Άντον Πάνεκουκ – Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών

oploΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ PDF

Πηγή:http://sites.google.com/site/syrizaorizontia/in-the-news/ademosieutastaellenikaarthratouantonpanekouk

(Δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1933, στο PERSDIENST VAN DE GROEP VAN INTERNATIONALE COMMUNISTEN No 7)

Για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ (σ.τ.μ., του γερμανικού κοινοβουλίου) από τον Van der Lubbe, διατυπώθηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις. Στα όργανα της κομμουνιστικής αριστεράς (Spartacus, De Radencommunist), η πράξη χαρακτηρίστηκε ως πράξη ενός επαναστάτη κομμουνιστή. Να επιδοκιμάζεις και να χειροκροτείς μια τέτοια πράξη σημαίνει ότι την φέρνεις σαν παράδειγμα προς μίμησιν, ότι προτείνεις να επαναληφθεί. Αξίζει, λοιπόν, να μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε ποια ήταν όντως η χρησιμότητά της.

Πως θα μπορούσε να έχει νόημα μια τέτοια πράξη; Μόνον εάν είχε ως στόχο και αποτέλεσμα να δώσει ένα χτύπημα και να αποδυναμώσει την κυρίαρχη αστική τάξη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Η αστική τάξη δεν πληγώθηκε ούτε τόσο δα από τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ, η κυριαρχία της δεν απειλήθηκε καθόλου, απ’ όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς. Ίσα-ίσα, η κυβέρνηση των ναζί άρπαξε την ευκαιρία να ενισχύσει σημαντικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την τρομοκρατία της εναντίον του εργατικού κινήματος – και πρέπει να μελετηθούν με προσοχή οι μελλοντικές συνέπειες αυτής της νέας κατάστασης[1].

Ακόμη, όμως, κι αν μια τέτοια πράξη όντως έπληττε ή αποδυνάμωνε την κυρίαρχη αστική τάξη, η μόνη συνέπειά της θα ήταν να οδηγήσει τους εργάτες στο συμπέρασμα ότι για την απελευθέρωσή τους τέτοιες ατομικές πράξεις θα ήταν αρκετές από μόνες τους. Η μεγάλη αλήθεια που πρέπει να αφομοιώσουν και να πιστέψουν, ότι μόνον η μαζική δράση ολόκληρης της εργατικής τάξης μπορεί να νικήσει την αστική κυριαρχία, αυτή η στοιχειώδης αλήθεια του επαναστατικού κομμουνισμού θα αποσιωπηθεί και θα συγκαλυφθεί, και αυτό θα τους οδηγούσε μακριά από την αυτόνομη μαζική ταξική δράση. Οι επαναστατικές μειοψηφίες, αντί να συγκεντρώνουν όλες τους τις δυνάμεις στην προπαγάνδιση των θέσεών τους στις μάζες των εργαζομένων, θα τις σπαταλούσαν σε ατομικές πράξεις, οι οποίες, ακόμη κι όταν εκτελούνται από μια πολυάριθμη ομάδα με την μεγαλύτερη αυταπάρνηση, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να ταρακουνήσουν την κυριαρχία της αστικής τάξης. Στην πραγματικότητα, η αστική τάξη μπορεί εύκολα να αντιμάχεται τέτοιες ομάδες, χάρη στις ισχυρότατες δυνάμεις καταστολής που διαθέτει. Είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστορία επαναστατική ομάδα που να έδρασε με τόση αυταπάρνηση όσην έδειξαν οι ρώσοι νιχιλιστές, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Κάποιες στιγμές, μάλιστα, είχε φανεί πως, μέσω μιας σειράς από καλά οργανωμένες ατομικές απόπειρες, θα κατόρθωναν να ανατρέψουν τον τσαρισμό. Στο τέλος, όμως, ο τσάρος κάλεσε έναν γάλλο αστυνομικό να αναλάβει την αντιτρομοκρατική εκστρατεία, στη θέση της ανίκανης ρωσικής αστυνομίας· αυτός, μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφερε να εξαρθρώσει τελείως το κίνημα των νιχιλιστών, χάρη στην ενεργητικότητα και την χαρακτηριστικά δυτική μεθοδικότητά του. Αυτό που, τελικά και οριστικά, ανέτρεψε το πανίσχυρο τσαρικό καθεστώς ήταν το κίνημα των μαζών που αναπτύχθηκε τις επόμενες δεκαετίες.

