ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ

gseeΠαρουσιάζουμε μεταφρασμένο στα ελληνικά ένα κείμενο των συντρόφων της Διεθνιστικής Κομμουνιστικής Τάσης (Internationalist Communist Tendency), στο οποίο εκτίθενται με απλή και περιεκτική μορφή οι απόψεις τους για τον χαρακτήρα των συνδικάτων στη σύγχρονη εποχή και τη στάση των κομμουνιστών απέναντί τους. Η μετάφραση δημοσιεύεται επίσης στην ιστοσελίδα της οργάνωσης http://www.leftcom.org/el

Τα συνδικάτα ως «ιμάντες μεταβίβασης»

Η κομμουνιστική συνείδηση είναι μια αντανάκλαση της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης. Αυτή, ωστόσο, δεν προκύπτει άμεσα από αυτή την πάλη, αλλά στηρίζεται στις σκέψεις μιας μειοψηφίας της τάξης πάνω στα διδάγματα αυτής της πάλης. Αυτό δημιουργεί μια επαναστατική οργάνωση ή ένα επαναστατικό κόμμα που εκφράζει τον μακροπρόθεσμο στόχο της εργατικής τάξης υπό τη μορφή ενός κομμουνιστικού προγράμματος. Αυτό πρέπει να γίνει αντικείμενο πάλης μέσα στο εσωτερικό της ευρύτερης εργατικής τάξης και των αγώνων της. Μια μεγάλη συνεισφορά σε αυτή τη θεωρία πραγματοποιήθηκε με τα κείμενα του Λένιν και την πείρα της μπολσεβίκικης δράσης μέσα στην εργατική τάξη.

Έτσι, απορρέει το καθήκον της πραγματοποίησης αυτού που κλήθηκαν να κάνουν οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες[1]:η μετάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών και της σοσιαλιστικής συνείδησης στις μάζες του προλεταριάτου και η δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος που συνδέεται απαραίτητα με το αυθόρμητο εργατικό κίνημα.[2]

Λαμβάνοντας υπόψη τις υλικές συνθήκες που το προλεταριάτο αντιμετωπίζει στη ζωή του κάτω από τον καπιταλισμό και την υλιστική αντίληψη για τη γένεση της συνείδησης και για το βάρος της κυρίαρχης ιδεολογίας, η τάξη –στην καλύτερη περίπτωση- ωθείται σε έναν «απλό» αγώνα για διεκδικήσεις. Η οργανωμένη πρωτοπορία της τάξης (το κόμμα) δημιουργείται, κατά μείζονα λόγο, από αυτούς που βλέπουν πέρα από την ιστορική περίοδο και από το επίπεδο της ταξικής πάλης και αναπτύσσουν επαναστατική συνείδηση. Το κόμμα συμμετέχει ενεργά στους αγώνες, αλλά δεν υποτάσσεται στον αυθορμητισμό της στιγμής. Πρέπει να αναλάβει δράση κάνοντας πολιτικό σημείο αναφοράς τον ίδιο τον κομμουνισμό και ωθώντας το προλεταριάτο να αποκτήσει επαναστατική συνείδηση. Το καθήκον των κομμουνιστών δεν είναι, για να παραφράσουμε τον Μαρξ, να τίθενται παθητικά στην υπηρεσία του εργατικού κινήματος, αλλά να εκπροσωπούν τα συμφέροντα του κινήματος συνολικά, να δείχνουν στο κίνημα τον τελικό του σκοπό, την ανατροπή του καπιταλισμού.[3]

Οι κομμουνιστές πρέπει, επομένως, να παρεμβαίνουν στην ταξική πάλη προβάλλοντας ένα πολιτικό πλαίσιο∙ πρέπει να προσπαθούν να διευρύνουν την ταξική συνείδηση σε επαναστατικό επίπεδο. Με ποιους τρόπους εκδηλώνεται η πάλη του  προλεταριάτου; Θέτοντας αυτό το ερώτημα γεννάται ένα βασικό ζήτημα. Το είδος της απάντησης θα θέσει τις γενικές γραμμές της πρακτικής δράσης των κομμουνιστών και θα επηρεάσει την πορεία της δράσης και την τακτική που θα υιοθετεί. Αναφερόμενοι στην ιστορία του εργατικού κινήματος του αιώνα που προηγούνταν αυτών ο Λένιν και οι κομμουνιστές της εποχής απάντησαν σε αυτό το ερώτημα και συμπέραναν ότι το όργανο διαμέσου του οποίου η εργατική ταξική πάλη θα εκφραστεί είναι το συνδικάτο. Κανένας κομμουνιστής δεν θεωρούσε τα συνδικάτα επαναστατικές οργανώσεις, αλλά οι κομμουνιστές τα έβλεπαν ως το ενδεδειγμένο όργανο των εργατών για τους διεκδικητικούς τους αγώνες. Αυτό το συμπέρασμα, φυσικά, θα επηρέαζε την τακτική που οι κομμουνιστές θα υιοθετούσαν. Αυτή η τακτική απαιτούσε μια συγκεκριμένη μέθοδο δράσης μέσα στα συνδικάτα, μια δουλειά που στόχευε στην κατάκτηση της ηγεσίας των ίδιων των συνδικάτων, αποσπώντας τα από τα χέρια των ρεφορμιστών προκειμένου να επιδράσουν στην τάξη με μια επαναστατική έννοια, και έτσι τα συνδικάτα θεωρήθηκαν τότε ως «ιμάντες μεταβίβασης» μεταξύ του κόμματος και της τάξης. Αυτό το τακτικό συμπέρασμα υιοθετήθηκε απ’ όλα τα κομμουνιστικά κόμματα που προσχώρησαν στην Τρίτη Διεθνή, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚ Ιταλίας που καθοδηγούσε η Κομμουνιστική Αριστερά[4].

Η αναμέτρηση με την ιστορία

Δεν έχει κανένα νόημα για έναν μαρξιστή υλιστή να θεωρεί ένα τακτικό συμπέρασμα ως δόγμα. Για έναν μαρξιστή η ανάλυση, το πρόγραμμα και η τακτική είναι μια αντίδραση στην πρακτική κοινωνική πραγματικότητα και πρέπει, επομένως, αυτός να λαμβάνει υπόψη την αναπόφευκτη κρίση της Ιστορίας. Τα ιστορικά γεγονότα έχουν δείξει καθαρά πόσο αδύνατον ήταν να κατακτήσουν οι κομμουνιστές τα συνδικάτα και, συνεπώς, το ανεφάρμοστο της τακτικής χρήσης του συνδικάτου ως «ιμάντα μεταβίβασης».

Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο οικονομικός αγώνας –δηλαδή η μάχη για την υπεράσπιση των άμεσων συνθηκών διαβίωσης και εργασίας- είναι η πρώτη στιγμή της αναμέτρησης του προλεταριάτου με την άρχουσα τάξη. Μια πραγματική αναβίωση της ταξικής πάλης από το προλεταριάτο, μια ανοιχτή πάλη ενάντια στα αφεντικά, δεν μπορεί να συμβεί χωρίς αυτή να ελέγχεται από τους εργάτες. Αυτό είναι ένα σημείο-κλειδί: η ιστορία ενός αιώνα μάς έχει δείξει όλους τους περιορισμούς του θεσμού του συνδικάτου. Η ιστορία έχει δείξει την ανεπάρκεια των συνδικάτων να εκφράσουν την πραγματική ηγεσία των εργατών, την ανικανότητά τους να σταθούν ως ενισχυτές και προωθητές μιας ανοιχτής αναμέτρησης με την αστική τάξη, ακόμη και στο επίπεδο των αιτημάτων. Αυτή η ανικανότητα δεν οφείλεται απλώς στην προδοσία του ενός ή του άλλου συνδικαλιστή ηγέτη, αλλά είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της φύσης του θεσμού του συνδικάτου.

Ο θεσμός του συνδικάτου ήταν η πραγματική έκφραση της εργατικής ταξικής πάλης, τόσο όσον αφορά τις συνθήκες που επικρατούσαν στη βάση (άνοδος του καπιταλισμού και ελεύθερος ανταγωνισμός) όσο και στο εποικοδόμημα (σχέσεις μεταξύ κράτους-τάξης-συνδικάτων) του δεκάτου ενάτου αιώνα. Αυτό έχει αλλάξει. Το συνδικάτο έχει χάσει αυτό το ειδικό χαρακτηριστικό. Ο «εκφυλισμός» των παλιών συνδικάτων έχει γίνει μια καθολική διαδικασία, η οποία –αφήνοντας κατά μέρος τα θεωρητικά επιχειρήματα- μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε. Τα συνδικάτα ιδρύθηκαν τη δεκαετία του 1800 ως ένα όργανο πάλης και έγιναν «θεσμικά συνδικάτα» λόγω της φύσης τους (το σύνολο των χαρακτηριστικών που τα προσδιορίζει) και όχι εξαιτίας των λαθών ή των προδοσιών του ενός ή του άλλου ηγέτη.

Το ότι καταλήγουμε σε αυτό το συμπέρασμα δεν σημαίνει ότι αμφισβητούμε τα βασικά σημεία της «παλιάς» διατύπωσης για τη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης, η οποία πιστεύουμε ότι ισχύει πλήρως, αλλά το να μαθαίνουμε από την εμπειρία του παρελθόντος σημαίνει ότι θεωρούμε ατελέσφορη την τακτική που αποσκοπεί στην κατάκτηση των συνδικάτων από τους κομμουνιστές και τη χρησιμοποίηση αυτών των οργάνων ως «ιμάντες μεταβίβασης».[5]

Ας δούμε την ιστορική πραγματικότητα, εστιάζοντας σε τρία πολύ σημαντικά παραδείγματα: τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα «Δύο Κόκκινα Χρόνια»[6] στην Ιταλία και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Θα ξεκινήσουμε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έναν πόλεμο που προκάλεσαν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παλεύοντας για τη μοιρασιά του κόσμου. Τα σοσιαλιστικά κόμματα, οι σοσιαλδημοκράτες, οι ρεφορμιστές, όλοι μαζί συντάχθηκαν –με κάποιες εξαιρέσεις- για να υποστηρίξουν την εθνική αστική τους τάξη βοηθώντας να συρθεί το προλεταριάτο στον πόλεμο. Τα συνδικάτα, που καθοδηγούνταν από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, υποστήριξαν τη «δικιά τους» εθνική αστική τάξη. Αυτό είναι το πρώτο ξεκάθαρο παράδειγμα του ότι τα συνδικάτα πήραν θέση υπεράσπισης του «εθνικού κρατικού συστήματος».

Ας εξετάσουμε έναν χρόνο και έναν τόπο ο οποίος είναι ακόμη πιο σημαντικός από επαναστατική σκοπιά: τη Ρωσία του 1917. Η ιστορική περίοδος περί το 1917 αποτελεί, ασφαλώς, το αποκορύφωμα –μέχρι τώρα- του πρωταγωνιστικού ρόλου του προλεταριάτου και το υψηλότερο επίπεδο πολιτικής οργάνωσης στο οποίο έφθασαν οι κομμουνιστές. Η Ρωσία ήταν το μόνο παράδειγμα όπου η επαναστατική επίθεση ολοκληρώθηκε, τη μόνη φορά που η πολιτική εξουσία της άρχουσας τάξης (τσαρικής και αστικής σοσιαλδημοκρατικής) ανατράπηκε από το προλεταριάτο σε συμμαχία με τους φτωχούς αγρότες, υπό την ηγεσία του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Λοιπόν, η επανάσταση έγινε χωρίς οι μπολσεβίκοι να έχουν κατακτήσει την ηγεσία των συνδικάτων (χωρίς να τα χρησιμοποιήσουν ως «ιμάντες μεταβίβασης»). Υπήρχαν άλλες οργανώσεις στις οποίες οι επαναστάτες μπορούσαν να ηγηθούν: τα Σοβιέτ και πριν από αυτά ένα κορυφαίο ορόσημο, οι εργοστασιακές επιτροπές. Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να κατακτήσουν τις μάζες των εργατών και των στρατιωτών, να τις οδηγήσουν στην επαναστατική δράση, αλλά, ταυτόχρονα, κανένα συνδικάτο δεν καθοδηγείτο από τους Μπολσεβίκους, ούτε ένα! Απεναντίας, δεν ήταν λίγες οι ανοιχτά αντεπαναστατικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν από τα συνδικάτα στη Ρωσία πριν και μετά το 1917. Για να αναφέρουμε ορισμένες: το συνδικάτο των σιδηροδρομικών συμμετείχε στην αντεπαναστατική «Επιτροπή Σωτηρίας»[7] και έδωσε εντολή να μην μεταφέρονται τα μπολσεβίκικα στρατεύματα∙ το συνδικάτο των ταχυδρομικών και το συνδικάτο των τηλεγραφητών επιχείρησε να εμποδίσει την μπολσεβίκικη αλληλογραφία στο Ινστιτούτο Σμόλνι[8]∙ το συνδικάτο των τραπεζοϋπαλλήλων κήρυξε απεργίες για να προκαλέσει αναστάτωση στις ενέργειες των επαναστατικών σωμάτων.

