ΤΙ ΜΑΣ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ

distinguish

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Νο. 2, Μάρτης 1979

  • η διεκδίκηση της γραμμής που πάει από τον Μαρξ στον Λένιν, στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας (Λιβόρνο 1921)

  • ο αγώνας της Κομμουνιστικής Αριστεράς ενάντια στον εκφυλισμό της Διεθνούς, ενάντια στη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» και τη σταλινική αντεπανάσταση.

  • η άρνηση των Λαϊκών Μετώπων και των μπλοκ της Αντίστασης

  • το δύσκολο έργο αποκατάστασης της επαναστατικής θεωρίας και οργάνωσης σε σύνδεση με την εργατική τάξη, ενάντια στην προσωπική και κοινοβουλευτική πολιτική

ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΧΤΑΤΟΡΙΑ

Οι παραπάνω συνθετικές διακηρύξεις δίνουν έναν προσανατολισμό και δεν έχουν την αξίωση να δώσουν μια ολοκληρωτική εικόνα. Πάρ’ όλα αυτά, μια χαρακτηριστική γραμμή του κινήματός μας γίνεται αμέσως ολοφάνερη στα μάτια του αναγνώστη. Αντίθετα μ’ αυτούς που θέλουν να κάνουν το μαρξισμό «επίκαιρο», υπάρχει μια συνεχής και αμετάβλητη γραμμή που ορίζει το κομμουνιστικό κόμμα, ακριβώς επειδή ξεπερνάει τα σκαμπανεβάσματα, τις υποχωρήσεις και τις επιτυχίες, τις σπάνιες αλλά ένδοξες νίκες και τις πολυάριθμες και καταστροφικές ήττες της εργατικής τάξης στο δύσκολο δρόμο του αγώνα χειραφέτησής της. Μονάχα χάρη στην αδιάκοπη συνέχεια αυτής της γραμμής το προλεταριάτο υπάρχει ως τάξη. Η γραμμή αυτή δεν αντικατοπτρίζει τη συγκυριακή και συχνά αντιφατική κατάσταση του προλεταριάτου σε κάθε στάδιο της πορείας του, στο χώρο και στο χρόνο, αλλά την κατεύθυνση που οφείλει υποχρεωτικά να πάρει, ξεκινώντας από την κατάστασή του ως εκμεταλλευόμενη κι υποχείρια τάξη, για να φτάσει σ’ εκείνη της κυρίαρχης τάξης και μετά, σ’ όλες τις χώρες, στην κατάργηση όλων των τάξεων, στον κομμουνισμό. Η μαρξιστική θεωρία προσδιορίζει τις αναγκαίες φάσεις και τα απαραίτητα μέσα, όπως και τον τελικό σκοπό αυτού του δρόμου, που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δημιουργεί από μόνος του τις υλικές προϋποθέσεις και που πρέπει να διανυθεί αγωνιστικά. Γι’ αυτό, παραφράζοντας ένα περίφημο κείμενο του Μαρξ, ο Λένιν λέει ότι δεν είναι μαρξιστής εκείνος που δεν ωθεί την αναγνώριση της πάλης των τάξεων μέχρι την αναγνώριση της διχτατορίας του προλεταριάτου ως αναγκαίο προϊόν αυτής της πάλης και ως αναγκαστικό σημείο μετάβασης «για την κατάργηση όλων των τάξεων και των κοινωνία χωρίς τάξεις».

Το να περιοριζόμαστε στην αναγνώριση της πάλης των τάξεων και στον ανταγωνισμό των συμφερόντων ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι καταγράφουμε απλά ένα γεγονός, δηλαδή την κατάσταση που βρίσκεται το προλεταριάτο μέσα στην αστική κοινωνία. Αλλά έτσι αποκλείουμε εκείνο που η ύπαρξη του προλεταριάτου και η θέση που κατέχει στην καπιταλιστική κοινωνία, το υποχρεώνει να γίνει, δηλ. 1) το όπλο της βίαιης καταστροφής της αστικής κρατικής εξουσίας που προστατεύει και υπερασπίζεται τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, 2) το όπλο εγκαθίδρυσης της δικιάς του διχτατορίας, «πολιτικής φάσης μετάβασης», σύμφωνα με τον Μαρξ, μέσα στη διαδικασία του «επαναστατικού μετασχηματισμού» της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κομμουνιστική κοινωνία». Η αποδοχή, λοιπόν, της κατάστασης υποταγής του προλεταριάτου μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, ακόμη κι όταν παλεύει για την υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων του ενάντια στο ζυγό του κεφαλαίου, σημαίνει την άρνηση να του αναγνωριστεί το ιστορικό καθήκον του απελευθερωτή της ανθρωπότητας όπως και του εαυτού του, ένα καθήκον που κάνει το προλεταριάτο μια τάξη, αυτή που θα γεννήσει μια καινούργια κοινωνία.