Κι όμως, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, μια τέτοια πράξη δεν έχει άραγε την αξία της σαν διαμαρτυρία εναντίον της ελεεινής ψηφοθηρικής πολιτικής που αποπροσανατολίζει τους εργάτες από τον κύριο αγώνα τους;

Μια διαμαρτυρία έχει αξία μόνον στο μέτρο που βοηθάει στη δημιουργία αυτοπεποίθησης στους εργάτες, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι είναι δυνατοί, ή, αλλιώς, επειδή αναπτύσσει τη συνειδητοποίησή τους. Πώς, όμως, μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι ένας εργαζόμενος, ο οποίος επί χρόνια πίστευε ότι ψηφίζοντας σοσιαλδημοκράτες ή κομμουνιστές υπερασπίζονταν τα συμφέροντά του, θ’ αρχίσει να αμφιβάλλει για την ψηφοθηρική πολιτική μόνον και μόνον επειδή κάποιοι έβαλαν φωτιά στο κοινοβούλιο; Εντελώς αστεία πράγματα. Η ίδια ή αστική τάξη κάνει πολύ περισσότερα για να γιατρέψει τους εργαζόμενους από τις οποιεσδήποτε ψευδαισθήσεις μπορεί να τρέφουν για τον κοινοβούλιο, αποδυναμώνοντας το, διαλύοντάς το και αφαιρώντας του κάθε αποφασιστική και ουσιαστική λειτουργία (σ.τ.μ. Βλ. προηγούμενη υποσημείωση). Ορισμένοι γερμανοί σύντροφοι ισχυρίστηκαν ότι αυτό έχει μόνον θετικές πλευρές, αφού, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των εργαζομένων στον κοινοβουλευτισμό. Αναμφίβολα· δικαιούμαστε, όμως, να αναρωτηθούμε μήπως βλέπουν λίγο απλοϊκά τα πράγματα, διότι, σ’ αυτή την περίπτωση, οι δημοκρατικές ψευδαισθήσεις θα εισχωρούσαν απλώς από άλλο μονοπάτι. Εκεί όπου δεν υπάρχει δικαίωμα ψήφου, εκεί όπου το κοινοβούλιο είναι ανίσχυρο, η κατάκτηση της «πραγματικής δημοκρατίας» γίνεται κεντρικό αίτημα και οι εργαζόμενοι νομίζουν ότι αυτό είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να παλέψουν. Αντίθετα, το αποτέλεσμα μιας συστηματικής προπαγάνδας, που από κάθε γεγονός προσπαθεί να αναπτύσσει μια συνειδητοποίηση της πραγματικής σημασίας του κοινοβουλίου και της εξέλιξης της ταξικής πάλης, είναι ότι δεν αφήνει ποτέ την εργατική τάξη να παραπλανηθεί ή να χάσει το δρόμο της και αυτό είναι πάντοτε το ουσιώδες.

Μήπως όμως, η ατομική πράξη μπορεί να έχει αξία σαν σινιάλο για εξέγερση, σαν μια ισχυρή ώθηση που θέτει σε κίνηση την πάλη των μαζών;

Είναι γνωστό από την ιστορία ότι η δράση ενός ατόμου σε στιγμές κοινωνικής έντασης μπορεί να έχει το αποτέλεσμα που έχει μια σπίθα πάνω από ένα βαρέλι με μπαρούτι. Σίγουρα, πλην όμως, η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει τίποτε το κοινό με την έκρηξη ενός βαρελιού με μπαρούτι. Ακόμη κι αν το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και όλους τους άλλους ότι η επανάσταση μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, ξέρουμε ότι το προλεταριάτο έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να εκπαιδευτεί καλά σ’ αυτόν το νέο τρόπο πάλης, την πάλη των μαζών.

Επιπλέον, στις απόψεις αυτές διακρίνουμε έναν ρομαντισμό αστικής προέλευσης. Στις αστικές επαναστάσεις, η ανερχόμενη αστική τάξη – και ο λαός που την ακολουθούσε- βρισκόταν αντιμέτωπη με τους ηγεμόνες ως άτομα και τους απολυταρχικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς τους· μια απόπειρα με στόχο τον ίδιο το βασιλιά ή κάποιον υπουργό του ήταν δυνατόν να ισοδυναμεί με σινιάλο για εξέγερση. Η άποψη ότι, ακόμη και σήμερα, μια ατομική πράξη θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση τις μάζες βασίζεται στην αστική έννοια του αρχηγού, όχι του εκλεγμένου αρχηγού του κόμματος, αλλά του αρχηγού που ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του αρχηγό και που με τη δράση του παρασύρει τις μάζες. Η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει τίποτε το κοινό μ’ αυτόν τον απαρχαιωμένο ρομαντισμό του αρχηγού. Η εργατική τάξη προχωρεί στους αγώνες της ωθούμενη από μαζικές κοινωνικές δυνάμεις, και όχι επειδή την παρακινούν κάποια άτομα με τους λόγους ή τις πράξεις τους· κάθε πρωτοβουλία, λοιπόν, πρέπει να εκπορεύεται από την εργατική τάξη και μόνον.

Ωστόσο, θ’ αναρωτηθεί κανείς, η μάζα, εντέλει, δεν αποτελείται κι αυτή από άτομα και οι μαζικές δράσεις δεν είναι το σύνολο ενός μεγάλου αριθμού ατομικών δράσεων;

Βεβαίως, κι εδώ φτάνουμε στην πραγματική αξία της ατομικής πράξης. Αποκομμένη από τη μαζική δράση, η πράξη ενός ατόμου, που νομίζει ότι από μόνος του μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι πολύ σπουδαίο, είναι άχρηστη. Όταν, όμως, αποτελεί μέρος ενός μαζικού κινήματος, τότε η αξία της είναι πραγματικά πολύ σπουδαία. Η εργατική τάξη την ώρα της πάλης δεν είναι ένα σύνταγμα από ομοιόμορφες μαριονέττες, που προχωρούν με στρατιωτικό βηματισμό και που μεγαλουργούν καθοδηγούμενες από την τυφλή δύναμη της ίδιας τους της κίνησης. Αντίθετα, είναι μια μάζα από πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες, που ωθούνται από μια και μόνη θέληση, που συμπαραστέκονται ο ένας τον άλλον, που παροτρύνει ο ένας τον άλλον, που ενθαρρύνει ο ένας τον άλλον. Η ακατανίκητη δύναμη ενός τέτοιου κινήματος βασίζεται, ακριβώς, στις διαφορετικές δυνάμεις πολλών ανθρώπων που όλοι μαζί συντείνουν προς τον ίδιο σκοπό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η τόλμη των γενναιοτέρων από αυτούς θα βρει την ευκαιρία να εκφραστεί με ατομικές θαρραλέες πράξεις, ενώ η νηφαλιότητα των άλλων θα οδηγεί αυτές τις πράξεις προς τον κατάλληλο στόχο, έτσι ώστε να πιάνουν τόπο και να μη χάνονται στο βρόντο. Επίσης, σ’ ένα ανερχόμενο δυναμικό κίνημα, αυτή η αλληλεπίδραση δυνάμεων και πράξεων έχει πολύ μεγάλη αξία όταν καθοδηγείται από μια ξεκάθαρη αντίληψη σχετικά με το τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους εργαζόμενους τη συγκεκριμένη στιγμή, τι είναι αναγκαίο να γίνει και το πώς ν’ αναπτύξουν τη μαχητικότητά τους. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά, επιμονή, τόλμη και θάρρος, απ’ όσο χρειάστηκε για να βάλει κάποιος φωτιά σ’ ένα κοινοβούλιο.

Μετάφρ. : Γ. Παπαπαναγιώτου


[1] (Σ.τ.μ.) Αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ δείχνει ανενδοίαστα τον πραγματικό του εαυτό. Από την επομένη μέρα κιόλας, την 28η Φεβρουαρίου του 1933, αποδίδει τον εμπρησμό σε μια κομμουνιστική συνομωσία με επικεφαλής τον Γκεόργκι Ντημητρώφ και συλλαμβάνει τέσσερεις χιλιάδες στελέχη του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο θέτει, de facto, εκτός νόμου. Την ίδια μέρα, υποχρεώνει τον Χίντεμπουργκ, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, να υπογράψει ένα διάταγμα «για την προστασία του λαού και του κράτους», το οποίο αναστέλλει τις θεμελιώδεις ελευθερίες, δίνει έκτακτες εξουσίες στην αστυνομία και, ουσιαστικά, βάζει τέλος στη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στις 23 Μαρτίου του 1933, στο Νταχάου κοντά στο Μόναχο, ανοίγει τις πύλες του για τους πολιτικούς αντιπάλους των ναζί το πρώτο από μια ατέρμονη σειρά στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή…

Advertisements
This entry was posted in ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ and tagged . Bookmark the permalink.