Και το τελευταίο σημαντικό παράδειγμα: η στάση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGdL) κατά τη διάρκεια των «Δύο Κόκκινων Χρόνων» στην Ιταλία. Εν μέσω των καταλήψεων εργοστασίων αντί να προσπαθήσει να εξαπλώσει την ταξική πάλη (τουλάχιστον στο απλό πεδίο των αιτημάτων) η CGdL (μαζί με το PSI[9]) έκανε ακριβώς το αντίθετο: απομόνωσε τις διαμαρτυρίες στα εργοστάσια και, ταυτόχρονα, προσπάθησε να έρθει σε συμφωνία στη διαμάχη των μεταλλεργατών. Σε ένα έγγραφο που απέστειλε στην κυβέρνηση Τζιολίτι τής ζητούσε να μεταβάλλει τις προηγούμενες σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργατών ούτως ώστε οι δεύτεροι –διαμέσου των συνδικάτων τους- να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση της βιομηχανίας, της οικονομικής και τεχνικής λειτουργίας της, και να μπορούν, διαμέσου των εργοστασιακών εκπροσώπων τους –τα κατώτερα όργανα των συνδικάτων- να συμβάλλουν στην εφαρμογή των κανονισμών, του ελέγχου της πρόσληψης και της απόλυσης προσωπικού και έτσι να προάγουν την ομαλή πορεία της ζωής του εργαστηρίου με την απαραίτητη πειθαρχία.[10]

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αυτή η συμπεριφορά των συνδικάτων οφείλεται στη ρεφορμιστική τους ηγεσία, αλλά το θέμα είναι το εξής: η ηγεσία των συνδικάτων δεν μπορούσε και δεν μπορεί παρά να είναι μονάχα ρεφορμιστική. Τα τρία παραδείγματα που έχουμε δει είναι ακόμη πιο σημαντικά, επειδή προέρχονται από μια ιστορική περίοδο προλεταριακής αναταραχής, καυτής από επαναστατική σκοπιά. Είναι αλήθεια ότι η ίδια η Κομμουνιστική Διεθνής και τα κόμματα που συνδέθηκαν με αυτήν, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, θα γινόντουσαν αντεπαναστατικά, αλλά αυτή η διαδικασία ήταν η πολιτική έκφραση μιας αντεπαναστατικής περιόδου, σε αντίθεση με τις καίριες στιγμές του 1917 και τα «Δυο Κόκκινα Χρόνια», που ήταν ανοικτά ή δυνητικά επαναστατικές περίοδοι. Ακόμη κι αν κοιτάξουμε πέρα από τα παραδείγματα που δώσαμε, σε αυτή την ιστορική συγκυρία όχι μόνο οι κομμουνιστές δεν είχαν κατακτήσει κανένα συνδικάτο  (ακόμη και στη Ρωσία!), αλλά τα συνδικάτα, σε πολλές περιπτώσεις, πήγαν να γίνουν εμπόδιο στον αγώνα του προλεταριάτου.

Γένεση, χαρακτηριστικά και ρόλος του συνδικάτου

Τα «παλιά» συνδικάτα ήταν, από πολλές απόψεις, διαφορετικά από τα σημερινά. Ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια αμφότερα κατέδειξαν τρία χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την ταυτότητα ενός συνδικάτου:

1. Είναι ένα όργανο διαμεσολάβησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

2. Ενέχει τη λογική της αντιπροσώπευσης και της ανάθεσης.

3. Χαρακτηρίζεται από πολιτικό ρεφορμισμό.

Για να ξεκινήσουμε από το πρώτο, αυτό είναι ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ίδιου του θεσμού του συνδικάτου. Αυτό εξηγεί την εξέλιξη του ρόλου των συνδικάτων όλα αυτά τα χρόνια από όργανα υπεράσπισης των όρων εργασίας των εργατών σε «θεσμικά συνδικάτα». Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, εστιάζοντας σε αυτή την πλευρά.

Τον δέκατο ένατο αιώνα ένα τμήμα του προλεταριάτου κατάφερε να κερδίσει σημαντικές κατακτήσεις που του επέτρεψαν να βελτιώσει τις καθημερινές συνθήκες ζωής και εργασίας του. Τα συνδικάτα γεννήθηκαν ακριβώς σ’ αυτή την ιστορική φάση, μια φάση σοβαρής σύγκρουσης μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, και θα έπαιζαν μείζονα ρόλο στην οργάνωση και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Από πολλές απόψεις τα συνδικάτα αυτά ήταν διαφορετικά από τα σημερινά, επειδή δημιουργήθηκαν από εργάτες και δεν είχαν τόση πολύ γραφειοκρατία. Ακόμη και αυτά τα συνδικάτα ήταν περιορισμένα εργαλεία για την εργατική τάξη, και αυτό το αναγνώριζαν όλοι οι επαναστάτες. Ήταν «απλές» οργανώσεις για την υπεράσπιση των συνθηκών εργασίας και ζωής των εργατών μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και όχι επαναστατικές οργανώσεις.

Αυτά τα συνδικάτα γεννήθηκαν μέσα μια εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδο από τη σημερινή. Γεννήθηκαν στη διάρκεια της ανοδικής φάσης του καπιταλισμού[11], της οποίας το χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν ότι είχε μια αγορά «ελεύθερου ανταγωνισμού». Αυτό σήμαινε ότι:

1. Ακόμη κι αν η τάξη των αφεντικών δεν ήθελε, φυσικά, να παραχωρήσει τίποτα, το σύστημα διέθετε αρκετά περιθώρια κέρδους για να απορροφήσει χωρίς μεγάλη δυσκολία το κόστος αυτών των βελτιώσεων που η εργατική τάξη απέσπασε με αγώνες.

2. Η τάση προς την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας ήταν ήδη παρούσα, αλλά δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί τα οικονομικά μονοπώλια που είναι χαρακτηριστικά της ιμπεριαλιστικής εποχής.

Μια άλλη σημαντική πλευρά ήταν ότι η αστική τάξη και το κράτος, κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορικής φάσης, δεν αναγνώριζαν τα συνδικάτα και δεν τους προσέδιδαν νομιμότητα. Τα συνδικάτα ήταν ασφαλώς όργανα διαμεσολάβησης, αλλά το αστικό κράτος δεν αναγνώριζε αυτή τη διαμεσολάβηση και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ των συνδικάτων, των εργατών και της αστικής τάξης.

