Άντον Πάνεκουκ – Κόμμα και εργατική τάξη

mutualaid2

 

PDF Κόμμα και Τάξη

 

Πηγή: http://sites.google.com/site/syrizaorizontia/in-the-news/ademosieutastaellenikaarthratouantonpanekouk

Γράφτηκε το 1936

Πηγή: Kurasje Council Communist Archives

Βρισκόμαστε μόνον στα πολύ αρχικά στάδια ενός νέου εργατικού κινήματος. Το παλιό κίνημα ήταν ενσωματωμένο σε κόμματα. Σήμερα, εν τούτοις, η πίστη στα κόμματα αποτελεί τον μεγαλύτερο ανασχετικό παράγοντα στην ανάπτυξη της ικανότητας δράσης της εργατικής τάξης.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα νέο κόμμα. Κι αυτό, όχι γιατί είμαστε αριθμητικά λίγοι – κάθε είδους κόμμα έχει στην αρχή λίγα άτομα – , αλλά επειδή, στις μέρες μας, ένα κόμμα δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια οργάνωση που σκοπός της είναι να καθοδηγεί και να εξουσιάζει την εργατική τάξη. Σ’ αυτό το είδος οργάνωσης αντιπαραθέτουμε την αρχή ότι η εργατική τάξη μπορεί να κατακτήσει τα δικαιώματά της και να κυριαρχήσει, μόνον εάν πάρει την τύχη της στα ίδια της τα χέρια. Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να υιοθετούν τα συνθήματα καμιάς ομάδας, όποια κι αν είναι αυτή, ούτε καν των δικών μας ομάδων· πρέπει να σκέπτονται, ν’ αποφασίζουν και να δρουν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, κατά τη γνώμη μας, στην μεταβατική περίοδο που διανύουμε, τα κατάλληλα όργανα για την εκπαίδευση και την διαφώτιση είναι οι ομάδες εργασίας, οι κύκλοι μελέτης και συζητήσεων, που έχουν συγκροτηθεί αυτόβουλα από τους ίδιους τους εργαζόμενους, σαν εργαλεία αναζήτησης του δικού τους δρόμου.

Αυτή η θέση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τον ρόλο του κόμματος ως αναγκαίου εκπαιδευτικού οργάνου των εργαζομένων. Γι’ αυτό και απωθείται από πολλούς κύκλους όπου, εν τούτοις, δεν υπάρχει πλέον ιδιαίτερη επιθυμία για πάρε-δώσε ούτε με το σοσιαλιστικό ούτε με το κομουνιστικό κόμμα. Αυτό, αναμφίβολα, μπορεί κατά ένα μέρος να εξηγηθεί από τη δύναμη της παράδοσης και της συνήθειας: όταν κάποιος πάντοτε αντιμετώπιζε τον ταξικό πόλεμο σαν ένα πόλεμο του κόμματος και ένα πόλεμο μεταξύ κομμάτων, είναι πολύ δύσκολο να υιοθετήσει την οπτική γωνία της τάξης και του ταξικού πολέμου και μόνον. Αλλά μπορεί, επίσης, κατά ένα μέρος να εξηγηθεί από το γεγονός ότι πολλοί θεωρούν πρόδηλη την ιδέα ότι, τέλος πάντων, είναι καθήκον του κόμματος να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πάλη των εργαζομένων για την ελευθερία. Αυτήν ακριβώς την ιδέα, θα την εξετάσουμε τώρα από πιο κοντά.

Όλο το πρόβλημα περιστρέφεται, με λίγα λόγια, γύρω από την ακόλουθη διάκριση: ένα κόμμα είναι μια ομάδα που βασίζεται σε κάποιες ιδέες που τα μέλη της έχουν από κοινού, ενώ μια τάξη είναι μια ομάδα ενωμένη στη βάση κοινών συμφερόντων. Το να είσαι μέλος μιας τάξης καθορίζεται από τη λειτουργία σου στην παραγωγική διαδικασία, μια λειτουργία που γεννά συγκεκριμένα συμφέροντα. Το να είσαι μέλος ενός κόμματος σημαίνει να ανήκεις σε μια ομάδα που τα μέλη της έχουν ταυτόσημες απόψεις για τα μείζονα κοινωνικά προβλήματα.

