Πλατφόρμα του Διεθνούς Γραφείου για το Επαναστατικό Κόμμα (1997)

ict

Πλατφόρμα του Διεθνούς Γραφείου για το Επαναστατικό Κόμμα

Εισαγωγή

Η σημερινή περίοδος

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έθεσε τέλος στον ψυχρό πόλεμο. Όμως αυτό το γεγονός δεν έθεσε τέλος στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, στον ιμπεριαλισμό και στην απειλή ενός παγκοσμίου πολέμου.

Αντιθέτως, η εξαφάνιση της ΕΣΣΔ οφείλεται σε βασικούς παράγοντες που συνδέονται με τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος σαν τέτοιου. Ο πρώτος λόγος είναι η κρίση της παγκόσμιας οικονομίας. Από την αρχή της δεκαετίας του ‘70, όλες οι μορφές καπιταλισμού, είτε οι κρατικές (δήθεν σοσιαλιστικές ή σχεδιαζόμενες οικονομίες) είτε οι λεγόμενες «μεικτές» οικονομίες του «ελεύθερου κόσμου», αναγκάστηκαν να έρθουν αντιμέτωπες με μια αυξανόμενη κρίση τελμάτωσης η οποία οφειλόταν στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός έφτασε στο τέλος του κύκλου συσσώρευσής του. Ένα από τα πρώτα σημάδια ήταν η υποτίμηση του δολαρίου το 1971, και η συνακόλουθη κατάρρευση της συμφωνίας του Bretton Woods που είχε διαμορφώσει την οικονομική τάξη του ιμπεριαλισμού μεταπολεμικά. Ήταν μια προσπάθεια ώστε να πληρωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο η επιβράδυνση της αμερικανικής ανάπτυξης.

Ο δεύτερος λόγος είναι η τελμάτωση της οικονομίας της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης. Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» όπως επέμεναν οι υποστηρικτές της, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή καπιταλισμού όπου το κράτος είχε αναλάβει το ρόλο της κλασσικής αστικής τάξης. Δυνάμει του μονοπωλίου του στην κρατική εξουσία, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης είχε γίνει στην πραγματικότητα το όχημα της νέας κυρίαρχης τάξης, που μεταβίβασε τα προνόμια από τη μία γενιά στην άλλη.

Επιπλέον, πρέπει να προσθέσουμε και τη σχετική εξασθένιση της ΕΣΣΔ. Η τελμάτωση συνοδευόμενη από μια τεχνολογική καθυστέρηση σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το δυτικό κόσμο, είχε σαν συνέπεια να εξασθενίσει η οικονομική βάση, για να υποστηριχθεί η στρατιωτική προσπάθεια. Σε αυτή την χωρίς προηγούμενο κούρσα εξοπλισμών, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80, η σοβιετική οικονομία δεν ήταν με κανένα τρόπο ικανή να ισοφαρίσει τις δαπάνες του αμερικανικού κράτους. Οι απόπειρες του Γκορμπατσόφ να θέσει τέλος σε αυτή την κούρσα και να αναδιαρθρώσει την οικονομία προσέκρουσαν στο σαμποτάζ που προέρχονταν από το εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης, και από το περιορισμένο πεδίο χειρισμών που είχε επιβάλλει η κρίση που προσπαθούσε να επιλύσει. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλλαν στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991.

Η ιστορία αυτής της περιόδου επιβεβαιώνει λοιπόν δύο πράγματα:

1.     Ο πλήρης έλεγχος της οικονομίας από το κράτος (η λεγόμενη σχεδιασμένη οικονομία) δεν είναι σοσιαλισμός. Σε μια πραγματικά σοσιαλιστική οικονομία, οι παραγωγοί θα αποφάσιζαν οι ίδιοι συλλογικά γι’αυτό που θα έπρεπε να παράγουν πάνω στη βάση των ανθρωπίνων αναγκών. Ο οικονομικός σχεδιασμός θα γίνονταν ζήτημα ορθολογιστικής διαχείρισης, προϋποθέτοντας τη διάθεση της εργατικής δύναμης σύμφωνα με τις προτεραιότητες της κοινωνίας. Εκεί δεν θα υπήρχαν κρίσεις όπως αυτές που έζησε η πρώην-ΕΣΣΔ.

2.     Καμία απόπειρα του καπιταλιστικού κράτους να καταργήσει ή να ρυθμίσει το νόμο της αξίας, και ακόμα λιγότερο το άπιαστο όνειρο να του προσδώσει μια ελεύθερη έκφραση (ο λεγόμενος νόμος της αγοράς) δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί από την παγκόσμια κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας.

Παρ’όλες τις προσπάθειες για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, παρ’όλες τις συμφωνίες ανάμεσα στις 7 μεγάλες παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις και τις διαγραφές διεθνών χρεών, παρά την επανάσταση του μικροτσίπ και την μετριασμένη με παροχές πρόνοιας και επιδόματα ανεργίας, καπιταλιστική αναδιάρθρωση, το πρόβλημα της καπιταλιστικής συσσώρευσης παραμένει. Είναι η χρόνια πτώση της υπεραξίας. Αυτή η πτώση αναγκάζει το κεφάλαιο να αναζητά ακόμα περισσότερα μέσα για την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, τόσο σε σχετικούς όσο και σε απόλυτους όρους.

Γενική κατάσταση και προοπτικές για την εργατική τάξη

Ας περάσουμε στη εξέταση των ταξικών συσχετισμών σήμερα. Υπάρχει μια τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στη σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης, με συνέπεια την απειλή ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου από τη μια πλευρά, και το χαμηλό επίπεδο αντεπίθεσης του προλεταριάτου από την άλλη. Η πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου στην παραγωγή και τη διανομή έχει γίνει όλο και περισσότερο απόλυτη πάνω στο σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Η αστική ιδεολογία έχει εισχωρήσει βαθιά στην εργατική τάξη μέσω των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και των συνδικάτων, με συνέπεια, να καταπνίγονται εξαρχής οι προλεταριακές απόπειρες αντίστασης στα αποτελέσματα της κρίσης.

Οι απεργίες που συνέβησαν, μερικές φορές ακόμα και σε ολόκληρους τομείς της εθνικής οικονομίας, ποτέ δεν εξαπλώθηκαν γιατί κάθε έννοια αλληλεγγύης και ταξικής ενότητας στραγγαλίστηκε από τον εθνικισμό, τον ατομικισμό και από την ιδέα να αλλάζουν τα πράγματα σε ένα τομέα κάθε φορά: Δηλαδή από όλες αυτές τις εκφράσεις της αστικής ιδεολογίας που η αριστερά του κεφαλαίου είχε ενσταλάξει στους εργάτες και τις εργάτριες. Η κυριαρχία του καπιταλισμού πάνω στην εργατική τάξη, μέσω των συνδικάτων και των κομμάτων της αριστεράς του κεφαλαίου, είναι η συγκεκριμένη εκδήλωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε «αλλοτρίωση των κοινωνικών σχέσεων». Όποια κι αν είναι η ιστορική τους προέλευση, σήμερα δεν είναι παρά τα υλικά όργανα του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, και όχι απλώς να καταγγέλλονται.

Παρά τις αναμφισβήτητες επιτυχίες του καπιταλισμού να συγκρατεί την ταξική πάλη, οι αντιφάσεις του παραμένουν. Σαν μαρξιστές ξέρουμε ότι δεν θα μπορούν να συγκρατούνται αιωνίως. Από τη έκρηξη αυτών των αντιφάσεων δεν θα προκύψει αναγκαστικά μια νικηφόρα επανάσταση. Στην ιμπεριαλιστική εποχή, ο παγκόσμιος πόλεμος είναι το μέσο με το οποίο το κεφάλαιο «ελέγχει» και ξεδιαλύνει τις αντιφάσεις του.

Ωστόσο πριν συμβεί αυτό, είναι πιθανό η ιδεολογική επιρροή της αστικής τάξης στην εργατική τάξη, να μπορέσει να ανακοπεί. Με άλλα λόγια, μπορούν να παρουσιαστούν μαζικά και ξαφνικά κύματα ταξικών αγώνων, και οι επαναστάτες πρέπει συνεπώς να προετοιμαστούν γι’αυτό. Όταν η τάξη πάρει ξανά την πρωτοβουλία, και αρχίσει να χρησιμοποιεί την συλλογική της δύναμη ενάντια στις επιθέσεις του κεφαλαίου, οι επαναστατικές πολιτικές οργανώσεις πρέπει να είναι σε θέση να διεξάγουν τις αναγκαίες πολιτικές και οργανωτικές μάχες ενάντια στις δυνάμεις της αστικής αριστεράς.

Κάθε κύμα διαδοχικών αγώνων θα είναι μια προετοιμασία για την επανάσταση μόνο εάν το πρόγραμμα και η οργάνωση των επαναστατών ξεπροβάλλουν πιο δυνατά, και μόνο όταν το επαναστατικό πρόγραμμα (και η οργάνωση που το στηρίζει) θα μπορέσει, μέσα από την ίδια την πάλη, να ριζώσει στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Αυτό αποδεικνύεται από την εμπειρία του προλεταριάτου.

Η ρώσικη επανάσταση του 1905 ήταν η προετοιμασία του 1917, με την έννοια ότι το επαναστατικό πρόγραμμα που οδήγησε στο 1917 βγήκε ενδυναμωμένο από τις προηγούμενες πολιτικές μάχες. Σήμερα δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα εμφανιζόταν ένα τέτοιο επεισόδιο γενικευμένων και επαναστατικών συγκρούσεων το οποίο παρ’ όλο που θα οδηγούσε στην άμεση ήττα της τάξης, θα ενίσχυε ωστόσο τις επαναστατικές δυνάμεις. Εντούτοις, ένα πράγμα είναι σίγουρο, εάν επέρχονταν ένα τέτοιο μαζικό κίνημα χωρίς οι επαναστατικές ιδέες να πάρουν μια σημαντική πολιτική και οργανωτική μορφή στο εσωτερικό του συνόλου της εργατικής τάξης, τότε η ήττα θα έπαιρνε ιστορικές διαστάσεις. Γι’ αυτό, το καθήκον της προλεταριακής πολιτικής οργάνωσης είναι να στρέψει προς την εργατική τάξη τα μαθήματα της δικής της πολιτικής εμπειρίας, προκειμένου να γίνουν η υλική δύναμη για τη χειραφέτηση της τάξης μας.

Το Διεθνές Γραφείο για το Επαναστατικό Κόμμα

Το Διεθνές Γραφείο σχηματίστηκε το 1983, αποτέλεσμα μιας μεικτής πρωτοβουλίας του Partito Comunista Internazionalista (Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα) στην Ιταλία και της Communist Workers’ Organization (Κομμουνιστική Εργατική Οργάνωση) στη Βρετανία. Υπήρχαν δύο κύριοι λόγοι στη βάση αυτής της πρωτοβουλίας.

Ο πρώτος ήταν να δοθεί μια οργανωτική μορφή σε μια ήδη υπάρχουσα τάση στο εσωτερικό του προλεταριακού πολιτικού στρατοπέδου. Αυτό προέκυψε από τις Διεθνείς Συνδιασκέψεις που συγκάλεσε η Battaglia Comunista(1) μεταξύ του 1977 και του 1981.

Η βάση προσχώρησης στην τελευταία από αυτές τις συνδιασκέψεις ήταν τα επτά σημεία που ψηφίστηκαν από το PCInt και την CWO στην Τρίτη Συνδιάσκεψη:

1.     Αναγνώριση ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν μια προλεταριακή επανάσταση.

2.     Αναγνώριση της ρήξης με τη σοσιαλδημοκρατία όπως τέθηκε από τα δυο πρώτα συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς.

3.     Ανεπιφύλακτη απόρριψη του κρατικού καπιταλισμού και της αυτοδιαχείρισης.

4.     Απόρριψη των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων σαν αστικών κομμάτων.

5.     Απόρριψη όλων των πολιτικών που υποτάσσουν το προλεταριάτο στην εθνική αστική τάξη.

6.     Ένας προσανατολισμός προς την οργάνωση των επαναστατών, που αναγνωρίζει ότι η μαρξιστική θεωρία αντιπροσωπεύει την προλεταριακή επιστήμη.

7.     Αναγνώριση των διεθνών συναντήσεων σαν μέρος της δουλειάς διαλόγου μεταξύ των επαναστατικών ομάδων για το συντονισμό της πολιτικής τους παρέμβασης στους αγώνες της τάξης, με απώτερο σκοπό να συμβάλλουν στο προτσές που οδηγεί στο σχηματισμό του Διεθνούς Κόμματος του Προλεταριάτου, απαραίτητου πολιτικού οργάνου καθοδήγησης του επαναστατικού ταξικού κινήματος και της ίδιας της προλεταριακής εξουσίας.

Ο δεύτερος λόγος ήταν η θέληση να δράσουμε ως πόλος αναφοράς για τα άτομα και τις οργανώσεις που πρόβαλλαν ξανά στη διεθνή σκηνή στο μέτρο που η αυξανόμενη κρίση του καπιταλισμού προκαλούσε μια πολιτική απάντηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να πούμε ότι η πρώτη δεκαετία της ύπαρξης του Γραφείου σημαδεύτηκε από την ανάκαμψη μιας μαζικής ταξικής πάλης. Ακριβώς το αντίθετο, όπως είπαμε, η εργατική αντεπίθεση στις αυξανόμενες επιθέσεις του κεφαλαίου περιορίστηκε ουσιαστικά σε αγωνιστικές, όμως κλαδικού χαρακτήρα συγκρούσεις (όπως η απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων του 84-85, ή ο αγώνας διαρκείας των Ισπανών λιμενεργατών),των οποίων το αποτέλεσμα ήταν μια ήττα. Επομένως το διεθνές κεφάλαιο επωφελήθηκε από μια στιγμή ανάπαυλας χάρη στην οποία μπόρεσε να αναδιαρθρωθεί εις βάρος του ψωμιού εκατομμυρίων εργατών και εργατριών, με τον πολλαπλασιασμό των μέτρων λιτότητας, την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν εκπληκτικό που είδαμε σχετικά λίγους να έρχονται στις προλεταριακές πολιτικές θέσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80. Πολλοί απ’ αυτούς που εκδηλώθηκαν, αργότερα εξαφανίστηκαν, στο μέτρο που τους κατέβαλλε η πολιτική απομόνωση. Κι όμως, παρά τη μη ευνοϊκή αντικειμενική κατάσταση και τη μετριότητα των δυνάμεών μας, η οργανωτική ύπαρξη του Γραφείου σταθεροποιήθηκε. Συμμεριζόμενο πάντα την ευθύνη της παγκόσμιας ανταπόκρισης, και όταν αυτό ήταν δυνατό, οργανώνοντας άμεσες συναντήσεις και συζητήσεις με τα πολιτικά στοιχεία που ερχόταν σε επαφή, το ΔΓΕΚ δημοσίευσε πολλές διεθνείς διακηρύξεις και τις διέδωσε σε διάφορες γλώσσες κατά τη διάρκεια κρίσιμων γεγονότων στην πορεία των τελευταίων ετών.

Τέλος, έχουμε εξηγήσει ότι το Γραφείο υπάρχει σαν ειδική και αναγνωρίσιμη τάση στο εσωτερικό του ευρύτερου προλεταριακού στρατοπέδου. Μπορούμε να ορίσουμε σύντομα αυτό το τελευταίο σαν όλους αυτούς και αυτές που στηρίζουν την αυτονομία της προλεταριακής τάξης απέναντι στο κεφάλαιο, που απορρίπτουν τον καπιταλισμό σε όλες του τις μορφές και που δεν θεώρησαν ποτέ τον σταλινισμό και την πρώην ΕΣΣΔ σαν σοσιαλισμό, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση υπήρξε το σημείο αφετηρίας αυτού που θα έπρεπε να είχε γίνει μια πιο σημαντική παγκόσμια επανάσταση. Μεταξύ των οργανώσεων που συμπεριλαμβάνουμε σ’ αυτό το πλαίσιο, απομένουν σημαντικές πολιτικές διαφορές, μεταξύ αυτών και το ακανθώδες ζήτημα του χαρακτήρα και της λειτουργίας της επαναστατικής οργάνωσης. Το πολιτικό πλαίσιο του ΔΓΕΚ είναι το εξής:

1.     Η προλεταριακή επανάσταση θα είναι διεθνής ή δεν θα είναι τίποτα. Η διεθνής επανάσταση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός διεθνούς κόμματος που να αντιπροσωπεύει την συγκεκριμένη πολιτική έκφραση του τμήματος του προλεταριάτου που κατέχει την πιο προχωρημένη ταξική συνείδηση, και οργανώνεται συλλογικά προκειμένου να παλέψει για το επαναστατικό πρόγραμμα στο εσωτερικό της υπόλοιπης τάξης. Η ιστορία απέδειξε ότι οι προσπάθειες για να σχηματιστεί το κόμμα κατά τη διάρκεια της ίδια της επανάστασης ήταν πολύ λίγες και πολύ αργοπορημένες.

2.     Το ΔΓΕΚ έχει επομένως σαν στόχο τη δημιουργία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κόμματος μόλις το πρόγραμμα και οι διεθνείς δυνάμεις θα το επιτρέψουν. Ωστόσο, το Γραφείο είναι Για το κόμμα όμως δεν ισχυρίζεται ότι είναι ο μόνος προϋπάρχων πυρήνας του. Το μελλοντικό κόμμα δεν θα είναι η απλή επέκταση μιας μόνο οργάνωσης.

3.     Πριν μπορέσει να σχηματιστεί το παγκόσμιο κόμμα, οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες του επαναστατικού προγράμματος θα πρέπει να διευκρινιστούν σε όλες τους τις πτυχές μέσω της συζήτησης και του διαλόγου μεταξύ των τμημάτων που θα το αποτελέσουν.

4.     Οι οργανώσεις που ενδεχομένως θα φθάσουν στο σημείο να σχηματίσουν το κόμμα, πρέπει να έχουν ήδη μια σημαντική επιρροή στο εσωτερικό της εργατικής τάξης στις περιοχές απ’ τις οποίες προέρχονται. Η ανακήρυξη του διεθνούς κόμματος (ή του βασικού του πυρήνα) μόνο στη βάση της ύπαρξης προπαγανδιστικών ομάδων δεν θα αποτελούσε ένα μεγάλο βήμα εμπρός για το επαναστατικό κίνημα.

5.     Η επαναστατική οργάνωση πρέπει να προσπαθεί να ξεπερνά την κατάσταση ενός απλού δικτύου προπαγάνδας. Παρά τις περιορισμένες ευκαιρίες, το καθήκον των προλεταριακών οργανώσεων του σήμερα είναι να δουλέψουν για να καθιερωθούν ως επαναστατική δύναμη στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, με σκοπό να δείξουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η ταξική πάλη για να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τους επαναστατικούς αγώνες του αύριο.

6.     Το μάθημα που πρέπει να αποκομίσουμε από το τελευταίο επαναστατικό κύμα δεν είναι ότι η εργατική τάξη μπορεί να κάνει και χωρίς οργανωμένη καθοδήγηση, ούτε ότι το κόμμα είναι η τάξη (σύμφωνα με τις μεταφυσικές ασάφειες των μπορντιγκιστών). Αλλά ότι η ηγεσία και η οργανωμένη μορφή της (το κόμμα) είναι τα πιο σημαντικά όπλα της επαναστατικής εργατικής τάξης. Καθήκον της θα είναι να παλέψει για μια κομμουνιστική προοπτική μέσα στα μαζικά όργανα της προλεταριακής εξουσίας (τα σοβιέτ ή συμβούλια). Ωστόσο το κόμμα θα παραμείνει μια μειοψηφία της εργατικής τάξης και όχι το υποκατάστατό της τάξης γενικά. Το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού ανήκει στο σύνολο της εργατικής τάξης. Είναι ένα καθήκον που δεν μπορεί να ανατεθεί, ούτε και στην πιο συνειδητή πρωτοπορία της τάξης.

Πλατφόρμα του Διεθνούς Γραφείου για το Επαναστατικό Κόμμα

Ο Καπιταλισμός

Όπως όλες οι ταξικές κοινωνίες, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υποφέρει από την αντίφαση ανάμεσα στις δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Στον καπιταλισμό, η εργατική δύναμη (το προλεταριάτο) υπάρχει σαν εμπόρευμα που πωλείται απ’ τους κατόχους του με αντάλλαγμα ένα μισθό ίσο με τα αγαθά που χρειάζονται για τη διατήρηση της ύπαρξης, και την εξασφάλιση της αναπαραγωγής της ίδιας της εργατικής δύναμης. Σε ταξικούς όρους, αυτό εκφράζεται με την αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη (αυτούς που κατέχουν και ελέγχουν τα μέσα παραγωγής) και το προλεταριάτο (αυτούς που ξοδεύουν την εργατική τους δύναμη σ’ αυτά τα μέσα παραγωγής). Η εργασία είναι η πηγή κάθε αξίας. Μόνο η εργατική δύναμη μπορεί να μεταμορφώσει τις πρώτες ύλες σε εμπορεύματα. Όλα τα εμπορεύματα έχουν ταυτόχρονα μια αξία χρήσης και μια ανταλλακτική αξία. Οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται για την πρώτη μορφή της αξίας παρά μόνο στο βαθμό που αυτή καθιστά ικανά προς πώληση τα εμπορεύματα για να προσλάβουν τη δεύτερη μορφή για τον αγοραστή. Και είναι αυτή η ανταλλαγή κεφαλαιοποιημένης αξίας, όπως εκφράζεται από την παραγόμενη από την εργατική δύναμη των προλεταρίων υπεραξία, που αποτελεί την πηγή των κερδών στον καπιταλισμό. Η τάση του κεφαλαίου να απομυζά όλο και περισσότερη υπεραξία προερχόμενη απ’ την εργατική δύναμη, είναι η βάση της ταξικής πάλης μεταξύ αστών και προλεταρίων, ανάμεσα στον καπιταλισμό και την εργατική τάξη. Αυτό παραμένει εξίσου σωστό και σήμερα, στις λεγόμενες μεταβιομηχανικές κοινωνίες, ενώ οι εκπρόσωποι του καπιταλισμού μας διαβεβαιώνουν ότι η εργατική τάξη έχει εξαφανιστεί-όπως ήταν σωστό και τον περασμένο αιώνα όταν μια νέα κατηγορία αστών οικονομολόγων αρνούνταν ότι η εργατική δύναμη ήταν η πηγή του πλούτου. Οι θεμελιώδεις ταξικές αντιθέσεις παραμένουν, ανεξαρτήτως απ’ τις τεχνολογικές αλλαγές που συνέβησαν στον καπιταλισμό.

Οι διάφορες μορφές καπιταλισμού

Ο θεμελιώδης ανταγωνισμός ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και την περιορισμένη κατοχή της ιδιοκτησίας παραμένει, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη νομική μορφή της αστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής απ’ την μια πλευρά, και τις μεταβαλλόμενες μορφές του κοινωνικού χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας από την άλλη. Η κρατική ιδιοκτησία των σημαντικότερων μέσων παραγωγής, δεν μεταβάλλει τον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα σαν ιδιοκτησίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο είναι η πραγματική μορφή κεφαλαίου στην ιμπεριαλιστική εποχή. Έτσι και η κυριαρχία εθνικών και πολυεθνικών μονοπωλίων με τη μορφή μετοχικών εταιριών (δρώντας σαν «κοινωνικό κεφάλαιο») δεν σημαίνει το τέλος των βασικών αντιφάσεων του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο την όξυνση και την επέκτασή τους προσδίδοντάς τους μια διεθνή διάσταση. Ο Ένγκελς το είχε αναγνωρίσει αυτό πολύ καιρό πριν όταν εξηγούσε ότι:

…ούτε η μετατροπή σε μετοχική εταιρία, ούτε η μετατροπή σε κρατική ιδιοκτησία δεν καταργούν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων. Για τις μετοχικές εταιρίες (και τα τραστ), αυτό είναι προφανές. Και το σύγχρονο κράτος επίσης δεν είναι παρά η οργάνωση που αντιπαρατάσσει η αστική κοινωνία για να διατηρήσει τους γενικούς εξωτερικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ενάντια στις παραβιάσεις τόσο των εργατών όσο και των μεμονωμένων καπιταλιστών. Το σύγχρονο κράτος, όποια κι αν είναι η μορφή του, είναι ουσιαστικά μια καπιταλιστική μηχανή, το κράτος των καπιταλιστών, η ιδανική προσωποποίηση ολόκληρου του εθνικού κεφαλαίου. Όσο περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις καταλαμβάνει, τόσο περισσότερο γίνεται πραγματικά ο εθνικός καπιταλιστής, τόσο περισσότερους πολίτες εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί εργάτες-προλετάριοι. Η καπιταλιστική σχέση δεν καταργείται, αντιθέτως φτάνει στο αποκορύφωμα της.

Αντί-Ντύρινγκ

Έτσι αυτές οι χώρες που δεν πάει πολύς καιρός από τότε που μας έλεγαν ότι ήταν σοσιαλιστικές, δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από μια ιδιαίτερη μορφή καπιταλισμού, όπου το Κράτος ήλεγχε άμεσα τα υλικά μέσα παραγωγής και κατείχε το μονοπώλιο της αγοράς. Η άθλια κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να επιβεβαιώνει την ανάλυση που αναπτύχθηκε από την Κομμουνιστική Αριστερά (και η οποία βασίζεται στην κριτική της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας) κατά τη διάρκεια των μακρών χρόνων που χωρίζουν την Οκτωβριανή Επανάσταση από την κατάρρευση του ρωσικού μπλοκ. Η τραγική συνταύτιση της κρατικής ιδιοκτησίας με τον σοσιαλισμό έλαβε τέλος τώρα που η υποτιθέμενη σοβιετική κοινωνία ξαναγύρισε στις νομικές μορφές του κλασσικού (δυτικού) καπιταλισμού.

Ο Ιμπεριαλισμός

Η πρώην ΕΣΣΔ και τα προσκείμενα σε αυτήν κράτη αποτελούσαν ένα ιμπεριαλιστικό μπλοκ. Η κατάρρευση αυτού του μπλοκ άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού, κεφάλαιο όμως που αποτελεί κομμάτι της ιστορίας του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, προϊόν ενός ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, σημάδεψε μια οριστική στροφή στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Έδειξε ότι το προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις που πλέον οι κυκλικές κρίσεις, οι οποίες ήταν πάντα συνυφασμένες με το προτσές συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, θα ήταν παγκόσμιες κρίσεις που θα επιλύονταν μόνο με τον παγκόσμιο πόλεμο. Εν ολίγοις, αυτό επιβεβαίωσε ότι ο καπιταλισμός είχε εισέλθει σε μια νέα ιστορική εποχή, την εποχή του ιμπεριαλισμού όπου κάθε κράτος αποτελεί τμήμα μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και δεν μπορεί να αποφύγει τους νόμους που την κατευθύνουν. Κατά συνέπεια ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλά η πολιτική των πιο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών που επιβάλλεται στα πιο αδύναμα, αλλά το αναπόφευκτο προτσές μέσα απ’ το οποίο τα χρηματιστικά και βιομηχανικά πλοκάμια των υψηλά ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κέντρων απορροφούν την υπεραξία που προέρχεται από τις περιφερειακές περιοχές. Αυτό το προτσές δεν αναγνωρίζει εντολές και κρατικά σύνορα ούτε και παραχωρεί καμιά εθνική υπόληψη στις αστικές τάξεις των περιφερειακών ζωνών. Αυτές οι τελευταίες αποτελούν τμήμα της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης και εμπλέκονται στους μηχανισμούς του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου όσο και η αστική τάξη των παραδοσιακών καπιταλιστικών μητροπόλεων.

Η έναρξη της ιμπεριαλιστικής εποχής του καπιταλισμού, με το φαύλο κύκλο πολέμου-ανοικοδόμησης-κρίσης, εγγράφει επίσης στην ατζέντα της ιστορίας και μια πιο υψηλή μορφή πολιτισμού (τον κομμουνισμό). Αυτό επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο, τον Οκτώβρη του 1917, όταν το ρωσικό προλεταριάτο κατέλαβε την εξουσία σαν πρώτη πράξη του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου επαναστατικού κύματος που ξεπρόβαλλε μέσα από τις αιματοχυσίες και τις καταστροφές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, η εμπειρία αυτής της περιόδου επιβεβαίωσε επίσης με όχι λιγότερο δραματικό τρόμο και την χρεοκοπία της πλειοψηφίας των παλιών κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς που, όχι μόνο δικαιολόγησαν την αλληλοσφαγή των προλεταρίων, όταν υποστήριξαν τα «δικά τους» εθνικά κράτη κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά έκαναν και ότι καλύτερο μπορούσαν για να καταπνίξουν την επανάσταση στο όνομα του σοσιαλισμού, κατά τη διάρκεια της επαναστατικής πλημμυρίδας που ακολούθησε μετά τον πόλεμο. Έτσι μπορούμε σήμερα να δούμε ότι υπάρχει μια εμφανείς διαφορά μεταξύ των προλεταριακών πολιτικών οργανώσεων της προ-οκτωβριανής περιόδου και αυτών της μετέπειτα. Κατά τη διάρκεια της ανόδου και της εδραίωσης του καπιταλισμού σαν κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, τα αστικά εθνικιστικά ή αντί-δεσποτικά κινήματα παρείχαν το πλαίσιο για την κινητοποίηση των ευρωπαϊκών προλεταριακών μαζών, οι οποίες με την σειρά τους διευκόλυναν το σχηματισμό μεγάλων συνδικάτων και κομματικών οργανώσεων. Στο εσωτερικό αυτών των οργάνων, η εργατική τάξη ήταν σε θέση να εκφράσει την ξεχωριστή ταξική της ταυτότητα, προωθώντας τις δικές της διεκδικήσεις, αν και μέσα στο πλαίσιο των υπαρκτών αστικών κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την ίδια στιγμή οι επαναστατικές θεωρίες των Μαρξ και Ένγκελς πέτυχαν την αναγνώρισή τους και έγιναν ένα σταθερό σημείο της προλεταριακή πολιτικής ζωής, ωστόσο οι κύριες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις δεν έδρασαν ποτέ σύμφωνα με τα πολιτικά διδάγματα του μαρξισμού. Για τα σοσιαλιστικά κόμματα η επανάσταση που είχε διαβλέψει ο Μαρξ, παρέμεινε ένας μακρινός στόχος που θα μπορούσε να επιτευχθεί, με απροσδιόριστα μέσα, κάποια μέρα στο μέλλον. Ο σοσιαλισμός παρέμεινε το «ένδοξο μέλλον» για το οποίο αγωνίζονταν θεωρητικά, όμως στην πράξη, ο στρατηγικός στόχος που προσδιόριζε τις τακτικές τους είχε γίνει, σταδιακά, ο αγώνας για τις κοινοβουλευτικές εκλογές, το οχτάωρο, την ελευθερία οργάνωσης κτλ, και όχι ο αγώνας για την εξουσία.

Με την ταύτιση της σοσιαλδημοκρατίας με τον ιμπεριαλισμό το 1914, το κίνημα της εργατικής τάξης έφτασε σε μια αποφασιστική στροφή. Έτσι προέκυψε η πλήρης ρήξη των κομμουνιστών με τις ξεπερασμένες δυνάμεις του ρεφορμισμού, οι οποίες μέσω της Δεύτερης Διεθνούς είχαν κυριαρχήσει στο μαζικό κίνημα. Η ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, διακηρύσσοντας την έναρξη της εποχής της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, σήμανε την νίκη των θεμελιωδών αρχών του μαρξισμού. Η κομμουνιστική δραστηριότητα κατευθύνεται τώρα μόνο προς την ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους προκειμένου να δημιουργήσει τις συνθήκες για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.

Επανάσταση και αντεπανάσταση

Η ήττα του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος και ο χαρακτήρας της αντεπανάστασης στη Ρωσία, έθεσαν προβλήματα για τους επαναστάτες μαρξιστές, όταν αυτοί προσπάθησαν να κατανοήσουν τα μαθήματα ολόκληρης της εμπειρίας της περιόδου μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αντεπαναστατικό προτσές βρήκε απήχηση μέσα στην Τρίτη Διεθνή με την επιβολή στα κόμματα που την αποτελούσαν της υποχρέωσης να υπερασπίζονται το ρωσικό κράτος και ταυτοχρόνως με την υποχώρηση των κομμάτων αυτών πίσω σε σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές και τακτικές. Αυτό το προτσές εκφυλισμού ακολούθησε και ο Τρότσκι με τους υποστηρικτές του, με την πολιτική εισοδισμού στο εσωτερικό των σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών κόμματων (τη λεγόμενη «γαλλική στροφή») κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘30, και τη στήριξη του τροτσκισμού στις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της ΕΣΣΔ, κάτι που διέλυσε τον τροτσκισμό σαν εν δυνάμει επαναστατικό ρεύμα. Έτσι έμεινε σε άλλους το καθήκον να βγάλουν τα μαθήματα της ήττας. Παρά τις φιλορωσικές θέσεις των σταλινοποιημένων κομμουνιστικών κομμάτων, και τον εκφυλισμό της μεγάλης μπολσεβίκικης εμπειρίας στο πεδίο του κρατικού καπιταλισμού, τα μαθήματα που αποκομίσθηκαν από την Κομμουνιστική Αριστερά, για τον κρατικό- καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ρωσίας, εμπόδισαν να δυσφημιστεί εντελώς το κομμουνιστικό πρόγραμμα από αυτή την εμπειρία. Αυτό σήμαινε ότι, ακόμα και κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου μπορούσε να ξεπροβάλλει μια επαναστατική δύναμη (το Partito Comunista Internazionalista σχηματίστηκε στην Ιταλία το 1943).

Η εμπειρία της αντεπανάστασης υποχρεώνει επίσης τους επαναστάτες να εμβαθύνουν την κατανόηση τους για τα προβλήματα απέναντι στις σχέσεις μεταξύ Κράτους, κόμματος και τάξης. Ενώ ο ρόλος που έπαιξε το παλιό επαναστατικό κόμμα στη ρώσικη αντεπανάσταση οδήγησε πολλούς υποτιθέμενους επαναστάτες στο να απορρίψουν εντελώς την ίδια την ιδέα ενός ταξικού κόμματος, το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Το ταξικό κόμμα είναι απαραίτητο στην επαναστατική πάλη του προλεταριάτου για τον απλό λόγο ότι είναι η πολιτική έκφραση της ταξικής συνείδησης. Περιλαμβάνει το πιο πολιτικά προχωρημένο τμήμα της εργατικής τάξης, οργανωμένο για να υπερασπιστεί το πρόγραμμα χειραφέτησης ολόκληρου του προλεταριάτου. Εξ’ ορισμού, το επαναστατικό κόμμα θα είναι πάντα μια μειοψηφία του προλεταριάτου, κι όμως το κομμουνιστικό πρόγραμμα που υπερασπίζεται μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή μόνο από την εργατική τάξη στο σύνολό της. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, το κόμμα θα στοχεύει στο να πάρει την πολιτική καθοδήγηση προβάλλοντας το πρόγραμμά του στα μαζικά όργανα της εργατικής τάξης. Όσο κι αν η επαναστατική συνείδηση είναι αδιανόητη χωρίς ένα κόμμα, το μάθημα της ρωσικής εμπειρίας είναι εδώ για να δείξει ότι ακόμα και το πιο συνειδητό ταξικό κόμμα δεν μπορεί να διατηρήσει μια επανάσταση απομονωμένη από τα σοβιέτ (ή από παρόμοια μαζικά όργανα της εργατικής τάξης). Τα σοβιέτ (συμβούλια) είναι η έκφραση της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης (της δικτατορίας του προλεταριάτου), η παρακμή και η περιθωριοποίησή τους από την ρωσική πολιτική ζωή έγιναν το σύμβολο του στραγγαλισμού του νεαρού σοβιετικού κράτους από την καπιταλιστική αντεπανάσταση. Η εξουσία που είχε μείνει στα χέρια των μπολσεβίκων κομισάριων, στο βαθμό που αυτοί είχαν απομονωθεί από την εξαντλημένη και αποδεκατισμένη εργατική τάξη, ήταν η εξουσία ενός καπιταλιστικού κράτους. Στην μελλοντική παγκόσμια επανάσταση, το διεθνές κόμμα πρέπει να στοχεύει στην καθοδήγηση του ταξικού κινήματος αποκλειστικά μέσω των μαζικών ταξικών οργάνων, των οποίων την εμφάνιση ενθαρρύνει. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία τυπική εγγύηση νίκης, και το επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να περιοριστεί εκ των προτέρων, υψώνοντας μηχανικά εμπόδια για τον κίνδυνο της ήττας. Ούτε το κόμμα, ούτε τα σοβιέτ δεν είναι μια καθεαυτού εγγύηση απέναντι στην αντεπανάσταση. Η μόνη εγγύηση νίκης είναι η ταξική συνείδηση των ίδιων των εργατικών μαζών.

Το επαναστατικό κόμμα

Το ταξικό κόμμα-ή οι πολιτικές οργανώσεις που προηγούνται πριν απ’ αυτό-περιλαμβάνει το πιο συνειδητό τμήμα του προλεταριάτου το οποίο οργανώνεται προκειμένου να υπερασπιστεί το πρόγραμμα για τη χειραφέτηση ολόκληρης της εργατικής τάξης. Χρησιμοποιώντας τα εργαλεία του μαρξισμού, βγάζει τα πολιτικά μαθήματα της ιστορικής εμπειρίας της τάξης για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα και να καθορίσει τις τακτικές που απορρέουν απ’ αυτό. Το μελλοντικό παγκόσμιο κόμμα θα έχει ως καθήκον να αποσπάσει τις μάζες από την αντιδραστική επιρροή των διαφόρων αντεπαναστατικών ομάδων και εθνικιστικών τάσεων που κυριαρχούν στην εργατική τάξη. Όταν οι εργαζόμενες μάζες-κάτω από τη πίεση των υλικών αντιφάσεων του παγκόσμιου καπιταλισμού-εμφανιστούν για ακόμα μια φορά στην σκηνή της ιστορίας σε σύγκρουση με τους εκμεταλλευτές τους, το κόμμα θα βρει τους όρους για να εκπληρώσει πλήρως τα βασικά του καθήκοντα. Για να κερδίσει τις μάζες στο κομμουνιστικό πρόγραμμα και να κατακτήσει την πολιτική ηγεσία της πάλης για να την οδηγήσει προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους. Συνεπώς η επανάσταση θα πετύχει μόνο εάν η επαναστατική οργάνωση-το κομμουνιστικό κόμμα που βρίσκεται επικεφαλής της τάξης-είναι κατάλληλα ανεπτυγμένη και προετοιμασμένη για τη μετωπική της έφοδο ενάντια στους πολιτικούς εχθρούς του επαναστατικού προγράμματος. Κατά συνέπεια εμείς απορρίπτουμε τα σχήματα που αναβάλλουν την ίδρυση του κόμματος για τη στιγμή της επανάστασης, ή που περιορίζουν τα καθήκοντά του στην προπαγάνδα και απλά στην επαναστατική «παρότρυνση».

Παρ’ όλες τις ευθύνες που πιέζουν τις επαναστατικές προλεταριακές δυνάμεις να οργανωθούν άμεσα, οι περιστάσεις στις οποίες βρίσκονται επιβάλλουν αυστηρά όρια στην ικανότητά τους να επηρεάζουν τις πλατιές μάζες. Κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής εποχής, η αστική κυριαρχία πάνω στην κοινωνία είναι τόσο εκλεπτυσμένη και διαδεδομένη που έχει αγκαλιάσει όλες τις πτυχές της ζωής. Με τις πιο ακραίες μορφές συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής στα χέρια του ιμπεριαλιστικού χρηματιστικού κεφαλαίου, η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης είναι άνευ προηγουμένου. Αυτό που είχε βεβαιώσει ο Μαρξ εδώ και πάνω από έναν αιώνα είναι σωστό σήμερα περισσότερο από ποτέ:

Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι, σε κάθε εποχή, οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι ταυτοχρόνως και η πνευματική δύναμη που κυριαρχεί σ’αυτήν την κοινωνία. Η τάξη που κατέχει τα μέσα υλικής παραγωγής κατέχει ταυτοχρόνως και κατά το ίδιο τρόπο και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής, κατά συνέπεια οι ιδέες αυτών που στερούνται αυτά τα μέσα υποτάσσονται, γενικά, σε αυτές της κυρίαρχης τάξης. Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτα άλλο απ’την ιδεολογική έκφραση των κυρίαρχων υλικών όρων, των κυρίαρχων υλικών όρων που έχουν πάρει τη μορφή ιδεών, η έκφραση των συνθηκών που κάνουν ακριβώς αυτή την τάξη κυρίαρχη, συνεπώς οι ιδέες της κυριαρχίας της.

Η Γερμανική Ιδεολογία

Αυτό σημαίνει ότι σε καταστάσεις κοινωνικής ειρήνης, και ιδιαίτερα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα που η αστική ιδεολογία είναι πιο διαδεδομένη και πιο ανεπτυγμένη, το προλεταριάτο είναι υποταγμένο σε όλο το βάρος της αστικής ιδεολογίας και των αστικών οργανώσεων. Αυτό με τη σειρά του επιβάλει έναν εμφανή διαχωρισμό μεταξύ του συνόλου του προλεταριάτου, και της πολιτικής έκφρασης της ιστορικής του πάλης: Του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μόνο περίοδοι οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων μπορούν να καταλήξουν σε μια ρήξη της ιδεολογικής και πολιτικής επιρροής της αστικής τάξης. Μέχρι τότε, το επαναστατικό πρόγραμμα και οι πολιτικές οργανώσεις που αντιπροσωπεύονται απ’ αυτό, θα υπάρχουν σε συνθήκες αναγκαστικού διαχωρισμού από την τάξη. Αυτός είναι ένας διαχωρισμός που δεν μπορεί να νικηθεί απλά με μια πράξη θέλησης ή με οργανωτικά μέσα.

Ωστόσο, ο κύκλος συσσώρευσης που άρχισε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο φτάνει στο τέλος του. Το μεταπολεμικό μπουμ έχει δώσει εδώ και πολύ καιρό τη θέση του σε μια παγκόσμια οικονομική κρίση. Για μια ακόμα φορά, το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή της προλεταριακής επανάστασης τίθεται ξανά στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας και επιβάλει στους επαναστάτες ανά τον κόσμο την ανάγκη να ξανασφίξουν τις γραμμές τους. Σε αυτή την εποχή παγκόσμιου μονοπωλίου του καπιταλισμού, καμιά χώρα δεν μπορεί να αποφύγει τις δυνάμεις που οδηγούν τον καπιταλισμό στον πόλεμο. Η αναπόφευκτη πορεία του καπιταλισμού προς τον πόλεμο εκφράζεται σήμερα με την παγκόσμια επίθεση στις συνθήκες ζωής και εργασίας του προλεταριάτου. Συνεπώς οι υλικοί όροι για μια διεθνή πάλη του προλεταριάτου ενάντια στους εκμεταλλευτές του, υπάρχουν. Η αναγκαιότητα και η δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης υπάρχουν επίσης.

Αυτό που ακόμα λείπει είναι ένα επαναστατικό κόμμα ικανό να στηρίξει και να προετοιμάσει μια τέτοια σύγκρουση.

Καθοδηγητικές Αρχές τη Οργάνωσης

1.     Η ιστορική εποχή που οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν ένα στοιχείο προόδου μέσα στο καπιταλιστικό κόσμο, τερματίστηκε με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας του καπιταλισμού σήμαινε ότι η εμφανής διαφορετικότητα των κοινωνικών σχηματισμών ανά τον κόσμο δεν αποτελούσε αντανάκλαση μιας ποικιλίας διαφορετικών τρόπων παραγωγής. Έτσι, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται να υιοθετήσει διαφορετικές στρατηγικές επαναστατικής δράσης στις διάφορες περιοχές του κόσμου. Η δουλειά του Μαρξ είχε ήδη αποδείξει τη διάκριση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τους κοινωνικούς σχηματισμούς που λίγο-πολύ ανταποκρίνονται σ’ αυτόν. Η ιστορική εμπειρία της ταξικής κοινωνίας επιβεβαιώνει ότι διαφορετικοί οικονομικοί σχηματισμοί, προϊόντα διαφορετικών ιστορικών περιόδων, μπορούν να υπάρξουν κάτω απ’ τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όμως σε όλους κυριαρχεί ο ιμπεριαλισμός, ο οποίος επωφελείται από τις εθνικές, τοπικές και πολιτισμικές διαφορές για να διατηρήσει την ύπαρξή του. Όπως ακριβώς τα κοινωνικά στρώματα και οι παραδόσεις διαφέρουν στις διάφορες χώρες και περιοχές, έτσι διαφέρουν και οι μορφές πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις, η πραγματική εξουσία που αντιπροσωπεύουν είναι πάντα η ίδια: Ο καπιταλισμός. Η ιδέα ότι το εθνικό ζήτημα παραμένει ανοικτό σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, και ότι συνεπώς το προλεταριάτο πρέπει να βάλει σε δεύτερο πλάνο τη δική του στρατηγική και τακτική, προς όφελος μιας συμμαχίας με την εθνική αστική τάξη (ή ακόμα χειρότερα με ένα απ’ τα ιμπεριαλιστικά μέτωπα), πρέπει να απορριφθεί εντελώς. Μόνο όταν το προλεταριάτο ενωθεί για να υπερασπιστεί τα δικά του συμφέροντα, θα μπορέσει να εξαλειφθεί η βάση κάθε εθνικής καταπίεσης. Οι επαναστατικές οργανώσεις απορρίπτουν όλες τις, ζημιογόνες για την ταξική αλληλεγγύη, τάσεις που προέρχονται από ιδεολογίες φυλετικού και πολιτισμικού διαχωρισμού.

2.     Ο παγκόσμιος χαρακτήρας της καπιταλιστικής κυριαρχίας απαιτεί και μια παγκόσμια επαναστατική στρατηγική. Η προλεταριακή επανάσταση και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου θα πρέπει να είναι οι πρώτοι στόχοι του κομμουνιστικού κόμματος σε κάθε χώρα. Οι διαφορές σε ειδικές καταστάσεις, ή πιο συγκεκριμένα η διαφορά των κοινωνικών και πολιτικών μορφών της αστικής κυριαρχίας ανά τον κόσμο, απαιτούν διάφορες τακτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, οι τακτικές της διεθνούς οργάνωσης του προλεταριάτου θα καθορίζονται πάντα πάνω στη βάση του παγκόσμιου επαναστατικού προγράμματος. Η εποχή των δημοκρατικών αγώνων έχει τελειώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό και δεν μπορεί να επαναληφθεί στην παρούσα ιμπεριαλιστική εποχή. Ακόμα και αν αιτήματα για κάποιες στοιχειώδεις ελευθερίες μπορούν να συμπεριληφθούν στη επαναστατική αγκιτάτσια, οι τακτικές του κομμουνιστικού κόμματος στοχεύουν στην ανατροπή του Κράτους και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Οι κομμουνιστές δεν τρέφουν την αυταπάτη ότι η ελευθερία των εργατών μπορεί να κερδιθεί με την εκλογή μιας πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο. Κατ’ αρχήν, είναι μια αυταπάτη «κοινοβουλευτικού κρετινισμού» (Μαρξ) να πιστεύει κανείς ότι η κυρίαρχη τάξη θα μας παρατηρούσε ειρηνικά ενώ εμείς θα κατοχυρώναμε νομοθετικά το σοσιαλισμό. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι παρά το καμουφλάζ που καλύπτει τη δικτατορία της αστικής τάξης. Τα πραγματικά όργανα εξουσίας σε μια αστική δημοκρατική κοινωνία βρίσκονται έξω απ’ το κοινοβούλιο, στην κρατική γραφειοκρατία, στις δυνάμεις ασφαλείας και στους κατόχους των μέσων παραγωγής. Το κοινοβούλιο είναι χρήσιμο στην αστική τάξη γιατί δίνει την ψευδαίσθηση στους εργάτες ότι αποφασίζουν ποιος θα τους κυβερνήσει. Γι’ αυτό το λόγο οι επαναστάτες αντιτίθενται στις κοινοβουλευτικές εκλογές και παροτρύνουν τους εργαζόμενους να παλεύουν πάνω στο δικό τους ταξικό πεδίο. Το επαναστατικό κόμμα είναι αυτό που πρέπει να καταδείξει ότι, μόνο με την καταστροφή του καπιταλισμού, και των κρατικών του οργάνων, είναι δυνατό για την εργατική τάξη να εξασφαλίσει την πλήρη ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης.

3.     Τα συνδικάτα εμφανίστηκαν ως διαπραγματευτές των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης των προλεταρίων. Είναι τα όργανα διαμεσολάβησης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο. Δεν είναι, και ποτέ δεν ήταν, χρήσιμα όργανα για την ανατροπή του αστικού κράτους. Στην ιμπεριαλιστική εποχή, τα συνδικάτα, άσχετα απ’ την κοινωνική τους σύνθεση, είναι οργανώσεις που δουλεύουν για την προστασία του καπιταλισμού, ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές που αυτός απειλείται. Απ’ αυτό συνεπάγεται ότι είναι αδύνατο για τους επαναστάτες να κατακτήσουν τα συνδικάτα ή να τα μετατρέψουν σε όργανα της επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση θα πρέπει να αγωνιστεί παντού, εναντίον των συνδικάτων, διότι θα είναι οχυρά της αντεπανάστασης.
Η εμπειρία του τελευταίου επαναστατικού κύματος και της επανάστασης που επακολούθησε καθιστά απολύτως ξεκάθαρο για τους επαναστάτες μαρξιστές ότι το συνδικάτο δεν είναι, ούτε και μπορεί να γίνει, το όργανο μαζικής πάλης μέσα στο οποίο η πολιτική μειοψηφία της τάξης (το κόμμα) δουλεύει για να μεταδώσει το πρόγραμμά της και τα συνθήματά της στο σύνολο της τάξης. Τέτοια μαζικά όργανα, που παραδοσιακά η μαρξιστική θεωρία τα έχει δει σαν όργανα πάλης και ταυτόχρονα όργανα εξουσίας, εμφανίζονται σε περιόδους ανάπτυξης της ταξικής πάλης. Ιστορικά εμφανίστηκαν με τη μορφή κομμούνων ή σοβιέτ (συμβούλια). Όπως οι κομμουνιστές δεν μπορούν να πετύχουν μια θέση πολιτικής καθοδήγησης παρά μόνο σε εξαιρετικές καταστάσεις, έτσι και τα μαζικά όργανα που δημιουργεί η εργατική τάξη, και που καθιστούν δυνατή την κομμουνιστική καθοδήγηση, δεν εμφανίζονται παρά μόνο κατά τη διάρκεια περιόδων ανόδου των αγώνων. Ωστόσο, όταν δεν υπάρχουν τέτοιες καταστάσεις, το κόμμα πρέπει να προωθεί τη δουλειά πολιτικής καθοδήγησης και ανάπτυξης της πρωτοπορίας της τάξης. Το διαρκές καθήκον των κομμουνιστών είναι να συμμετέχουν στους εργατικούς αγώνες, να τους παροτρύνουν και να τους δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν. Η δυνατότητα μιας ευνοϊκής ανάπτυξης των αγώνων πέρα απ’ το άμεσο επίπεδο απ’ το οποίο ξεπήδησαν, εξαρτάται απ’ την δραστήρια παρουσία των κομμουνιστών στους χώρους δουλειάς. Καθήκον της κομμουνιστικής οργάνωσης είναι να οργανώσει τους συνειδητούς εργάτες στους χώρους δουλειάς, όχι μόνο για μια συνδικαλιστική δραστηριότητα, αλλά σαν άμεσο δεσμό ανάμεσα στο κόμμα και τη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης.

4.     Το επαναστατικό προτσές που άρχισε στη Ρωσία με τη νίκη του Οκτώβρη διακόπηκε όταν το ρωσικό κράτος κλείστηκε στον εαυτό του υπερασπιζόμενο τα καπιταλιστικά οικονομικά του θεμέλια. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της απομόνωσης της Σοβιετικής Ρωσίας, και της ήττας των κυμάτων προλεταριακών αγώνων στις βασικές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή η εμπειρία απέδειξε οριστικά στους μαρξιστές ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα είναι αδύνατη. Κανένα επαναστατικό ή σοσιαλιστικό Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει έξω από ένα πραγματικό επαναστατικό προτσές. Αυτό δεν σημαίνει ότι όταν μια προλεταριακή εξέγερση θριαμβεύει σε μια χώρα δεν μπορεί να εκφράσει μια πραγματική προλεταριακή εξουσία. Όμως εάν δεν νικήσουν και αλλού επαναστατικά κινήματα και δεν ανοίξουν πραγματικά τη δυνατότητα ώστε να επιχειρηθεί η οικοδόμηση νέων κοινωνικών σχέσεων, θα είναι αδύνατο γι’ αυτή τη νεαρή εξουσία να διατηρηθεί.

5.     Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘20 η Κομμουνιστική Διεθνής βρισκόταν υπό την πλήρη κυριαρχία του ρωσικού κόμματος, και γι’ αυτό δεν ήταν πλέον ένα χρήσιμο εργαλείο για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών και τακτικών αναγκών της διεθνούς εργατικής τάξης. Ότι απέμεινε από τη δυνατότητα επανάστασης στην Ευρώπη και την Κίνα υποσκάφθηκε από τις πολιτικές της ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ, που ήταν πια πλήρως υποταγμένη στις ανάγκες επιβίωσης του ρωσικού Κράτους. Στην ίδια την ΕΣΣΔ, η διακοπή του επαναστατικού προτσές οδήγησε στη σταθεροποίηση μια αντεργατικής δικτατορίας υπό τον Στάλιν, η οποία βασιζόταν στις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις. Η ανάπτυξη ενός τέτοιου καθεστώτος σε μια τόσο μεγάλη χώρα όπως η ΕΣΣΔ σήμανε την επανεμφάνιση της ως ιμπεριαλιστικής δύναμης. Και μ’ αυτό το χαρακτηριστικό είναι που το σταλινικό κράτος και τα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα συμμετείχαν πρώτα στον Πόλεμο της Ισπανίας και έπειτα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός κατέλαβε τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης οι οποίες έκτοτε υιοθέτησαν το σταλινικό μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού. Η αποτυχία της περεστρόικα και η κατάρρευση αυτού του μπλοκ, δεν ήταν το σήμα ότι το «εργατικό κράτος» ολοκλήρωσε τον εκφυλισμό του, αλλά η απόδειξη της έντασης της καπιταλιστικής κρίσης στην πιο αδύναμη απ’ τις «υπερδυνάμεις».

6.     Στην Κίνα, μέσω μιας διαφορετικής πορείας, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή σε έναν κρατικό καπιταλισμό ο οποίος μέχρι σήμερα αναζητά το δικό του ρόλο στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η ουσιώδης διαφορά στη κινέζικη ιστορία είναι ότι ποτέ δεν γνώρισε παρόμοια προλεταριακή επανάσταση με τον ρωσικό Οκτώβρη του 1917. Η ιστορία του τωρινού κινέζικου καθεστώτος αρχίζει με την τραγική ήττα του προλεταριακού κινήματος της Καντόνας και της Σαγκάης το 1927. Μετά απ’ αυτό επακολούθησε ένας εθνικός πόλεμος καθοδηγούμενος από ένα μπλοκ τάξεων στο οποίο η αγροτιά χρησίμευσε ως δύναμη κρούσης. Ο πόλεμος αυτός τερματίστηκε με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος υπό τη αιγίδα του σταλινισμού, το οποίο βασίζονταν στις ίδιες, τελείως συγκεντροποιημένες, καπιταλιστικές σχέσεις. Αυτό το καθεστώς, που εγκατέλειψε τη ρωσική σφαίρα επιρροής τη δεκαετία του ‘60 κάτω απ’ τη σημαία του νεοσταλινισμού, βρέθηκε προσανατολισμένο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του ‘70. Όμως αυτές οι φαινομενικά αντιφατικές παλινδρομήσεις ήταν το αποτέλεσμα των προσπαθειών για τη διατήρηση του ελέγχου της οικονομίας και την ενθάρρυνση της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η Κίνα δεν ήταν ποτέ μια προλεταριακή δύναμη και η ιδεολογία του μαοϊσμού δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα μέσο για τη χαλιναγώγηση των μαζών προκειμένου να θυσιάσουν τα συμφέροντά τους προς όφελος του εθνικού κεφαλαίου.

7.     Τα προηγούμενα σημεία δείχνουν ότι είναι ώρα να δουλέψουμε δραστήρια για την οικοδόμηση του διεθνούς επαναστατικού κόμματος: Του Διεθνούς Κόμματος του Προλεταριάτου. Συνεπώς, οι επαναστάτες, όσο περιορισμένες κι αν είναι οι δυνάμεις τους, πρέπει να κάνουν ότι είναι δυνατό για να αποσπάσουν τις προλεταριακές μάζες από την επιρροή των δυνάμεων της αντίδρασης και του πολέμου. Αυτό απαιτεί τη συγκεντροποίησή τους σε διεθνή κλίμακα. Το προτσές που κινείται απ’ τους τωρινούς διασπασμένους αγώνες των ανά τον κόσμο διασκορπισμένων επαναστατικών δυνάμεων, προς τις αυριανές πολιτικές και στρατιωτικές συγκρούσεις του επαναστατικού κόμματος, απαιτεί το μάξιμουμ των προσπαθειών απ’ την πλευρά των κομμουνιστών για να εξασφαλίσουν την ομογενοποίηση και την οργάνωση νέων στελεχών. Ο σχηματισμός του Διεθνούς Κόμματος του Προλεταριάτου θα προέλθει απ’ την διάλυση των διαφόρων «εθνικών» οργανώσεων οι οποίες δούλεψαν μαζί και είναι σύμφωνες με την πλατφόρμα και το πρόγραμμα της επανάστασης. Το Διεθνές Γραφείο Για το Επαναστατικό Κόμμα έχει σαν στόχο να γίνει το κέντρο συντονισμού και ενοποίησης αυτών των οργανώσεων. Οι θέσεις του θα παρέχουν τη βάση για την οργανωτική ομογενοποίηση που, ενδεχομένως θα προκύψει από τη διάλυση των οργανώσεων μελών και την συγκεντροποίησή τους σε μια πραγματικά επαναστατική δομή. Τότε, το Γραφείο θα έχει εκπληρώσει το καθήκον που του ανατέθηκε.

Διεθνές Γραφείο για το Επαναστατικό Κόμμα, 1997

 

(1) Battaglia Comunista: εφημερίδα του Partito Comunista Internazionalista

Πηγή: http://www.leftcom.org/el/platform

Advertisements
This entry was posted in ΘΕΣΕΙΣ and tagged , . Bookmark the permalink.