Τι άλλαξε, λοιπόν, στην ιμπεριαλιστική εποχή, στον εικοστό αιώνα: Στα τέλη του δεκάτου ενάτου και στις αρχές του εικοστού αιώνα ο καπιταλισμός άρχισε να αναπτύσσει τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, δημιουργώντας μεγάλα βιομηχανικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα που ανταγωνιζόντουσαν μεταξύ τους διεθνώς. Η φάση του «ελεύθερου ανταγωνισμού» (αν αυτή πράγματι υπήρξε με αστικούς οικονομικούς όρους) ήταν πια παρελθόν. Η εθνική αστική τάξη, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού, άρχισε όχι μόνο να αναγνωρίζει νομικά τα συνδικάτα (αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα), αλλά, πάνω απ’ όλα, άρχισε να τα αναγνωρίζει ως διαμεσολαβητές μεταξύ εργατών και εργοδοτών για να ρυθμίζουν την τιμή της εργατικής δύναμης (η οποία υπόκειται στις ανάγκες της καπιταλιστικής αξιοποίησης[12] και του καπιταλιστικού ανταγωνισμού του «εθνικού κρατικού συστήματος» σε διεθνές επίπεδο). Τα συνδικάτα, με την πάροδο των ετών, άρχισαν να παίζουν τον ρόλο οργανώσεων διαμεσολάβησης και μετατράπηκαν έτσι σε «θεσμικά» συνδικάτα. Αυτή η εξέλιξη ήταν αναπόφευκτη και ήταν αποτέλεσμα της φύσης των συνδικάτων. Ως όργανα διαμεσολάβησης μεταξύ δύο μερίδων –εργατών και εργοδοτών- τα συνδικάτα επιδιώκουν την αναγνώριση, τη νομιμότητα, και των δύο πλευρών, ακόμη και από την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, από το κράτος.

Επιπλέον, ένα άλλο βασικό ζήτημα ήταν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του δεκάτου ενάτου αιώνα η διαμάχη μεταξύ εργοδοτών και εργατών προσλάμβανε κυρίως τοπικό και περιορισμένο χαρακτήρα. Οι αλλαγές των δομών του καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική του φάση (εξαφάνιση του «ελεύθερου ανταγωνισμού», επικράτηση των μονοπωλίων, διεθνής ανταγωνισμός) ανέβασαν την κλίμακα της διαμάχης στο επίπεδο του εθνικού κράτους και οι εθνικές ενώσεις των εργοδοτών εμπλέκονταν όλο και περισσότερο άμεσα στην οικονομική διαμάχη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.

Τα συνδικάτα δεν έχουν χάσει, με την πάροδο του χρόνου, το βασικό τους χαρακτηριστικό ως όργανα διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης και διαμεσολάβησης μεταξύ εργοδοτών και εργατών. Αν αυτό το χαρακτηριστικό, που είναι το ουσιώδες για τα συνδικάτα, παραμένει, αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος με τον οποίον το φέρνουν εις πέρας.

Η εξέλιξη των συνδικάτων συνδέεται, επομένως, με την ίδια τη φύση του θεσμού του συνδικάτου και όχι με μια υποτιθέμενη προδοσία της ηγεσίας. Αυτή η τελευταία αντίληψη έρχεται σε πλήρη διάσταση με την υλιστική και διαλεκτική αντίληψη της ιστορίας. Πράγματι, όπως είπαμε στην αρχή, η εξέλιξη του ρόλου που έπαιζαν τα συνδικάτα χαρακτηρίζει τον βίο όλων των παλιών συνδικάτων και επίσης –σε αντίθεση με την πολιτική παρακμή της Τρίτης Διεθνούς και των κομμουνιστικών κομμάτων που συνδέθηκαν με αυτή- η αντιπρολεταριακή συμπεριφορά των συνδικάτων εκφράζεται ανοιχτά στην προεπαναστατική και στην επαναστατική φάση, όπως το κατέγραψαν τα χτυπητά ιστορικά παραδείγματα που αναφέραμε παραπάνω.

Η διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης ήταν μια απλή αλλά σημαντική τυπική αντανάκλαση της πραγματικής τους δραστηριότητας. Επιπλέον, αυτή η κατάληξη συνδέεται τυπικά με ένα χαρακτηριστικό του θεσμού του συνδικάτου: τη λογική της ανάθεσης και της αντιπροσώπευσης. Ο μηχανισμός της ανάθεσης και της αντιπροσώπευσης, σε συνδυασμό με τη λειτουργία της διαμεσολάβησης και της διαπραγμάτευσης, είναι αυτός ακριβώς ο οποίος δημιουργεί τις συνθήκες για τη γραφειοκρατία.

Προχωρούμε τώρα στην ανάλυση του τελευταίου χαρακτηριστικού που συνδέεται με τον βίο των συνδικάτων: τον πολιτικό ρεφορμισμό. Όπως είπαμε παραπάνω, τα συνδικάτα ήταν στο παρελθόν, και εξακολουθούν ακόμη να είναι, χώροι προς κατάκτηση του ρεφορμισμού. Αυτή η πλευρά συνδέεται με τη φύση του θεσμού του συνδικάτου. Πράγματι, ως οργανώσεις διαμεσολάβησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας το πεδίο δράσης των συνδικάτων είναι ακριβώς το πεδίο της καπιταλιστικής παραγωγής, σε τέτοιο βαθμό που τον καιρό της Τρίτης Διεθνούς κανείς ποτέ δεν υποστήριξε ότι τα συνδικάτα είναι επαναστατικές οργανώσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό τους, επομένως, τα έχει καταστήσει γόνιμο έδαφος για τον ρεφορμισμό.

Ακόμα και κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα (σε καιρούς οικονομικής επέκτασης όπου υπήρχε σημαντική δυνατότητα διαμεσολάβησης) τα συνδικάτα κατάφεραν να αποσπάσουν μεταρρυθμίσεις και μισθολογικές αυξήσεις, αλλά αυτό έγινε χάρη στους εργατικούς αγώνες. Επίσης, σε αυτό το στάδιο, τα συνδικάτα επιβεβαίωσαν την ταυτότητά τους ως «θεσμικά συνδικάτα», στην καλύτερη περίπτωση χειραγωγώντας τους εργατικούς αγώνες για να τους εμποδίσουν να υπερβούν το πλαίσιο της εναρμόνισής τους με τον καπιταλισμό, διοχετεύοντας τον αγώνα μέσα στις θεσμικές δομές και περιορίζοντας τις οικονομικές κατακτήσεις στις απαιτήσεις της κερδοφορίας και του ανταγωνισμού της αστικής τάξης της «δικιάς τους» χώρας.

Τα συνδικάτα στην Ιταλία

Με τα χρόνια τα συνδικάτα (ειδικά στην Ιταλία η CGIL[13], η CISL[14], η UIL[15] και η UGL[16]) έχουν επιβεβαιώσει σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο τους μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα ως όργανα του αστικού κράτους, ως βασικά εργαλεία των εργοδοτών για να διατηρούν υπό τον έλεγχό τους την τιμή της εργατικής δύναμης (επίπεδα μισθών και ημερομισθίων σύμφωνα με τις ανάγκες της ανταγωνιστικότητας της «εθνικής οικονομίας»). Και δεν είναι μόνο αυτό. Αυτά τα συνδικάτα εξαπατούν συστηματικά τους εργάτες, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, υπογράφοντας, αφενός, ακόμη χειρότερες συμφωνίες και συμβάσεις κάθε είδους (οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους την ανταγωνιστικότητα της «εθνικής οικονομίας») και, αφετέρου, καλώντας τους εργαζόμενους σε ψευτοαγώνες, σε ψετοαπεργίες, που ανακοινώνονται μήνες πριν και περιορίζονται σε κατακερματισμένες κατηγορίες εργατών, αγώνες που ποτέ δεν ζημιώνουν την τάξη των εργοδοτών και ούτε καν προσπαθούν να το κάνουν. Αυτοί οι ψευτοαγώνες γίνονται για να εκτονώνουν την οργή των εργατών. Ακόμη πιο παραπλανητική είναι η δήθεν πιο ριζοσπαστική φράξια των συνδικάτων, η FIOM-CGIL[17] στην Ιταλία. Η FIOM, τα τελευταία χρόνια, έχει υπογράψει κάθε είδους συμφωνίες και συμβάσεις και λέει μεγαλοστομίες χωρίς, στην πραγματικότητα, να έχει καλέσει ποτέ σε έναν αληθινό αγώνα. Πράγματι, πολύ συχνά παρεμβαίνει αφότου οι αγώνες έχουν αρχίσει, για να εκτρέψει την οργή των εργατών και να κρατήσει τον αγώνα μέσα σε θεσμικά πλαίσια.

Ασφαλώς, οι συνδικαλιστικές «συνομοσπονδίες» συμμετέχουν στη διαχείριση αυτού του συστήματος εκμετάλλευσης μαζί με τα πολιτικά κόμματα και τους εργοδότες. Όπως έχουμε πει, ωστόσο, τα όρια των συνδικάτων δεν οφείλονται στον παράγοντα-ηγεσία. Δεν είναι το ένα ή το άλλο συνδικάτο αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί αλλά η ίδια η λογική του συνδικαλισμού. Τα διάφορα συνδικάτα βάσης (COBAS[18], SlaiCobas, CUB, USB κτλ.), ενώ ασκούν κριτική στη συνεργασία των μεγάλων συνδικάτων, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν αναπόφευκτα τη συνδικαλιστική λογική: ανάθεση και αντιπροσώπευση, όργανα διαμεσολάβησης μεταξύ εργατών και εργοδοτών, όργανα για τη διαπραγμάτευση και την πώληση του εμπορεύματος εργατική δύναμη, ρεφορμισμός.

Παρά την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και ζωής των εργατών και τη στάση των συνδικαλιστικών ομοσπονδιών που συνεργάζονται ανοιχτά με την εργοδοσία και το κράτος ο συνδικαλισμός «βάσης» ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν μπόρεσε να γνωρίσει σημαντική άνοδο, πράγμα που δείχνει τη έως τώρα αποτυχία του. Ουσιαστικά, τα συνδικάτα «βάσης» προσφέρουν στους εργάτες απλώς ένα «αληθινό συνδικάτο», αλλά το πρόβλημα είναι ότι ένα «αληθινό συνδικάτο» αναπόφευκτα δεν καταλήγει παρά μόνο στον τυπικό ριζοσπαστισμό. Βασικά, προσφέρει στους εργάτες ένα συνδικάτο και, κατά συνέπεια, όλους τους περιορισμούς που αναφέραμε παραπάνω. Τοποθετώντας τον εαυτό τους στο συνδικαλιστικό πεδίο αυτά παρακάμπτονται σε μεγάλο βαθμό από τις υπάρχουσες εργατικές ομοσπονδίες, οι οποίες φαίνονται ισχυρότερες στα μάτια των εργατών.

Ο μηχανισμός της ανάθεσης οδηγεί επίσης τα συνδικάτα «βάσης» να μένουν πίσω στη μάχη για την εργατική αντιπροσώπευση, αλλά η ταξική πάλη δεν μπορεί να αντιπροσωπευθεί από κανένα συνδικάτο. Αυτό είναι το κύριο θέμα, ειδικά όταν η ταξική πάλη τείνει, όπως ελπίζουμε, να γενικευτεί. Θα πρέπει να ειπωθεί, επιπλέον, ότι ακόμη και μέσα στα συνδικάτα «βάσης» έχει δημιουργηθεί ένας γραφειοκρατικός τομέας, ο οποίος, στην πραγματικότητα, διοικεί και διευθύνει την οργάνωση.

Η παρουσία τόσο πολλών ακρωνυμίων δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εξατομικεύει ακόμη περισσότερους εργάτες, που συχνά χωρίζονται σε πολλές ανώφελες και μικρές απεργίες. Τα ίδια τα συνδικάτα «βάσης», όπως και οι ομοσπονδίες, εξακολουθούν να προτείνουν απεργίες ως απλές τυπικές ενέργειες σαν μια πρωτοβουλία ρουτίνας. Μια συμβολική απεργία που το συνδικάτο μπορεί να έχει ανάγκη για να κρατήσει τη δομή του ζωντανή και όρθια, αλλά αυτό δεν εξυπηρετεί τους εργάτες, επειδή τα συνδικάτα «βάσης» ποτέ δεν οργανώνουν πραγματικά μαχητικές πρωτοβουλίες, αλλά επίσης επειδή παραμένουν μέσα στην αντιαπεργιακή νομοθεσία, για να συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο που έχουν αναθέσει στον εαυτό τους.

Οι χιλιάδες απόπειρες για τη δημιουργία υποτίθεται «αληθινών» ή «ταξικών» συνδικάτων και τα αποτελέσματά τους αποτελούν μια επιπλέον απόδειξη αυτών που είπαμε και παραπάνω και καταδεικνύει απλώς τα όρια του θεσμού του συνδικάτου υπό οποιαδήποτε αμφίεση.[19]

Η οργάνωση αυτόνομων αγώνων

Το συνδικάτο δεν θα είναι η μορφή οργάνωσης διαμέσου της οποίας μπορεί να εκφραστεί μια ανοιχτή ρήξη με την «κοινωνική ειρήνη» ακόμη και στο απλό πεδίο των αιτημάτων.[20] Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν πιο διεκδικητικοί αγώνες ή ότι είναι άσκοπη η παρέμβαση των κομμουνιστών στην ταξική πάλη. Σημαίνει, απλώς, ότι αυτός ο αγώνας θα εκφραστεί με άλλες μορφές οργάνωσης. Ποιες; Την απάντηση μας τη δίνει, και πάλι, η ιστορία: από τους ίδιους τους εργάτες. Τις τελευταίες δεκαετίες –και όχι μόνο- οι πιο σημαντικές στιγμές του αγώνα πραγματοποιήθηκαν απευθείας από τους εργάτες και όχι από τα συνδικάτα. Το συνδικάτο μπορεί να παρέμβει εκ των υστέρων με αποτέλεσμα (και με στόχο!) να ηρεμήσει την κατάσταση. Υπάρχον κάμποσα παραδείγματα μαχητικών οργανώσεων βάσης και επιτροπών δράσης. Ο γαλλικός Μάης του ’68, οι συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1969, όπου τα συνδικάτα συχνά παρακάμφθηκαν, οι εργατικές συνελεύσεις στην Πολωνία τον Αύγουστο του 1980, που μπόρεσαν να οργανώσουν μαζικές απεργίες, χωρίς τα συνδικάτα (η «Αλληλεγγύη»[21] στη συνέχεια τερμάτισε τον αγώνα και άνοιξε τον δρόμο για την παρέμβαση του κράτους, προτού αυτή εξελιχθεί σε μια οργάνωση σαφώς μικροαστική από κάθε άποψη), ο σκληρός αγώνας των Βρετανών ανθρακωρύχων τη δεκαετία του ’80, η απεργία των λιμενεργατών στη Δανία και το Βέλγιο, οι συνελεύσεις και οι επιτροπές αγώνα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στην Αργεντινή (οι επιτροπές των piqueteros), η διαμαρτυρία κατά του νόμου για τη σύμβαση πρώτης απασχόλησης (CPE) στη Γαλλία το 2006, καθώς επίσης και οι πρόσφατες διαμαρτυρίες κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης στη Γαλλία, τις οποίες δεν προώθησαν τα συνδικάτα αλλά οι συνελεύσεις και οι επιτροπές δράσης. Και επιπλέον, οι «άγριες απεργίες» των εργαζομένων στα μέσα μεταφοράς στην Ιταλία (2003-2004), ο αγώνας των εργατών στη FIAT στο Μέλφι (επίσης το 2004). Και σε αυτήν επίσης την περίπτωση η FIOM σύρθηκε από τους εργάτες και επιτέλεσε το συνηθισμένο καθήκον της ως μεσολαβητής του αγώνα), οι απεργιακές φρουρές των εργατών στο Πομιλιάνο, που πραγματοποιούσαν καθημερινά συνελεύσεις έξω από το εργοστάσιο (2008), οι αγώνες που διεξάγονται στην Κίνα τα τελευταία χρόνια κτλ. Οι συνθήκες μπορεί να είναι διαφορετικές, αλλά όλες χαρακτηρίζονται από τη διαδικασία αυτοοργάνωσης του αγώνα έξω, αν όχι και εναντίον, των δομών των συνδικάτων. Μορφές οργάνωσης προέκυψαν, επομένως, λόγω της ανάγκης να παραγκωνιστεί το ίδιο το συνδικάτο ως μορφή οργάνωσης.

Αυτά τα όργανα βάσης, που αποτελούν την έκφραση των εργατών, μπορούν να λάβουν στοιχειώδεις ή καλύτερα οργανωμένες μορφές, αλλά ως όργανα αγώνα ο ρόλος τους τελειώνει όταν τελειώνει και ο συγκεκριμένος αγώνας και αργότερα μπορεί να ανασυσταθούν σε μια επόμενη περίοδο σύγκρουσης.

Αυτό δεν θα συμβεί σε ιστορικές, δυνητικά προεπαναστατικές καταστάσεις, όπου η δραστηριότητα των εργατών και των ταξικών οργανώσεων τείνουν να προσλάβουν μια σε μεγάλο βαθμό γενικευμένη και διαρκή παρουσία. Σε μια τέτοια εποχή οι οργανώσεις αποκτούν μια διαφορετική σημασία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τα όργανα του επαναστατικού αγώνα και της προλεταριακής εξουσίας. Αυτό θα καταστεί δυνατό μόνο διαμέσου της πολιτικής δράσης ενός ισχυρού ταξικού κόμματος. «Η ωρίμανση της επαναστατικής κατάστασης θα χαρακτηριστεί από έναν σαφώς αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό προσανατολισμό αυτών των οργανώσεων, οι οποίες τότε αποκτούν τα χαρακτηριστικά εργατικών συμβουλίων που μπορούν από αντικαπιταλιστικά όργανα πάλης να μετατραπούν σε όργανα προλεταριακής εξουσίας. Ο αντικαπιταλιστικός και επαναστατικός προσανατολισμός δεν προκύπτει αυθόρμητα, δηλ. χωρίς τη ενεργό οργανωμένη παρέμβαση επαναστατών αγωνιστών».[22] Από αυτή την άποψη δεν μπορούμε να αποφύγουμε το παράδειγμα της επανάστασης του 1917 στη Ρωσία. Τα σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών ήταν αρχικά έρμαιο του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, που έβλεπε τα όργανα αυτά ως όργανα που απλώς αγωνίζονται για διεκδικήσεις και, συνεπώς, ως όργανα που ταιριάζουν στη ρεφορμιστική του προοπτική. Τα σοβιέτ μετατράπηκαν, χάρη στους Μπολσεβίκους, σε όργανα επαναστατικής πάλης και ύστερα από τη συντριβή του κράτους έγιναν το όχημα για τη δικτατορία του προλεταριάτου.[23]

Βασικά σημεία της παρέμβασης των κομμουνιστών

1. «Να θέτουμε επί τάπητος επαναστατικά αιτήματα, όσο μικρά κι αν είναι, στις σημερινές ασταθείς και ασθενείς συνθήκες των εργατικών αγώνων, να συμμετέχουμε σε μια ενεργό πολιτική μαχητικότητα που δεν περιορίζεται απλώς σε μια γραφομηχανή και στη θεωρητικολογία η οποία είναι μια ατομική δραστηριότητα που είναι πάντοτε αμφιλεγόμενη τόσο ως προς την πρόθεση όσο και ως προς τα αποτελέσματα». (O. Damen)[24] Επαναλαμβάνουμε αυτές τις «παλιές» φράσεις για να τονίσουμε, για μια ακόμη φορά, ότι, κατά τη γνώμη μας, δεν έχει νόημα μια οργάνωση να αυτοχαρακτηρίζεται ως κομμουνιστική και να θεωρεί τη δράση μέσα στους εργάτες ως μια δραστηριότητα που πρέπει να πραγματοποιείται μόνο σε ορισμένες ιστορικές περιόδους ή σε μελλοντικές περιστάσεις όπου αυτή θα έχει μεγαλύτερη αριθμητική δύναμη. Η παρέμβαση των κομμουνιστών στους εργάτες πρέπει πάντοτε να αποτελεί συστατικό στοιχείο της δραστηριότητας των επαναστατών. Αυτό αποτελεί πάγια και βασική μας θέση. Επίσης επειδή για τους κομμουνιστές το να παρεμβαίνουν μέσα στην τάξη σημαίνει να βουτάνε μέσα στην πραγματικότητα αποκτώντας έτσι εμπειρία. Άλλη μια πάγια θέση μας είναι ότι: «Η υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο γεννά κάποιο φόβο μην απομακρυνθούμε έστω και ένα βήμα από κείνο που είναι ‘προσιτό’ στις μάζες, κάποιο φόβο μην υψωθούμε πολύ πιο ψηλά από την απλή εξυπηρέτηση των πιο ζωτικών κι άμεσων αναγκών της μάζας. Μη φοβάστε, κύριοι! Να θυμάστε, ότι από οργανωτική άποψη βρισκόμαστε τόσο χαμηλά, που είναι ανόητη ακόμα και η σκέψη ότι θα μπορούσαμε ν’ ανέβουμε πολύ ψηλά!».[25] Οι κομμουνιστές κατά την παρέμβασή τους δεν μπορούν ποτέ να υποταχθούν σ’ αυτό το αυθόρμητο ούτε να προσαρμοστούν σ’ αυτό και στις μορφές της κυρίαρχης ιδεολογίας. Οι κομμουνιστές πρέπει πάντοτε να δρουν ως τέτοιοι, ανεξάρτητα από την κατάσταση. Πρέπει να αποτελούν ενεργό μέρος της ταξικής πάλης, αλλά να δρουν με την πολιτική τους αναφορά ως κομμουνιστές. Κάθε ευκαιρία για παρέμβαση πρέπει να χρησιμοποιείται για να παρακινεί, ξεκινώντας από το συγκεκριμένο, τους εργάτες σε μεγαλύτερη συνειδητοποίηση, προσπαθώντας ν’ αυξήσει την ικανότητά κριτικής του καπιταλισμού, καταδεικνύοντας την αναγκαιότητα ανατροπής του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Μια μάχη μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί (σαφώς εμείς πρέπει να παλέψουμε για την πρώτη έκβαση…), οι κομμουνιστές πρέπει να εργάζονται για να διασφαλίσουν ότι σε κάθε περίπτωση απομένει κάτι από την άποψη της πολιτικής και οργανωτικής προόδου, ειδικά μεταξύ των πιο συνειδητών στοιχείων.

2. Ξεκινώντας από αυτές τις δύο πάγιες θέσεις, οι μέθοδοι και οι στόχοι της παρέμβασης ποικίλουν σαφώς ανάλογα με το ιστορικό στάδιο και την αριθμητική δύναμη. Το σημείο αναφοράς πρέπει να είναι πάντοτε η ταξική πάλη και τα όργανα με τα οποία εκφράζεται αυτή η πάλη. Σήμερα, το ότι πρέπει να παρέμβουμε στα ταξικά όργανα είναι ένα δεδομένο, προσπαθώντας να κερδίσουμε τους πιο συνειδητοποιημένους εργάτες στο επαναστατικό πρόγραμμα και στην επαναστατική πολιτική. Σε μια επαναστατική ιστορική φάση οι κομμουνιστές συμμετέχουν στα εργατικά συμβούλια για να κατακτήσουν την πολιτική ηγεσία και να προτρέψουν την τάξη να πάρει την εξουσία.[26]

3. Όπως τονίσαμε προηγουμένως το συνδικάτο δεν είναι ένα όργανο που οι κομμουνιστές μπορούν να κατακτήσουν ως «ιμάντα μεταβίβασης». Η κριτική στα συνδικάτα για ‘μάς, όπως έχει τονίσαμε επανειλημμένα, δεν σημαίνει ότι αγνοούμε το πεδίο των συνδικάτων, δηλ. τα γεγονότα που υποκινούνται από τα συνδικάτα όπου είναι παρόντες οι εργάτες της βάσης, τις συνελεύσεις, τις δημόσιες εκδηλώσεις καθώς επίσης και τη συμμετοχή σε απεργίες που κηρύσσονται από τα συνδικάτα. Ασφαλώς, παρεμβαίνουμε πάντα σε αυτά τα πεδία με την γραμμή μας κατά των συνδικάτων.

4. Οι κομμουνιστές στην παρέμβασή τους πρέπει να κάνουν προσπάθειες για να δημιουργήσουν διεθνιστικές ομάδες, τόσο εργοστασιακές (και γενικά μέσα στους χώρους εργασίας) όσο και τοπικές. Αυτές, σε αντίθεση με τις οργανώσεις πάλης που δημιουργεί η ίδια η τάξη, είναι παρακλάδια του κομμουνιστικού κόμματος και πρέπει να είναι τα όργανα του κόμματος μέσα στην τάξη. Είναι, έτσι, πολιτικές ομάδες μελών και συμπαθούντων του κόμματος σε τοπικό και εργασιακό επίπεδο. Ξεκινώντας από τα συγκεκριμένα ζητήματα της κατάστασης μέσα στον χώρο εργασίας προχωρούν στην κομμουνιστική ζύμωση και προπαγάνδα.

5. Οι κομμουνιστές πρέπει να διατηρούν «τη γραμμή τους κατά των συνδικάτων προς όφελος της αυτοοργάνωσης του προλεταριάτου».[27] Παρά το γεγονός ότι η τάξη μπορεί να δημιουργήσει τα δικά της όργανα για να παλέψει για τα αιτήματά της, ακόμη και χωρίς την παρουσία των επαναστατών, οι κομμουνιστές πρέπει να κάνουν την προπαγάνδα και τις προτάσεις τους και να παίζουν ενεργό ρόλο στον αυτοοργανωμενο αγώνα: στις εργατικές συνελεύσεις και στις επιτροπές δράσης. Με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει πάντοτε να προσπαθούν να παράσχουν ένα κομμουνιστικό πολιτικό πλαίσιο.

Τίτλος πρωτοτύπου: The Unions, the Class Struggle and Communists, The unions as “transmission belts”.

Πηγή: http://www.leftcom.org/en


[1] Ο όρος ήταν τότε αντιληπτός με την κομμουνιστική έννοια. (σ.σ.)

[2] Λένιν, Τα επείγοντα καθήκοντα του κινήματός μας (1900).

[3] βλ. Καρλ Μαρξ – Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, κεφ. Προλετάριοι και Κομμουνιστές. (Σ.τ.Μ.)

[4] Ονομασία της κομμουνιστικής πτέρυγας του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και αργότερα της αριστερής πτέρυγας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας με επικεφαλής τον Αμαντέο Μπορντίγκα. (Σ.τ.Μ.)

[5] Πρέπει να επισημάνουμε ότι η κριτική του θεσμού του συνδικάτου και της τακτικής του «ιμάντα μεταβίβασης» δεν είναι μια καινοτόμα θεωρητική ανάλυση που παρουσιάστηκε από εμάς τα τελευταία χρόνια. Η συζήτηση για τα συνδικάτα αναζωογόνησε τη ζωή της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς, που ήταν οργανωμένη σε μικρές φράξιες στο εξωτερικό, και την κριτική σκέψη πάνω στον θεσμό του συνδικάτου. Η κριτική της  αντίληψης  του «ιμάντας μεταβίβασης» βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο επίπεδο, αν και ήταν στο αρχικό της στάδιο, από πολλούς συντρόφους της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς (και αρκετούς από τους διάφορους μη-Ιταλούς αριστερούς κομμουνιστές). Το P.C. Internazionalista [Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα] έπαιξε, ασφαλώς, μείζονα ρόλο στο ξεκαθάρισμα αυτού του ζητήματος.

[6] Η περίοδος 1919-1920 κατά την οποία ξέσπασαν μεγάλοι εργατικοί αγώνες στην Ιταλία, οι οποίοι συνοδεύτηκαν από ένα κύμα καταλήψεων εργοστασίων. (Σ.τ.Μ.)

[7] Η «Επιτροπή για την Σωτηρία της Πατρίδας και της Επανάστασης» συγκροτήθηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση και τις δυνάμεις που αντιστρατεύονταν την κατάληψη της εξουσία από τα σοβιέτ την παραμονή της Οκτωβριανής Επανάστασης. βλ. Τζων Ρηντ, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο. (Σ.τ.Μ.)

[8] Η έδρα του Μπολσεβίκικου Κόμματος στην Αγία Πετρούπολη κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης. (Σ.τ.Μ.)

[9] Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. (Σ.τ.Μ.)

[10] “La Confederazione Generale del Lavoro negli Atti, nei documenti, nei Congressi 1906-1926 («Η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας: Αποφάσεις, ντοκουμέντα και συνέδρια»).

[11] Λέγοντας ανοδική φάση εννοούμε τη φάση της ιστορίας του καπιταλισμού κατά την οποία αυτός επιβλήθηκε ως διεθνώς αναγνωρισμένο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα∙ μια φάση που θεωρούμε ότι ολοκληρώθηκε από τις αρχές του της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα.

[12] Όρος που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» (Πρώτος Τόμος, κεφ. 7) και σημαίνει την παραγωγή ανταλλακτικής αξίας ως παραγωγή υπεραξίας. (Σ.τ.Μ.)

[13] Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Συνδεόταν κατά παράδοση με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. (Σ.τ.Μ.)

[14] Συνομοσπονδία των Ιταλικών Συνδικάτων. Συνδέεται με τη χριστιανοδημοκρατία. (Σ.τ.Μ.)

[15] Ιταλική Ένωση Εργασίας. Προέκυψε από σχίσμα στις γραμμές της CGIL και συνδέθηκε με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. (Σ.τ.Μ)

[16] Γενική Ένωση Εργασίας. Συμμετέχει στη Διεθνή Συνομοσπονδία Συνδικάτων και συνδέθηκε με το νεοφασιστικό Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI), το οποίο το 1995 μετονομάστηκε σε Εθνική Συμμαχία (ΑΝ). (Σ,τ.Μ.)

[17] Ομοσπονδία των μεταλλωρύχων που συνδέεται με την CGIL. (Σ.τ.Μ.)

[18] Συνομοσπονδία Επιτροπών Βάσης. Δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’80. (Σ.τ.Μ.)

[19] Για μα περαιτέρω ανάλυση του συνδικαλισμού «βάσης» στην Ιταλία προτείνουμε τα ακόλουθα κείμενα: “Sindacalismo e sindacati in Italia” («Συνδικαλισμός και συνδικάτα στην Ιταλία»), (Prometeo 2001) και “Il sindacalismo di base in Italia” («Τα συνδικάτα βάσης στην Ιταλία») (Prometeo 2008), τα οποία διατίθενται και στην ιστοσελίδα μας.

[20] Μια βασική διευκρίνιση: προφανώς, η κριτική μας για το συνδικάτο δεν επιθυμεί να αμφισβητήσει την ειλικρινή αγωνιστική επιθυμία πολλών εργατών που ανήκουν σε διαφορετικά συνδικάτα. Τουναντίον, γι’ αυτό τον λόγο θεωρούμε απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε όλους τους περιορισμούς των υπαρχόντων συνδικάτων και να διαλύσουμε την αυταπάτη -αντιπροσωπεύουν σήμερα τα συνδικάτα βάσης- ενός εναλλακτικού συνδικαλισμού.

[21] Ονομασία του συνδικάτου που έδρασε κατά τη διάρκεια των μεγάλων απεργιών στην Πολωνία που ξέσπασαν το 1980, με αποτέλεσμα το τότε σταλινικό καθεστώς να κηρύξει στρατιωτικό νόμο για να τις καταστείλει. (Σ.τ.Μ.)

[22] “Il sindacato e l’azione comunista” («Το συνδικάτο και η κομμουνιστική δράση»), Prometeo Νο. 13, 1997.

[23] Ενώ σε μια ιστορικά προεπαναστατική φάση τα ταξικά όργανα (συμβούλια) μπορούν να γίνουν –και μόνο διαμέσου της δράσης των κομμουνιστών- τα όργανα του επαναστατικού αγώνα και όργανα εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να ελπίζουμε ότι οι οργανώσεις βάσης με τις οποίες η τάξη εξοπλίζεται για να αγωνιστεί για μεταρρυθμίσεις σε μια, από επαναστατική σκοπιά, στάσιμη ιστορική φάση μπορούν να διατηρηθούν ή να μετατραπούν σε όργανα εξουσίας: «Το σφάλμα που διαπράττεται εδώ είναι να εξετάζουμε τα ‘συμβούλια’ χωρίς να τα διακρίνουμε ως όργανα εξουσίας καθώς επίσης και ως όργανα στο στάδιο όπου ένα τέτοιο πρόβλημα βρίσκεται μακράν της συνείδησης του προλεταριάτου». Για μια βαθύτερη κατανόηση αυτών των πλευρών βλ. O. Damen, “Natura e compiti degli organismi di fabbrica e ruolo del partito di classe” («Ο χαρακτήρας και η λειτουργίες των εργοστασιακών ομάδων και ο ρόλος του ταξικού κόμματος», Prometeo No. 7, 1965.

[24] Battaglia Comunista, Νο. 11, 1958.

[25] Λένιν, Τι να κάνουμε, σ. 136, Άπαντα, τόμος 6, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

[26] Θα πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι βασική θέση του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCInt) –της οργάνωσης στην οποία ανήκει αυτό το άρθρο- είναι ότι η εξουσία της εργατικής τάξης δεν μπορεί να ανατεθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Σύμφωνα με τη θέση αυτή: «Για την ανατροπή του καπιταλισμού χρειάζεται ένα πολιτικό κόμμα. Ωστόσο, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να ασκήσει την εξουσία για την εργατική τάξη ως εκπρόσωπός της. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να αναθέσει την εξουσία του σε άλλους, ούτε ακόμη και στο Κόμμα της». (Marxism or Idealism – Our Differences with the ICC). (Σ.τ.Μ.)

[27] Απόσπασμα από το Καταστατικό του P.C.Internazionalista (Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα) (1997).

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: