόμματος επικεφαλής του κράτους είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο, διότι το προλεταριάτο δεν είναι η μόνη τάξη στην εξουσία. Γιατί αν το κράτος του Οχτώβρη δεν έχει τίποτε το κοινό με μια «αστική δημοκρατία συνηθισμένου τύπου», θάταν, όμως, λαθεμένο να θεωρηθεί σαν μια καθαρή μορφή διχτατορίας του προλεταριάτου. Η πραγματικότητά του ήταν πιο πολύπλοκη, όπως το υποσημείωνε ο Λένιν αρκετές φορές.

Αυτό που διακρίνει αμέσως από μια αστική δημοκρατία είναι το γεγονός ότι εμφανίζεται ανοιχτά σαν ταξικό κράτος. Δεν βασίζεται πάνω σε μια «Δήλωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη», αλλά σε μια «Δήλωση των δικαιωμάτων του εργαζόμενου λαού και του εκμεταλλευόμενου», εφόσον ήταν αδύνατον να εξαφανιστεί η εκμετάλλευση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μακριά από το να αναγνωρίζει τα «ίδια δικαιώματα σε όλους τους «πολίτες», αποκλείει ορισμένες τάξεις, τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, από κάθε πολιτικό δικαίωμα. Αλλά αντίθετα με τη διχτατορία του προλεταριάτου δεν δίνει πολιτικά δικαιώματα μόνο στο προλεταριάτο. Η εξουσία των σοβιέτ βασίζεται σε δύο τάξεις, που έχουν και οι δύο πολιτικά δικαιώματα και συμμετέχουν κι οι δυο στη ζωή και στη δραστηριότητα του κράτους, το προλεταριάτο και η αγροτιά. Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι αυτές οι δύο τάξεις δεν αντιπροσωπεύονται στο κράτος με ίσους όρους: το προλεταριάτο υπερέχει της αγροτιάς. Αυτή η υπεροχή συγκεκριμενοποιείται με το διαφορετικό βάρος μεταξύ μιας εργατικής ψήφου και μιας αγροτικής ψήφου στις εκλογές των σοβιέτ. Υπάρχει, επίσης, στον τρόπο στρατολόγησης του Κόκκινου Στρατού, που όχι μόνο αποκλείει τα μέλη εχθρικών τάξεων, αλλά διαλέγει τους εργάτες και τους αγρότες και αυτούς με διαφορετικό τρόπο.

Η επαναστατική συμμαχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς (που μεταφράστηκε στο γεγονός ότι οι αγρότες, που δεν ήταν εκμεταλλευτές, συμμετείχαν στη διοίκηση του κράτους) είχε σαν στόχο τη φεουδαρχική – μεγαλοαστική – ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση, αλλά, όμως, δεν ήταν η φόρμουλα που έδειχνε τη μελλοντική πορεία. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου εξάλλου η εργατική τάξη και οι διάφορες τάξεις της αγροτιάς ήρθαν σε σύγκρουση και το προλεταριάτο αναγκάστηκε να καταστείλει σκληρά τους κουλάκους και να εξουδετερώσει τις συνεχείς ταλαντεύσεις της μάζας των μουζίκων, προσπαθώντας να στηριχτεί πάνω στην μισοπρολεταριακή αγροτιά. Και κατά το τέλος του εμφυλίου πολέμου αναγκάστηκε να συντρίψει στο Κροστάντ την απειλή της αγροτικής μικροαστικής αντεπανάστασης. Η εργατική, αν και σύμμαχος της αγροτιάς, έλεγχε το κράτος γιατί σκόπευε πολύ πιο μακριά από το άμεσο πρόγραμμα των οικονομικών και κοινωνικών μέτρων του Οχτώβρη του 1917, δυναμώνοντας το παγκόσμιο προλεταριάτο και στηριζόμενη σ’ αυτό. Η άνοδος της αντεπανάστασης στην Ευρώπη θα επέτρεπε να αυξήσει ακόμα περισσότερο αυτόν τον έλεγχο, να δώσει όλο και λιγότερα πολιτικά δικαιώματα στη ρώσικη αγροτιά, να στηρίζει όλο και πιο άμεσα το σοβιετικό κράτος στο διεθνές προλεταριάτο και να φτάσει έτσι σε μια γνήσια διχτατορία του προλεταριάτου.

Πρέπει να τονιστεί ότι οι μπολσεβίκοι δεν παρουσίασαν ποτέ το σύνταγμα των σοβιέτ σαν ένα διαρκές «ιδανικό». Αντίθετα, πάντοτε επέμεναν στο συγκυριακό και μεταβατικό του χαρακτήρα. Έτσι, ο Τρότσκι, π.χ., εξηγεί στο έργο του «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» ότι η κοινωνική βάση των σοβιέτ, που είναι «ενεργούντα σώματα» όπως η Κομμούνα και όχι «εργατικά κοινοβούλια», δεν μπορούσε να οριοθετηθεί μια για πάντα, αλλά εξαρτιόταν από την εξέλιξη της πάλης των τάξεων· ότι σύμφωνα με τη θέση που παίρνανε σ’ αυτούς τους αγώνες, ολόκληρα στρώματα γινόντουσαν δεκτά συμμετέχοντας στα σοβιέτ ή, αντίθετα, απομακρυνόντουσαν αμέσως. Είμαστε, λοιπόν, μακριά όχι μόνο από την αστική δημοκρατία και τη δημοκρατία γενικά, αλλά επίσης από τα τυπικά σχήματα μιας «εργατικής δημοκρατίας» που θα εξασφάλιζε αυτόματα την επαναστατική πορεία. Το γεγονός ότι αργότερα ο ίδιος ο Τρότσκι αναζήτησε σε μια τέτοια τυπική σοβιετική δημοκρατία μια εξασφάλιση ενάντια στο σταλινισμό αποδεικνύει ότι κανένας δεν είναι μπολιασμένος στην πολιτική πίεση της αντεπανάστασης.

Ας αναφέρουμε ακόμα ένα παράδειγμα που δείχνει με ποιο τρόπο οι μπολσεβίκοι νομοθετούσαν. Οι κομμουνιστές τείνουν στην κατάργηση της οικογένειας, στη διάλυση της οικιακής οικονομίας, στο να αναλάβει η κοινωνία όλες τις υλικές και «πνευματικές» ανάγκες των παιδιών. Αυτό ήταν, βέβαια, αδύνατο στη Ρωσία του 1920. Μην έχοντας την υλική δυνατότητα να απορροφήσουν την οικογενειακή  οικονομία μέσα στο σύνολο της κοινωνικής  παραγωγής οι μπολσεβίκοι δεν μπόρεσαν να καταργήσουν την οικογένεια. Μην μπορώντας να ασχοληθούν κοινωνικά με τα παιδιά υποχρέωσαν με νόμο τους γονείς να ανταπεξέρχονται στις ανάγκες τους. Αλλά κατάργησαν όλη τη μεταφυσική της «οικογένειας ως βάση της κοινωνίας», ελάττωσαν το γάμο και το διαζύγιο σε απλές διοικητικές πράξεις και ανήγγειλαν το ξεπέρασμα όλων αυτών των μέτρων όταν θα ήταν δυνατό. Επίσης, πήγαν όσο ήταν δυνατό πιο μακριά στο θέμα της απελευθέρωσης της γυναίκας, πραγματοποιώντας την ολοκληρωτική νομική ισότητα, επιτρέποντας τις εκτρώσεις κτλ. χωρίς να αποκρύψουν ότι η πραγματική απελευθέρωση δεν ήταν ζήτημα δικαίου, αλλά ανατροπής ων κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή χωρίς να προσπαθούν να περάσουν τις φούσκες της ρωσικής πραγματικότητας για σοσιαλιστικά φανάρια.