Αυτή η γραμμή που ενώνει το παρελθόν και το παρόν της εργατικής τάξης με το μέλλον της δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεωρία, το πρόγραμμα και οι αρχές του επαναστατικού κομμουνισμού. Και διατηρείται αμετάβλητη ανεξάρτητα από τις αντιξοότητες της πάλης των τάξεων, εφόσον ενσαρκώνεται μέσα σ’ ένα κόμμα που την έκανε δικιά του χωρίς αμφισβήτηση μέσα σε μια οργάνωση που την υπερασπίζεται, που πολεμά γι’ αυτήν και που τη μεταφράζει σε πράξη. Γι’ αυτό ο Μαρξ γράφει στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ότι «οι κομμουνιστές πολεμούν για τα συμφέροντα και τους άμεσους σκοπούς της εργατικής τάξης», αλλά στο σημερινό κίνημα υπερασπίζονται κι αντιπροσωπεύουν, την ίδια στιγμή, το μέλλον το κινήματος».

Κι όπως το προλεταριάτο «δεν έχει πατρίδα» και ακολουθεί ως τάξη σκοπούς που ξεπερνούν όλα τα όρια κατηγοριών, τόπων, επιχειρήσεων, εργαστηρίων κλπ. αυτό που διακρίνει τους κομμουνιστές, προσθέτει ο Μαρξ, είναι ότι «από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων  βάζουν μπροστά και διακηρύσσουν τα συμφέροντα ανεξάρτητα από την εθνικότητα και κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο, από την άλλη μεριά, στις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης που περνάει ο αγώνας ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην μπουρζουαζία αντιπροσωπεύουν πάντοτε τα συμφέροντα του κινήματος στην ολότητά του». Αυτό είναι το σύνολο των θέσεων που διακρίνει τους κομμουνιστές, αυτό που απαγορεύει να θεωρούνται οι κομμουνιστές αυτοί που απαρνιούνται το διεθνή χαρακτήρα του σκοπού στον οποίο τείνει το προλεταριακό κίνημα και του αγώνα για να φτάσουμε σ’ αυτό το σκοπό, αυτοί που αρνιούνται ότι αυτός ο σκοπός κι αυτός ο αγώνας συμπίπτουν με τα συμφέροντα του κινήματος στην ολότητά του και του μέλλοντός του, αυτοί που απαρνιούνται την αναγκαιότητα της βίαιης επανάστασης και της διχτατορίας του προλεταριάτου ως υποχρεωτικό δρόμο περάσματος στο σοσιαλισμό, αυτοί που απαρνιούνται τον απαραίτητο χαρακτήρα του κόμματος ως όργανο αυτής της γιγάντιας πάλης, που είναι οπλισμένο με τη μοναδική επιστήμη πού ‘ναι ο μαρξισμός. Ένας μόνο κρίκος αυτής της αλυσίδας, για να πέσει το προλεταριάτο σε μια καρτερική αποδοχή της κατάστασής του ως αιώνια τάξη θύμα της εκμετάλλευσης.

Αυτή είναι η θεωρία που, γεννημένη ως ένα μονολιθικό μπλοκ εδώ κα ενάμιση αιώνα και κωδικοποιημένη από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, σε κείμενα όπου δεν υπάρχει τίποτε να προστεθεί ή να «επικαιροποιηθεί», αποκαταστάθηκε στην ολότητά της από τον Λένιν ενάντια στη σοσιαλδημοκρατική προδοσία, ενάντια σε κάθε συνθηκολόγηση του προλεταριακού κινήματος στο «παρόν» και από κάθε παραίτηση στο «μέλλον», ενάντια σε κάθε υποταγή των σκοπών του και των γενικών συμφερόντων του σε σκοπούς δήθεν εθνικούς και συμφέροντα δήθεν άμεσα, ενάντια σε κάθε εγκατάλειψη των αρχών  της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας και άσκησής της με το μέσο της διχτατορίας, για χάρη δρόμων δήθεν πιο σίγουρων και λιγότερο δύσκολων όπως του δημοκρατικού, του κοινοβουλευτικού και του δρόμου της σταδιακής κατάκτησης της εξουσίας μέσα σε νόμιμα πλαίσια.

Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ, ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Οι κομμουνιστές αγωνίστηκαν όχι μόνο για να διατηρήσουν ανέπαφη τη γραμμή αυτή ενάντια στις υλικές, πολιτικές και ιδεολογικές πιέσεις της αστικής κοινωνίας, αλλά και για να χαράξουν με τη μεγαλύτερη σαφήνεια τους ουσιώδεις χαρακτήρες της, διαμέσου των τρομερών αλλά και σωτήριων επιβεβαιώσεων της ιστορίας, για να οργανώσουν γύρω απ’ αυτή την κόκκινη γραμμή (επανασυνδέοντάς τη, όποτε κοβόταν), τις μαχητικές πρωτοπορίες της εργατικής τάξης και για να οδηγήσουν την επίθεση ενάντια στα φρούρια των καπιταλιστικών κρατών. Αυτός ο αγώνας έγινε ταυτόχρονα στο επίπεδο της θεωρίας, του προγράμματος, της πολιτικής, της τακτικής και της οργάνωσης, διότι οι κομμουνιστές δεν ήταν απόστολοι ενός καινούργιου «πιστεύω» ή ασκητές που περιμένουν τον Μεσσία, αλλά οι μαχητές ενός γιγάντιου πολέμου.

Αυτός ο αγώνας του Μαρξ και του Ένγκελς στα πλαίσια της 1ης Διεθνούς για να καταστρέψουν τον «προυντονισμό» που αρνιόταν τη διεκδικητική πάλη, τις απεργίες και την οικονομική οργάνωση του προλεταριάτου, το «μπακουνινισμό» που αρνιόταν το κόμμα και τη διχτατορία του ασκεί συγκεντρωτικά στο όνομα της εργατικής τάξης και για το συμφέρον της, την «κοινοβουλευτική ηλιθιότητα» που είχε διεισδύσει στις τάξεις του προλεταριάτου από το τριγύρω κοινωνικό περιβάλλον. Αυτός ήταν ο αγώνας του Λένιν στη Ρωσία ενάντια στο λαϊκισμό, στον οικονομισμό, στη δράση μέσα σε νόμιμα πλαίσια, στο μενσεβικισμό. Αυτός ήταν ο αγώνας του Λένιν σε διεθνή κλίμακα, πρώτα ενάντια στο σοσιαλδημοκρατικό ρεβιζιονισμό του Μπερστάιν και, κατόπιν, ενάντια στη συνθηκολόγηση μπροστά στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αγώνας που έγινε όχι μόνο για την άρνηση των πολεμικών πιστώσεων και της κοινωνικής ανακωχής στη διάρκεια της σύρραξης, αλλά ακόμα και για την επαναστατική ηττοπάθεια και το μετασχηματισμό του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο. Αυτός ήταν ο αγώνας που έγινε για να νικηθούν όλες οι αμφιβολίες, οι αδράνειες που πηγάζουν από την πολιτική της αναμονής και την προσήλωση στη νομιμότητα, οι καθυστερήσεις που οφείλονται στο σεβασμό των «κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού» και για να κατακτηθεί με δικτατορικό τρόπο η εξουσία μέσα από το λαμπρό φως του Οχτώβρη του 1917, βάζοντας έτσι την ίδια στιγμή τις βάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που επιτέλους ανοικοδομήθηκε.

«Η Κ.Δ έχει ως σκοπό να πολεμήσει μ’ όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένου και του ένοπλου αγώνα, για την ανατροπή της διεθνούς μπουρζουαζίας και για τη δημιουργία της διεθνούς δημοκρατίας των σοβιέτ, πρώτο στάδιο του δρόμου για την ολοκληρωτική κατάργηση του κράτους», διακήρυξαν πανηγυρικά οι κομμουνιστές όλων των χωρών συγκεντρωμένοι στη Μόσχα, τον Ιούλη του 1920, ξαναπαίρνοντας και ξανεπιβεβαιώνοντας τη γραμμή που πάει από τον Μαρξ στον Λένιν. «Η Κ.Δ. θεωρεί τη διχτατορία του προλεταριάτου ως το μόνο διαθέσιμο μέσο για να αποσπάσει την ανθρωπότητα από τη φρίκη του καπιταλισμού (…). Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος συνέδεσε στενά τις τύχες των εργαζομένων μιας χώρας μ’ αυτές του προλεταριάτου όλων των άλλων χωρών. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιβεβαίωσε ακόμα μια φορά αυτά που λέγανε τα καταστατικά της 1ης Διεθνούς: η χειραφέτηση των εργαζομένων δεν είναι ένα καθήκον τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά ένα καθήκον διεθνές (…). Η Κ.Δ. δεν αγνοεί ότι για να επιταχυνθεί η νίκη, η ένωση των εργαζομένων που πολεμά για την κατάργηση του καπιταλισμού πρέπει να ‘χει μια οργάνωση απόλυτα συγκεντρωτική. Αυτή η οργάνωση πρέπει να αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, ένα ενιαίο παγκόσμιο κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου τα κόμματα που δρουν στις διάφορες χώρες δεν είναι παρά τμήματά του. Ο οργανωμένος μηχανισμός της Κ.Δ. πρέπει να εξασφαλίζει στους εργαζόμενους κάθε χώρας τη δυνατότητα να δέχονται, σε κάθε στιγμή, από μέρους των οργανωμένων εργαζομένων άλλων χωρών, όλη τη δυνατή βοήθεια».

Αυτή είναι η γραμμή που πάει από τον Μαρξ στον Λένιν και στην ίδρυση της Κ.Δ.: αρνιέται κάθε δικαίωμα να είναι μέλη αυτοί που απορρίπτουν τη διχτατορία του προλεταριάτου ως μοναδικό δρόμο για το σοσιαλισμό, τους οπαδούς των εθνικών δρόμων για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ 1921 ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

Πάνω σ’ αυτή τη γραμμή σχηματίστηκε το Γενάρη του 1921 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, που το πρόγραμμά του συνενώνει τη θεωρητική, προγραμματική και ταχτική κληρονομιά του κομμουνισμού.