Στο πρόσφατο παρελθόν, πολλοί υποθέτανε για θεωρητικούς και πρακτικούς λόγους ότι αυτή η θεμελιώδης διαφορά θα εξαλειφόταν στο εσωτερικό ενός ταξικού κόμματος, του «κόμματος των εργαζομένων». Κατά την περίοδο που η σοσιαλδημοκρατία ήταν σε πλήρη ανάπτυξη, ήταν διαδεδομένη η εντύπωση ότι αυτό το κόμμα θα συσπείρωνε σιγά-σιγά όλους τους εργαζόμενους, κάποιους σαν αγωνιστές και κάποιους άλλους σαν συμπαθούντες. Και, αφού η θεωρία ήταν ότι τα κοινά συμφέροντα κατ’ ανάγκην θα οδηγούσαν στη δημιουργία κοινών στόχων και αντιλήψεων, πίστευαν ότι αυτή η διάκριση μεταξύ τάξης και κόμματος ήταν προορισμένη να εξαλειφθεί. Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν με αυτόν τον τρόπο: η σοσιαλδημοκρατία παρέμεινε μια μειοψηφική ομάδα, και, επιπλέον, έγινε στόχος επιθέσεων από τις νέες εργατικές ομάδες που εμφανίστηκαν στο μεταξύ. Διάφορες διασπάσεις έλαβαν χώρα στο εσωτερικό της, ενώ ο χαρακτήρας της υπέστη ριζικές αλλαγές και μερικά άρθρα του προγράμματός της είτε αναθεωρήθηκαν είτε ερμηνεύτηκαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η κοινωνία δεν εξελίσσεται με έναν συνεχή και γραμμικό τρόπο, χωρίς αποτυχίες και αναποδιές, αλλά με συγκρούσεις και ανταγωνισμούς. Ενόσω η πάλη της εργατικής τάξης διευρύνει το πεδίο δράσης της, η δύναμη του εχθρού αυξάνεται. Η συνεχής και επαναλαμβανόμενη αβεβαιότητα για το δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί, προκαλεί σύγχυση στους αγωνιστές· και η αναποφασιστικότητα είναι παράγοντας διαλυτικών τάσεων, εσωτερικών διενέξεων και συγκρούσεων στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος.

Είναι ανώφελο να λυπάται κανείς γι’ αυτές τις συγκρούσεις, επειδή δημιουργούν μια ολέθρια κατάσταση που δεν θα έπρεπε να υπάρχει και η οποία κάνει τους εργαζόμενους αδύναμους. Όπως έχει επισημανθεί πολλές φορές, η εργατική τάξη δεν είναι αδύναμη επειδή είναι διαιρεμένη· αντίθετα, είναι διαιρεμένη επειδή είναι αδύναμη. Και ο λόγος που το προλεταριάτο οφείλει να βρει νέους τρόπους είναι ότι ο εχθρός σήμερα έχει δύναμη τέτοιου είδους που οι παλιές μέθοδοι είναι αναποτελεσματικές για την αντιμετώπισή του.  Η εργατική τάξη δεν θα εξασφαλίσει αυτούς τους τρόπους δια μαγείας αλλά με μεγάλη προσπάθεια, με βαθύ στοχασμό, μέσω της σύγκρουσης διαφορετικών απόψεων και της σφοδρής ιδεολογικής πάλης. Είναι καθήκον της να βρει το δικό της δρόμο, και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που υπάρχουν οι εσωτερικές διαφορές και οι συγκρούσεις. Σ’ αυτή την διαδρομή, είναι αναγκασμένη να καταρρίψει διάφορους μύθους, να απαρνηθεί ξεπερασμένες ιδέες και παλιές χίμαιρες· η πραγματική δυσκολία αυτού του καθήκοντος είναι η αιτία που προξενεί τόσο συχνές και μεγάλες διασπάσεις.

Ούτε και θα έπρεπε να τρέφει κανείς ψευδαισθήσεις ότι τέτοιες έντονες κομματικές συγκρούσεις και διαφωνίες είναι γνώρισμα μόνον μιας μεταβατικής περιόδου, όπως αυτή που διανύουμε, και ότι θα εξαλειφθούν σύντομα, αφήνοντας στη θέση τους μια ενότητα πιο δυνατή από ποτέ. Σίγουρα, στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, συμβαίνει καμιά φορά να συνενώνονται όλες οι δυνάμεις, παραμερίζοντας τις διαφορές, προκειμένου να αποσπάσουν κάποια μεγάλη νίκη, και η επανάσταση είναι καρπός αυτής της ενότητας της εργατικής τάξης. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, όπως συμβαίνει μετά από κάθε νίκη, οι διχογνωμίες εμφανίζονται αμέσως μόλις αρχίσουν οι συζητήσεις για να παρθούν αποφάσεις σχετικά με τα ζητήματα που εγείρονται από τη νέα κατάσταση. Εκείνη τη στιγμή, οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα πιο δύσκολα καθήκοντα: να συντρίψουν τον εχθρό και, επιπλέον, να οργανώσουν την παραγωγή, να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων. Είναι αδύνατον όλοι οι εργαζόμενοι, όλων των κατηγοριών και όλων των ομάδων, που τα συμφέροντά τους είναι κάθε άλλο παρά ομοιογενή, να σκέφτονται και να αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο, και να καταλήγουν σε συμφωνία, αυθόρμητα και άμεσα, σχετικά με αυτό που πρέπει να γίνει στα επόμενα βήματα. Γι’ αυτόν το λόγο εκδηλώνονται οι έντονες διαφωνίες και υπάρχουν αντιθέσεις μεταξύ τους, ακριβώς επειδή είναι υποχρεωμένοι να βρουν οι ίδιοι το δικό τους δρόμο προς τα εμπρός, και, τελικά, μέσω τέτοιων συγκρούσεων, καταφέρνουν να ξεδιαλύνουν τις αντιλήψεις τους.

Στην περίπτωση που κάποια άτομα με κοινές ιδέες συνευρίσκονται για να συζητήσουν τις προοπτικές για δράση, να ξεδιαλύνουν τις απόψεις τους συζητώντας και να αναζητήσουν τους τρόπους προπαγάνδισης των συμπερασμάτων στα οποία θα καταλήξουν, τότε, αναμφίβολα, μπορεί κανείς να περιγράψει αυτές τις ομάδες σαν κόμματα. Δεν έχει σημασία πώς θα τα ονομάσουμε· η σημαντική προϋπόθεση είναι αυτά τα κόμματα να υιοθετούν έναν σαφώς διαφορετικό ρόλο από αυτόν που τα υπάρχοντα κόμματα επιδιώκουν να παίζουν. Η πρακτική δραστηριότητα, δηλαδή η πραγματική ταξική πάλη, είναι υπόθεση των ίδιων των μαζών, που δρουν σαν σύνολο στο εσωτερικό των φυσικών τους ομάδων – κυρίως των ομάδων από τον ίδιο χώρο εργασίας -, οι οποίες αποτελούν τις μάχιμες μονάδες. Δεδομένου ότι ο πόλεμος έχει τεράστιες διαστάσεις και η δύναμη του εχθρού είναι πελώρια, η νίκη πρέπει να επιτευχθεί συνενώνοντας όλες τις δυνάμεις στη διάθεση των μαζών – όχι μόνον την υλική και ηθική δύναμη για δράση, την ενότητα και τον ενθουσιασμό, αλλά και την πνευματική δύναμη που γεννιέται από την διανοητική διαύγεια. Η σπουδαιότητα των κομμάτων αυτού του είδους βρίσκεται στο γεγονός ότι βοηθούν να εξασφαλιστεί αυτή η διανοητική διαύγεια, μέσα από τις αμοιβαίες τους συγκρούσεις, τις συζητήσεις τους, την προπαγάνδα τους. Οι εργαζόμενοι καταφέρνουν να χαράξουν για τον εαυτό τους το δρόμο για την ελευθερία μέσω αυτών των οργάνων, που τους βοηθούν να ξεκαθαρίσουν οι ίδιοι τις θέσεις τους.

Αυτός είναι ο λόγος που κόμματα με αυτήν την έννοια (και με αυτές τις ιδέες) δεν χρειάζονται σταθερές και συμπαγείς δομές. Όταν αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε αλλαγή κατάστασης ή νέα καθήκοντα, τα μέλη αυτών των κομμάτων διχάζονται στις απόψεις τους, διασπώνται για να δημιουργήσουν νέες ομάδες, για να ξαναενωθούν στη βάση μιας νέας συμφωνίας· την ίδια στιγμή, κάποιοι άλλοι βγαίνουν στην επιφάνεια με άλλα προγράμματα. Επειδή ακριβώς η ρευστότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμά τους, αυτά τα κόμματα είναι πάντοτε έτοιμα να προσαρμοστούν στα καινούρια δεδομένα.

Τα υπάρχοντα εργατικά κόμματα, τώρα, έχουν έναν απολύτως διαφορετικό χαρακτήρα. Επιπλέον, έχουν και διαφορετικούς στόχους: να πάρουν την εξουσία και να την ασκήσουν για αποκλειστικά δικό τους όφελος. Όχι μόνον δεν προσπαθούν να συνεισφέρουν στη χειραφέτηση των εργαζομένων, αλλά και εννοούν να πάρουν αυτοί το πηδάλιο της κυβέρνησης· μασκαρεύουν αυτήν την πρόθεσή τους με τον ισχυρισμό ότι σκοπός τους είναι να απελευθερώσουν την εργατική τάξη. Η σοσιαλδημοκρατία, που η δυναμική της περίοδος ανάγεται στην λαμπρή κοινοβουλευτική εποχή, βλέπει αυτή την εξουσία σαν κυβέρνηση βασισμένη στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Από τη μεριά του, το Κομμουνιστικό κόμμα οδηγεί την πολιτική εξουσία του στις ακραίες της συνέπειες: τη δικτατορία του κόμματος. Αντίθετα με τα κόμματα που περιγράψαμε πιο πάνω, γι’ αυτά τα παραδοσιακά κόμματα είναι εγγενές χαρακτηριστικό τους να έχουν σχηματισμούς με δύσκαμπτες δομές, που η συνοχή τους εξασφαλίζεται μέσω καταστατικών, πειθαρχικών μέτρων, διαδικασιών ένταξης και διαγραφής.  Επειδή είναι σχεδιασμένα για να κυριαρχούν, αγωνίζονται για την εξουσία, από τη μια μεριά, προσανατολίζοντας τα μέλη τους να διαγκωνίζονται στα όργανα της εξουσίας που διαθέτουν και, από την άλλη, μοχθώντας ακατάπαυστα να επεκτείνουν τη σφαίρα της επιρροής τους. Δεν βλέπουν καθόλου ως καθήκον τους να εκπαιδεύσουν τους εργαζόμενους, έτσι ώστε να μάθουν να σκέφτονται αυτόνομα· αντίθετα, σκοπός τους είναι να τους ντρεσάρουν, έτσι ώστε να γίνουν πειθήνιοι και αφοσιωμένοι οπαδοί των θέσεών τους. Ενώ η εργατική τάξη χρειάζεται απεριόριστη ελευθερία πνευματικής ανάπτυξης για να αυξήσει τη δύναμή της και να νικήσει, το θεμέλιο της εξουσίας του κόμματος είναι η καταπίεση όλων των απόψεων που δεν υποτάσσονται στην κομματική γραμμή. Στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αυτό εξασφαλίζεται με μεθόδους που δήθεν υπηρετούν την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης· στα κομμουνιστικά κόμματα, με ωμή και απροκάλυπτη καταστολή.

Μερικοί εργαζόμενοι γνωρίζουν ήδη ότι η κυριαρχία από το Σοσιαλιστικό ή το Κομμουνιστικό κόμμα θα σήμαινε απλώς μια καμουφλαρισμένη επικράτηση της αστικής τάξης και ότι με αυτόν τον τρόπο θα διαιωνίζονταν η εκμετάλλευση και η σκλαβιά τους. Σύμφωνα, όμως, με αυτούς τους εργαζόμενους, τη θέση τους πρέπει να πάρει ένα «επαναστατικό κόμμα», το οποίο θα είχε όντως σκοπό να εγκαθιδρύσει την προλεταριακή εξουσία και την κομμουνιστική κοινωνία. Εδώ, δεν πρόκειται για ένα κόμμα με την έννοια που το ορίσαμε πιο πριν, δηλαδή μιας ομάδας που ο μόνος σκοπός της είναι να εκπαιδεύει και να διαφωτίζει, αλλά ένα κόμμα με την κοινή έννοια, δηλαδή ένα κόμμα που αγωνίζεται να εξασφαλίσει την εξουσία και να την ασκήσει με την ιδέα να απελευθερώσει την εργατική τάξη, και όλα αυτά σαν πρωτοπορία, σαν μια οργάνωση της πεφωτισμένης επαναστατικής μειοψηφίας.

Οι όροι αυτής καθαυτής της έκφρασης «επαναστατικό κόμμα» είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, διότι ένα κόμμα αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να είναι επαναστατικό. Ή μάλλον, θα μπορούσε να ήταν επαναστατικό μόνον με την έννοια που περιγράφουμε ως επαναστατική μια αλλαγή κυβέρνησης που προκύπτει από κάποιου είδους βίαιες πιέσεις, όπως, για παράδειγμα, η γέννηση του Τρίτου Ράιχ. Όταν χρησιμοποιούμε την λέξη «επανάσταση», εννοούμε ξεκάθαρα την προλεταριακή επανάσταση, την κατάκτηση της εξουσίας από τους εργαζόμενους.

Η θεμελιακή θεωρητική ιδέα στην οποία στηρίζεται το «επαναστατικό κόμμα» είναι ότι οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούσαν να τα καταφέρουν χωρίς μια ομάδα ηγετών, ικανών να κατανικήσουν την αστική τάξη για λογαριασμό της εργατικής τάξης και να σχηματίσουν μια νέα κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, εδώ έχουμε την πεποίθηση ότι η εργατική τάξη από μόνη της είναι ανίκανη να κάνει την επανάσταση. Σύμφωνα, με αυτή την θεωρία, οι ηγέτες θα δημιουργήσουν την κομμουνιστική κοινωνία μέσω νομοθετικών διαταγμάτων· με άλλα λόγια, η εργατική τάξη κρίνεται ανίκανη να διοικήσει και να οργανώσει για λογαριασμό της την εργασία και την παραγωγή της.

Άραγε δεν υπάρχει κάτι που να δικαιολογεί αυτή την θέση, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις; Αφού επί του παρόντος η εργατική τάξη σαν μάζα δείχνει ανήμπορη να κάνει την επανάσταση, δεν επιβάλλεται άραγε η επαναστατική πρωτοπορία, το κόμμα, να πάρει την πρωτοβουλία να κάνει την επανάσταση για λογαριασμό της εργατικής τάξης; Και μήπως αυτό δεν ισχύει για όσο διάστημα οι μάζες είναι παθητικά υποταγμένες στον καπιταλισμό;

Αυτή η θέση εγείρει αμέσως δύο ερωτήματα: Τι είδους εξουσία θα εγκαθιδρύσει ένα τέτοιο κόμμα με την επανάσταση; Τι πρέπει να συμβεί για να υπερνικηθεί η τάξη των καπιταλιστών; Η απάντηση στη δεύτερη ερώτηση είναι αυτονόητη: μια εξέγερση των μαζών. Πράγματι, μόνον οι επιθέσεις των μαζών και οι μαζικές απεργίες μπορούν να οδηγήσουν στην ανατροπή της παλιάς κυριαρχίας. Επομένως, το «επαναστατικό κόμμα» δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτε χωρίς την παρέμβαση των μαζών. Από εκεί κι έπειτα, σχετικά με το είδος της εξουσίας που θα εγκαθιδρυθεί, ένα από τα παρακάτω δύο ενδεχόμενα θα λάβει χώρα:

– Το πρώτο ενδεχόμενο είναι ότι οι μάζες συνεχίζουν τη δράση τους. Αρνούμενες να εγκαταλείψουν τον αγώνα για να επιτρέψουν στο νέο κόμμα να κυβερνήσει εν λευκώ, οργανώνουν την εξουσία τους στους χώρους παραγωγής και προετοιμάζονται για νέες μάχες, έχοντας αυτή τη φορά σαν στόχο την οριστική συντριβή του καπιταλισμού. Μέσω των εργατικών συμβουλίων, σχηματίζουν μια σφιχτοδεμένη κοινότητα, που διασύνδεει ολοένα και περισσότερο όλους τους χώρους παραγωγής όλων των περιοχών, και που είναι συνεπώς ικανή να αναλάβει την διοίκηση της κοινωνίας ως συνόλου. Με μια λέξη, οι μάζες αποδεικνύουν ότι δεν είναι τελικά τόσο ανίκανες να κάνουν την επανάσταση, όπως κάποιοι πίστευαν. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, γίνεται αναπόφευκτη η σύγκρουση ανάμεσα στις μάζες και το νέο κόμμα. Το τελευταίο επιδιώκει να είναι το μόνο σώμα που ασκεί εξουσία· είναι πεπεισμένο ότι αυτό πρέπει να καθοδηγεί την εργατική τάξη και ότι η αυτόνομη δράση των μαζών είναι παράγοντας αταξίας και αναρχίας. Όταν τα πράγματα φτάσουν σ’ αυτό το σημείο, είτε το ταξικό κίνημα θα έχει γίνει αρκετά δυνατό έτσι ώστε να αγνοήσει το κόμμα είτε το κόμμα, συμμαχώντας με στοιχεία αστικών δυνάμεων, θα συντρίψει τους εργαζόμενους. Και στις δύο περιπτώσεις, το κόμμα αποδεικνύει με τη στάση του ότι είναι εμπόδιο στην επανάσταση, επειδή επιδιώκει να είναι κάτι άλλο από ένα όργανο προπαγάνδας και διαφώτισης, και επειδή υιοθετεί ως ειδική του αποστολή την ηγεσία και τη διακυβέρνηση των μαζών.

-Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι ότι οι μάζες των εργαζομένων συμμορφώνονται με τη γραμμή του κόμματος και του παραδίδουν τον πλήρη έλεγχο των κρατικών υποθέσεων. Ακολουθούν τις άνωθεν εντολές και, πεπεισμένοι ότι η νέα κυβέρνηση θα εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό (αυτό συνέβη στη Γερμανία το 1918), γυρνάνε στα σπίτια τους και συνεχίζουν την καθημερινή τους εργασία. Αμέσως τότε, η αστική τάξη κινητοποιεί όλες της τις δυνάμεις: την χρηματοπιστωτική της δύναμη, την τεράστια ιδεολογική της ισχύ, την οικονομική της υπεροχή στα εργοστάσια και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία, πολύ αδύναμο ν’ αντισταθεί σε τέτοια επίθεση, μπορεί να διατηρηθεί στην εξουσία μόνον πολλαπλασιάζοντας συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, για να αποδείξει έμπρακτα στην αστική τάξη τη διαλλακτικότητα και την μετριοπάθειά του.  Σ’ αυτό το σημείο, επικρατεί η ιδέα ότι προς το παρόν αυτό είναι όλο κι όλο που είναι δυνατόν να γίνει, και ότι θα ήταν τρέλα εκ μέρους των εργαζομένων να προσπαθήσουν να επιβάλουν με τη βία ουτοπικά αιτήματα. Έτσι, το κόμμα, έχοντας χάσει την υποστήριξη της μαζικής δύναμης μιας επαναστατικής τάξης, μεταλλάσσεται σε ένα όργανο διατήρησης της αστικής εξουσίας.

Μόλις πριν είπαμε ότι, από τη σκοπιά της προλεταριακής επανάστασης, υπάρχει αντίφαση μεταξύ των όρων της έκφρασης «επαναστατικό κόμμα». Αυτό θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε κι αλλιώς, λέγοντας ότι ο όρος «επαναστατικό» στην έκφραση «επαναστατικό κόμμα» υποδηλώνει μια αστική επανάσταση. Πράγματι, σε κάθε περίσταση όπου οι μάζες παρενέβησαν για να ανατρέψουν μια κυβέρνηση και, ύστερα, παρέδωσαν την εξουσία σε ένα νέο κόμμα, αυτό που έλαβε χώρα ήταν μια αστική επανάσταση – η υποκατάσταση μιας παλιάς κυρίαρχης κοινωνικής τάξης από μια καινούρια. Αυτή ήταν η περίπτωση στη Γαλλία, το 1830, όταν η εμπορική αστική τάξη παρέλαβε την εξουσία από τους μεγάλους γαιοκτήμονες· και, ξανά, το 1848, όταν η βιομηχανική αστική τάξη διαδέχθηκε την εμπορική αστική τάξη· και, ξανά, το 1871, όταν ολόκληρο το σώμα της αστικής τάξης πήρε την εξουσία. Αυτό συνέβη και στη διάρκεια της Ρωσικής επανάστασης, όταν η κομματική γραφειοκρατία σαν σώμα μονοπώλησε την πολιτική, οικονομική και κοινωνική εξουσία. Στις μέρες μας, όμως, τόσο στην Δυτική Ευρώπη όσο και στην Β. Αμερική, η αστική τάξη είναι τόσο πολύ βαθιά και στέρεα ριζωμένη στα εργοστάσια και τις τράπεζες που δεν μπορεί να εκδιωχθεί από μια κομματική γραφειοκρατία. Τώρα, όπως και πάντοτε, το μόνον μέσον για να υπερνικηθεί η αστική τάξη είναι η πάλη των μαζών, αυτή τη φορά, ωστόσο, οι τελευταίες θα αναλάβουν τα εργοστάσια και θα σχηματίσουν το δικό τους δίκτυο εργατικών συμβουλίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, η πραγματική δύναμη βρίσκεται στις μάζες που καταλύουν την καπιταλιστική κυριαρχία, στο βαθμό που η δράση τους διευρύνεται και βαθαίνει.

Συνεπώς, αυτοί που σκέφτονται ένα «επαναστατικό κόμμα» έχουν πάρει μόνον ένα μέρος από τα μαθήματα του παρελθόντος.  Μη παραγνωρίζοντας ότι τα παραδοσιακά εργατικά κόμματα – το Σοσιαλιστικό κόμμα και το Κομμουνιστικό κόμμα- έχουν γίνει όργανα κυριαρχίας που υπηρετούν τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης, όλο κι όλο το συμπέρασμά τους είναι ότι ένα «επαναστατικό κόμμα» θα τα καταφέρει καλύτερα. Με αυτόν τον τρόπο, παραβλέπουν το γεγονός ότι η αποτυχία αυτών των κομμάτων μπορεί να οφείλεται σε μια πολύ γενικότερη αιτία – δηλαδή, στην βασική αντίφαση μεταξύ της χειραφέτησης των εργαζομένων, στο σύνολό τους και με τις ίδιες τις δικές τους προσπάθειες, και τη μείωση της δραστηριότητας των μαζών, μέχρι πλήρους ατονίας, από την εξουσία του νέου φιλεργατικού κόμματος. Επειδή βρίσκονται αντιμέτωποι με την παθητικότητα και την αδιαφορία των μαζών, καταλήγουν να θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστατική πρωτοπορία. Οι μάζες, όμως, παραμένουν αδρανείς επειδή, ενώ αισθάνονται ενστικτωδώς και την κολοσσιαία ισχύ του εχθρού και την σπουδαιότητα του καθήκοντος που πρέπει να αναλάβουν, δεν έχουν ακόμη διακρίνει καθαρά τον τρόπο με τον οποίο θα πολεμήσουν, τον δρόμο της ταξικής ενότητας. Εν τούτοις, όταν οι περιστάσεις θα τους ωθήσουν στη δράση, οφείλουν ν’ αναλάβουν αυτό το καθήκον και να οργανωθούν αυτόνομα, παίρνοντας στα ίδια τους τα χέρια τα μέσα παραγωγής και αρχίζοντας την επίθεση εναντίον της οικονομικής δύναμης του κεφαλαίου.  Και τότε, για άλλη μια φορά, κάθε αυτοαποκαλούμενη πρωτοπορία, που θα επιδιώκει να διευθύνει και να διαφεντεύει τις μάζες μέσω ενός «επαναστατικού κόμματος», θα αποκαλύπτεται ως αντιδραστικός παράγοντας, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντίληψης.

Μετάφραση: Γιώργος Παπαπαναγιώτου

Advertisements
This entry was posted in ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.