Για να αντιληφθεί κανείς τη διαφορά μεταξύ μιας αστικής επανάστασης και μιας «διπλής» επανάστασης αρκεί να συγκριθεί η οργάνωση και η συμπεριφορά του κράτους που ξεγέννησε ο Οκτώβρης με το κράτος της κινέζικης επανάστασης του 1949. Αυτή η διαφορά γίνεται ακόμα πιο φανερή αν παρατηρηθεί η διεθνής δράση της εξουσίας των σοβιέτ. Πράγματι, η επανάσταση και η κατάληψη της εξουσίας στη Ρωσία έδωσαν στους μπολσεβίκους τη δυνατότητα να ανασυγκροτήσουν το διεθνές κόμμα. Από ‘κεί άντλησαν τη δύναμη να ξανασυγκεντρώσουν τις αριστερές τάσεις των σοσιαλιστικών κομμάτων και να τους επιβάλλουν όλο το σώμα της μαρξιστικής θεωρίας και των αρχών του μαρξισμού. Για τους μπολσεβίκους ο σκοπός της ρώσικης επανάστασης ήταν «ν’ ανάψει η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη». Και η ίδια η ρώσικη επανάσταση βοήθησε πολύ σ’ αυτό, αλλά, όμως, αυτό δεν αρκούσε πλέον μετά την κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς. Έπρεπε ν’ ανοικοδομηθούν, να ξαναδιακηρυχθούν όλες οι θεωρητικές, πολιτικές και προγραμματικές θέσεις του κομμουνισμού, να συγκεντρωθούν εκ νέου οι ικανές δυνάμεις που θα τις διεκδικούσαν και θα τις εφάρμοζαν στην πράξη, έπρεπε να χτισθεί από την αρχή η διεύθυνση αυτής της επανάστασης. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η μεγαλύτερη σοσιαλιστική κατάκτηση του Οκτώβρη ήταν η Κομμουνιστική Διεθνής.

Από τον «πολεμικό κομμουνισμό» στη ΝΕΠ

Πολιτικά ο Οκτώβρης ήταν σοσιαλιστικός: το προλεταριάτο κατείχε, αν όχι την αποκλειστικότητα της εξουσίας, τουλάχιστον την πολιτική υπεροχή.  Το κόμμα του και μόνο αυτό διευθύνει το κράτος και το χρησιμοποιεί για τους διεθνείς ταξικούς σκοπούς.

Στον οικονομικό τομέα τα σχέδια των μπολσεβίκων ήταν ακόμα πιο μέτρια. Το πρώτο μεγάλο οικονομικό μέτρο ήταν η απαλλοτρίωση των ιδιοκτητών της γης, η εθνικοποίηση της γης και η διανομή της στους αγρότες. Μα όσο προχωρημένο και ριζοσπαστικό και νάταν αυτό το μέτρο δεν είχε ακόμα τίποτε το σοσιαλιστικό, όπως ο Λένιν δεν σταμάταγε να το επαναλαμβάνει. Αυτό το μέτρο μάλιστα είναι μια από τις «ευχές» των καπιταλιστών που θα ήθελαν να ξεφορτωθούν με αυτό τον τρόπο την παρασιτική τάξη των ιδιοκτητών γης και να μαζεύουν συλλογικά τα εισοδήματα. Αλλά αν η εγγλέζικη μπουρζουαζία, π.χ., προέβλεπε αυτό το μέτρο από το στόμα του θεωρητικού της Ρικάρντο, καμία μπουρζουαζία δεν το πραγματοποίησε μέχρι σήμερα. Ακόμα και η κινέζικη επανάσταση δεν μπόρεσε να φτάσει μέρι εκεί, επειδή αυτό έχει ως συνέπεια ένα τεράστια ξέσπασμα ταξικών αγώνων που θέτουν υπό αμφισβήτηση όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Και αυτό δεν φόβιζε, βέβαια, τους μπολσεβίκους.

Μπορεί να δοθεί η εντύπωση ότι στα 1918-20 τα οικονομικά μέτρα των σοβιέτ ξεπέρασαν τα όρια του καπιταλισμού, εφόσον περνούσαν πάνω από τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς και παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δεν επρόκειτο παρά για ένα «κομμουνισμό πολέμου». Αυτά΄ τα μέτρα δεν αντιστοιχούσαν σε ένα οικονομικό σχέδιο, αλλά στις στρατιωτικές ανάγκες, και ο Τρότσκι εξηγούσε ότι σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης οποιοδήποτε κράτος είναι ικανό να πάρει τέτοια μέτρα. Μέσα σ’ ένα «πολιορκημένο φρούριο», που ήταν η Ρωσία εκείνα τα χρόνια, δεν υπάρχουν πλέον «σχέσεις παραγωγής» που να στέκονται όρθιες! Διακόπτεται η λειτουργία όλων των οικονομικών νόμων, γίνεται προσπάθεια να διακανονιστεί η παραγωγή και η κατανάλωση σύμφωνα με τις ανάγκες της ένοπλης άμυνας.

Στη Ρωσία οι σχέσεις μεταξύ κράτους και αγροτιάς, π.χ., δεν αντιστοιχούσαν τότε κανένα «τρόπο παραγωγής»: η εξουσία των σοβιέτ υπερασπιζόταν τον αγρότη ενάντια στους λευκούς υποστηριζόμενους από τον ιμπεριαλισμό που ήθελε να του ξαναπάρει τη γη και «σε αντάλλαγμα» ο αγρότης έπρεπε να τρέφει τις πόλεις και τον Κόκκινο Στρατό. Στην ανάγκη τα σοβιέτ επίταζαν το σιτάρι για τους εργάτες, τροφή για το κόκκινο ιππικό, ξύλο για τα τρένα και τα εργοστάσια πολεμικού εξοπλισμού κλπ. Η διανομή των καταναλωτικών αγαθών γινόταν και αυτή επίσης όχι σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και της μισθωτής εργασίας, αλλά σύμφωνα με στρατιωτικά κριτήρια.

Ακόμα και στη βιομηχανία οι απαιτήσεις του πολέμου οδηγούν τους μπολσεβίκους να πάνε πιο γρήγορα και πιο μακριά παρότι τους επέτρεπε ο «οικονομικός» ορθολογισμός.

Από αυτή την πλευρά θάταν προτιμότερο να εξακολουθούν να διευθύνουν τα εργοστάσια από τους καπιταλιστές εργολάβους κάτω από εργατικό και κρατικό έλεγχο. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς είχε περάσει με το μέρος των Λευκών και αυτοί που παρέμειναν σαμποτάριζαν την παραγωγή, που ήταν προσανατολισμένη βασικά στον πολεμικό εξοπλισμό. Έπρεπε, λοιπόν, να καταργηθούν, να δημιουργηθεί με κάθε θυσία ένας διαχειριστικός μηχανισμός παραγωγής. Αυτός ο συγκεντρωτισμός της παραγωγής στα χέρια του κράτους αντιστοιχούσε λιγότερο σε μια πραγματική συγκεντροποίηση της βιομηχανίας παρά σε μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου και που θάναι εξάλλου μια από τις πηγές της «γραφειοκρατικοποίησης» των σοβιέτ.

Αν, λοιπόν, οι μπολσεβίκοι κατάργησαν ή ελάττωσαν την ένταση των νόμων της αγοράς σ’ αυτή την περίοδο δεν ήταν για να «περάσουν στο σοσιαλισμό» -πράγμα αδύνατο για τη Ρωσία μόνη της- αλά για τις ανάγκες του πολέμου. Το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το στέριωμα του κράτους των σοβιέτ, ενώ η επανάσταση αλλού προχωράει και αλλού υποχωρεί στην Ευρώπη, βάζει τα σοβιέτ μπροστά στην ανάγκη να βρουν ένα τρόπο για να κρατηθούν οικονομικά Βέβαια, μια ενδεχόμενη νίκη του προλεταριάτου στη Γερμανία θάχε αλλάξει τα δεδομένα του προβλήματος. Αλλά στα 1921 ήταν φανερό ότι η νίκη δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη· ότι ο καπιταλισμός γνώριζε μια σταθεροποίηση εντελώς σχετική και προσωρινή εξάλλου· ότι η μπουρζουαζία περνούσε παντού στην αντεπίθεση κι ότι το προλεταριάτο βρισκόταν στην άμυνα. Περιμένοντας την επιθετική επιστροφή του και δουλεύοντας για την πραγματοποίηση των πολιτικών προϋποθέσεων αυτής της επιστροφής, έπρεπε να εμποδιστεί μια ολοκληρωτική διάλυση της ρωσικής κοινωνίας, που θα επέφερε την πτώση της εξουσίας των σοβιέτ. Η επίταξη κι αυταρχική διανομή έπρεπε να παραχωρήσουν τη θέση τους σε «κανονικές οικονομικές σχέσεις».

Αλλά η ρωσική οικονομία, που ήταν ήδη καθυστερημένη, είχε καταστραφεί από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Το επίπεδο παραγωγής ήταν εξαιρετικά χαμηλό για να μην πει κανείς μηδενικό. Αυτό το γεγονός τόνιζε ακόμα περισσότερο την υπεροχή της μικρής παραγωγής, όχι μόνο στο γεωργικό τομέα, αλλά επίσης στη βιομηχανία.

Ήταν, λοιπόν, δυνατό σ’ αυτές τις συνθήκες να επιτευχθεί μια ελάχιστη ανάπτυξη της  παραγωγής έξω από το εμπορευματικό πλαίσιο; Στο 10ο Συνέδριο του ΚΚ Ρωσίας, στα 19121, ο Λένιν θέτει την εναλλακτική λύση: «η , λοιπόν, θα προσπαθήσουμε να απαγορεύσουμε, να μπλοκάρουμε εντελώς κάθε ανάπτυξη των ιδιωτικών ανταλλαγών που δεν γίνονται από το κράτος, δηλαδή το εμπόριο, δηλαδή τον καπιταλισμό (σημειώστε καλά: καπιταλισμό), αναπότρεπτη ανάπτυξη όταν υπάρχουν εκατομμύρια παραγωγοί… Ηλιθιότητα γιατί είναι οικονομικά αδύνατη. ή να μην προσπαθήσουμε να απαγορεύσουμε ή να μπλοκάρουμε την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά να φροντίσουμε να τον προσανατολίσουμε στο δρόμο του κρατικού καπιταλισμού».

Ο Λένιν δείχνει ότι υπάρχουν πέντε τύπου παραγωγής που μπλέκονται στη Ρωσία: η φυσική αγροτική οικονομία, η απλή εμπορική, αγροτική βιοτεχνική παραγωγή, ο ιδιωτικός καπιταλισμός, ο κρατικός καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός. Αλλά αυτός ο τελευταίος, λέει, δεν υπάρχει στην υλοποίηση οικονομικών σχέσεων, δεν υπάρχει παρά ως «νομική δυνατότητα» από το γεγονός ότι εμείς βρισκόμαστε στην εξουσία. Ακόμα μια φορά ο σοσιαλισμός υπάρχει στον πολιτικό τομέα και όχι στον οικονομικό. Μ’ αυτές τις συνθήκες η πάλη που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη δεν είναι εκείνη του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά εκείνη του πολιτικού σοσιαλισμού μαζί με την πιο προχωρημένη μορφή του κεφαλαίου, τον κρατικό καπιταλισμό, ενάντια στη μικρή καπιταλιστική παραγωγή και μάλιστα προκαπιταλιστική. Ο εχθρός είναι η μικρή παραγωγή, που γεννάει και ξαναγεννάει κάθε μέρα τον καπιταλισμό, λέει ο Λένιν. Και παρ’ όλα αυτά πρέπει να του αφήσουμε περιθώρια, πρέπει να απελευθερώσουμε τις ιδιωτικές ανταλλαγές, την αγορά, γιατί είναι αδύνατο να κυκλοφορούν διαφορετικά τα προϊόντα εκατομμυρίων μικρών επιχειρήσεων. Μακριά από το να επιτεθούμε στον καπιταλισμό, πρέπει να τον ενθαρρύνουμε, γιατί μονάχα μ’ αυτή τη μορφή, όπως είναι τα πράγματα, μπορεί ν’ αναπτυχθεί η ρωσική οικονομία. Αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να τον ελέγξουμε, να τον προσανατολίσουμε, προς τον κρατικό καπιταλισμό για να διευκολύνουμε το μετέπειτα πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Κι ενώ η ιταλική Αριστερά το αποδέχθηκε χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις, αυτή η κατευθυντήρια γραμμή των μπολσεβίκων δεν συνάντησε την κατανόηση αλλά την αντίθεση των»αριστεριστών» στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η αντιπρόσωπος της ρωσικής «Εργατικής Αντιπολίτευσης», η Κολοντάι, συναγωνίστηκε τους Κααπεντιστές εξηγώντας ότι έπρεπε να περάσουν στο σοσιαλισμό… ή αλλιώς να εγκαταλείψουν την εξουσία. Είναι αξιοσημείωτο το πώς συνάντησαν μ’ αυτή την τοποθέτησή τους την παλιά μενσεβίκικη θέση: άμεσος σοσιαλισμός ή η εξουσία στην μπουρζουαζία. Και δεν θα πρέπει να εκπλαγεί κανείς βλέποντας τον Στάλιν να επαναλαμβάνει την ίδια εναλλακτική λύση στα 1926… για να δικαιολογήσει την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» μόνο στη Ρωσία.

Και οι μεν και οι δε δεν καταλάβαιναν ή τη διαλεκτική σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, ούτε τη διεθνή στρατηγική του κομμουνισμού.

Δεν καταλάβαιναν ότι ο σκοπός της ΝΕΠ ήταν η διατήρηση της πολιτικής εξουσίας και όχι η «ανάπτυξη της ρωσικής παραγωγής». Οι μπολσεβίκοι δεν έκαναν αυτοσκοπό την ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν μια τέτοια καπιταλιστική ανάπτυξη που θα στοιχειοθετούσε τα «βήματα προς το σοσιαλισμό» και ότι μπορούσαν ιδίως να θέσουν τη δύναμη ενός μεγάλου κράτους στην υπηρεσία της παγκόσμιας επανάστασης που με τη σειρά της θα βοήθαγε.

Οι «αριστεριστές» επέμειναν στους κινδύνους που θα υπήρχαν αφήνοντας μια σχετική ελευθερία στον καπιταλισμό στη Ρωσία, αλλά τελικά δεν αντέτασσαν παρά μια πολιτική αυτοκτονίας της επανάστασης απέναντι στην ηρωική προσπάθεια των μπολσεβίκων. Ο Λένιν γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον αυτούς τους κινδύνους. Στο 11ο Συνέδριο, στα 1922, αναφέρεται στον Ουστριάλωφ, έναν εμιγκρέ, εκπρόσωπο των Καντέ. Αυτός δήλωνε ότι διαμέσου της ΝΕΠ οι μπολσεβίκοι, ήθελαν δεν ήθελαν, θα οικοδομούσαν στη Ρωσία ένα «κανονικό αστικό κράτος» και ότι έπρεπε, άρα, να υποστηριχθούν. Στα «γλυκά κομμουνιστικά ψέματα» ο Λένιν προτιμούσε αυτή την «ταξική αλήθεια του ταξικού εχθρού» και δήλωνε χωρίς περιστροφές: «Πρέπει να το πούμε, αυτά τα πράγματα είναι πιθανά».

Είναι σίγουρο ότι αφήνουμε περιθώρια κίνησης στην αγορά, δηλαδή στον καπιταλισμό, απελευθερωνόταν η δυναμική διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και τρεφόντουσαν οι κοινωνικές δυνάμεις που είναι η έκφραση και οι υπερασπιστές του καπιταλισμού. Έπρεπε να γίνει, αλλά έπρεπε να προσπαθήσει να πλαισιωθεί και να ελεγχθεί αυτή η ανάπτυξη, να εμποδιστούν αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις να πάρουν την πάνω βόλτα. Οι μπολσεβίκοι αποδέχτηκαν τη μάχη της προλεταριακής εξουσίας να πλαισιώνει και να προσανατολίσει την ανάπτυξη του καπιταλισμού ου δεν μπορούσε να «μπλοκάρει» ολοκληρωτικά. Αυτή τη μάχη δυστυχώς τη χάσανε, δυστυχώς τη χάσαμε.

Αν, λοιπόν, χάθηκε αυτή η μάχη είναι γιατί ο «κυριότερος σύμμαχος» του ρωσικού προλεταριάτου δεν εκπλήρωσε το καθήκον του. Η εξουσία των σοβιέτ δεν έπρεπε να αντλήσει τη δύναμη μόνο από το ρωσικό προλεταριάτο, αδύναμο και αιματοκυλισμένο καθώς ήταν από τον εμφύλιο πόλεμο, για να αντισταθεί στην ώθηση του ρωσικού καπιταλισμού, αλλά ιδίως στο διεθνές προλεταριάτο. Η τύχη των σοβιέτ παιζότανε λιγότερο στην Πετρούπολη και στη ρωσική ύπαιθρο από ό,τι  παιζότανε στο Βερολίνο. «Χωρίς τη βοήθεια του ευρωπαϊκού προλεταριάτου είμαστε χαμένοι» δεν σταματούσαν να επαναλαμβάνουν οι μπολσεβίκοι.

Όμως, όχι μόνο το προλεταριάτο δεν νίκησε αλλά η ορμή του ανακόπηκε και η πάλη του οπισθοχώρησε και ακόμη πιο χειρότερα το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν είχε πλέον τη δύναμη να δώσει μια πολιτική βοήθεια στους μπολσεβίκους, που έμειναν μόνοι τους ενάντια στην πίεση του διεθνούς κεφαλαίου και των κοινωνικών δυνάμεων που εξέφραζαν στη Ρωσία τη δυναμική του κεφαλαίου.

Αυτές οι δυνάμεις βρήκαν μια πολιτική έκφραση μέσα σ’ αυτό το ίδιο το ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα. Κι ήταν κατανοητό, εφόσον η επανάσταση είχε αποκλείσει και καταστρέψει τα άλλα κόμματα. Κανένα κόμμα, όσο γερό και νάναι δεν είναι μπολιασμένο ενάντια σε μια τέτοια διείσδυση και παραμόρφωση και πρέπει να τονιστεί καλά ότι το μπολσεβίκικο κόμμα του 1926 δεν ήταν πλέον εκείνο πούχε κάνει τον Οκτώβρη. Μετά τη νίκη της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου ένας σωρός ανθρώπων που δεν ήταν κομμουνιστές παρά μόνο στο όνομα διείσδυσε στο κόμμα.

Αριβίστες και εκμεταλλευτές, που, προφανώς, τους τράβαγαν σαν μαγνήτη τα πλεονεκτήματα της εξουσίας αλλά επίσης και ένα σωρό άνθρωποι που όσο ειλικρινείς και τίμιοι και νάταν δεν είχαν καμία κατάρτηση ούτε το ατσάλωμα των παλιών στελεχών, από τα οποία πολλά έπεσαν για την επανάσταση. Λίγο πριν από το θάνατο που ο Λένιν, υποστηριζόμενος από την παλιά φρουρά, προέβλεπε ένα αυστηρό ξεκαθάρισμα του κόμματος. Έπρεπε να πεταχτούν έξω γύρω στα 100.000 μέλη και «μερικοί μιλάνε για 200.000, κι αυτοί με ευχαριστούν ακόμη καλύτερα», έλεγε ο Λένιν. Αυτό το «αδυνάτισμα» του κόμματος δεν έγινε ποτέ. Απεναντίας, μετά το θάνατο του Λένιν η γραμματεία θα ανοίξει ακόμα περισσότερο τις πόρτες του κόμματος και, άξια για τη μουμιοποίηση του Βλαντιμίρ Ίλιτς, θα εισαγάγει την «στρατολογία Λένιν», που μεταφράστηκε με την είσοδο στο κόμμα 250.000 καινούργιων μελών.

Μέσα σ’ αυτό το κόμμα οι μπολσεβίκοι βρισκόντουσαν όλο και πιο απομονωμένοι με στοιχεία χωρίς σοβαρή πολιτική βάση, ίσα-ίσα ικανά να καγχάζουν βλακωδών όταν ο Τρότσκι τους υπενθύμιζε τις βασικές θέσεις του μπολσεβικισμού, άνθρωποι χωρίς επαναστατική κατάρτιση και υποταγμένοι στις συγκυριακές πιέσεις της κατάστασης. Αυτό το κόμμα, που ο έλεγχός του ξέφευγε όλο και περισσότερο από τους μπολσεβίκους, μπορούσε τότε να αποφασίσει, με τον πιο δημοκρατικό τρόπο του κόσμου να οικοδομήσει το «σοσιαλισμό» μονάχα στη Ρωσία.

Αυτή η απόφαση συνεπαγόταν μια πραγματική αντεπανάσταση. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό ώστε, για να μπορέσει να επιβληθεί, ο σταλινισμός δεν αρκέστηκε να εξαφανίσει πολιτικά την παλιά μπολσεβίκικη φρουρά, αλλά θα αναγκαστεί να εξοντώσει φυσικά μέσα στις φυλακές, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με θεματικές δίκες και διακριτικές εκτελέσεις. Κι αυτό δεν αφορούσε μόνο τα διευθύνοντα στελέχη που όλος ο κόσμος γνώριζε, αλλά επίσης δεκάδες χιλιάδες που πετσοκόφτηκαν στη διάρκεια των επόμενων χρόνων.

Αυτή η απόφαση ανέτρεπε όλη την μπολσεβίκικη γραμμή. Για τους μπολσεβίκους ο σκοπός της ρωσικής επανάστασης δεν ήταν ο «σοσιαλισμός στη Ρωσία», αλλά η παγκόσμια επανάσταση. Και αν και η πολιτική τους εξουσία ήταν σοσιαλιστική, αποκαλούσαν καπιταλισμό την ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας, ανάπτυξη πούταν έτοιμοι να αναλάβουν αρκεί να τους επέτρεπε να διατηρήσουν την πολιτική εξουσία στην υπηρεσία του διεθνούς προλεταριάτου.

Η άρνηση της αναμονής της παγκόσμιας επανάστασης και το πέρασμα στο σοσιαλισμό στη Ρωσία, το διάταγμα ότι χτιζόταν αμέσως εκεί ο σοσιαλισμός μετέβαλαν σε σκοπό αυτό που ήταν για τους μπολσεβίκους ένα μέσο και μοιραία το σκοπό τους σε μέσο. Έτσι, διακηρύχθηκε η ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας ως ένας αυτοσκοπός και η επιρροή που το ρωσικό κράτος εξασκούσε διαμέσου της Διεθνούς στο παγκόσμιο προλεταριάτο χρησιμοποιήθηκε για την υποταγή των αγώνων του στην υπηρεσία αυτού του σκοπού.

Δεν πρόκειται, είναι αλήθεια, παρά για μια πολιτική ανατροπή. Αλλά από τη στιγμή που αυτή η ανατροπή γινόταν πράξη, αρκούσε από μόνη της να ξεσκεπάσει το πέπλο του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της ΕΣΣΔ, εφόσον ο «σοσιαλισμός» της δεν ήταν ακριβώς παρά πολιτικός. Το «κοινωνικό περιεχόμενο» ήταν εκείνο μιας αστικής επανάστασης που έπρεπε να φθάσει μέχρι την ολοκλήρωσή της, δηλαδή τη ριζοσπαστική καταστροφή όλων των μορφών και όλων των προκαπιταλιστικών σχέσεων με τη μόνη διαφορά ότι, χάρη στο προλεταριακό κράτος καθοδηγούμενο από το κομμουνιστικό κόμμα, η κοινωνία κατευθυνόταν διαμέσου του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό.

Νίκη της αντεπανάστασης

Ο σταλινισμός σχετικά με το άμεσο οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο της ρώσικης επανάστασης δεν ήταν, βέβαια, αντεπαναστατικός. Ήταν, όμως, η πολιτική του έκφραση ενάντια στη διεθνιστική προλεταριακή πολιτική των μπολσεβίκων. Οι τελευταίοι είχαν καταστρέψει όλα τα φεουδαρχικά εμπόδια που εναντιωνόντουσαν στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά ήθελαν να του βάλουν όρια, να το ελέγχουν, να τον προσανατολίζουν, γιατί ο σκοπός τους ήταν πιο πλατύς. Η πολιτική και φυσική εξαφάνιση των μπολσεβίκων είναι η καταστροφή των προλεταριακών εμποδίων στην έκρηξη του καπιταλισμού. Και όταν αυτά παύουν να υπάρχουν πια, ο δρόμος είναι ελεύθερος για τη φρενήρη κούρσα του. Απόδειξη εκείνης ακριβώς την εποχή είναι ότι πριν ακόμα επέμβει το σχεδιασμένο δαιμόνιο του κράτους η ρωσική οικονομία γνωρίζει ένα δείκτη αύξησης της παραγωγής από τους πιο υψηλούς στον κόσμο· δείκτη που ούτε ο σταλινικός «καταναγκασμός», ούτε η μετασταλινική «άμιλλα» δεν θα μπορέσουν ποτέ πια να τον φθάσουν.

Ο «σοσιαλισμός μόνο στη Ρωσία» είναι η αστική αντεπανάσταση στη Ρωσία, γιατί σημαίνει την καταστροφή όλων των προλεταριακών εκλογών του κράτους, ότι το κράτος δεν οδηγείται πλέον από το προλεταριάτο της, δεν υπερασπίζει τα ταξικά του συμφέροντα, αλλά τα συμφέροντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία.

Είναι φανερό ότι αυτή η αντεπανάσταση δεν ήταν ένα στιγμιαίο περιστατικό. Ο αποκλεισμός του μπολσεβικισμού από την εξουσία έγινε μέσα από μια πολύπλοκη πάλη φατριών, δεμένη με τα σκαμπανεβάσματα της διεθνούς πάλης. Στα 1926 δεν μπορούσαμε να πούμε ότι τα πάντα είχαν αποφασιστεί: μια πύρινη επιστροφή του ευρωπαϊκού προλεταριάτου μπορούσε ακόμα ν’ αλλάξει το συσχετισμό των δυνάμεων στη Ρωσία. Αυτή η αντεπανάσταση δεν ήταν καθόλου εξωπραγματική και η πολιτική οριοθέτησή της έγινε ακριβώς στα 1926. Στη διάρκεια των επόμενων χρόνων θα γίνει τετελεσμένο γεγονός και τότε, έχοντας χάσει την εξουσία στη Ρωσία, το προλεταριάτο δεν θάχει τίποτα πλέον να υπερασπίσει εκεί.

Ο Τρότσκι υποστήριζε την εποχή εκείνη ότι αυτό που έπρεπε να γίνει στη Ρωσία ήταν μια «πολιτική επανάσταση». Η διατύπωση δεν είναι πράγματι λανθασμένη, αλλά είναι διφορούμενη. Αν εννοείται ότι οικονομικά η σοσιαλιστική επανάσταση έχει ήδη γίνει, τότε είναι παράλογη. Είναι σωστή, απεναντίας, αν εννοεί ότι ακόμα κι αν μπορούσαμε να πάρουμε την πολιτική εξουσία ενάντια στο σταλινισμό δεν θα είχαμε κάνει περισσότερο σοσιαλισμό απ’ αυτόν τον ίδιο, ακριβώς διότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη στη Ρωσία. Μ’ άλλα λόγια, δηλαδή, δεν κατηγορούμε το σταλινισμό ότι δεν έκανε σοσιαλισμό στη Ρωσία, εφόσον οι μπολσεβίκοι τόχαν επαναλάβει σ’ όλα τα σημεία ότι είναι αδύνατο.

Ο θρίαμβος της αστικής αντεπανάστασης δεν έκανε το ρωσικό κράτος ένα αστικό κράτος «σαν τα άλλα». Αντεπαναστατικό σχετικά με το προλεταριάτο και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, ήταν η έκφραση και το όργανο της ορμής προς την καπιταλιστική ανάπτυξη της αχανούς τσαρικής αυτοκρατορίας· ορμή που τοπικά ήταν ακόμα επαναστατική και με την αστική έννοια. Αυτή η αντίφαση του ρωσικού κράτους ήταν πηγή πολλών λαθών. Μερικοί ευαισθητοποιημένοι από τον (αστικό) επαναστατισμό της ήθελαν να δουν με κάθε θυσία σοσιαλισμό. Άλλοι, εντυπωσιασμένοι από την αντεπαναστατική (προλεταριακή) πρακτική της ήθελαν να το ταυτίσουν με τα παλιά αστικά κράτη.

Αλλά, αν είναι λάθος να δει κανείς σοσιαλισμό στη Ρωσία, είναι το ίδιο λαθεμένο να πιστοποιεί απλά ένα «κρατικό καπιταλισμό». Πράγματι, η ρωσική οικονομία ήταν ακόμα πολύ πιο πίσω από το επίπεδο του κρατικού καπιταλισμού –που είναι μια οικονομική και όχι νομική έννοια- αν και η φυγή και η απαλλοτρίωση των αστών μεταβίβασε την ιδιοκτησία των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων στο κράτος.

Ο Λένιν το ήξερε καλά και εξηγούσε ότι η πραγματοποίηση το πραγματικού καπιταλισμού θα αποτελούσε ένα βήμα προς το σοσιαλισμό, με την προϋπόθεση ότι το προλεταριάτο διατηρεί την πολιτική εξουσία. Γιατί αν ο κρατικός καπιταλισμός παραμείνει… καπιταλισμός δε είναι το ίδιο πράγμα σ’ ένα κράτος που κυριαρχείται από το προλεταριάτο και σ΄ ένα αστικό κράτος.

Μετά τον αποκλεισμό του προλεταριάτου από την εξουσία ο ρωσικός καπιταλισμός, ξεκινώντας από ένα πολύ χαμηλό και διασκορπισμένο επίπεδο, θα τείνει σε αναπτυγμένες και συγκεντρωμένες μορφές, τουλάχιστον όσον αφορά τη βιομηχανία. Για να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της αγροτιάς ο σταλινισμός οδηγήθηκε μετά σε αρκετά καταστροφικά λάθη: στο συμβιβασμό του κολχόζ. Αυτή η προκαπιταλιστική μορφή που συνδυάζει το συνεταιρισμό με τη μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση είναι μια σταθερή μορφή και τόσο λίγο κατάλληλη για ανάπτυξη της παραγωγικότητας, που η αγροτική υποπαραγωγή αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα φρένο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Όχι μόνο αναγκάζει το κράτος να εισάγει σιτάρι (αντί για ηλεκτρονικούς υπολογιστές…), αλλά μπλοκάρει ένα σημαντικό μέρος του ενεργού πληθυσμού στην ύπαιθρο. Όλη η προσπάθεια της καπιταλιστικής συσσώρευσης στη Ρωσία έπεσε πάνω στους ώμους του προλεταριάτου που υποβλήθηκε σε μια υπερεκμετάλλευση στην οποία οι χειρότερες μορφές υφαρπαγής υπεραξίας, όπως ο μισθός στο παραγόμενο κομμάτι, παρουσιάστηκαν σαν μια «σοσιαλιστική κατάκτηση». Δεν θα κάναμε, ίσως, περισσότερο σοσιαλισμό στη Ρωσία, απ’ ότι ο Στάλιν, αλλά θα κάναμε λιγότερο καπιταλισμό!

Καπιταλιστική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ

Θα μπορούσε να νομιστεί ότι στη διάρκεια της επιταχυμένης συσσώρευσης του κεφαλαίου η αυταρχική παρέμβαση του κράτους εμπόδιζε το ελεύθερο παιχνίδι των νόμων της αγοράς, του ανταγωνισμού και του κεφαλαίου. Και αυτές ήταν ορισμένες από τις δήθεν σοσιαλιστικές πλευρές της Ρωσίας. Αλλά εφόσον αυτή η παρέμβαση ήταν πραγματική δεν εξέφραζε διόλου το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Απεναντίας, ο ρωσικός καπιταλισμός ήταν ακόμα πολύ αδύναμος και πολύ λίγο αναπτυγμένος και είχε ανάγκη από την κηδεμονία του κράτους. Αν η πίεση του κράτους δεν είχε επιβάλλει την αύξηση της παραγωγής με κάθε θυσία δεν θα μπορούσε να αντέξει στο άμεσο σοκ με την παγκόσμια αγορά, δεν θα μπορούσε να αντέξει μια εργατική αντίσταση, δεν θα μπορούσε να αντέξει την ελεύθερη σύγκρουση της αγοράς, δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί τόσο γρήγορα. Αν, τοπικά, στο επίπεδο της επιχείρησης το «σχέδιο» απαιτούσε μια τέτοια αύξηση της παραγωγής χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι το κέρδος ήταν ακριβώς γιατί έπρεπε πρώτα να φθάσει η παραγωγή και το κέρδος γενικά σε ένα επαρκές επίπεδο. Διότι ο ρωσικός καπιταλισμός ήταν πιο κάτω από το όριο όπου το παιχνίδι των οικονομικών νόμων τον κάνει να λειτουργεί, διότι έπρεπε να δυναμωθεί η γενική συσσώρευση για να φτάσει αυτό το όριο το γρηγορότερο δυνατό.

Από εκείνη ήδη την περίοδο δείξαμε αφ’ ενός ότι παρά τους «σοσιαλιστικούς» ισχυρισμούς αυτής της κρατικής παρέμβασης, η ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας ακολουθούσε γενικά τους νόμους του καπιταλισμού. Από την άλλη μεριά, αυτή η ίδια η ανάπτυξη την οδηγούσε στο στάδιο όπου έπρεπε ν’ ανησυχεί για τις προόδους κάθε επιχείρησης και κάθε μέρους του κεφαλαίου. Είχε φθάσει σ’ ένα στάδιο όπου η ψεύτικη ενότητα της «κρατικής βιομηχανίας» έπρεπε να γίνει χίλια κομμάτια, ο ανταγωνισμός μεταξύ κλάδων και επιχειρήσεων φαινόταν ανοικτά για να πραγματοποιήσει μεγαλύτερα κέρδη και να αγωνιστεί ενάντια στην πτώση του δείκτη εκμετάλλευσης για να εξαφανίσει τις λιγότερο προσοδοφόρες επιχειρήσεις και να οδηγήσει σε μια πραγματική συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Η περίφημη «φιλελευθεροποίηση» του Κρούτσεφ μακριά από το να είναι μια επιστροφή στον Μαρξ και τον Λένιν εξέφραζε ακριβώς τις απαιτήσεις αυτού του καινούργιου σταδίου, όπου, όπως ο Κρούτσεφ το είπε στο 22ο Συνέδριο «πρέπει κάθε ρούβλι που επενδύεται να αποδίδει το περισσότερο δυνατό». Οι μαοϊκοί θέλουν ν’ αναγνωρίσουν εδώ μια «καπιταλιστική παλινόρθωση», αλλά δεν θα μπορούσε, δυστυχώς γι’ αυτούς, να ξαναγυρίσει κάτι που δεν καταργήθηκε ποτέ! Πρόκειται απλά για το πέρασμα σ’ ένα πιο προχωρημένο στάδιο πολΗ π του ρωσικού καπιταλισμού, ένα στάδιο που δεν επιτρέπει πλέον αυταπάτες. Και πράγματι οι Ρώσοι οικονομολόγοι και οι κρατικές προσωπικότητες δεν σταμάτησαν ν’ αναγνωρίζουν όλο και πιο ανοικτά ότι οι μηχανισμοί που διέπουν τη ρωσική οικονομία δεν είναι άλλοι από αυτούς του κεφαλαίου, με τη διαφορά ενός «επιθέτου»: στη Ρωσία ο μισθός είναι «σοσιαλιστικός», η αγορά είναι «σοσιαλιστική», το κέρδος είναι «σοσιαλιστικό», με δυο λόγια το… κεφάλαιο είναι «σοσιαλιστικό» εξ ορισμού. Αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ δυτικού και ανατολικού καπιταλισμού αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ο τελευταίος είναι στο στάδιο της οικοδόμησης της εσωτερικής αγοράς, ακόμη ανοδικής, δηλαδή ότι είναι ακόμα σχετικά νέος.

Το γεγονός ότι το ρωσικό κράτος προέδρευε και προεδρεύει την ανάπτυξη του ρωσικού καπιταλισμού, δημιουργώντας έτσι τις υλικές βάσεις του κομμουνισμού (κοινωνικοποιώντας την παραγωγή) και την κοινωνική δύναμη που πρέπει να πραγματοποιήσει (μετατρέποντας τον Ρώσο μουζίκο και τον Τάταρο νομάδα σε μοντέρνο προλετάριο), είναι ασφαλώς θετικά ιστορικό γεγονός. Αλλά αυτό αρκεί για να δώσει την ετικέτα ενός σοσιαλιστικού κράτους; Ασφαλώς όχι.

Αυτό δείχνει μονάχα ότι στην επικράτειά του εκπλήρωσε αυτό που είναι ακριβώς το ιστορικό καθήκον της μπουρζουαζίας και του καπιταλισμού.

Αυτό δεν αρκεί για να οικοδομηθεί ένα σοσιαλιστικό κράτος. Ήμασταν έτοιμοι να αναλάβουμε αυτό το αστικό καθήκον που θα παρέμενε αστικό αν και θα γινόταν μ’ ένα τρόπο λιγότερο τρομερό και αιματηρό.

Αυτό που δείχνει την ταξική φύση του ρωσικού κράτους είναι το γεγονός ότι για να εκπληρώσει το αστικό του καθήκον κατέστρεψε όχι μόνο το κράτος που ήταν γέννημα του Οκτώβρη, αλλά ιδίως το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα το γεγονός ότι εργάζεται εδώ και μισό αιώνα για τη διατήρηση και τη σταθερότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η αστική αντεπανάσταση στη Ρωσία έκανε αρκετά χρόνια για να επιβληθεί. Στα 1936 είναι ήδη τόσο σίγουρη που δολοφονεί ανοικτά τους διευθύνοντες της επανάστασης και το γενικό επιτελείο του Κόκκινου Στρατού. Ταυτόχρονα, καταργεί το Σύνταγμα του 1918 για να δώσει στη Ρωσία «το πιο δημοκρατικό σύνταγμα του κόσμου», ένα σύνταγμα που αξίζει καλά αυτόν το χαρακτηρισμό, εφόσον αντικαθιστά στη Ρωσία μια «αστική δημοκρατία συνηθισμένου τύπου».

Αυτό το Σύνταγμα μετασχηματίζει τα σοβιέτ σε συγκεντρώσεις κοινοβουλευτικού τύπου, αποδίδει την πολιτική ισότητα σ’ όλους τους πολίτες, τα ίδια δικαιώματα και τα ίδια καθήκοντα. Ο στρατός, όπως το σύνολο του κράτους, παύει πλέον να είναι ταξικός στρατός για να γίνει ένας εθνικός στρατός «όλου του λαού». Οι νόμοι δεν είναι πλέον συγκυριακοί και μεταβατικοί, αλλά διακηρύσσονται σαν ιδεώδη και αιώνια κωδικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Ύμνοι αφιερώνονται στην οικογένεια, στον πατριωτισμό, στη ρωσική γλώσσα, στην εθνική κουλτούρα κτλ. Με δυο λόγια, καταργεί όλα τα χαρακτηριστικά που έκαναν το ρωσικό κράτος «άλλο πράγμα» από μια συνηθισμένη αστική δημοκρατία.

Αλλά όπως η επαναστατική δράση των μπολσεβίκων ήταν βασικά στραμμένη προς την παγκόσμια επανάσταση, η αντεπαναστατική δράση του σταλινισμού εκδηλώθηκε ιδίως στο επίπεδο της διεθνούς ταξικής πάλης. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα 1926, έτος του «σοσιαλισμού» σε μια μόνο χώρα, είναι το έτος του σαμποταρίσματος της απεργίας των Άγγλων ανθρακωρύχων, υποταγμένων στους εργατοπατέρες των τρειντ-γιούνιονς με την «αγγλορωσική επιτροπή», της σφαγής της Σαγκάης και της διάλυσης του ΚΚ Κίνας, στο οποίο είχαν επιβάλλει μια μενσεβίκικη πολιτική υποταγής στο Κουμιντάνγκ.

Η αντεπανάσταση στην πράξη

Η αδυναμία του παγκόσμιου κινήματος, ιδιαίτερα δε του ευρωπαϊκού, επέτρεψε το θρίαμβο της αντεπανάστασης στη Ρωσία, που ξαναγύρισε σαν ένα μπούμερανγκ ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα, μετατρέποντας την αδυναμία του και την οπισθοχώρησή του σε καταστροφή. Ακόμα κι εκεί ενήργησε με σταδιακό τρόπο. Στηρίχτηκε στα λάθη και στις αμφιταλαντεύσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τονίζοντας τα λάθη της και αυξάνοντας τις αμφιταλαντεύσεις της, ως το σημείο ρήξης όπου έσπασε πλέον ανεπανόρθωτα η πολιτική γραμμή που έκανε την Κομιντέρν διεύθυνση για το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα.

Μπορούμε να πούμε ότι με τη χωρίς μάχη κατάργηση του ΚΚ Γερμανίας στα 1933 και το πέρασμα στα Λαϊκά Μέτωπα στα 1934-35, αυτή η ρήξη επήλθε τελειωτικά. Από τότε τα ΚΚ δεν εργάζονται πλέον παρά για να σώσουν τον παγκόσμιο καπιταλισμό για να του υποτάξουν το προλεταριάτο καθώς και τους καταπιεσμένους λαούς των αποικιών και μισο-αποικιών.

Είναι αλήθεια πάντως ότι τα ΚΚ παρέμειναν δεμένα με τη Μόσχα κι ότι, στη διάρκεια μιας μεγάλης περίοδου,το ρωσικό κράτος μπόρεσε να τα χρησιμοποιήσει στην υπηρεσία της διπλωματίας τους και της εθνικής τους άμυνας. Το γεγονός της εκμετάλλευσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της δυνατότητας προσανατολισμού της δράσης των ΚΚ αποτελούσε ένα περίφημο ατού για το ρωσικό κράτος απέναντι στα άλλα αστικά κράτη και το οποίο, ασφαλώς, επωφελήθηκε. Η κίνα, απεναντίας, δεν μπόρεσε να δημιουργήσει μια παρόμοια δύναμη στήριξης και δεν είναι εκπληκτικό: μια επαναστατική Διεθνής μπορεί να εκφυλιστεί και να  πέσει στα χέρια της μπουρζουαζίας, αλλά είναι δύσκολο να «κατασκευαστεί» μια οπορτουνιστική διεθνής εκ γενετής.

Ο δεσμός με τη Μόσχα χρησίμευσε εξάλλου για να καλυφθεί εν μέρει το πέρασμα των ΚΚ στην ταξική συνεργασία. Υπηρετούσαν τη διατήρηση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα διαμέσου της Ρωσίας και αυτό τους επέτρεψε να διατηρούν μια σχετική απόσταση από τις αντίστοιχες μπουρζουαζίες τους. Στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου τα ΚΚ ταλαντευόντουσαν, έτσι, ανάμεσα στην ανοικτή υπεράσπιση των συμφερόντων της δικιάς τους μπουρζουαζίας και της εθνικής τους οικονομίας και σε μια «αντιπολίτευση» που, ακόμη κι αν μερικές φορές ήταν βίαιη, δεν τοποθετούνταν καθόλου σε ταξικό επίπεδο, αλλά ήταν απόρροια του διπλωματικού παιχνιδιού και των συμμαχιών της Ρωσίας. Αναφέρουμε απλά την παρωδία της «επαναστατικής ηττοπάθειας» του ΚΚ Γαλλίας, το 1939, την εποχή της γερμανο-ρωσικής συμφωνίας, σπάζοντας έτσι την πατριωτική και πολεμοχαρή πολιτική των προηγούμενων ετών.

Αυτό το παράδειγμα δείχνει εξάλλου τα όρια αυτής της αντιπολίτευσης και το αναπότρεπτο της εξέλιξης των ΚΚ. Ο σταλινισμός για να καταστρέψει τις επαναστατικές θέσεις και παραδόσεις στηρίχτηκε στα πιο «αμφίβολα» στοιχεία των ΚΚ, πάνω στους σοσιαλδημοκράτες και που δεν είχαν αρκετά «κοκκινίσει» και που μια ανεπαρκής επιλογή τους είχε αφήσει να  περάσουν.

Με αυτό το ίδιο το γεγονός, επιτεινόμενο από την αντικομμουνιστική του γραμμη, ενθάρρυναν σ’ αυτά τα κόμματα την τάση που ήθελε να συνεργαστεί με την δικιά της μπουρζουαζία. Έτσι, στα 1939 το ΚΚ Γαλλίας, που ήταν εντελώς που σοβινιστικό, τραντάχτηκε από το γερμανο-ρωσικό σύμφωνο και δεν ξαναβρήκε την αυτοπεποίθησή του παρά όταν μπόρεσε αργότερα να ριχτεί ανοιχτά στην αντίσταση και στον υπερπατριωτισμό.

Στη διάρκεια και μετά το δεύτερο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η στελέχωση του προλεταριάτου ήταν εξασφαλισμένη από τις δυο ομάδες των οπορτουνιστικών κομμάτων, τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα κομμουνιστικά κόμματα, συνδεδεμένα αντίστοιχα με τα δύο κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Αυτά τα κόμματα εργαζόντουσαν πότε χέρι-χέρι και πότε το ένα ενάντια στο άλλο, σύμφωνα με το βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας των πατρόνων τους, σύμφωνα με τα αν τα κοινά συμφέροντα της διατήρησης του καπιταλιστικού κόσμου ή τα ειδικά συμφέροντα ανταγωνιστριών δυνάμεων περνούσαν σε  πρώτο πλάνο.

Αλλά ο ρόλος του πράκτορα της μπουρζουαζίας μέσα στο προλεταριάτο έχει τη δικιά του δύναμη και προστίθεται σήμερα στις συγκεντρωτικές τάσεις που η εξαγρίωση του ανταγωνισμού γεννάει ανάμεσα στα δύο μπλοκ, το ανατολικό και το δυτικό. Αυτά τα κόμματα είναι όλο και πιο υποχρεωμένα να υπηρετούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα των δικών τους αστικών τάξεων, των οικονομιών τους, του κράτους τους. Αναπόφευκτα τα ΚΚ οδηγούνται στη αποσύνδεση με τη Ρωσία και στην  προώθηση των περίφημων «εθνικών δρόμων για το σοσιαλισμό», δηλαδή των εθνικών και όχι των «υπερεθνικών» δρόμων συνεργασίας των τάξεων.

Και ενώ υποτάσσουν στην πράξη το προλεταριάτο στα συμφέροντα του κεφαλαίου, στον πόλεμο και στην ανασυγκρότηση, στους αποικιακούς πολέμους και στην «αποαποικιοποίηση», στο οικονομικό μπουμ του μεταπολέμου, όπως και στην αρχή της σημερινής κρίσης ο σταλινισμός και οι διάδοχοί του πραγματοποίησαν ένα ολοκληρωτικό θεωρητικό και πολιτικό ξεπούλημα του κομμουνιστικού κινήματος. Για να παρουσιάσουν σαν «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, υποχρεώθηκαν να παραποιήσουν εντελώς το μαρξισμό, να αλλοιώσουν όχι μόνο την έννοια του σοσιαλισμού, αλλά και αυτή την ίδια την έννοια του καπιταλισμού. Αυτός ο ιστορικός τρόπος παραγωγής που ορίζεται βασικά από την παραγωγή εμπορευμάτων, χρησιμοποιώντας τη μισθωτή εργασία (όλες οι άλλες κατηγορίες, απορρέοντας από αυτή τη βάση), τον ταύτισαν με το «έτσι θέλω» με την «προσωπική ιδιοκτησία» των μέσων παραγωγής. Και ενώ ο Μαρξ και ο Ένγκελς απέδειξαν ότι το κεφάλαιο αυτό το ίδιο τείνει να γίνεται όλο και απρόσωπο, αυτοί ισχυρίστηκαν ότι το «πέρασμα στο σοσιαλισμό» είναι απλά η ολοκληρωτική αποπροσωποποίηση του κεφαλαίου με την κρατικοποίησή του, ενώ, ταυτόχρονα, όλες οι σχέσεις και όλοι οι μηχανισμοί λειτουργίας του κεφαλαίου παραμένουν σε ισχύ.

Στην πραγματικότητα, αυτή η υπέρτατη αποπροσωποποίηση και συγκέντρωση του κεφαλαίου δεν είναι παρά ο διαλεκτικός προθάλαμος το σοσιαλισμού και δεν είναι παρά η προλεταριακή εξουσία που θα αναλάβει την καταστροφή αυτών των σχέσεων και μηχανισμών, θέτοντάς τους, απεναντίας, σαν φυσικούς και αιώνιους, οι σταλινικοί κατήργησαν την ιστορική αναγκαιότητα της επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αργά ή γρήγορα, αφού τις είχαν πολεμήσει από πολύ καιρό ήδη στην πραγματικότητα έπρεπε κάποτε να φτάσουν να τις καταργήσουν και στη θεωρία. Έπρεπε να φτάσουν στην ανοικτή ανακήρυξη της επανάστασης και της ταξικής δικτατορίας προς όφελος ενός «μετώπου όλου του λαού», μιας «λαϊκής δημοκρατίας», «προχωρημένης» ή «πραγματικής». Η θεωρία τους για το «ειρηνικό και δημοκρατικό πέρασμα» σ’ ένα «σοσιαλισμό» με γιουγκοσλαβικό, γαλλικό ή ελληνικό χρώμα, σε ένα σοσιαλισμό που δεν είναι παρά ένας μυθικός καπιταλισμός χωρίς αντιφάσεις, ούτε εκμετάλλευση, ούτε καταπίεση, δικαιολογεί την πρακτική υποταγή των προλεταρίων στο συμφέρον του εθνικού τους κεφαλαίου.

Η συνέπεια της αντεπανάστασης που ισχυρίστηκε ότι οικοδομεί το σοσιαλισμό στη Ρωσία είναι ότι το προλεταριάτο είναι απών ως αυτόνομη δύναμη από την ιστορική σκηνή εδώ και μισό αιώνα. Και όχι μόνο δεν μπόρεσε να πολεμήσει για την ιστορική του απελευθέρωση, αλλά δεν ήταν καν σε θέση να υπερασπίσει αποτελεσματικά τα άμεσα συμφέροντά του. Σήμερα ακόμη, τη στιγμή που οι πρώτες δονήσεις της κρίσης τραντάζουν την καπιταλιστική ευημερία και ανάπτυξη, που οι μισθοί χάνουν την αγοραστική αξία τους, ενώ η ανεργία μεγαλώνει, που σ’ όλες τις χώρες η μπουρζουαζία αυξάνει την υλική και πολιτική πίεσή της επάνω στο προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν αντιδρά ακόμα παρά με σποραδικούς και διασκορπισμένους αγώνες.

Όταν μερικοί μιλάνε για «επαναστατική κατάσταση» ή προκηρύσσουν ακόμα ότι η «προλεταριακή επανάσταση άρχισε στην Ευρώπη», το προλεταριάτο δεν βρήκε, δυστυχώς, ακόμα τη δύναμη να διεξάγει αγώνες αντίστασης με τρόπο πραγματικά αποτελεσματικό και να τους κάνει ένα χώρο ταξικής οργάνωσης, πλατύ και διαρκή.

Για να σπάσει η οπορτουνιστική στελέχωση που μπλοκάρει τους εργατικούς αγώνες πρέπει να γίνει συνάντηση δύο φαινομένων:

  1. Βίαιη έκρηξη των προλεταριακών αγώνων, προϊόν της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης του καπιταλισμού

  2. Ανασύνταξη του ταξικού κόμματος και της επιρροής του, τουλάχιστον πάνω στην προλεταριακή πρωτοπορία. Αλλά σ’ αυτό το σκληρό αγώνα για την ανασύνταξη του κόμματος, ο ρωσικός ψευδοσοσιαλισμός (και κατά μεγαλύτερο λόγο ο κινέζικος ή άλλος) αποτελούν ένα τρομερό εμπόδιο, ταυτόχρονα στο πρακτικό και στο θεωρητικό επίπεδο.

Πρακτικά, αυτοί που πιστεύουν λίγο ή περίπου στην ύπαρξη σοσιαλιστικών στοιχείων στη Ρωσία, παραμένουν πάντοτε λίγο ή πολύ δεμένοι στην ΕΣΣΔ και στα ΚΚ. Πράγματι, οδηγούνται μοιραία στη θέση ότι το ρωσικό κράτος και τα ΚΚ υπερασπίζουν «με ένα σχετικό τρόπο», «άσχημα», «ανεπαρκώς», αλλά υπερασπίζονται παρ’ όλα αυτά την υπόθεση του σοσιαλισμού. Με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και αυτοί που δεν αποδέχονται την ύπαρξη στο σημερινό ρωσικό κράτος «μιας μορφής δικτατορία του προλεταριάτου», σταματάνε πάντοτε στα μισά του δρόμου στην κριτική της Ρωσίας και των ΚΚ. Δεν φτάνουν στο σημείο να ξεκόψουν ολοκληρωτικά με αυτά, απεναντίας οδηγούν και υποτάσσουν στον οπορτουνισμό τα πρωτοποριακά στοιχεία που επιχειρούν να διαφύγουν. Αυτοί που εκλιπαρούν χωρίς σταματημό τα ΚΚ να «ξεκόψουν με την μπουρζουαζία», αποδεικνύοντας έτσι την ανικανότητά τους, να ξεκόψουν με τον οπορτουνισμό, δικαιολογούνται με δύο είδη επιχειρημάτων. Το πρώτο συγχέει λαθεμένα το σοσιαλπατριωτικό, οπορτουνισμό, πράκτορα της μπουρζουαζίας μέσα στο προλεταριάτο, μ’ έναν αφελή ρεφορμισμό που εκφράζει τα άμεσα συμφέροντα των εργατών. Το άλλο απορρέει από την «ανάλυση» που κάνουν για τη φύση της Ρωσίας.

Αλλά αυτή η ανάλυση τούς οδηγεί ακριβώς να συμμετέχουν στην άρνηση και στην καταστροφή της επαναστατικής θεωρίας, διαστρεβλώνοντας τη μαρξιστική αντίληψη του σοσιαλισμού και του περάσματος στο σοσιαλισμό. Μ’ αυτό τον τρόπο παράγονται παραλλαγές «θεωρητικών τεράτων». Άλλοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει «σοσιαλισμός» στη ρωσική οικονομία, ενώ η εξουσία δεν είναι στα χέρια του προλεταριάτου, που πάει να πει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να πραγματοποιήσει το πέραμα στο σοσιαλισμό. Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι όχι μόνο η ρωσική οικονομία είναι σοσιαλιστική και αποφεύγει την αντίφαση του κεφαλαίου (την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι ηγέτες είναι υποχρεωμένοι να ομολογήσουν το αντίθετο), αλλά επίσης ότι πρόκειται για μια μορφή δικτατορίας του προλεταριάτου. Μ’ άλλα λόγια δηλαδή, η προλεταριακή δικτατορία σε μια χώρα βάλθηκε να συντρίψει το διεθνές προλεταριακό κίνημα.

Από τη βασική μαρξιστική έννοια, τη δικτατορία του προλεταριάτου δεν απομένει τίποτε σ’ αυτούς τους ανθρώπους, τίποτε περισσότερο απ’ αυτούς που τη ταυτίζουν μ’ ένα οποιοδήποτε μπλοκ τάξεων. Είναι χίλιες φορές καλύτερο νάχουμε να κάνουμε με τους αναρχικούς και αναρχίζοντες κάθε είδους που αρνούνται κάθε σοσιαλιστικό χαρακτήρα στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Και είναι φυσικό από μέρους τους, εφόσον αγνοούν ή περιφρονούν την πολιτική πάλη, εφόσον αμφισβητούν την αναγκαιότητα ενός προλεταριακού κράτους, τα δικτατορίας και του κόμματος, που πρέπει να το διευθύνει. Τουλάχιστον, αυτοί είναι συνεπείς με τον εαυτό τους.

Ενάντια στους μεν και στους δε, δείξαμε ότι η επανάσταση όπως και η αντεπανάσταση, η νίκη όπως και η ήττα επιβεβαιώνουν το μαρξισμό, μοναδική δυνατή βάση για μια αναγέννηση του ταξικού κινήματος.

Ενάντια σ’ όλους τους αποστόλους μιας οποιαδήποτε δημοκρατίας βγάλαμε τα μαθήματα της μιας και ης άλλης: η μοναδική «εξασφάλιση» της επιτυχίας στην επίθεση όπως στην αντίσταση έγκειται στη θεωρητική, πολιτική, τακτική και οργανωτική σταθερότητα του κόμματος.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Νο. 2, Μάρτης 1979

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: