Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

spartacistuprising

Η υλιστική αντίληψη της πολιτικής σχηματίστηκε ιστορικά με το ξεπέρασμα και την κριτική της υποκειμενικής αντίληψης της πολιτικής. Ένα σημαντικό μέρος της ανάπτυξης της μαρξιστικής επιστήμης οφείλεται στην κριτική της υποκειμενικής θεωρίας της βίας. Μόνο με το μαρξισμό τέθηκε επιστημονικά ο ρόλος της βίας στην ιστορία. Μόνο με το μαρξισμό έγινε κατανοητή αυτή η πραγματική εκδήλωση της κοινωνικής ζωής που όλη η κουλτούρα πριν και μετά τον Μαρξ θέλησε να αποδώσει στη βιολογική φύση του ανθρώπινου είδους.

Ανακαλύπτοντας τις οικονομικές βάσεις της βίας, ο μαρξισμός αποκάλυψε ένα μυστήριο που επί χιλιετίες επισκίαζε το μυαλό των ανθρώπων, ακόμα και των πιο ελεύθερων από προκαταλήψεις. Αντλώντας από τις καλύτερες πηγές του Διαφωτισμού, ορθολογιστικού και υλιστικού, ο μαρξισμός συνέχισε τη μεγάλη μάχη ενάντια στα σκοτάδια, αυτή τη μάχη που η αστική τάξη καταλαμβάνοντας την εξουσία δεν είχε πια συμφέρον και δυνατότητα να συνεχίσει. Απόμεινε πια στο προλεταριάτο το ιστορικό καθήκον να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της βίας και της ιδεολογίας της βίας, δηλαδή από αυτές τις αλυσίδες που μόνο το προλεταριάτο μπορούσε να αποτινάξει. Κατεδαφίζοντας την αντίληψη του «πρωτεύοντος της πολιτικής», ο μαρξισμός κατεδάφισε και την αντίληψη του «πρωτεύοντος της βίας», τη στιγμή που κάθε αντίληψη περί «πρωτεύοντος της πολιτικής» είναι ταυτόχρονα αντίληψη του «πρωτεύοντος της βίας».

Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Αν θεωρηθεί ότι η πολιτική μπορεί να τροποποιήσει τους οικονομικούς νόμους, μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα ότι είναι σε θέση να εξασκήσει μια όχι οικονομική δύναμη στο φυσικοϊστορικό οικονομικό προτσές. Μ’ άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να εξασκήσει βία, πράξη που θεωρείται υποκειμενική, σ’ ένα αντικειμενικό προτσές, ή ακόμα ότι μπορεί να δημιουργήσει με μια πράξη που θεωρείται υποκειμενική μια αντικειμενική πραγματικότητα.

Αυτή είναι ουσιαστικά η αντίληψη των προγραμματιστών του καπιταλισμού, αν και η πραγματική εξέλιξη της οικονομίας αποδεικνύει ευρέως σ’ όλη την ιστορική διαδρομή της ότι τα προγράμματα παραμένουν προγράμματα.

Οι δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι η άσκηση της πολιτικής δύναμής τους απορρέει από τη συναίνεση. Εμείς, ως μαρξιστές αποδεικνύουμε ότι σε συνδυασμό η πολιτική τους δύναμη και η συναίνεση απορρέουν από την οικονομική δύναμη της οποίας είναι έκφραση. Και η θεωρία του Γκράμσι, που βασίζεται στο διαχωρισμό της συναίνεσης και του εξαναγκασμού, δεν έχει μια σοβαρή αντοχή. Εξαναγκασμός και συναίνεση δεν είναι παρά βαθμοί ανάπτυξης στην εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική και την απορρέουσα πολιτική εξουσία, δηλαδή στην εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο καθαρό καπιταλιστικό περιεχόμενο και την καθαρή πολιτική μορφή του καπιταλισμού.

Η μεγάλη ανακάλυψη του Μαρξ στη σχέση οικονομίας και πολιτικής βρίσκεται ακριβώς στο ότι διέκρινε το νόμο κίνησης του καπιταλισμού, αποκαθαίροντάς τον από κάθε ανάμιξη του εποικοδομήματος, δηλαδή από κάθε εκδήλωση της πολιτικής και, επομένως, της βίας. Για τους στόχους του νόμου κίνησης του καπιταλισμού εξαναγκασμός και συναίνεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά απορρέουσες πολιτικές εκφράσεις. Δεν είναι ο εξαναγκασμός και (ή) η συναίνεση που καθορίζουν τη λειτουργία της οικονομικής κίνησης. Αν ήταν έτσι, ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ως κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, γιατί θα είχε εναντίον του τον εξαναγκασμό και τη συναίνεση.

Είναι κυρίως ο νόμος κίνησης του καπιταλισμού που καθορίζει τους βαθμούς εξαναγκασμού και συναίνεσης, δηλαδή τις πολιτικές μορφές της αστικής κοινωνίας. Μόνο η κατανόηση του αντικειμενικού νόμου κίνησης της κοινωνίας επέτρεψε τη γνώμη κίνησης της πολιτικής και της βίας.

Ο μαρξισμός αναγκάστηκε να δώσει μια σκληρή θεωρητική μάχη ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της πολιτικής, ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της βίας, ενάντια στην τρομοκρατία.

Η σύγχρονη τρομοκρατία, η τρομοκρατία των τελευταίων αιώνων, είναι από τη φύση της δημοκρατική και απορρέει από τη γιακωβίνικη αντίληψη της πολιτικής δράσης. Η κομμουνιστική αντίληψη της πολιτικής, που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, αφού κριτικάρισαν την τρομοκρατία της μεγάλης γαλλικής επανάστασης, που είχε την αλαζονεία να επιβάλλει μια «πολιτική κεφαλή» σε ένα διαφορετικό κοινωνικό σώμα, αναγκαστικά συγκρούστηκε με τους επιγόνους της τρομοκρατικής αντίληψης, που επί δεκαετίες μαίνονταν και επέδρασαν στο εργατικό κίνημα. Με δεδομένη τη δημοκρατική επίδραση, η υποκειμενική αντίληψη της βίας κυριάρχησε επί μακρόν στο εργατικό κίνημα, που σήμερα κυριαρχείται από την ιμπεριαλιστική άποψη της δημοκρατίας, από το σοσιαλιμπεριαλισμό.

Συχνά ο μαρξισμός συγκρούστηκε με τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της αντίληψης, την τρομοκρατία και, κυρίως, τη στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον πόλεμο. Πράγματι, αν το εργατικό κίνημα δεν καταλήξει στην υλιστική αντίληψη της πολιτικής και του πολέμου είναι ανίκανο να διακρίνει τις οικονομικές αιτίες και είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει στη δράση του τα διάφορα αστικά γκρουπ και τον πολεμικό ανταγωνισμό τους. Θεμελιώδης σταθμός της μαρξιστικής πάλης ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της βίας είναι το «Αντι-Ντύρινγκ» του Ένγκελς.

«ο σχηματισμός των πολιτικών σχέσεων είναι το θεμελιακό ιστορικό γεγονός και τα εξαρτώμενα οικονομικά γεγονότα είναι μόνο αποτέλεσμα ή μια ειδική περίπτωση και γι’ αυτό είναι πάντα γεγονότα δεύτερης μοίρας… το πρωταρχικό γεγονός πρέπει να το αναζητήσουμε στην άμεση πολιτική βία και όχι μόνο σε μια έμμεση οικονομική δύναμη».

Για τον Ντύρινγκ είναι η «άμεση πολιτική βία» το πρωταρχικό στην κοινωνική ζωή. Αν, λοιπόν, η οικονομία είναι το αποτέλεσμα της «άμεσης πολιτικής βίας» και για το δημοκράτη τρομοκράτη προκύπτει ότι μια αντίθετη «άμεση πολιτική βία», αποτέλεσμα της «ελεύθερης θέλησης», μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα, δηλαδή την οικονομία. Αντιλήψεις αυτού του τύπου μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο στις, σε άνοδο, αστικές τάξεις, κατά τις αστικοδημοκρατικές τους επαναστάσεις, όταν και η πιο απλή «άμεση πολιτική βία», η τρομοκρατική, είναι λιγότερο «καθορισμένη» και περισσότερο «ελεύθερη». Στις μητροπόλεις αναλαμβάνουν το ρόλο της ιδεολογίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου, γιατί είναι λειτουργικές απέναντι στις ανταγωνιστικές αστικές τάξεις, στο έργο κινητοποίησης του προλεταριάτου.

Εμφορούμενο από μια τέτοια αντίληψη το προλεταριάτο οδηγείται στην αυτοκτονία, αφού σύρεται μονίμως από τις άλλες τάξεις, χωρίς να κατορθώνει να διαμορφώνει τη δική του στρατηγική, η οποία αναλύοντας τις αιτίες της πολιτικής, του πολέμου, της κρίσης θα το οδηγήσει στην επανάσταση. Η επιστήμη της επανάστασης μπορεί να παράγει την «τέχνη της εξέγερσης», αλλά η «τέχνη της εξέγερσης» δεν θα συγκροτήσει ποτέ την επιστήμη της επανάστασης. Η επιστήμη της επανάστασης μπορεί να απαλλαγεί, στη θεμελιακή της ανάλυση, από την πολιτική και από τη βία, αφού τόσο η πολιτική όσο και η βία, είναι παράγωγα φαινόμενα, «καθορίζονται» και δεν είναι «ελεύθερες». Να πώς ο Ένγκελς απαντούσε στον Ντύρινγκ πριν από έναν αιώνα, το 1878:

«… [στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ] όλο το προτσές εξηγείται με βάση τα καθαρά οικονομικά αίτια χωρίς την ανάγκη (αναφοράς) έστω και μια φορά, της ληστείας, της βίας, του κράτους ή οποιασδήποτε πολιτικής επέμβασης. Η ‘ιδιοκτησία η βασισμένη στη βία’ αποδείχνει απλώς εδώ πως μια φράση ενός καυχηματία προορίζεται να καλύψει την έλλειψη εξυπνάδας για την εξέλιξη των πραγμάτων. Αυτή η εξέλιξη, που εκφράζεται ιστορικά, είναι η ιστορία ανάπτυξης της αστικής τάξης. Αν οι «πολιτικές συνθήκες είναι η αποφασιστική αιτία της οικονομικής κρίσης», προκύπτει ότι και η μοντέρνα αστική τάξη δεν αναπτύχθηκε παλεύοντας με τη φεουδαρχία, αλλά είναι το άμεσο προϊόν της, γεννημένη απ’ αυτή οικειοθελώς. Καθένας γνωρίζει ότι συνέβη το αντίθετο.».

Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου και η ταξική πάλη εξηγούνται με βάση τα καθαρά οικονομικά αίτια. Μόνο υπ’ αυτή την προϋπόθεση είναι δυνατό να κατανοηθεί ο ρόλος του εποικοδομήματος, του κράτους, της πολιτικής, της βίας στην πάλη των τάξεων. Δεν μπορεί να ισχύσει το αντίστροφο. Δεν μπορούμε να πισωγυρίσουμε από την επιστήμη στις προκαταλήψεις. Η επίμονη πορεία της χειραφέτησης του προλεταριάτου, η πορεία της επιστημονικής αφομοίωσης της επανάστασης, έχει ως αφετηρία την αρχή που έθεσε ο Ένγκελς. Αν ο μπολσεβικισμός έφτασε στο ραντεβού του Οχτώβρη είναι και γιατί ολόκληρες γενιές μαρξιστών σχηματίστηκαν με αυτή την αρχή, την υπερασπίστηκαν ενάντια στο ρεβιζιονισμό, έμαθαν να ερμηνεύουν επιστημονικά τα αίτια της βίας, ξεπέρασαν το φόβο και τη λατρεία της, σφυρηλάτησαν την ικανότητά τους να κατευθύνουν τη βία, που πηγάζει από τις καταπιεσμένες τάξεις και όχι από τον εγκέφαλό τους, προς γενικούς στρατηγικούς στόχους.

Το τριπλό αντεπαναστατικό κύμα της σοσιαλδημοκρατίας, του φασισμού και του σταλινισμού, που απότρεψε την ανερχόμενη από τη Ρωσία παγκόσμια επανάσταση, κατακρεουργώντας χιλιάδες διεθνιστικά στελέχη, αφάνισε μαζί και μια επί δεκαετίες συσσωρευμένη θεωρητική και πρακτική εμπειρία της κομμουνιστικής πολιτικής, της εφαρμοσμένης επιστημονικής μεθόδου στα φαινόμενα της βίας. Και σ’ αυτό το ειδικό πεδίο ήταν τεράστιο το πισωγύρισμα.

Η υποκειμενική αντίληψη της βίας βρήκε ελεύθερο πεδίο και στο εργατικό κίνημα και κυριάρχησε πλατιά στη σφαγή του δεύτερου παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου, όταν προλετάριοι ρίχτηκαν κατά εκατομμύρια ενάντια σε άλλους προλετάριους, χωρίς καν να υπάρξει ένα μπολσεβίκικο κόμμα χρησιμοποιώντας επιστημονικά αυτόν τον, κυοφορημένο από τον ιμπεριαλισμό, τεράστιο όγκο βίας, για να τον μετατρέψει σε επαναστατική βία προς όφελος του κομμουνισμού. Το τραγικό αποτέλεσμα ήταν 50 εκατομμύρια σώματα κάτω απ’ το χώμα και «τρικυμία εν κρανίω» σ’ όσους απόμειναν ζωντανοί. Όσο δεν παρουσιάζεται η αντικειμενική προϋπόθεση για την επιστημονική χρησιμοποίηση της προλεταριακής βίας, προορίζονται να αναπαραχθούν: η βία προς υπεράσπιση του ιμπεριαλιστικού κράτους και το υποπροϊόν της, η μικροαστική βία.

Αν δεν κατανοηθούν τα μεγάλα προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής στην οποία ζούμε, η σύγκρουση μεταξύ των κρατών, η ιστορική αναγκαιότητα μιας επαναστατικής και διεθνιστικής συμπεριφοράς του προλεταριάτου απέναντι σ’ αυτή τη σύγκρουση, εξανεμίζεται και η σημασία των μικρότερων προβλημάτων. Γι’ αυτό η τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αναλυθεί ως ένα πολιτικό φαινόμενο. Αλλά δεν υπάρχει πολιτικό φαινόμενο που να μην έχει οικονομικά και πολιτικά αίτια. Η ανάλυση και η ορθή πολιτική πάλη ενάντια στην τρομοκρατία είναι, επομένως, αναγκαστικά μια ανάλυση των αντικειμενικών παραγόντων που την προκαλούν. Απόρροια της πολιτικής βίας είναι μια βίαιη εκδήλωση και έτσι όπως ο μαρξισμός αναλύει τα αίτια της μέγιστης εκδήλωσης πολιτικής βίας που είναι ο πόλεμος, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να αναλύει αυτή τη μικρογραφία πολέμου που είναι η τρομοκρατία.

Είναι, επομένως, αυτή η κατεύθυνση που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί: η κοινωνική φύση της σημερινής ιταλικής τρομοκρατίας και μόνο αυτή. Για το μαρξισμό ακόμη πιο σπουδαίο κι από τη μελέτη των ιδεολογιών είναι η μελέτη των κοινωνικών βάσεων τις οποίες εκφράζουν και συνεχίζουν να εκφράζουν στην πολυτάραχη διαδρομή τους. Αν η σημερινή ιταλική τρομοκρατία είναι μικροαστική και όχι αστική, ούτε προλεταριακή ή λούμπεν προλεταριακή, η ανάλυση πρέπει να επικεντρωθεί στα μικροαστική στρώματα.

Πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι η σημερινή τρομοκρατία είναι μεγαλοαστική, γιατί σήμερα αυτή δεν υπεισέρχεται στα συμφέροντα και, επομένως, στις μορφές πάλης μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου στο εσωτερικό της μητρόπολης, ούτε υπεισέρχεται στις μορφές πάλης αυτών των μερίδων με τις όμοιές τους στις άλλες μητροπόλεις στο διεθνές επίπεδο. Όλες οι αντιλήψεις αποσταθεροποίησης δεν λαμβάνουν στο ελάχιστο υπόψη τη σημερινή δυναμική σχέση ανάμεσα στις δυνάμεις και τα πραγματικά τους συμφέροντα. Το να θεωρούμε ότι η τρομοκρατία έχει στη σημερινή συγκυρία κάποιο πραγματικό βάρος, ώστε να μετατοπίζει τις δυναμικές σχέσεις ανάμεσα στις δυνάμεις σημαίνει ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για την παγκόσμια πείρα του ιμπεριαλισμού και του επιπέδου σύγκρουσης ανάμεσα στις μητροπόλεις. Σημαίνει ότι βλέπουμε τον κόσμο με τους φακούς του μικροαστού. Σημαίνει ότι περιορίζουμε τη σύγκρουση συμφερόντων των μεγάλων κεφαλαιοκρατών στη σύγκρουση των μικροαστών. Το ίδιο ισχύει και για την υποθετική ρήξη της ισορροπίας ή την αποσταθεροποίηση.

Ρήξη ισορροπίας σε σχέση με τι; Στο εσωτερικό της ιταλικής μητρόπολης; Από την άποψη των ανταγωνιστικών μητροπόλεων μια εσωτερική αποσταθεροποίηση θα είχε κάποιο νόημα μόνο αν επέφερε μεταβολή της διεθνούς ισορροπίας και, συνεπώς, μια μετατόπιση στην εσωτερική ισορροπία θα απαιτούσε οπωσδήποτε μια στρατηγική απόκλιση μεταξύ των καπιταλιστικών ιταλικών μερίδων ως προς τη διεθνή θέση τους. Αυτή η απόκλιση δεν υπάρχει σήμερα. Αντίθετα, οι ιταλικές μερίδες δεν υπήρξαν ποτέ τόσο ενωμένες, όπως τώρα, στον ανταγωνισμό τους ενάντια στους μισθούς. Μόνο η πλήρης άγνοια των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών μπορεί να γεννήσει υποθέσεις σχετικά με αποσταθεροποίηση στην Ιταλία. Οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις μάχονται σήμερα με χτύπημα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και με «πακέτα» που ισοδυναμούν με πολλές FIAT προσπαθώντας να τροποποιήσουν τη σημερινή ισορροπία του συστήματος των κρατών. Αν ήταν αρκετά, όπως για το όπλο της τρομοκρατίας, λίγες δεκάδες δολάρια για να αποσταθεροποιηθούν οι ανταγωνιστές, ο κόσμος θα κατέληγε μια συνεχής αλληλοδιαδοχή απαγωγών, από μυστικές όσο και ανώφελες ανακρίσεις, από «φυλακές του λαού» και όχι ατέρμονη ζούγκλα των χιλιάδων πυραύλων, αεροπλάνων, τανκς, ατομικών βομβών.

Στο κέρας της Αφρικής ο ρώσικος ιμπεριαλισμός ξόδεψε μέχρι τώρα ένα δισεκατομμύριο δολάρια για να εμποδίσει την αποσταθεροποίηση. Ο ανταρτοπόλεμος ενηλικιώθηκε. Η μάχη της Τζιγκίγκα έγινε με τανκς που μεταφέρονταν από ελικόπτερα. Η τρομοκρατία με το χαμηλό στρατιωτικό κόστος με το πέρασμα του χρόνου απομένει μόνο στους μικροαστούς διανοούμενους, που δεν μπορούν λόγω αντικειμενικών και γεωγραφικών αιτιών να ακολουθήσουν την καμπύλη του παλιού ειδώλου τους, του Φιντέλ Κάστρο, που παράτησε το αυτόματο για να χρησιμοποιήσει το MIG.

Ας εξετάσουμε γιατί η σημερινή τρομοκρατία είναι διανοουμενίστικη. Μεταξύ των μικροαστικών στρωμάτων που συχνά υιοθέτησαν την τρομοκρατία ως μορφή πολιτικής πάλης συγκαταλέγονται τα αγροτικά και εμπορικά στρώματα.

Οι μικροπαραγωγοί της υπαίθρου εξέφρασαν ισχυρά τρομοκρατικά κινήματα σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία και ΗΠΑ, για να αναφερθούμε σε μερικές από τις γνωστότερες περιπτώσεις. Ανίσχυρη να εκφράσει ένα αυτόνομο πολιτικό κίνημα που θα υπεράσπιζε τα συμφέροντά της, η αγροτική μικροαστική τάξη κατέφυγε συχνά στο πρωτόγονο όπλο της τρομοκρατίας ενάντια στη χρηματιστική, εμπορική και βιομηχανική αστική τάξη. Ο ρώσικος ναροντνικισμός είναι το πιο γνωστό παράδειγμα μιας μάχης οπισθοφυλακής, καταδικασμένος στην ήττα και λόγω των μέσων που χρησιμοποιούσε, εκτός από το περιεχόμενο που εξέφραζε. Αλλά δεν είναι το μόνο: η αστική ενοποίηση των ιταλικών περιοχών που επιτελέστηκε κυρίως με στρατιωτική επιχείρηση, με στρατό που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο άνδρες, προκάλεσε έναν πλατύ και διαδεδομένο αγροτικό ανταρτοπόλεμο, υποστηριζόμενο από το κράτος του Βατικανού, ενάντια στο φιλελεύθερο κράτος. Ανταρτοπόλεμος στον οποίο αμφότερες οι πλευρές κατέφυγαν στην τρομοκρατία των αντιποίνων, των απαγωγών, των αποδεκατισμών. Επί μια δεκαετία κυριάρχησε στο νοτιοκεντρικό τμήμα μια εξεγερτική τρομοκρατία και μια κρατική τρομοκρατία, της οποίας η σημερινή μικροαστική τρομοκρατία είναι μόνο μια πολύ περιορισμένη έκδοση. Ο μαρξισμός ήταν ενάντια στην εξέγερση της «ληστοσυμμορίας», όχι από την άποψη της μορφής πάλης, η οποία ήταν κοινή και για τα δύο μέτωπα, αλλά από την άποψη του περιεχομένου.

Και τα μικροαστικά στρώματα κατέφυγαν στις τρομοκρατικές μέθοδες στην πάλη συμφερόντων ενάντια στους ανταγωνιστές και ενάντια στην κυβέρνηση. Το κράτος, εκφραστής των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, εφαρμόζει μια φορολογία που μερικές φορές αγγίζει τα άμεσα συμφέροντα των μικρών εμπόρων ή, τουλάχιστον, μερίδας τους. Απ’ την άλλη μεριά, η μεγάλη διανομή εξαπλώνεται συχνά σε βάρος του μικροεμπορίου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μικρέμποροι δεν κατορθώνουν, μέσω διαφόρων οργανισμών και των κομμάτων, να υπερασπίσουν τα απειλούμενα και θιγόμενα συμφέροντά τους, καταφεύγουν σε άλλες μέθοδες για να πετύχουν το στόχο τους. Φαινόμενα όπως του πουγιαντισμού στη Γαλλία και στο Ρέτζιο της Καλαβρίας στην Ιταλία είναι ακόμα επίκαιρα.

Το σημερινό τρομοκρατικό κύμα στην Ιταλία δεν έχει, όμως, ρίζες στη μικροαστική αγροτική και εμπορική τάξη. Η στρατηγική ενότητα των κρατικοκαπιταλιστικών και ιδιωτικών μερίδων εξασφαλίζει, για την ώρα, τον έλεγχο της μαζικής βάσης των ενδιάμεσων στρωμάτων. Η κρίση της αναδιάρθρωσης πληρώνεται στο ακέραιο από τα στρώματα των μισθωτών, ενώ τα εισοδήματα της μικροαστικής τάξης παραμένουν ανέπαφα. Αυτό εξηγεί και το γιατί τα μεγάλα κόμματα, χριστιανοδημοκρατία και PCI, όπου η μικροαστική τάξη αντιπροσωπεύεται ως εκλογικό και διευθύνον σώμα, είναι ενωμένα στην άρνηση της τρομοκρατίας.

Αν κάποια στιγμή η κρίση της αναδιοργάνωσης χτυπήσει τη μικροαστική αγροτική, εμπορική και βιοτεχνική τάξη μπορεί να υπάρξει μια διεύρυνση της τρομοκρατίας και πολιτική κρίση των μεγάλων κοινοβουλευτικών κομμάτων που αναπόφευκτα θα διίσταντο στο πρόβλημα της τρομοκρατίας, όπως ήδη συνέβη με τους Γάλλους συναδέλφους τους για το ζήτημα της Αλγερίας. Αυτή είναι η μοναδική υποθετική πιθανότητα κατά την οποία η τρομοκρατία θα μπορούσε να καταστεί στην Ιταλία ένα εξαιρετικό πρόβλημα για τις μερίδες της μεγαλοαστικής τάξης. Αλλά είναι μια εξαιρετικά απίθανη περίπτωση για δύο λόγους: Γιατί η ιταλική μητρόπολη δεν καλείται να λύσει ένα ζήτημα ανάλογο με ‘κείνο του εκατομμυρίου των εξεγερμένων γαλλο-αλγερινών μικροαστών και γιατί η ιμπεριαλιστική πολιτική κατά των μισθών επιτρέπει να διατηρηθεί βραχυπρόθεσμα το ιταλικό μερίδιο στην παγκόσμια αγορά.

Η ιδιομορφία της σημερινής ιταλικής τρομοκρατίας είναι, επομένως, αυτή της μικροαστικής τρομοκρατίας διανοουμένων. Η μεγάλη μάζα των μικροαστών διανοουμένων προφανώς την αρνείται ως τωρινή τακτική, αλλά δεν μπορεί να την αρνηθεί από στρατηγική, ιδεολογική άποψη και από άποψη κουλτούρας. Την αρνείται γιατί, αυτή τη στιγμή, δεν εκφράζει τα συμφέροντα εισδοχής της στη γραφειοκρατία και στα ελεύθερα επαγγέλματα. Αλλά τη δέχεται ως άποψη που τοποθετεί τους διανοούμενους στην καθοδήγηση του προλεταριάτου και της μικροαστικής τάξης ενάντια στον αμερικάνικο και γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Εδώ δεν τίθεται ζήτημα κομματικών τοποθετήσεων, γιατί σ’ όλα τα κόμματα υπάρχουν ομάδες διανοουμένων που είναι ενάντια στην τάση σχηματισμού ενός ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κράτους με την αναπόφευκτη οικονομική και πολιτική γερμανική ηγεμονία. Κι αυτές οι ομάδες υπάρχουν γιατί υπάρχουν γκρουπ της μεγαλοαστικής τάξης ενάντια σ’ αυτή την προοπτική, όπως υπάρχουν και άλλα υπέρ της. Η τάση είναι μακροπρόθεσμη και, επομένως, για την ώρα αφορά ανοιχτά μόνο τους διανοούμενους. Το σημερινό τρομοκρατικό κύμα θα καταρρεύσει, γιατί προτρέχει των χρόνων των διιμπεριαλιστικών αγώνων και, συνεπώς, παραμένει απομονωμένο από τη βάση στην οποία απευθύνεται και η οποία, όχι τυχαία, αρνείται τη μορφή πάλης και το χρόνο πραγματοποίησης, αλλά όχι το πολιτικό περιεχόμενο του «εθνικού αγώνα» ενάντια στον «ξένο», ενάντια στο «ιμπεριαλιστικό κράτος των πολυεθνικών».

Σ’ όλες τις μητροπόλεις με την ευρεία εξάπλωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης διευρύνθηκε η παραγωγική βάση και αυξήθηκε ο όγκος της υπεραξίας. Τις τελευταίες δεκαετίες εξαπλώθηκε ο κοινωνικός παρασιτισμός και, κατά συνέπεια, η γραφειοκρατία. Η βιομηχανική ανάπτυξη οδήγησε σε μια νέα κατανομή του ενεργού πληθυσμού. Σημαντικά τμήματα των μικροπαραγωγών μετασχηματίστηκαν μεσοπρόθεσμα σε αυξανόμενα τμήματα της μικροαστικής τάξης των διανοουμένων και όχι σε προλετάριους μακροπρόθεσμα.

Στην Ιταλία η πλειοψηφία των αγροτών που εξήλθαν μαζικά από την ύπαιθρο έγιναν εργάτες. Πολλοί έγιναν εμποροκαταστηματάρχες, πολλοί –τα παιδιά τους, εννοείται- διανοούμενοι.

Η εξάπλωση του παραγωγικού μηχανισμού σήμανε την αύξηση των στρωμάτων διανοουμένων με πιο γοργό ρυθμό μέχρι να αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/10 του ενεργού πληθυσμού. Αυτό το προτσές που είναι παράγωγο του προτσές παραγωγής του κεφαλαίου, οδήγησε σε μια κρίση του σχολείου και της παραδοσιακής οργάνωσης των διανοουμένων. Και η μεταπήδηση από την ύπαιθρο στη βιομηχανία, με την ταχύτητα που συντελέστηκε στην Ιταλία, προκάλεσε μα κρίση που εκδηλώθηκε, όμως, μόνο με μια αύξηση του εργατικού αυθορμητισμού στη δεκαετία του ’60.

Αντίθετα απ’ ότι σε άλλες περιόδους και σ’ άλλες χώρες, αυτό το απότομο πέρασμα δεν προκάλεσε μορφές τρομοκρατικής πάλης στο προλεταριάτο. Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλοί παράγοντες που απαιτούν μακροσκελή παράθεση. Παραμένει γεγονός ότι αυτό το αποτέλεσμα περικλείει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για την ανάπτυξη του λενινιστικού κόμματος στην εργατική τάξη, πλεονέκτημα που οπωσδήποτε δεν πρέπει να κατασπαταληθεί αλλά να υπερασπιστεί.

Αναμφίβολα, με το πέρασμα από την ύπαιθρο στη βιομηχανία, από το σχηματισμού του νέου προλεταριάτου και από τους αυθόρμητος διεκδικητικούς εργατικούς αγώνες ευνοήθηκε ο οπορτουνισμός που διεύρυνε την επιρροή του στο προλεταριάτο. Με δεδομένο το διεκδικητικό και όχι τον επαναστατικό χαρακτήρα των εργατικών αγώνων που προκλήθηκαν από τη βιομηχανική ανάπτυξη δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οπωσδήποτε παρουσιάστηκε η δυνατότητα να αναπτυχθεί το λενινιστικό κόμμα στην εργατική τάξη και η ευκαιρία να ξεπεραστεί η ιστορική καθυστέρηση της αργής διαπαιδαγώγησης της οργάνωσης του προλεταριάτου, καθυστέρηση που πληρώθηκε σκληρά από όποιον της αφιερώθηκε σοβαρά και όχι στα λόγια.

Το  ίδιο το παγκόσμιο προτσές της καπιταλιστικής ανάπτυξης που στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 επέτρεψε στις μητροπόλεις μια αύξηση του παρασιτισμού και των στρωμάτων διανοουμένων αποτέλεσε τη βάση της πάλης για το σχηματισμό νέων κρατών από μέρους των ανερχόμενων καπιταλισμών και της σύγκρουσης μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλισμών για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς και των σφαιρών επιρροής. Από τον τελευταία παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο η παραγωγή του κεφαλαίου αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 3 φορές και αυτή της βιομηχανίας κατά 4 φορές. Αυτό το παγκόσμιο δομικό προτσές καθόρισε ευρείες συνέπειες στα εποικοδομήματα, στα πολιτικά κινήματα, στις ιδεολογίες. Μερικές απ’ αυτές τις επιπτώσεις δεν μπορούν να αναλυθούν χωρίς να συνδεθούν με το συνολικό προτσές. Η πάλη των νέων καπιταλισμών για το σχηματισμό νέων κρατών προκάλεσε τη μαζική χρησιμοποίηση του ανταρτοπόλεμου και της τρομοκρατίας ενάντια σε μερικούς ιμπεριαλισμούς. Η σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλισμών υπεισήλθε στην πάλη ανεξαρτησίας των νέων καπιταλισμών. Σ’ αυτή τη σύγκρουση διάφορες μητροπόλεις χρησιμοποίησαν τις αυξανόμενες μάζες των διανοουμένων σε πολιτικές και ιδεολογικές καμπάνιες ενάντια στις ανταγωνιστικές μητροπόλεις. Αυτό συνέβη ειδικά στην Ιαπωνία, στη Γαλλία και στην Ιταλία. Μια κορυφαία στιγμή ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ, όταν η επέμβαση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σήμανε ταυτόχρονα την προοδευτική του εξασθένιση και τη δυνατότητα ανάκαμψης των άλλων ιμπεριαλισμών.

Και στην Ιταλία οι αντάρτικες και τρομοκρατικές ιδεολογίες των κινημάτων ανεξαρτησίας εκλαϊκεύτηκαν πλατιά από τον μηχανισμό διαμόρφωσης της μεγάλης αστικής τάξης με στόχο τον ιδεολογικό σχηματισμό νέων στελεχών, προετοιμασμένων για την αντιμετώπιση των ανταγωνιστικών ιμπεριαλισμών.

Η ΕΝΙ και η FIAT, η ιδιωτική και κρατική βιομηχανία εγκαταστάσεων, έχουν χιλιάδες στελέχη που δρουν στον Τρίτο Κόσμο και σχηματίστηκαν με τις μονοσήμαντες πολιτικο-μορφωτικές αντιιμπεριαλιστικές καμπάνιες και διαποτίστηκαν με τα αντάρτικα και τρομοκρατικά κείμενα του Τρίτου Κόσμου για να γίνουν καλοί μάνατζερ του… «Δεύτερου Κόσμου». Απ’ αυτή τη διανοουμενίστικη κληρουχία που δεν ήθελε «ένα άλλα χίλια Βιετνάμ» όλα τα κόμματα στρατολόγησαν νέους αξιωματούχους, με επικεφαλής του καθολικούς, ενώ στο PCI (και σ’ αυτή την περίπτωση) πήγαν οι λιγότερο προετοιμασμένοι. Από τους κόλπους της καθολικής εκκλησίας εμφανίστηκαν υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι μπλεγμένοι στη διαμάχη Παλαιστινίων και Ισραηλινών τρομοκρατών, πιάστηκαν να μεταφέρουν βόμβες, δικάστηκαν και ανταλλάχθηκαν.

Δεν πρέπει να εξαπατηθούμε από τα φαινόμενα, θεωρώντας ότι το PCI υπήρξε ο μεγαλύτερος αποδέκτης της διανοουμενίστικης καμπάνιας. Η αναγκαιότητα να προσαρμοστεί το κράτος στην ιμπεριαλιστική ωριμότητα της οικονομίας οδήγησε στην Ιταλία μερικές ιδιωτικές και κρατικές μερίδες να υποστηρίξουν την τάση προς την πολιτική μορφή του δικομματισμού. Το PCI, από περιορισμένο σταλινικό και φιλοσοβιετικό κόμμα, πλεονέκτησε από μια τέτοια υποστήριξη και αύξησε κατά 1/3 την εκλογική του δύναμη. Γι’ αυτό το λόγο βρέθηκε να συγκεντρώνει μέρος της συναίνεσης της αυξανόμενης μάζας των διανοουμένων οι οποίοι λόγω του προσανατολισμού που είχαν, εκτός από αντιαμερικάνοι ήταν και αντιρώσοι και οι οποίοι δεν θα πήγαιναν αυθόρμητα στο χώρο του PCI αν τα μεγάλα γκρουπ δεν εξαπέλυαν μια εκτεταμένη αντι-χριστιανοδημοκρατική και «ευρωκομμουνιστική» καμπάνια.

Με την κρίση της αναδιάρθρωσης και από το γεγονός ότι οι αστικές μερίδες ενέκριναν τη χριστιανοδημοκρατία ως πρώτο κόμμα μέρος των διανοουμένων ξέφυγε λόγω γης διανοουμενίστικης ανεργίας από τη δημαγωγία του PCI και χρησιμοποιήθηκε ως όπλο φθοράς, ώστε να το υποχρεώσουν να στηρίξει με οποιοδήποτε κόστος τη χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση, που ήταν επιφορτισμένη με την πολιτική κατά των προλεταρίων και των μισθωτών. Αυτή η ενέργεια, με τα άμεσα αποτελέσματά της, τροφοδότησε και τα τρομοκρατικά ρεύματα των διανοουμένων, δηλαδή εκείνες τις ομάδες που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του ’60, αλλά δεν βρήκαν θέση στην ομαλοποίηση της δεκαετίας του ’70, όταν η ιταλική μητρόπολη ξαναπλησίασε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και, κατά συνέπεια, και τα πιο ενάντια προς τις ΕΠΑ ρεύματα, της χριστιανοδημοκρατίας και του PCI, μετρίασαν τις θέσεις τους.

Η διανοουμενίστικη τρομοκρατία στρέφεται σήμερα ενάντια στους μαθητευόμενους μάγους του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Σε μια άλλη συγκυρία η «βιοτεχνική» βία της που θα είναι σε θέση να καταστέλλει μόνο άτομα, αλλά και να καταστέλλεται, θα συμπεριλαμβανόταν στη «βιομηχανική» βία του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που κατορθώνει να καταστέλλει ολόκληρους πληθυσμούς. Οι μύθοι της θα γίνονταν μύθοι των νέων γενιών που είναι έτοιμες να στρατολογηθούν σε εθνικές περιπέτειες. Αλλά για τους μαθητευόμενους μάγους δεν έφτασε ακόμα η στιγμή της «αριστερής επέμβασης».

Οι διανοούμενοι που πέρασαν στην τρομοκρατία δεν το καταλαβαίνουν. Πιστεύουν ότι χτυπούν το κράτος των πολυεθνικών του μέλλοντος, ενώ ενδυναμώνουν το ιταλικό κράτος του παρόντος. Όπως πάντα, βρίσκονται από τη φύση τους, ένα γρανάζι πίσω στον τροχό της ιστορίας. Και γι’ αυτό το επαναστατικό προλεταριάτο αντιτίθεται σ’ αυτούς.

Lotta Comunista, φ. 92, 1978

Advertisements
This entry was posted in ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ and tagged , , . Bookmark the permalink.