  1. Μια αντίφαση που αναπτύσσεται συνέχεια ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής όλο και αυξάνεται στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, με συνέπεια τον ανταγωνισμό των συμφερόντων και την ταξική πάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην κυρίαρχη μπουρζουαζία.

  2. Οι σημερινές σχέσεις παραγωγής προστατεύονται και υπερασπίζονται από την εξουσία του αστικού κράτους, που βασισμένο

  3. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να σπάσει, ούτε να αλλάξει το σύστημα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στο οποίο οφείλεται η εκμετάλλευσή του, χωρίς να γκρεμίσει την αστική εξουσία με τη βία.

  4. Το απαραίτητο όργανο της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου είναι το ταξικό πολιτικό κόμμα, το ΚΚ. Συγκεντρώνοντας στις τάξεις του το πιο προχωρημένο και συνειδητοποιημένο μέρος του προλεταριάτου, ενοποιεί τις προσπάθειες των εργαζόμενων μαζών, οδηγώντας τες από τον αγώνα για συμφέροντα ομάδων και για συγκυριακά αποτελέσματα, στην πάλη για την επαναστατική χειραφέτηση του προλεταριάτου. Το κόμμα έχει ως ρόλο να διαδίδει στις μάζες την επαναστατική συνείδηση να οργανώνει τα υλικά μέσα δράσης και να διευθύνει το προλεταριάτο μέσα στην εξέλιξη του αγώνα.

  5. Ο παγκόσμιος πόλεμος προκλήθηκε από τις αθεράπευτες εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος που γέννησαν το σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Άνοιξε μια κρίση μέσα στην οποία η καπιταλιστική κοινωνία προχωρά αποσυντεθημένη και όπου η πάλη των τάξεων δεν μπορεί να καταλήξει παρά σε μια ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες και την εξουσία των διαφόρων αστικών κρατών.

  6. Μετά την ανατροπή της αστικής εξουσίας, το προλεταριάτο δεν μπορεί να οργανωθεί σε κυρίαρχη τάξη παρά καταστρέφοντας τον παλιό μηχανισμό του κράτους και εγκαθιδρύοντας τη δικιά του διχτατορία, δηλαδή σχηματίζοντας αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς του κράτους βασισμένους πάνω στη μοναδική παραγωγική τάξη και αποκλείοντας την μπουρζουαζία από κάθε πολιτικό δικαίωμα.

  7. Η μορφή της πολιτικής αντιπροσώπευσης μέσα στο προλεταριακό κράτος είναι το σύστημα των επιτροπών των εργαζομένων (εργάτες και αγρότες) που ήδη εφαρμόζεται στ Ρωσική Επανάσταση, αρχή της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης και πρώτη σταθερή πραγματοποίηση της διχτατορίας του προλεταριάτου.

  8. Η αναγκαία υπεράσπιση του προλεταριακού κράτους ενάντια σ’ όλες τις αντεπαναστατικές προσπάθειες δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά αφαιρώντας από την μπουρζουαζία και τα εχθρικά κόμματα προς τη διχτατορία του προλεταριάτου κάθε μέσο ζύμωσης και πολιτικής προπαγάνδας και δίνοντας στο προλεταριάτο μια ένοπλη οργάνωση για να αποκρούσει κάθε εσωτερική ή εξωτερική επίθεση.

  9. Μόνο το προλεταριακό κράτος θα μπορεί να επεμβαίνει συστηματικά μέσα στις σχέσεις της κοινωνικής οικονομίας πραγματοποιώντας όλα τα αλλεπάλληλα μέτρα που θα εξασφαλίσουν την αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος από  τη συλλογική διαχείριση της παραγωγής και της διανομής.

10. Αυτός ο μετασχηματισμός της οικονομίας και, κατά συνέπεια, όλων των δραστηριοτήτων της κοινωνικής ζωής θα έχει ως αποτέλεσμα, εφόσον θα ‘χει εξαλειφθεί ο χωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις, να εξαλειφθεί επίσης σιγά-σιγά η αναγκαιότητα του πολιτικού κράτους, του οποίου ο μηχανισμός θα καταλήξει προοδευτικά σε ‘κείνο της ορθολογικής διοίκησης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΚΦΥΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΑΛΙΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προπύργιο και προκεχωρημένο φυλάκιο της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, η μπολσεβίκικη εξουσία στη Ρωσία, βασιζόταν, ωστόσο, σε μια οικονομική βάση τρομερά καθυστερημένη και, σε συντριπτική αναλογία, προκαπιταλιστική. Η κομμουνιστική ταχτική βασιζόταν, λοιπόν, στην προσπάθεια σφυρηλάτησης στις διάφορες χώρες του απαραίτητου οργάνου της προλεταριακής επανάστασης του ταξικού κόμματος και στη συγκέντρωση γύρω απ’ αυτό της αποφασιστικής πρωτοπορίας ενός προλεταριάτου που, σ΄ όλο τον κόσμο αλλά ιδίως στη Δυτική Ευρώπη και γενικά στις χώρες του προχωρημένου καπιταλισμού, βγήκε από το παγκόσμιο μακελειό και το μεταπολεμικό χάος , διαπνεόμενο από μια ατσάλινη θέληση για αγώνα και ένα πνεύμα ακράτητης αυτοθυσίας. Ήξερε ότι μόνο η νίκη της επανάστασης στις αναπτυγμένες χώρες και ιδίως κατά πρώτο λόγο στη Γερμανία θα επέτρεπε στη μπολσεβίκικη Ρωσία να προχωρήσει οικονομικά προς το σοσιαλισμό, διατηρώντας γερά και χωρίς μοιρασιά την πολιτική εξουσία και υπερπηδήσει τα στάδια του επίπονου περάσματος από μια προαστική οικονομία, ιδίως στην ύπαιθρο, ως το ανώτατο όριο του κρατικού καπιταλισμού.

Αυτά τα κόμματα, οπλισμένα με τη μαρξιστική θεωρία αποκατεστημένη από το κόμμα του Λένιν, γερά δεμένα στη Διεθνή πειθαρχία και στον αυστηρό συγκεντρωτισμό, έπρεπε να χαράξουν τη στρατηγική τους και ν’ αναζητήσουν την αιτία της ύπαρξής τους, ξεκινώντας από το γεγονός ότι τα ρεφορμιστικά κόμματα, αυτά που ο Λένιν αποκαλούσε «κόμματα εργατοαστικά» όπως η σοσιαλδημοκρατία, σ’ όλες τις παραλλαγές της, με τους σκοπούς που είχανε βάλει ξεκόβοντας με τις βασικές αρχές του μαρξισμού και άρα με την αφοσίωσή τους περισσότερο ή λιγότερο άμεση στα αστικά κράτη, ήταν πια υποχρεωμένα να παίζουν ένα ρόλο οριστικά αντεπαναστατικό.

Το δράμα του παγκόσμιου προλεταριάτου στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο είναι ότι στη γιγαντιαία προσπάθεια των μπολσεβίκων να ελέγξουν και να κυριαρχήσουν στις αστικές και μικροαστικές δυνάμεις που ξεπήδαγαν από το ρωσικό κοινωνικό και οικονομικό υπέδαφος και για να εξαπλώσουν σ’ όλο τον κόσμο την επαναστατική φλόγα, δεν υπήρξε αντίστοιχα μια διαδικασία οργανικού και αυστηρού σχηματισμού κομμουνιστικών κομμάτων στον αποφασιστικό χώρο της αναπτυγμένης καπιταλιστικής Ευρώπης. Οι δημοκρατικές, κοινοβουλευτικές, νομιμόφρονες παραδόσεις βάραιναν πολύ πάνω στο δυτικό εργατικό κίνημα και η διεύθυνση της Διεθνούς –πάνω στην οποία εξάλλου η τάση μας ήτανε η τελευταία να ρίξει τις ευθύνες μιας ιστορικής διαδικασίας που είχε την καταγωγή στο σάπιο αστικό κόσμο της Δύσης- δεν είχε πάντοτε σαφή συνείδηση του γεγονότος ότι η αυστηρότητα με την οποία ο Λένιν και το κόμμα του είχαν παλέψει επί είκοσι χρόνια ενάντια στον οπορτουνισμό και η αποφασιστικότητα με την οποία είχαν κατακτήσει την εξουσία αποκλείοντας όχι μόνο τα ανοιχτά αστικά κόμματα, αλλά επίσης τα εργατικά κόμματα συμβιβαστικού τύπου, ότι αυτή η αυστηρότητα έπρεπε να εφαρμοστεί με ακόμα πιο μεγάλη συνέπεια, εκεί όπου η αστική επανάσταση ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Κι ενώ ήταν επείγον να γίνουν ενέργειες για μια αυστηρή επιλογή μέσα στα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα απεναντίας έγιναν προσχωρήσεις με τη σκέψη (ιδέα βέβαια γενναιόδωρη αλλά που αποδείχτηκε λαθεμένη), ότι τα συντρίμμια του παρελθόντος θα μπορούσαν ν’ απορροφηθούν από την πυρκαγιά που άναψε στο Σαιν Πέτερσπουργκ και στη Μόσχα. Η εργατική τάξη έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τρόπο το ίδιο αποτελεσματικό, ενάντια στην αστική αντεπανάσταση που φορούσε τώρα στολή φασιστική και όσο ήταν δυνατόν να περάσει στην αντεπίθεση. Γι’ αυτό έπρεπε να προετοιμαστεί επειγόντως μια ταχτική καλά καθορισμένη που, συγκεντρώνοντας τους προλετάριους γύρω από το επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα, θα τους αποσπούσε μέσα απ’ την πάλη για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής και εργασίας στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, όχι μονάχα από την επιρροή του ρεφορμισμού, αλλά επίσης από την αυταπάτη ότι εκείνοι πού ‘χαν εγκαταλείψει τη γραμμή «που πάει από τον Μαρξ ως τον Λένιν και την Κ.Δ.» μπορούσαν να ξανακερδιθούν στην προλεταριακή επανάσταση. Αντίθετα, ρίχτηκαν συνθήματα άσκημα καθορισμένα που, ενάντια στις προθέσεις των μπολσεβίκων και παρά τη θέλησή τους, άφησαν τη πόρτα ανοιχτή σ’ αυτή την αυταπάτη, κι ακόμα περισσότερο όταν είχαν υιοθετηθεί από τις γέρικες αλεπούδες του ρεφορμισμού (που ξανάρθαν στο προσκήνιο) ή του σοσιαλσωβινισμού που έτρεξαν γύρω από τη σημαία της Διεθνούς: σύνθημα του «ενιαίου μετώπου» που άφηνε, επειδή ήτανε καθορισμένο με ανεπάρκεια, ανοιχτή την πόρτα σε διακυμενόμενες ερμηνείες και μάλιστα αντιφατικές, «εργατική κυβέρνηση» που παρουσιάστηκε άλλοτε μεν σαν ένα «συνώνυμο» της διχτατορίας του προλεταριάτου άλλοτε δε σαν ένας διαφορετικός δρόμος, για την εξουσία ακόμα και κοινοβουλευτικός, κι ούτω καθεξής μέχρι την «μπολσεβικοποίηση» που παραμόρφωνε τα ΚΚ και διακινδύνευε να τα κάνει είδος εργατίστικων κομμάτων, σβήνοντας σιγά-σιγά τη διαχωριστική γραμμή –τόσο καθαρή στην αρχή- ανάμεσα στα ΚΚ και τα αγροτικά κόμματα και κινήματα στις καπιταλιστικές χώρες από τη μια μεριά και στα εθνικο-επαναστατικά κόμματα και κινήματα στις αποικίες από την άλλη μεριά, που ήταν το προοίμιο της καταστροφικής επανέκδοσης στην Κίνα της μενσεβίκικης ιστορίας της «σταδιακής επανάστασης».

Επίσης, εξ αιτίας του προοδευτικού λασκαρίσματος του οργανωτικού και ταχτικού υμένα η Διεθνής αντί να ελέγχει και να διευθύνει τη διαδικασία σχηματοποίησης των κομμουνιστικών κομμάτων που ξεπήδησαν από τον παραδοσιακό σοσιαλισμό, καταλήγει να είναι εξαρτημένη από τα δυτικά κόμματα που δεν ήταν κομμουνιστικά παρά στ’ όνομα. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό από διπλή άποψη: η προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης, βραχυπρόθεσμα, απομακρύνθηκε αντί να πλησιάζει και παράλληλα, οι αστικές κοινωνικές δυνάμεις που εξασκούσαν πίεση στην μπολσεβίκικη διχτατορία από το εσωτερικό της Ρωσίας κι ιδίως από τα έξω, δυνάμωσαν σε τέτοιο σημείο ώστε να σαρώσουν το κόμμα που ήταν το περίφημο όργανο διεύθυνσης της επανάστασης του Οχτώβρη και του εμφυλίου πολέμου. Ο σταλινισμός ήταν η έκφραση αυτής της ριζικής αλλαγής στο συσχετισμό των δυνάμεων μεταξύ τάξεων σε διεθνή κλίμακα. Έπρεπε να ξεκληρίσει την παλιά Φρουρά για να προσχωρήσει χωρίς εμπόδια στο δρόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έπρεπε, πριν ακόμα το κάνει αυτό, να καμουφλάρει τον αντεπαναστατικό του ρόλο πίσω από τη σημαία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», αυτή η θεωρία που είναι η πηγή των «εθνικών ειρηνικών και δημοκρατικών» δρόμων και στο σοσιαλισμό. Υποψήφιος διάδοχος της σοσιαλδημοκρατίας, ο σταλινισμός κάλεσε στο τέλος τους προλετάριους όλων των χωρών να αυτοεξοντωθούν στα μέτωπα της δεύτερης ιμπεριαλιστικής σύρραξης.

Γι’ αυτό η γραμμή που πάει από τον Μαρξ στον Λένιν και στην ίδρυση της ΙΙΙ Διεθνούς και στα πρώτα δραστήρια χρόνια της επεκτείνεται μέχρι τη μάχη της ιταλικής Αριστεράς ενάντια στα πρώτα συμπτώματα ενός οπορτουνιστικού κινδύνου στις τάξεις της Κομιντέρν, που στην αρχή ήταν μονάχα κίνδυνος, αλλά έγινε σκληρή υλική πραγματικότητα αργότερα, στον αγώνα που δόθηκε στα 1926 παράλληλα με τη ρώσικη αντιπολίτευση, ενάντια στο σταλινισμό που θα γινόταν κύριος του σοβιετικού κράτους και της Διεθνούς του Λένιν.

Κυνικά καμουφλαρισμένος μεταξύ 1928 και 1932 κάτω από ένα «αριστερό» βερνίκι, ο σταλινισμός ήταν ο υπεύθυνος του πολιτικού και οργανωτικού αφοπλισμού του προλεταριάτου απέναντι στη ναζιστική και φασιστική επίθεση. Ήταν υπεύθυνος του αφοπλισμού του –αυτή τη φορά απέναντι στη δημοκρατία, καιμε το πρόσχημα του «αγώνα ενάντια στο φασισμό» με τα λαϊκά Μέτωπα στη Γαλλία και ιδίως στην Ισπανία, όπου ο σταλινισμός έσβησε τις φλόγες της πάλης των τάξεων που ξαναγεννιούνταν, στ’ όνομα της υπεράσπισης του ρεπουμπλικανικού καθεστώτος και με το μέσο της κυβερνητικής σύμπραξης με τα αστικά κι οπορτουνιστικά κόμματα. Ήταν υπεύθυνος για την προσχώρηση στο δεύτερο παγκόσμιο μακελειό κάτω από τη σημαία της ελευθερίας και της πατρίδας, για τη συμμετοχή των «κομμουνιστικών» κομμάτων στα μέτωπα που δεν ήταν πλέον μόνο λαϊκά, αλλά μέτωπα εθνικής ενότητας βγαλμένα από την Αντίσταση, για τη συμμετοχή αυτών των κομμάτων σε κυβερνήσεις που είχαν ρόλο την Ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο, τέλος για τη λογική απάρνηση της διχτατορίας του προλεταριάτου και του διεθνισμού ακόμα και τυπική, για την ανοιχτή υποψηφιότητά τους στο σώσιμο της εθνικής οικονομίας που είναι σε κρίση και των δημοκρατικών θεσμών που αγωνιούν.

Γι’ αυτό η γραμμή που συνδέει τον Μαρξ και τον Ένγκελς με τον Λένιν στο χτίσιμο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στον αγώνα της Αριστεράς ενάντια στον εκφυλισμό της Διεθνούς, και κατόπιν στο σταλινισμό, είναι αδιαχώριστη για μας με τον ιστορικό αγώνα ενάντια στα Λαϊκά Μέτωπα, στα πολεμικά μέτωπα, στα εθνικά μέτωπα κι όλα τα παράγωγά τους, σαν τα πιο τελευταία συμπτώματα ενός οπορτουνισμού που η μολυσματικότητά του δεν έχει προηγούμενο ακόμα και στις ματωμένες πηγές της παλιάς γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι αδιαχώριστη με την καταγγελία τόσο της πορείας όσο και της φασιστικής προέλευσης με δημοκρατικό μανδύα, του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού με κέντρο την Ουάσιγκτον, όσο και των ψεύτικων σοσιαλισμών που βασιλεύουν στη Μόσχα ή το Πεκίνο, «σοσιαλισμού» βασισμένου πάνω στην παραγωγή εμπορευμάτων, στη μισθωτή εργασία και σ’ όλες τις άλλες οικονομικές αστικές κατηγορίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η επανάληψη της κόκκινης γραμμής τη θεωρίας, του προγράμματος, των αρχών, της τακτικής, ων οργανωτικών μεθόδων του επαναστατικού κομμουνισμού μάς επιβάλλει το ξαναγύρισμα στην παγκόσμια άποψη ου είχε η ΚΔ στα χρόνια του χτισίματός της, συμπληρωμένη στο οργανωτικό μέρος (όπως το κόμμα μας ποτέ δεν σταμάτησε να το κάνει στη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο, αλλά ιδίως μετά το 1952) με μια μακριά σειρά κειμένων που σήμερα έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο «Υπεράσπιση της συνέχειας του κομμουνιστικού προγράμματος» με τον απολογισμό της ιστορίας των 50 τελευταίων χρόνων, επιβεβαιώνοντας τον επίμονο αγώνα της Αριστεράς.

Δεν υπάρχει δυνατό σημείο συνάντησης μεταξύ του κομμουνισμού και της δημοκρατίας. Δεν υπάρχει δρόμος χειραφέτησης του προλεταριάτου διαφορετικός απ’ εκείνο που, έξω από τους επίσημους αστικούς θεσμούς, δημοκρατικούς ή φασιστικούς, κι ενάντια σ’ αυτούς, προετοιμάζει ήδη τώρα την προλεταριακή επανάσταση.

Αυτή η προετοιμασία αποκλείει, ακόμα και σαν μέσο ζύμωσης, την προσφυγή στα εκλογικά βήματα κι ακόμα χειρότερα στα κοινοβουλευτικά. Η προετοιμασία γίνεται από τη μια πλευρά με τη διαρκή συμμετοχή στους άμεσους αγώνες της εργατικής τάξης για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής, εργασίας, κι αγώνα και με την εξάπλωση, το δυνάμωμα και την ανάπτυξη αυτών των αγώνων πάνω σε βάσεις και με μέσα ταξικά. Από την άλλη πλευρά γίνεται, α) διαμέσου μιας αδιάκοπης προπαγάνδας του τελικού σκοπού του προλεταριακού κινήματος, σχετικά με τον οποίο η διεκδικητική πάλη είναι ένα σχολειό πολέμου (αλλά μόνο ένα σχολειό), με την προϋπόθεση ότι αυτή η πάλη θα γίνεται με συνεπή τρόπο και χωρίς ποτέ να ξεχνιούνται ή να καμουφλάρονται τα όριά της, β) διαμέσου της οργάνωσης γύρω από το κόμμα, στρωμάτων προλεταρίων που ενστικτωδώς τοποθετούνται πάνω στο πεδίο της ανοιχτής ταξικής πάλης και την οργάνωση μέσα στο κόμμα της μειοψηφίας των προλετάριων που συνειδητοποιούσαν τους δρόμους και τα απαραίτητα μέσα για την τελική νίκη, γ) διαμέσου του δυναμώματος των οργανισμών που γεννιούνται από την οικονομική και συνδικαλιστική πάλη ενάντια στην προδοσία των συνδικαλιστικών οργάνων και που εμπεριέχουν ένα σπόρο δυναμικοτήτων ανάπτυξης σε μια πολιτική κατεύθυνση , δ) τέλος διαμέσου του αγώνα στα υπάρχοντα συνδικάτα με την προοπτική (που δεν μπορούμε ούτε ν’ αποκλείσουμε ούτε να την καθορίσουμε σαν σίγουρη) της επανακατάληψής τους όχι μόνο στην κόκκινη παράδοση, αλλά επίσης στην κομμουνιστική διεύθυνση, σε μακρινές βέβαια για σήμερα καταστάσεις και σε κλίμα υψηλής κοινωνικής έντασης.

Δεν υπάρχει θέση σ’ αυτό το δρόμο για την αυθορμητίστικη αυταπάτη (που δυστυχώς συνεχώς ξαναγεννιέται) μιας επανάστασης και μιας διχτατορίας του προλεταριάτου χωρίς να έχει προετοιμαστεί και να διευθύνεται από το κόμμα, ούτε για την τροτσκιστική αυταπάτη για μια μοιραία κρίση του καπιταλισμού που δεν θάχε ανάγκη παρά από το σκούντημα που θα προκαλούσε μια οργανωμένη πρωτοπορία, για να καταρρεύσει, περνώντας από το ενδιάμεσο στάδιο των «εργατικών κυβερνήσεων», που αποτελούνται από κόμματα για τα οποία υποθέτουν ότι αν και πέρασαν σώμα και ψυχή στην αντεπανάσταση, θα μπορέσουν να αναγεννηθούν χάρη στην πίεση των μαζών που βράζουν και στην ικανότητα της κομμουνιστικής μανούβρας. Με τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τους τροτσκιστές, θα μπορούσαν ν’ ανακτηθούν για το σκοπό του επαναστατικού προλεταριάτου τα «εκφυλισμένα εργατικά κράτη», όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Κούβα κι άλλα. Αν στον εργατικό αυθορμητισμό βλέπουμε να ξαναγεννιέται ένας αιώνιος αντίπαλος του μαρξισμού, στην τροτσκιστική αυταπάτη ξαναγεννιούνται τρομερά επιδεινωμένα τα ταχτικά λάθη της παρακμάζουσας Διεθνούς και πάνω σε τέτοιες βάσεις παρεκκλίσεις αρχής, σχετικά με τη θεωρία που μόνες μπορούν να εξηγούν γιατί μερικοί παίρνουν τις κρατικοποιήσεις στη βιομηχανία και τον οικονομικό προγραμματισμό για σοσιαλισμό.

Το προλεταριάτο έχει σήμερα ανάγκη περισσότερο από ποτέ άλλοτε από σαφήνεια πάνω στους σκοπούς, στους δρόμους, στα μέσα χειραφέτησής του. Σ’ αυτή τη δουλειά, αποσαφήνισης θα δώσουμε τις δυνάμεις μας χωρίς αλαζονεία, αλλά και χωρίς ενδοιασμούς με τη συνείδηση ότι βαδίζουμε «μικρή και συμπαγής ομάδα πάνω σ’ ένα δρόμο δύσκολο», αλλά πιστοί στα μαθήματα του Λένιν, αποφασισμένοι να πολεμάμε «όχι μόνο τη σύγχυση, αλλά επίσης κι αυτούς που κατευθύνονται προς τα εκεί».

Πράγμα που απαιτεί το δύσκολο καθήκον της αποκατάστασης της θεωρίας και της επαναστατικής οργάνωσης, σε σύνδεση με την εργατική τάξη, ενάντια στην προσωπική και κοινοβουλευτική πολιτική.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Νο. 2, Μάρτης 1979

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: