Ο κομμουνισμός είναι η επαναστατική καταστροφή του εμπορευματισμού και της δημοκρατίας

tree

Για την μπουρζουαζία και τους οπορτουνιστές, ο Μαρξ είναι αναμφισβήτητα ένας σοφός. Στην πόλη Τρεβ, το σπίτι που γεννήθηκε στεγάζει τα γραφεία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος του κ. Μπραντ, βραβείου Νόμπελ για την ειρήνη. Κι ο Ένγκελς, όμως, έχει το μουσείο του. Αυτοί, λοιπόν, οι μεγάλοι σοφοί έγραψαν μερικές φορές πράγματα κατάλληλα για σχολικά εγχειρίδια ιστορίας του 19ου αιώνα και για τις «φοβερές υπερβολές του καπιταλισμού».

Αλλά σ’ ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, λένε αυτοί οι κύριοι, ο Μαρξ, ή γιατί ήταν αδύνατο για τους πρώτους ή εξ αιτίας του μίσους του για το δογματισμό για τους δεύτερους, δεν είπε τίποτε το ακριβές πάνω στον κομμουνισμό. Ο κομμουνισμός είναι, συνεπώς, γι’ αυτόν το μικρόκοσμο των καλλιεργημένων ατόμων ό,τι ακριβώς είναι ο θεός για τους θεολόγους: κάτι το μεγάλο και μυστηριώδες, που θα μπορούσε να πει κανείς πιο εύκολα τι δεν είναι παρά τι είναι.

Πέρα από τις αναπόφευκτες διαμάχες κληρονομιάς μεταξύ φιλοσόφων, γλωσσολόγων, μαοϊκών, εργατιστών, αναρχικών, αριστερών παπάδων, σταλινικών τσακαλιών και σοσιαλδημοκρατικών υαινών, όλος αυτός ο κόσμος προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον Μαρξ σύμφωνα με τις ανάγκες του της στιγμής. Ο Μαρξ γίνεται τότε ένας ιστορικός με στρογγυλά ματογυάλια, ένας μεγαλοφυής κοινωνιολόγος, ένας διακεκριμένος οικονομολόγος, ένας αυστηρός ηθικολόγος, ο πρόδρομος νέων μεσσιών ή ακόμα, όπως ο λυρισμός υποχρεώνει, ο τελευταίος των προφητών του Ισραήλ.

Γινόμαστε, λοιπόν, θεατές αυτού του αναπόφευκτου θεάματος που οι αντεπαναστάσεις συνήθισαν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Μια μπουρζουαζία που φιλολογεί με τα εκατό της στόματα και που τρομοκρατημένη από το μακρινό φάσμα μιας επανάστασης, συμβουλεύεται σαν ένα μαντείο την κομμουνιστική θεωρία, τη ρωτάει, την επικαλείται και την κάνει να μιλάει χωρίς σταματημό, για να την κάνει να πει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είπε. Έτσι, οι μορφές ακραίου συγκεντρωτισμού του κεφαλαίου βαπτίζονται σοσιαλισμός και η κόκκινη μπογιά γίνεται μίνιο προορισμένο να προστατεύει τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις σε ταχεία ανάπτυξη. Το μπουλντόγκ Μπρέζνιεφ κι ο μανδαρίνος Μάο, κάτω από τα φρενήρη χειροκροτήματα του παγκόσμιου διανοουμενισμού, με το ψεύτικο μαρξιστικό γένι, επιβλέπουν την ανάπτυξη του κεφαλαίου στις καθυστερημένες ηπείρους.

Γνωρίζοντας τη μαρξιστική θεωρία και τη δύναμη των γεγονότων δεν εκπλησσόμαστε. Αλλά κι ούτε μοιραζόμαστε την ηλίθια διαφωτιστική και βολονταριστική ιδέα, σύμφωνα με την οποία μια καλή προπαγάνδα θα μπορούσε να εξαλείψει τη διαστρέβλωση, να διασκορπίσει τα λάθη και να κάνει γνωστό τον κομμουνισμό όπως πραγματικά είναι.

Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΥΝΤΡΙΒΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ

ΕΙΝΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙ ΣΥΝΤΡΙΒΕΙ

Δυστυχώς, για τους απολογητές της δημοκρατικής και βιομηχανικής αιωνιότητας, δεν είναι οι προφητείες που προκαλούν τους κατακλυσμούς. Επιπλέον, διαστρεβλώνοντας αυτούς που νομίζουν «προφήτες του κακού» δεν σταματάνε οι σεισμοί. Καμιά μαγική συνταγή –ακόμα κι η δημοκρατική κατάρα- δεν θα μπορέσει να συνωμοτήσει ενάντια στην επανάσταση, γιατί είναι προϊόν αυστηρών υλικών συνθηκών. Κι όλες οι υποκριτικές και πάνσοφες διαστρεβλώσεις του κομμουνισμού –που βασίζονται στο επιχείρημα ότι ο Μαρξ δεν περιέγραψε την κοινωνία που θα διαδεχθεί τον καπιταλισμό- δεν θα σταματήσουν περισσότερο την επανάσταση απ΄ ό,τι ένας μάγος με τις ιεροτελεστίες του τις θύελλες.

Ο Μαρξ, στις θεωρητικές του απόψεις, ήταν ακριβής όσο κανείς άλλος. Και είναι ένα χαρακτηριστικό σημείο του κομμουνισμού ότι είναι το πρώτο επαναστατικό κίνημα της ιστορίας που είναι ικανό να προβλέπει το μέλλον του. Αν δεν είχε μια σαφή αντίληψη του τελικού σκοπού, το Κόμμα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε περιόδους επαναστατικής πλημμυρίδας, δεν θα μπορούσε να αγρυπνά και να προβλέπει σε περιόδους κοιλιάς του εργατικού κινήματος. Το Κόμμα δεν θάταν κόμμα χωρίς την αντίληψη του τελικού σκοπού και του δρόμου που οδηγεί σ’ αυτόν.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξηγούν από το 1845 ότι δεν πρέπει νάχουμε αμφιβολίες για τη φύση του: «Δεν είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιο σκοπό, αυτός ή εκείνος ο προλετάριος, ή ακόμα ολόκληρο το προλεταριάτο, φαντάζεται κάποια στιγμή. Πρόκειται για αυτό που το προλεταριάτο είναι και γι’ αυτό που ιστορικά θάναι υποχρεωμένο να κάνει, σύμφωνα μ’ αυτήν την ύπαρξή του. Ο σκοπός του και η δράση του είναι χαραγμένα, με τρόπο χειροπιαστό και οριστικό, στην ίδια την κατάστασή του, καθώς και σ’ όλη την οργάνωση της σημερινής αστικής κοινωνίας». Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου μπαίνει ολοκάθαρα εδώ. Η αστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους μισθωτούς σκλάβους. Και το προλεταριάτο πρέπει να καταστρέψει τις αστικές σχέσεις παραγωγής για να οδηγήσει την κοινωνία στον κομμουνισμό. Οι προλετάριοι, όμως, που βρίσκονται κάτω από την κηδεμονία της τεράστιας αστικής προπαγάνδας, μοιραία επηρεάζονται από αυτήν. Κι οι διαθέσεις εκδηλώνονται ενάντια στα συμφέροντά τους. Χιλιάδες παραδείγματα προλετάριων που σύρθηκαν στους πολέμους για να σφάξουν αδέλφια τους από άλλες χώρες, για να κερδίσει η αστική τάξη τεράστια κέρδη κι οι προλετάριοι τον θάνατο και τη δυστυχία. Αλλά το «καθήκον του προλεταριακού κόμματος ήταν να αντιδράσει εναντίον της γενικής εργατικής διανοητικότητας και να υπερασπίσει ενάντια σε όλους τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου» (Β’ Συνέδριο της Κομ. Διεθνούς).

Ο σκοπός μας, λοιπόν, είναι οριστικός και χειροπιαστός. Οριστικός γιατί εξαρτάται από τις αντικειμενικές υλικές δυνάμεις. Χειροπιαστός γιατί η αστική κοινωνία, γι’ αυτόν που ξέρει να την καταλαβαίνει, να την κριτικάρει και να την καταπολεμά, δίνει μια αρνητική εικόνα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το Μανιφέστο του 1847 προσδιορίζει τις βασικές φάσεις της επαναστατικής διαδικασίας: σύσταση του προλεταριάτου σε Κόμμα, μετά σε κυρίαρχη τάξη και δεσποτική επέμβαση τις σχέσεις παραγωγής. Η προλεταριακή θέληση κάνει σκόνη τους εμπορευματικούς μηχανισμούς. Το τέρας του κεφαλαίου, που καταδίκασε την ανθρωπότητα στους πόνους της συσσώρευσης χωρίς όρια, συνθλίβεται.

Στο «Κεφάλαιο», βιβλίο όχι της επιστήμης, αλλά επαναστατικής μάχης, που είναι και αυτό επαναστατικό μας πρόγραμμα, ο Μαρξ περιγράφει τον κομμουνισμό. Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι είναι βιβλίο επιστημονικό, γιατί είναι βιβλίο μάχης. Και για να υπενθυμίσουμε την εικόνα του συγγραφέα που δηλώνει ότι αυτό το βαρύ λιθάρι είναι το πιο τρομερό χτύπημα που δέχτηκαν ποτέ οι αστοί στο κεφάλι, θάταν καλύτερο να λέγαμε τελικά: βιβλίο της επιστήμης της μάχης.

Στο 1ο Μέρος, το κεφάλαιο που ασχολείται με τις διαφορετικές μορφές της αξίας, εκθέτει το «φυσικό νόμο της ανθρώπινης εξέλιξης». Κι αυτή η εξιστόρηση (που φαίνεται αφηρημένη γιατί είναι η κοινωνική ιστορία απαλλαγμένη από τους ιδεαλισμούς, τα φαντάσματα των μεγάλων ανδρών και τα νεκροταφεία ανεκδότων) δεν έχει άλλο σκοπό παρά να ανακοινώσει, διαμέσου των μετασχηματισμών της αξίας, που δεν είναι παρά ο καθρέπτης της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων, το τέλος αυτής της ιστορικής παρένθεσης που χώριζε τις πρώτες πρωτόγονες κοινωνίες από τη «συνειδητή ανασυγκρότηση της ανθρώπινης κοινωνίας».

Ο Μαρξ ανακοινώνει το θάνατο του καπιταλισμού και περιγράφει την κοινωνία που θα γεννηθεί από τα ερείπιά του.

«Ας φανταστούμε, επιτέλους, μια ένωση ελεύθερων ανθρώπων που εργάζονται με μέσα παραγωγής κοινά και που διαθέτουν τις πολυάριθμες ατομικές δυνάμεις τους εργασίας σαν μια μόνη και ίδια δύναμη εργασίας σύμφωνα με ένα σχέδιο ετοιμασμένο από κοινού».

Αλλά ο Μαρξ, επαναστάτης αγωνιστής, δεν φοβόταν νάναι απλός και έσπειρε το έργο του με μικρές εικόνες της κομμουνιστικής κοινωνίας. Στο βιβλίο ΙΙ αναφέρει ακόμα:

«Παίρνοντας την υπόθεση μιας κοινωνικοποιημένης παραγωγής, το κεφάλαιο-χρήμα εξαφανίζεται. Η κοινωνία διανέμει τη δύναμη εργασίας και τα μέσα παραγωγής στους διάφορους τομείς της βιομηχανίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι παραγωγοί θα μπορούσαν να λαμβάνουν κουπόνια εργασίας που επιτρέπουν να παίρνουν από τις καταναλωτικές εναποθηκεύσεις της κοινωνίας ποσότητες που αντιστοιχούν στο χρόνο εργασίας τους. Αυτά τα κουπόνια δεν είναι χρήμα: δεν κυκλοφορούν».

Και στο βιβλίο ΙΙΙ η ίδια περιγραφή επαναλαμβάνεται:

«… ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος και οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί κανονίζουν με ορθολογικό τρόπο τις οργανικές τους ανταλλαγές με τη φύση και τις υποτάσσουν στον κοινό έλεγχό τους, αντί να αφεθούν να κυριαρχηθούν από την τυφλή δύναμη αυτών των ανταλλαγών. Και τις εκπληρώνουν με τις λιγότερες δυνατές προσπάθειες και σε συνθήκες που πιο πολύ αρμόζουν στην ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους και φύση τους».

Από αυτά τα κλασσικά κομμάτια βγαίνει το παρακάτω συμπέρασμα: ο κομμουνισμός είναι ένας τρόπος παραγωγής που διέπεται συνειδητά από το ανθρώπινο είδος, μέσα στον οποίο ένας μοναδικός οικονομικός οργανισμός παράγει, σύμφωνα με ένα μοναδικό σχέδιο, μονάχα αξίες χρήσης. Στο εσωτερικό αυτού του τρόπου παραγωγής, που δεν γνωρίζει πλέον το χρήμα, το κεφάλαιο, την υπεραξία, το μισθό και τα ατομικά συμφέροντα, ο Μαρξ διακρίνει δύο στάδια: ένα πρώτο όπου η κατανάλωση θα υπόκειται σε κανονισμό και ένα δεύτερο όπου η κατανάλωση δεν θα υπόκειται πια. Δηλαδή, στον κατώτερο κομμουνισμό και στον ανώτερο κομμουνισμό ή, ξαναχρησιμοποιώντας την ορολογία του Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση», στο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό.

Ο κομμουνισμός είναι, λοιπόν, αντιεμπορευματικός κι αυτός ο χαρακτήρας του είναι η καλύτερη απάντηση στις διακηρύξεις διαφόρων χωρών, που βγαίνοντας σήμερα από το Μεσαίωνα, κάτω από την καθοδήγηση κάποιου ιδιοφυή αρχηγού και παράγοντας σε αυξανόμενες ποσότητες εμπορεύματα, νομίζουν ότι πραγματοποίησαν στην πράξη το σοσιαλισμό. Όσο γι’ αυτούς που είναι πιο μετριόφρονες και ισχυρίζονται ότι βρίσκονται στο «μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό», σημειώνουμε ότι για τον Μαρξ η συνθήκη αυτής της μετάβασης είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, που έχει σαν ρόλο όχι βέβαια την χωρίς όρια αύξηση της παραγωγής εμπορευμάτων, αλλά τη συνεχή μείωσή της και τελικά την καταστροφή της.

Αν και η σύγχρονη πραγματικότητα είναι η μεγαλύτερη άρνηση του κομμουνισμού στην ιστορία, η πιο βαθιά αντεπανάσταση, ο κομμουνισμός είναι περισσότερο από ποτέ επίκαιρος. Αυτοί οι ίδιοι οι αστοί διανοούμενοι βοήθησαν να γίνει καταληπτό. Μελετώντας την ανάπτυξη, την ολοκλήρωση και τον παροξυσμό της κοινωνίας της ιδιοκτησίας, αφαίρεσαν σιγά-σιγά τις βασικές κατηγορίες που δίνουν το κλειδί για να καταλάβει κανείς το ιστορικό κίνημα: τιμή, αξία, υπεραξία, ανταλλαγή, κατανομή εργασίας. Μετά τον Ρικάρντο, ο Μαρξ πρόσθεσε ότι η υπεραξία είχε σαν συνέπεια την εκμετάλλευση κι άρα την επανάσταση. Κι επειδή ήταν επαναστάτης, έβαλε αυτές τις ιδέες σε τάξη και σε κίνηση. Βρήκε το μυστικό του κοινωνικού μηχανισμού και αποδείκνυε συνάμα το μεταβατικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, δείχνοντας στην κοινωνία την εικόνα του παρελθόντος και του μέλλοντός της.

Η εξέλιξη των κοινωνιών χρονολογείται από την εμφάνιση του κοινωνικού ανθρώπου, δηλαδή της εργασίας. Η ζωώδης ομάδα εξελίσσεται σε ανθρώπινη, παρεμβάλλοντας ανάμεσα σ’ αυτήν και τη φύση την εργασία της και τα εργαλεία εργασίας της. Ο ιστορικός προσδιορισμός που αναπτύχθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς μελετά τις κοινωνικές εξελίξεις και επαναστάσεις. Ονομάζει τους ανθρώπους που παλεύουν ενάντια στη φύση με τα εργαλεία εργασίας τους, παραγωγικές δυνάμεις και τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένοι για να παράγουν, σχέσεις παραγωγής. Η κοινωνική παραγωγικότητα της εργασίας μετράει ιστορικά την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση. Κι όταν αυξάνεται, όταν μια κοινωνική μορφή δεν μπορεί πλέον να συγκρατεί τις καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν μέσα της, βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοινωνική επανάσταση, που σπάει το περίβλημα της παλιάς κοινωνίας για ν’ ανοίξει το δρόμο σε μια καινούργια κοινωνία.

Στη ρίζα αυτών των κοινωνικών ανακατατάξεων υπάρχει το φανταστικό φαινόμενο του κοινωνικού διαχωρισμού της εργασίας, της οποίας η γνώση είναι πολύ πιο σημαντική για την κατανόηση και της ανάπτυξης της ανθρωπότητας παρά η γνώση του ανθρώπινου σώματος, στην οποία μερικοί ηλίθιοι επιστήμονες αναζητούν μερικές φορές το κλειδί της ιστορίας. Σε κάθε τύπο κοινωνίας αντιστοιχεί μια ειδική μορφή διαχωρισμού της εργασίας και μια κοινωνία δεν μετασχηματίζεται παρά όταν μετασχηματίζεται ολοκληρωτικά η κατανομή της εργασίας που αποτελεί τη βάση της.

Στην πρώτη εκδήλωσή της, που βρίσκουμε στα ζώα, ο διαχωρισμός της εργασίας, σαν φυσικό δεδομένο, αντιστοιχεί στο διαχωρισμό μεταξύ των φύλων. Στη συνέχεια, είναι η αιτία της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις. Τότε δημιουργεί την ιδιοκτησία και την ανταλλαγή. Τα προϊόντα των ιδιωτικών εργασιών μετριούνται στην αρχή τυχαία, μετά με συστηματικό τρόπο, στο τροκ (ανταλλαγή αντικειμένου με αντικείμενο) και τελικά με τη γενίκευση των ανταλλαγών και την εκλογή ενός ειδικού εμπορεύματος, του χρήματος. Το χρήμα προϋπάρχει σαν ένας καρκίνος στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, από το τέλος του πρωτόγονου κομμουνισμού και την εμφάνιση «ιδιωτικών συμφερόντων». Μετά, στην Δυτική Ευρώπη, πάνω στη βάση μιας γρήγορης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καταλαμβάνει αυτή την ίδια την παραγωγή και παρασύρει τα πάντα μέσα στην δύνη του όταν μετασχηματίζεται σε κεφάλαιο. Γίνεται, έτσι, η ψυχή και το νεύρο της κοινωνίας, συναντώντας αυτή την πραγματική περίεργη ύπαρξη, ελεύθερη από κάθε δεσμό: τον μισθωτό εργαζόμενο. Τότε μπορούν να αναπτυχθούν πλέρια όλες οι δυνατές μορφές κοινωνικής ζωής, η γοητεία του χρυσού, η αυταπάτη του χρηματιστηρίου και τα θαύματα των πιστώσεων. Κι ενώ ο Προυντόν καλούσε τον Δημιουργό σε βοήθεια της πολιτικής οικονομίας του κι ο Μπακούνιν φώναζε τον διάβολο για να υποστηρίξει τη θεωρία του για το Κράτος, ο Μαρξ συνέδεσε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα με αιτίες εντελώς φυσικές κι εξήγησε, την ίδια στιγμή, τη διπλή κίνηση που οδηγεί την κοινωνία του πρωτόγονου κομμουνισμού στον καπιταλισμό και του καπιταλισμού στον κομμουνισμό. Ο καπιταλισμός βλέπει να αναπτύσσεται ο διαχωρισμός της εργασίας που υποτάσσει τους παραγωγούς και που έχει σαν συνέπεια την εμφάνιση των ανταλλαγών, της αξίας και του κεφαλαίου. Ο κομμουνισμός καταστρέφει συστηματικά το κεφάλαιο, την αξία, την ανταλλαγή και τον καταμερισμό εργασίας, με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται, ταυτόχρονα, οι κοινωνικές τάξεις.

Κι αυτό το περίφημο ιστορικό κίνημα, που αγκαλιάζει δισεκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις, πλασμένες με τη φύση που διαπλάθουν, δεν εξαρτάται από καμία ανθρώπινη θέληση. Επιβάλλεται στα άτομα, στις επερχόμενες γενιές, στις υπάρχουσες κοινωνικές τάξεις. Που δεν μπορούν να επέμβουν παρά σε μερικές περιόδους καλά προσδιορισμένες: στις κρίσεις.

Ο Μαρξ το ονομάζει “ein Naturprozess”. Μια φυσική διαδικασία. Σήμερα, όπου το κεφάλαιο έχει καταλάβει όλες ή περίπου όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής στις μεγάλες βιομηχανοποιημένες χώρες, η φυσική εναλλακτική λύση είναι: καπιταλισμός ή κομμουνισμός. Η μαρξιστική θεωρία γνωρίζει, συγχρόνως, τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Ο καπιταλισμός είναι αναγκαία προϋπόθεση για το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Αυτός που δεν κατάλαβε τον κομμουνισμό, δεν γνωρίζει τι είναι το κεφάλαιο. Αλλά εκείνος που γνωρίζει τι είναι το κεφάλαιο, ξέρει επίσης τι είναι ο κομμουνισμός. Ανάμεσα σ’ ένα αξιοθρήνητο παρόν και σε ένα θριαμβευτικό μέλλον, κρατάμε τις δυο άκρες της κλωστής του χρόνου. Ενάντια στις λεγεώνες της «τελειοποίησης της θεωρίας», που δυστυχώς γι’ αυτές αυτή έχει ήδη τελειοποιηθεί, ενάντια σ’ αυτούς που σκόπιμα διαδίδουν αμφιβολίες, οι στρατευμένοι κομμουνιστές διακηρύσσουν με σταθερή πίστη ότι, όποιες και νάναι οι μεταβολές του κινήματος της χειραφέτησης του προλεταριάτου, όποιες και νάναι οι προθεσμίες και οι μορφές αγωνίας της κοινωνίας, οι εχθροί θάναι πάντα οι ίδιοι: προλεταριάτο και κεφάλαιο. Σ’ αυτόν το δρόμο που οδηγεί από τον καπιταλισμό στον οριστικό κομμουνισμό δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, τίποτε το απρόβλεπτο ή κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Ο μαρξισμός δεν αρκείται μονάχα να εξηγεί την εξέλιξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων διαμέσου των περιόδων ειρηνικής ανάπτυξης ή επαναστάσεων. Καθορίζει, επίσης, όταν εμφανίστηκαν οι τάξεις, ότι σε κάθε τύπο κοινωνικής οργάνωσης αντιστοιχεί μια προσδιορισμένη μορφή συνείδησης και μια αντίστοιχη πολιτική θεωρία. Για παράδειγμα, αναφέρουμε ότι στο φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής αντιστοιχεί η θεωρία της φωτισμένης βασιλείας, ενώ στον καπιταλισμό η δημοκρατική θεωρία. Κι η δημοκρατική θεωρία παραμένει, όπως έλεγε ο Μαρξ, η κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής κοινωνίας. Υποθέτει ότι η κοινωνία είναι σχηματισμένη από μια ένωση ατόμων συνδεδεμένων με ένα «κοινωνικό συμβόλαιο». Τα άτομα είναι όλα φορείς ενός κομματιού της παγκόσμιας λογικής, χάρη στην οποία μπορούν, κατόπιν, να «εκδηλώνουν» τη θέλησή τους. Αυτά τα άτομα, λοιπόν, οδηγούμενα από τη «λογική», που είναι η ίδια για όλα τα «κλίματα» και παροτρυνώμενα από τις προόδους της επιστήμης, που πρέπει να επιτρέπουν στον άνθρωπο να συμπεριφέρεται «σαν κύριος και κάτοχος της φύσης», ενώνονται σε μια κοινωνία στην οποία είναι ελεύθεροι και ίσοι σε δικαιώματα. Η δημοκρατία, ή διαφορετικά ή ελευθερία των ατόμων, θα βρει τη φυσική προέκταση της ευημερίας της χάρη στην ελευθερία του εμπορίου. Αυτή ήταν η επαναστατική θεωρία των αστών επαναστατών της «φωτισμένης» εποχής, όταν πάλευαν ενάντια στο φεουδαρχικό σκοταδισμό: προσωπική ελευθερία, ελευθερία του εμπορίου, παγκόσμια κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το αστικό «πιστεύω»:

–            Είναι δημοκράτης αυτός που θεωρεί ότι η θέληση των ατόμων είναι η βάση του μηχανισμού που δημιουργεί τη γενική θέληση αυτή η ίδια, δημιουργώντας, με τη σειρά της, συντάγματα.

–            Είναι εμπορευματιστής αυτός που θεωρεί την ελευθερία του εμπορίου σαν τη φυσική και απαραίτητη προέκταση της ελευθερίας των ατόμων.

–            Έξω από τη δημοκρατία και τον εμπορευματισμό δεν υπάρχει παρά δεσποτισμός και καταναγκασμός, δηλαδή βιασμός της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ιδεολογία του προλεταριάτου και η ιδεολογία του κεφαλαίου χρησιμοποιούν θεωρητικά εργαλεία εντελώς διαφορετικά. Από τη μια πλευρά, ο πολίτης, η λογική, η θέληση, το σύνταγμα, η κοινωνία. Από την άλλη, οι παραγωγικές δυνάμεις, ο καταμερισμός της εργασίας, οι τάξεις, το κράτος, τα κόμματα. Κι αυτές οι δύο ιδεολογίες δεν έχουν κοινό μέτρο: η μια είναι φανταστική, η άλλη αποκαλύπτει τον πραγματικό μηχανισμό του ιστορικού κινήματος.

Ο Μαρξ ήξερε καλά ότι η σύγχρονη δημοκρατική ιδεολογία είναι ένα καθαρό προϊόν του κεφαλαίου. Και αναφέρει στο κεφάλαιο του βιβλίου Ι, «ο ειδωλολατρικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του»:

«Μια κοινωνία όπου το προϊόν της εργασίας παίρνει γενικά τη μορφή εμπορεύματος κι όπου, συνεπώς, η σχέση, η πιο γενική, μεταξύ των παραγωγών είναι να συγκρίνουν οι μεν με τους δε τις εργασίες τους, λαμβανόμενες υπόψη σαν ίση ανθρώπινη εργασία, μια τέτοια κοινωνία βρίσκει στο χριστιανισμό, με τη λατρεία του αφηρημένου ανθρώπου, κι ιδιαίτερα στους αστικούς τύπους του προτεσταντισμού, θεϊσμού κτλ. το θρησκευτικό συμπλήρωμα το πιο πρόσφορο».

Βλέπουμε ότι ο καπιταλισμός κληρονόμησε από το παρελθόν τη θρησκευτική ιδεολογία κι έραψε μέσα στα θεολογικά βιβλία ένα βολικό ρούχο, σύμφωνα με τις πολιτικές φιλοδοξίες των εμπόρων. Κι ο Μαρξ θα μπορούσε να προσθέσει: «μια τέτοια κοινωνία βρίσκει στη δημοκρατία, με τη λατρεία του πολίτη, το θρησκευτικό συμπλήρωμά της, το πιο συμφέρον». Στις «βάσεις της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», αρκετά πριν από την εμφάνιση του «Κεφαλαίου», είχε γράψει:

«Η οικονομική μορφή –η ανταλλαγή- έχει σαν απόλυτη συνέπεια την ισότητα των υποκειμένων, ενώ το περιεχόμενο και η ύλη των ατόμων και των αντικειμένων που προτρέπουν την ανταλλαγή έχουν σαν συνέπεια την ελευθερία».

Αντίθετα με τους τρόπους παραγωγής που υπήρξαν πριν απ’ αυτόν, ο καπιταλισμός δεν γνωρίζει προσωπικούς δεσμούς εξάρτησης απέναντι στον υπέρτατο άρχοντα, τα άτομα είναι στον καπιταλισμό ίσα και ελεύθερα. Αλλά η επιφανειακή ισότητά τους και η ελευθερία τους δεν είναι παρά η συνέπεια της πραγματικής κι αυστηρής υποταγής τους στον καινούργιο άρχοντα της κοινωνίας, που κινεί τα νήματα από το βάθος του διαδρόμου. Του κεφαλαίου, αυτής της αόρατης δύναμης που επιβάλλει στους εκμεταλλευόμενους μισθωτούς και στους εργοδότες που τους εκμεταλλεύονται μια αναγκαία κίνηση. Αφού κατάχτησε την κοινωνία, το κεφάλαιο την σφίγγει μέσα στις χρυσές αλυσίδες τους και ρυθμίζει την κίνηση ώστε να γεννηθεί η υπεραξία από την παγκόσμια κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αυτή, λοιπόν, είναι η πραγματική βάση της σύγχρονης δημοκρατίας: η κυκλοφορία των εμπορευμάτων που είναι ελεύθερα να ανταλλαγούν συναδελφικά στο ανακάτωμά τους και ίσα απέναντι στην αξία. Αλλά οι έμποροι βλέπουν τον κόσμο ανάποδα. Αποδίδουν στον άνθρωπο, γενικά, αυτό που δεν είναι παρά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα των εμπορευμάτων. Και θεωρούν τα άτομα σαν υποκείμενα της ιστορίας, ενώ δεν είναι παρά οι χλωμές σκιές του πραγματικού κόσμου: του κόσμου της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Ο Μαρξ έλεγε ότι η δημοκρατία είναι η κατάλληλη ιδεολογική υπερδομή της κοινωνίας του γενικευμένου εμπορευματισμού:

«όχι μόνο η ισότητα και η ελευθερία γίνονται σεβαστές στην ανταλλαγή που βασίζεται πάνω σε αξίες, αλλά η ανταλλαγή αξιών είναι η παραγωγική βάση όλων των ελευθεριών και της ισότητας. Σαν καθαρές ιδέες δεν είναι παρά οι ιδεαλιστικές» (της ανταλλαγής Σ.Σ.).

Και ενώ, λοιπόν, η δημοκρατία βλέπει στην κοινωνία το αποτέλεσμα της δραστηριότητας και της θέλησης των «ανθρώπινων προσώπων», ο Μαρξ αντιστρέφει αυτό το ιδεαλιστικό εποικοδόμημα και αποδεικνύει ότι δεν είναι παρά η αντανάκλαση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που διέπονται από αυστηρούς και απρόσωπους νόμους.

Είναι, λοιπόν, μεγάλης σημασίας για το κόμμα του προλεταριάτου, που έχει σαν σκοπό την καταστροφή του εμπορευματισμού, να μην υποκύπτει στα θέλγητρα της δημοκρατικής ιδεολογίας. Τα κόμματα που εξαρτώνται από τη Μόσχα και το Πεκίνο (και τώρα τελευταία από τα Τίρανα) εκθειάζουν τη σοσιαλιστική δημοκρατία σαν ένα συνταγματικό ιδεώδες. Στη Ρωσία το κράτος έπαψε να είναι θεωρητικά εδώ και 55 χρόνια το κράτος της διχτατορίας του προλεταριάτου, για να γίνει το κράτος όλου του λαού. Στην Κίνα, διαμέσου της «νέας δημοκρατίας», έγινε μια τόσο ανεπαίσθητη μετάβαση σε μια «διχτατορία του προλεταριάτου» που συγχέεται με τη «γραμμή του προέδρου Μάο», που πολλοί δεν μπορούν να προσδιορίσουν ακριβώς σε ποια στιγμή έγινε το επαναστατικό πήδημα.

Απεναντίας, όλοι αυτοί που αναφέρονται στα πρώτα συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, γνήσια μαρξιστικής από πλευράς αρχών, γνωρίζουν ότι στη γενική, γνήσια, προοδευτική, σοσιαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη δημοκρατία, ο Λένιν αντιπαραθέτει τη διχτατορία του προλεταριάτου. Η δημοκρατία δεν είναι παρά η διχτατορία του κεφαλαίου. Αυτό που πιστεύουν οι κομμουνιστές για τη δημοκρατία σαν μορφή κυβέρνησης είναι τέλεια ξεκαθαρισμένο στις γεωγραφικές περιοχές όπου η αστική δημοκρατική επανάσταση έχει γίνει εδώ και δεκαετίες. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο Ένγκελς έγραψε σ’ ένα άρθρο του, στις 4 Νοέμβρη 1843:

«Η δημοκρατία είναι μια αντίφαση στους όρους, ένα ψέμα και, στο βάθος, μια πολιτική υποκρισία… Η πολιτική ελευθερία είναι ένα είδωλο και η χειρότερη δυνατή σκλαβιά. Το ίδιο ισχύει επίσης για την πολιτική ισότητα .Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε χίλια κομμάτια τη δημοκρατία, όπως και κάθε άλλη μορφή κυβέρνησης. Αυτή η υποκριτική μορφή δεν πρέπει να επιζήσει».

Στην Κομμουνιστική Διεθνή του 1919 οι μπολσεβίκοι ξαναπήραν την κλασσική κριτική της δημοκρατίας, εξηγώντας ότι η πολιτική ισότητα δεν είχε κανένα νόημα όταν υπάρχουν μισθωτοί, όταν η κυρίαρχη τάξη διαθέτει τις εφημερίδες, τα δικαστήρια, τα σχολεία και τις φυλακές για να σχηματίζει τους εγκεφάλους στη δουλοπρέπεια και την υποταγή κι ότι αν θέλαμε να περιμένουμε μια ειρηνική εξέλιξη των νοοτροπιών, η ώρα της επανάστασης δεν θα σήμαινε ποτέ.

Δυστυχώς, η 3η Διεθνής δεν προώθησε την κριτική της δημοκρατίας σε σημείο ώστε να αναγνωριστεί ότι η «δημοκρατική αρχή» δεν σημαίνει τίποτε για τους κομμουνιστές. Χρησιμοποίησε διατυπώσεις όπως εργατική δημοκρατία, δημοκρατία μέσα στο κόμμα, δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Κρίνοντας τη δημοκρατική αρχή ξένη με τον κομμουνισμό απορρίπτουμε αυτές τις διατυπώσεις, παρ’ όλο που η ουσία δόθηκε σωστά από τον Λένιν. Αυτό που επιτρέπει τη βαθιά γνώση της ιστορικής εξέλιξης δεν είναι λίγο ή πολύ η «ελευθερία έκφρασης» των προλετάριων μέσα στα συνδικάτα ή στο κόμμα.

Μια τέτοια αντίληψη είναι ατομικιστική και υποκειμενιστική και οδηγεί στην καταστροφική αντίθεση μεταξύ «γραφειοκρατίας» και «δημοκρατίας».

Με το να υπάρξει περισσότερη δημοκρατία, δηλαδή συμμετοχή των εργατών στα συνδικάτα, δεν σημαίνει αναγκαία ότι οι εργάτες θα παίρνουν ταξικές θέσεις.

Όταν οι «γραφειοκράτες» δηλ. οι πράκτορες της μπουρζουαζίας κυριαρχούν στο εργατικό κίνημα, σημαίνει ότι αυτή η κυριαρχία είναι η συνέπεια ενός συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, δηλ. ότι ο καπιταλισμός θριαμβεύει υλικά, έξω από κάθε γεγονός συνείδησης: τα εμπορεύματα πουλιούνται, οι προλετάριοι γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και τα κέρδη αυξάνονται. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι κομμουνιστές παίρνουν υπόψη τους το στιγμιαίο συσχετισμό δυνάμεων, συνεχίζοντας, όμως, να προωθούν τη διεκδικητική τους και πολιτική τους γραμμή από την πιο μικρή διεκδίκηση μέχρι τον τελικό σκοπό. Γνωρίζουν ότι η «εργατική δημοκρατία», με τη μόνη έννοια που είναι επιθυμητή, δηλαδή σαν «επαναστατική δραστηριότητα των μαζών», θα είναι αποτέλεσμα όχι βέβαια ενός έξυπνου σλόγκαν, αλλά μιας αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων, μιας εμβάθυνσης της κρίσης του καπιταλισμού. Και ότι το να φωνάζει κανείς νάρθει η κρίση δεν σημαίνει αναγκαία ότι θάρθει όποτε το θελήσουμε, με δυο λόγια είναι ζήτημα ιστορικής φάσης.

Αντίθετα, η διεκδίκηση της «εργατικής δημοκρατίας», όπως την έχουν καταντήσει οι οπορτουνιστές, μπορεί να οδηγήσει τους προλετάριους να σκεφθούν ότι αποτελούν μια «δημοκρατία» περιθωριακή, μακριά από τους αστούς, κι ότι δεν υπάρχουν μεταξύ τους παρά «διαφορές» γνώμης που θα λυνόντουσαν με τη συζήτηση.

Αυτή η γνώμη θάταν πραγματικά καταστροφική.

Θα πέρναγε για δευτερεύουσες τις αντιθέσεις μεταξύ της πολιτικής κομμουνιστικής γραμμής και των άλλων και θα έπνιγε μέσα σ’ ένα αηδιαστικό οικουμενισμό τις επαναστατικές θέσεις. Θα προετοίμαζε το αγκάλιασμα μεταξύ δήμιου και θύματος, δηλαδή το πνίξιμο των επαναστατών από τους ρεφορμιστές.

Στις προλεταριακές συνελεύσεις, ακόμα κι όταν οι ατμόσφαιρα τείνει προς την «ενότητα» ή, μάλλον, όταν επικρατεί η «ενότητα», οι κομμουνιστές πρέπει να παίρνουν μια αγωνιστική θέση απέναντι στους ρεφορμιστές, καταγγέλλοντάς τους αλύπητα. Πρέπει να δείχνουν εκεί όπου οι εργάτες βλέπουν ακόμα δημοκρατία, το συσχετισμό των δυνάμεων, όπου μέσα από την ταξική πάλη ο δυνατότερος επιβάλλει τη θέλησή του. Πρέπει να προετοιμαστούν και να διεκδικήσουν στο όνομα των προλεταριακών και κομμουνιστικών διεκδικήσεων, την εξόντωση των πρακτόρων της μπουρζουαζίας μέσα στο εργατικό κίνημα.

Αυτοί που επιζητούν την «εργατική δημοκρατία» από τους προδότες πούχουν στην πλάτη τους πενήντα χρόνια αντεπανάστασης, αυτοί που λένε ότι είναι επαναστάτες και επιζητούν να συνεργάζονται τίμια μέσα στο πλαίσιο της «εργατικής δημοκρατίας» με τους ρεφορμιστές, σήμερα πανίσχυρους, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να σκορπούν αυταπάτες και να αποπροσανατολίζουν το εργατικό κίνημα.

Αυτοί που θεωρητικοποιούν  το «σεβασμό της δημοκρατίας» ανάμεσα στους εργάτες, όπως οι αστοί τον θεωρητικοποιούν για ολόκληρη την κοινωνία, αυτοί υποκύπτουν μπροστά σ’ όλες τις εργατικές πλειοψηφίες, στο όνομα του σεβασμού της «έκφρασης των  ατόμων». Αυτοί είναι γελοία ανδρείκελα των αστών: θάναι δηλ. σωβινιστές όταν οι εργάτες είναι σωβινιστές, αντιδραστικοί όταν είναι αντιδραστικοί κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα, ποτέ οι κομμουνιστές δεν υποκύπτουν μπροστά στη δημοκρατία. Δεν γνωρίζουν παρά συσχετισμούς δυνάμεων και οδηγούν τη δράση τους σύμφωνα με τις αρχές τους.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η οργάνωσή μας υποκατέστησε τον όρο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός» (αποδεκτός όπως διατυπώθηκε απ’ τον Λένιν και την Κ.Δ., αισχρά παραποιημένος από τη σταλινική γραφειοκρατία) με τον «οργανικό συγκεντρωτισμό», που έχει το πλεονέκτημα να μην αναφέρεται σε μια αστική αρχή.

Η μεγαλύτερη δυνατή εγγύηση της καλής λειτουργίας του κόμματος δεν εξαρτάται από το «τυχαίο» γεγονός της εκλογής ανωτέρων οργάνων από κατώτερα όργανα ή στη σφυγμομέτρηση της βάσης σαν κανονική και συνηθισμένη πραχτική, αλλά στο μοναδικό κι ομοιογενή σύνδεσμο, που συνδέει διαλεκτικά το κέντρο και τη «βάση» στο γνωστό απ’ όλους πρόγραμμα και στις «κλειστές ταχτικές», που συμπεραίνονται και που είναι αναγκαστικές για τον καθένα, πέρα από όρια χώρου και χρόνου. Η «πειθαρχία» και η αυθόρμητη «εμπιστοσύνη» της περιφερειακής οργάνωσης στο κέντρο του κόμματος προέρχονται από το γεγονός ότι το κέντρο δεν αποτελεί το θεματοφύλακα μιας ανώτερης «σοφίας», ούτε έχει την ικανότητα να «ανακαλύπτει» πρωτότυπες λύσεις σε «καινούργια» προβλήματα, αλλά το τεχνικό απαραίτητο όργανο για την ενιαία κι αμετάβλητη εφαρμογή σταθερών και γνωστών κανόνων από τη βάση.

Το κόμμα βασίζεται στη θεωρία του και στις αρχές του, που είναι αποδεκτές απ’ όλα τα μέλη του κόμματος. Από τις αρχές του πηγάζει μια βεντάλια τακτικών που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Δεν υπάρχει, λοιπόν, θέση μέσα στο κόμμα για μια «ελεύθερη εκλογή», για ένα τέτοιο «ελεύθερο διάλογο», ούτε για «προσφυγές στη βάση». Όταν το κόμμα είναι ισχυρό δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία μέσα στις τάξεις του πάνω στο αν πρέπει να εφαρμοστεί μια άλφα ταχτική ή βήτα. Το κάλεσμα της «προσφυγής στη βάση» είναι μια ομολογία ήττας για το κόμμα. Επικυρώνει το γεγονός ότι ένα θέμα δεν μπόρεσε να λυθεί θεωρητικά, αφού υπάρχει διαφωνία για την εφαρμογή του στην πράξη. Και αποδεικνύει ότι υπάρχουν στρατευμένα μέλη που δεν έχουν ξεφορτωθεί την ιδέα ότι η σωστή πολιτική τοποθέτηση δεν λύνεται με ψηφοφορίες, αλλά είναι απ΄ την αρχή αποδεκτή σε όλους. Επιπλέον, η εργατική δημοκρατία, η δημοκρατία στο κόμμα, προσπαθεί να φέρει σε πρώτο πλάνο το οργανωτικό ζήτημα και να ρίξει το πολιτικό πρόβλημα σε δεύτερο πλάνο. Έτσι, οι διαφορές μέσα στο κόμμα, αν προεκταθούν λίγο, μετασχηματίζονται σε πάλη μεταξύ κομμουνιστικών ιδεών και αστικών ιδεών. Σ’ αυτή την περίπτωση, η «δημοκρατία στο κόμμα» μπορεί να προτρέπει σε αξιοθρήνητες αντιδράσεις και να καθυστερεί το αναγκαίο σχίσμα μεταξύ κομμουνιστών και αποστατών. Κι είναι τότε ακόμα ένα όπλο της μπουρζουαζίας.

Ο μαρξισμός θεωρεί ότι η δημοκρατική σκέψη είναι ο τρόπος που εκφράζεται η εμπορευματική κοινωνία. Η επαναστατική κριτική που κάνει στην οικονομική βάση της εμπορευματικής κοινωνίας είναι αλληλένδετη με την κριτική που κάνει στους πολιτικούς θεσμούς της.

Το ΚΚ κατάλαβε ότι οι «αιώνιες αρχές», οι «καθαρές ιδέες» της ελευθερίας και της ισότητας είναι συνδεδεμένες, σε τελευταία ανάλυση, με την καπιταλιστική παραγωγή. Γι’ αυτό προωθεί ένα συνεχή αγώνα ενάντια στη δημοκρατική ύδρα, γιατί η δημοκρατία είναι το φυσικό άρωμα του καπιταλιστικού πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο που έξω από το κομμουνιστικό κόμμα όλοι την αναπνέουν ασυνείδητα. Οι ιμπεριαλιστές αστοί, δολοφόνοι των λαών αλλά και δημοκράτες, οι σοσιαλιμπεριαστές, που κατηγορούν την κυβέρνηση των μονοπωλίων ότι καταπατεί τη γνήσια δημοκρατία, οι μαοϊκοί κι οι τροτσκιστές, που κατηγορούν τους «γραφειοκράτες» ότι δεν σέβονται την «εργατική δημοκρατία» ή ότι παραβιάζουν το «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό». Όλοι σέβονται τη δημοκρατία. Όλοι είναι οι μοναδικοί δημοκράτες.

Το μαρξιστικό κόμμα, απόλυτα γαντζωμένο στο πρόγραμμά του και οδηγούμενο από τη γνώση της πραγματικότητας που του δίνει ο αγώνας του, δεν έχει ανάγκη από καμία προσφυγή στη βάση για να αποφασίσει οποιαδήποτε στιγμή την τακτική του.

Ο μαρξισμός, από την κριτική της δημοκρατίας ως την κριτική του εμπορευματισμού, είναι ένα σύνολο συμπαγές και συνεπές. Στα ξεγελαστικά αστικά συνθήματα της ελευθερίας των γνωμών, των ατόμων, του εμπορίου, αντιθέτει τη σίγουρη θεωρία του, συνδεδεμένη με τον τελικό σκοπό, γερή σαν  το ατσάλι, χωρίς ούτε ένα άχυρο δημοκρατίας: διχτατορία του προλεταριάτου, διχτατορία του κόμματος, διχτατορίας των αρχών.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ Νο. 2, Μάρτης 1979

Έκδοση: «Κομμουνιστικό Πρόγραμμα»

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: