Άντον Πάνεκουκ – Σκέψη και δράση

theory_practice

 

PDF Σκέψη και Δράση

Πηγή: http://www.rednotebook.gr

(Από το «Εργατικά Συμβούλια», βιβλίο που γράφηκε από το 1942 έως το 1947) *

Το εργατικό κίνημα δίνει την εικόνα μιας αδιάκοπης αλλαγής, με διακυμάνσεις και μεταπτώσεις, με ανοδικές περιόδους που ακολουθούνται από περιόδους παρακμής, πηγαίνοντας από τον ενθουσιασμό και τo σθένος στην πλήρη αδράνεια, την απάθεια και την ατονία. Δικαιολογημένα, λοιπόν, κάποιοι εργαζόμενοι θα θέτουν στον εαυτό τους το αποθαρρυντικό ερώτημα: Μήπως έχουν γίνει μάταια οι θυσίες των καλύτερων παιδιών της εργατικής τάξης; Μήπως με όλες αυτές τις θυσίες οδηγηθήκαμε απλώς και μόνον σε νέα δεσμά ακόμη χειρότερα και ακατάλυτα; Σ’ αυτό το σημείο, είναι συνεπώς απαραίτητο να θέσουμε στον εαυτό μας, με υπευθυνότητα, και μια άλλη ερώτηση: Γιατί τα πράγματα εξελίχθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο; Και βέβαια, η απάντηση θα είναι ότι οι εργαζόμενοι ήταν ακόμη πολύ αδύναμοι. Γιατί, όμως, δεν βλέπουμε τις δυνάμεις τους να αυξάνονται συνεχώς; Γιατί κατά καιρούς φαίνονταν πιο αδύναμοι ή πιο δυνατοί από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα; Γιατί ακολουθεί, κάθε φορά, αυτή η καλπάζουσα παρακμή;
Μέσα στις ανθρώπινες μάζες που σχηματίζουν τις κοινωνικές τάξεις, βλέπουμε να γεννιούνται διαρκώς δράσεις και δυνάμεις που προκαλούνται και υπαγορεύονται από την κοινωνία, και από αυτά που οι άνθρωποι υφίστανται και βιώνουν. Όταν, όμως, υπάρχει κάποιος άνωθεν πειθαναγκασμός, ένας φραγμός που αποκλείει την πραγματοποίησή τους, αυτές οι δράσεις και δυνάμεις δεν αφήνονται να φτάσουν μέχρι το επίπεδο της συνείδησης· παραμένουν και συσσωρεύονται στο επίπεδο του υποσυνείδητου. Μέχρι τη στιγμή που ορθώνονται, σα να ξυπνούν, και αποκαλύπτονται στη συνείδηση, και τότε γίνονται πνευματικές δυνάμεις· μέχρι τη στιγμή που οι δυνατότητες ύπαρξης μιας δύναμης που βρίσκεται ακόμη σε λήθαργο, σα να παίρνουν φωτιά από κάποια ιδέα, ξεγενούν μια εντελώς πραγματική και δραστήρια δύναμη· μέχρι τη στιγμή που γίνονται σα μια φωτιά που υποφώσκει κάτω από τις στάχτες, αλλά που, κάποιες φορές, μεταμορφώνεται σε μια λαμπρή και ζωηρή φλόγα. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος, σε κρίσιμες περιστάσεις,  μπορεί να αντλήσει από το σώμα του πολύ περισσότερη ενέργεια και επιδόσεις απ’ ό,τι σε κανονικές συνθήκες, και αυτό συμβαίνει κάθε φορά που μια επιτακτική δύναμη τον εμψυχώνει με αρκετά ισχυρή ένταση, προετοιμάζοντάς τον έτσι να εκπληρώσει το δύσκολο καθήκον εκείνης της συγκεκριμένης στιγμής. Το ίδιο ισχύει και στην κοινωνία, όπου, στη διάρκεια των κρίσιμων περιόδων, μπορούμε να κατανικήσουμε τις πελώριες αντιστάσεις που συναντούμε μόνον αφού η ένταση γίνει αρκετά ισχυρή, μόνον από τη στιγμή που οι ενθουσιώδεις ιδέες κατακυριεύουν τα πάντα. Μεταγενέστερα, όμως, όταν έχουν πια αποδείξει τη δύναμή τους και όλοι έχουν πειστεί ότι ήταν απαραίτητες, αυτές οι ιδέες ριζώνουν σαν αυταπόδεικτες αλήθειες× απολιθώνονται, γίνονται δόγματα ως (δήθεν) απόλυτες και αιώνιες αλήθειες: μεταμορφώνονται σε ιδεολογίες που καθιστούν τους ανθρώπους ανίκανους να αντιληφθούν τις νέες καταστάσεις και να φέρουν εις πέρας τα νέα τους καθήκοντα. Και να, λοιπόν, πώς αρχίζει η παρακμή.
Η απάντηση σε όλα τα ζητήματα που έχουμε θέσει βρίσκεται στη δραστηριότητα του ανθρώπινου νου, σ’ αυτήν την υπέρτατη ικανότητα που τοποθετεί τον άνθρωπο υπεράνω των ζώων. Είναι στη φύση του ανθρώπινου νου να αποδέχεται σαν γενική αλήθεια αυτό που κάποια φορά επιβεβαιώθηκε σαν μέρος της αλήθειας, να αποδέχεται με κάθε γενικότητα σαν καλό και ωφέλιμο αυτό που παρατηρήθηκε σαν καλό και ωφέλιμο σε κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις· αυτό συμβαίνει επειδή αποδίδει σ’ αυτές τις ιδιαίτερες παρατηρήσεις μια γενική και απόλυτη ισχύ, κάτι που ισχύει πάντα και παντού. Ο νους είναι το όργανο της γενίκευσης: από την απεραντοσύνη και την πολυπλοκότητα των φαινομένων, επιδιώκει να αποστάξει τις κανονικότητες, τις αναλογίες, τους γενικούς χαρακτήρες, το ουσιώδες, όλα όσα θα του επιτρέψουν να χαράξει τη δική του πορεία, τις δικές του δράσεις. Μόλις, όμως, ξεφύγει από τα όρια της πραγματικής του εμπειρίας, αρχίζει να περιπλανιέται, και, στη συνέχεια, η πραγματικότητα συχνά τον τιμωρεί αυστηρά για τα λάθη του. Καλό είναι να ξέρουμε ότι η πλάνη δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας× στην ουσία, είναι μια μερική αλήθεια στην οποία αποδίδουμε, σφαλερά, πολύ περισσότερη σπουδαιότητα απ’ όσο θα έπρεπε και υπερβολικά γενική ισχύ. Το λάθος δεν είναι το αντίθετο του σωστού· είναι αυτό που θα μπορούσε να ήταν σωστό κάτω από άλλες περιστάσεις, πλην όμως τέθηκε σε εφαρμογή εκεί που δεν έπρεπε.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και να αποδεχόμαστε τη σχετικότητα των πραγμάτων, ότι πρέπει να μάθουμε ν’ αγωνιζόμαστε για αλήθειες που ξέρουμε ότι δεν είναι απόλυτες, ότι πρέπει να επιστρατεύουμε όλες τις δυνάμεις μας για πρόσκαιρες αναγκαιότητες, ότι πρέπει να μαθαίνουμε χωρίς να πέφτουμε τυφλά σε πλάνες και αυταπάτες, ότι πρέπει να θυσιαζόμαστε με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό για να φέρουμε εις πέρας ένα πρόσκαιρο καθήκον. Έτσι κι αλλιώς, θα αντιληφθούμε εκ των υστέρων ότι η εκπλήρωση αυτού του πρόσκαιρου καθήκοντος ήταν, κάθε φορά, αποφασιστικής σημασίας για τις κατοπινές εξελίξεις. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τους αγώνες που έρχονται. Οι τάξεις είναι αναγκασμένες να δρουν κινούμενες από τα άμεσα και πρόσκαιρα προβλήματα, και τα αντιμετωπίζουν χρησιμοποιώντας τη γνώση που απέκτησαν από τις εμπειρίες τους, θετικές και αρνητικές – άρα και από τις πλάνες και τα λάθη τους-, στην κοινωνική ζωή.
Θεωρητικά αλλά και στην πράξη, η αποστολή της εργατικής τάξης είναι ένα πολύ απλό και ταυτοχρόνως πρακτικό πρόβλημα: να αναλάβει την κοινωνική παραγωγή και να οργανώσει την εργασία. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν σ’ αυτό το σημείο αμφιβολίες και δισταγμοί× κι όμως υπάρχουν, και οφείλονται στο γεγονός ότι αυτή η απλή αποστολή συνδέεται με όλες ανεξαιρέτως τις πτυχές της ζωής και ταυτόχρονα με την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Και πριν από κάθε είδους πράξη δημιουργίας του, αυτός ο νέος κόσμος πρέπει να υπάρξει καταρχήν με τη μορφή της σκέψης και της βούλησης. Πρέπει να κατανικηθούν τεράστιες εσωτερικές αντιστάσεις, και ταυτόχρονα να κατανικηθεί η τεράστια δύναμη του εχθρού,  όχι μόνον η υλική αλλά και η πνευματική του ισχύς. Οι παλιές ιδεολογίες βαραίνουν πολύ στο μυαλό των ανθρώπων, επηρεάζουν πάντοτε τη σκέψη τους, ακόμη κι όταν είναι μπολιασμένες με νέες ιδέες, με αποτέλεσμα να γίνονται εκπτώσεις στους στόχους, που μειώνονται και μετριάζονται, τα νέα συνθήματα να ακολουθούνται άκριτα, σα να ήταν θρησκεία, και να δημιουργούνται πλάνες και αυταπάτες – και όλα αυτά αποτελούν τροχοπέδη στην αποτελεσματική δράση. Σχεδόν πάντοτε οι ήττες της εργατικής τάξης προκλήθηκαν από πλάνες και αυταπάτες: την αυταπάτη ότι η νίκη θα ήταν εύκολη και γρήγορη, την πλάνη σχετικά με την δύναμη του εχθρού, την πλάνη για την σημασία των ημίμετρων, την αυταπάτη για την αξία που μπορεί να έχουν τα ωραία λόγια για ειρήνη και ενότητα. Και όποτε εκδηλωνόταν μια ενστικτώδης και δικαιολογημένη δυσπιστία, υπήρχαν κάποιοι που προσπαθούσαν – ανώφελα, φυσικά – να καλύψουν την έλλειψη εσωτερικής δύναμης και αυτοπεποίθησης με εξωγενείς μεθόδους, με σκληρή και ωμή χαλιναγώγηση.
Να γιατί είναι τόσο σημαντικό για τους εργαζόμενους να αποκτήσουν γνώση, αντίληψη και κρίση. Η πνευματική ανάπτυξη είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας για την κατάκτηση της εξουσίας από τους εργαζόμενους. Η επανάσταση των εργαζομένων δεν θα είναι δημιούργημα μιας κτηνώδους, φυσικής δύναμης: θα είναι μια νίκη του πνεύματος. Θα είναι το αποτέλεσμα της επιστράτευσης όλων των δυνάμεων των εργατικών μαζών αλλά προπάντων των πνευματικών τους δυνάμεων. Οι εργαζόμενοι δεν θα νικήσουν επειδή έχουν χοντρές και γερές γροθιές: πολλές φορές στο παρελθόν, οι χοντρές γροθιές ξεγελάστηκαν εύκολα από πανούργους και απατεώνες, και στράφηκαν, εξίσου εύκολα, ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό. Οι μάζες δεν θα νικήσουν επειδή αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού: χωρίς οργάνωση και χωρίς γνώση, αυτή η πλειοψηφία είναι ανίσχυρη μπροστά σε μια μειοψηφία που είναι καλά οργανωμένη, ικανή και αποφασισμένη, με πλήρη συνείδηση των στόχων της. Θα νικήσουν μόνον επειδή η πλειοψηφία που συναποτελούν θα αναπτύξει την διανοητική της δύναμη και το ηθικό της σε πολύ υψηλότερο βαθμό σε σύγκριση με τον εχθρό. Όλες οι μεγάλες επαναστάσεις της ιστορίας θριάμβευσαν επειδή μέσα στις μάζες γεννιόντουσαν ισχυρές πνευματικές δυνάμεις. Μια άξεστη και ηλίθια δύναμη είναι ικανή μόνον να καταστρέφει. Αντίθετα, οι επαναστάσεις αποτελούν δημιουργικές περιόδους της εξέλιξης της ανθρωπότητας, είναι νέες ανεγέρσεις που προκύπτουν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης νέων μορφών οργάνωσης και σκέψης. Και, πολύ περισσότερο από όλες τις επαναστάσεις του παρελθόντος, ο μετασχηματισμός που θα κάνει τους εργαζόμενους κυρίαρχους της κοινωνίας, η εφαρμογή μιας οργάνωσης της εργασίας σε ολόκληρο τον πλανήτη, θα είναι ένα τεράστιο έργο που θα απαιτήσει τα μέγιστα από τις πνευματικές τους δυνάμεις και το ηθικό τους.
Αυτό η κυρίαρχη τάξη το ξέρει εξίσου καλά με μας, και, μάλιστα, το αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς περισσότερο απ’ όσο εμείς× κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να μην καταφέρουν να φτάσουν οι μάζες σ’ αυτό το επίπεδο αντίληψης, και η απάθεια των ίδιων των μαζών την βοηθά να το κατορθώνει. Έχουμε, λοιπόν, ένα πρόβλημα που τίθεται ως εξής: πώς μπορεί μια επανάσταση να πραγματοποιηθεί ως ιστορικό γεγονός και να έχει νικηφόρα έκβαση, όταν η εκπλήρωση των απαραίτητων προϋποθέσεών της μοιάζει σα να υπονομεύεται εκ των προτέρων από την οξυδέρκεια των κυβερνώντων και την απάθεια των μαζών; Η λύση του προβλήματος βρίσκεται στις δυνατότητες που διανοίγονται από την αμοιβαία ανταλλαγή μεταξύ δράσης και σκέψης, δηλαδή από την επαναστατική αυτομόρφωση των μαζών.
Μας λένε ότι «εν αρχή ην η δράση». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πριν από τη δράση δεν υπήρχε τίποτε. Ο άνθρωπος είναι μονίμως εκτεθειμένος σε εντυπώσεις, άσχετες με τις δράσεις του της στιγμής, αλλά που προκύπτουν από την προγενέστερη ζωή του, από τη δράση του περιβάλλοντός του, και που, ως εκ τούτου, αποτελούν κοινωνικές δυνάμεις, και ως τέτοιες δρουν. Αυτές οι εντυπώσεις συσσωρεύονται, αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο του ανθρώπου, επειδή δεν είναι ο ίδιος εις θέσιν εκείνη τη στιγμή να τις χρησιμοποιήσει στην πράξη, επειδή δεν υπάρχει πιθανότητα να μετασχηματιστούν εκείνη τη στιγμή σε δράση, και επειδή, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να επιδράσουν εκείνη τη στιγμή στη βούλησή του. Προκαλούν, όμως, εντάσεις, που συχνά καταστέλλονται από τη συνήθεια, από ένα ενστικτώδες αίσθημα αδυναμίας, μερικές φορές μάλιστα από μια αυτοσυγκράτηση. Αυτό θα συμβαίνει, μέχρι να γίνει πάρα πολύ ισχυρή η πίεση από αυτές τις εντυπώσεις και, υπό ευνοϊκές συνθήκες, να αυξηθεί αρκετά η ένταση ούτως ώστε να προκαλέσει μια εκτόνωση: τη δράση. Αυτή η δράση δεν είναι προϊόν ενός προηγουμένου στοχασμού και, παρόλο που έχει προηγηθεί μια εσωτερική πάλη, δεν έχει αποφασιστεί συνειδητά από τον άνθρωπο με βάση αυτά που γνωρίζει και αντιλαμβάνεται: ξεπροβάλλει αυθόρμητα, ωθούμενη από δυνάμεις βαθιά θαμμένες στο υποσυνείδητο, που εκείνη τη στιγμή κυριαρχούν πάνω στη βούληση. Αναβλύζει ορμητικά, εκπλήσσοντας όλον τον κόσμο, ακόμα και αυτόν τον ίδιο που την εκτέλεσε. Μέσα από τη δράση, ξαφνικά, ο άνθρωπος φανερώνεται στον ίδιο του τον εαυτό: έτσι συνειδητοποιεί τι είναι ικανός να κάνει, αυτό που ποτέ δεν θα πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει. Μετά την πραγματοποίηση της δράσης, προσπαθεί να αντιληφθεί ποια ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν σ’ αυτήν. Επειδή η ίδια η δράση γέννησε μια νέα αντίληψη, έκανε φανερές και ανάγλυφες εκείνες τις αιτίες και τις συνέπειες που και χθες ακόμη ο ίδιος άνθρωπος αδυνατούσε ή αρνιόταν να τις παραδεχτεί. Τώρα, αναγκάζεται να τολμήσει να σκεφτεί αυτό που πριν δεν τολμούσε εξαιτίας του φόβου των συνεπειών. Άρα, ναι μεν, η δράση προηγείται, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που προϋπήρχαν και δρούσαν στο υποσυνείδητο.
Ό,τι ισχύει για το άτομο ισχύει και για την τάξη. Και αυτό όχι μόνον επειδή όλοι οι εργάτες ως άτομα ακολουθούν, λίγο – πολύ με τον ίδιο τρόπο, τη διαδικασία που περιγράψαμε πιο πάνω· στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράψαμε ισχύει περισσότερο – ίσως, μάλιστα, πολύ περισσότερο – για την τάξη απ’ ό,τι για το άτομο. Και αυτό επειδή τις δυνάμεις της κοινότητας, τις δυνάμεις της τάξης όπου ανήκει κάποιος, αυτές που αναπτύσσονται σε κάθε μέλος της, ο άνθρωπος τις συναισθάνεται λίγο- πολύ αόριστα και χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι οι ίδιες δυνάμεις δρουν και στους άλλους. Να από πού προέρχεται το αίσθημα της αδυναμίας και το γεγονός ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης καταστέλλει τα αισθήματα αλληλεγγύης. Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται μέχρις ότου γίνει τόσο επιτακτική η ανάγκη αντίστασης που οδηγεί σε μια έκρηξη, στην αρχή μέσα σε μικρές ομάδες, εκεί όπου η ένταση ήταν ισχυρότερη, για να επεκταθεί στη συνέχεια στις πλατιές μάζες. Κι εδώ δεν πρόκειται για δημαγωγική προσέλκυση άβουλων, απερίσκεπτων, υπάκουων ή μιμητικών οπαδών, όπως αρέσκονται να παρουσιάζουν το φαινόμενο οι αστοί συγγραφείς, σ’ αυτό που ονομάζουν ψυχολογία των μαζών. Πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό: εκείνη τη στιγμή ανακαλύπτει ο καθένας την ένταση με την οποία εκφράζονται στους άλλους οι δυνάμεις που δρουν και στον ίδιο του τον εαυτό× είναι η συνειδητοποίηση ότι πρόκειται πράγματι για ταξικές δυνάμεις, για τη δύναμη των μαζών, που έχει ως θεμέλια την αλληλοϋποστήριξη και την αλληλεγγύη, και που στηρίζεται σ’ ένα αίσθημα κοινότητας. Το ίδιο ίσχυε και στις αστικές επαναστάσεις, όταν οι πολίτες διαπίστωναν, μέσα στον ορυμαγδό των πρώτων μεγάλων επαναστατικών κινητοποιήσεων, ότι όντως αποτελούσαν μια μάζα, με παρόμοιες ιδέες, με την ίδια βούληση, τόση και τέτοια που ο καθένας μπορούσε να υπολογίζει στον άλλον, και που, συνεπώς, επέτρεπε να προβάλλονται οι διεκδικήσεις με δύναμη και με τόλμη. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των εργαζομένων, και μάλιστα σε υψηλότερο βαθμό, επειδή για αυτούς η αλληλεγγύη και η ταξική ενότητα είναι οι πρωταρχικές προϋποθέσεις επιτυχίας και το έδαφος στο οποίο θεμελιώνονται όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματά τους.
Και για να γίνει αυτό πρέπει ο καθένας να συμμερίζεται με τους άλλους μια κάποια ομοιότητα στον τρόπο που αισθάνεται, μια κάποια σύμπτωση στον τρόπο σκέψης, να έχει παρεμφερείς επιθυμίες, και όλα αυτά να εκφράζονται στα γενικά συνθήματα που αφορούν πολύ συγκεκριμένους σκοπούς και αιτήματα, και που προέρχονται από την κοινή εμπειρία της ζωής× αυτά τα συνθήματα πρέπει, επίσης, να προκύπτουν από την προπαγάνδα των ιδεών που κι αυτή οφείλει να εκπηγάζει από την κοινή εμπειρία της ζωής. Το 1871, παραδείγματος χάριν, οι Παριζιάνοι χειροτέχνες, εργάτες και μικροαστοί συμμερίζονταν αυτήν τη γενική συνείδηση, ότι απέναντι στην εκμεταλλεύτρια αστική τάξη έπρεπε να πάρουν στα χέρια τους το πολιτικό τους πεπρωμένο, να κάνουν μια «κοινότητα» (Σ.τ.Μ. Την Κομμούνα, Commune στα γαλλικά). To ίδιο και το 1918, στη Γερμανία, η γενική συνείδηση των εργατών τους οδήγησε να σκεφτούν ότι ο σοσιαλισμός, δηλαδή η οργάνωση της εργασίας, όφειλε να βάλει ένα τέλος στην εκμετάλλευση. Και στις δύο περιπτώσεις, το επακόλουθο ήταν ότι η επαναστατική πράξη μπορούσε να ξεπροβάλει, να πραγματοποιηθεί σαν ιστορικό γεγονός. Εν τούτοις, αυτή η συνείδηση ήταν περιορισμένη και αυτό αποδείχτηκε ότι είχε αποφασιστική σημασία στους προσκόμματα που έμπαιναν στη δράση× και αυτό ήταν που επέτρεψε στην αστική τάξη να αντεπιτεθεί αποτελεσματικά, και που, τελικά, οδήγησε στην ήττα. Το 1871,  υπήρχε μόνον η συνείδηση του πολιτικού χαρακτήρα της επανάστασης, ενώ απουσίαζε η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας ενός σχεδίου για μια αξιόπιστη οικονομική οργάνωση της κοινωνίας. Αυτό οφείλονταν στον μικροαστισμό, σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης μιας βιομηχανίας περιορισμένης στον γεωγραφικό χώρο της πόλης του Παρισιού. Το 1918, βασίλευε η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός, η οργάνωση, η ίδια η δύναμη του αγώνα, θα έπρεπε να προέρχονται από τα πάνω, από το Κόμμα και τους ηγέτες του. Όταν, όμως, αρχίσει να γεννιέται μέσα στην εργατική τάξη η συνείδηση, λίγο αόριστα ακόμη στην αρχή, ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, ότι η οργάνωση της εργασίας πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων, με αφετηρία τις οργανώσεις των χώρων εργασίας τους, η δράση που θα προκύψει ως αποτέλεσμα θα είναι η αρχή μιας νέας και σταθερής ανάπτυξης.
Το ξύπνημα αυτής της συνείδησης, αυτό είναι το κύριο καθήκον της προπαγάνδας× εδώ εννοούμε την προπαγάνδα που εκπέμπεται από τα άτομα και τις μικρές ομάδες που έφτασαν σ’ αυτήν την αντίληψη πριν από τους άλλους. Όσο δύσκολη κι αν είναι στην αρχή, θα καρποφορήσει αργότερα, όταν θα συμβαδίζει με την ίδια την εμπειρία των εργαζομένων. Τότε αυτή η σκέψη, σαν πυρκαγιά,  θα κατακτήσει τις μάζες και θα δείχνει την κατεύθυνση που θα πρέπει να πάρουν οι δράσεις τους. Εκεί όπου η πολιτική και οικονομική καθυστέρηση έχει ως αποτέλεσμα την απουσία αυτής της συνείδησης, η ανάπτυξη του κινήματος θα συναντήσει, αναγκαστικά, πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες και διακυμάνσεις.
Έτσι, λοιπόν, εν αρχή ην η δράση. Αυτές οι δράσεις, όμως, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αρχή. Το ουσιαστικό έργο θέλει ακόμη πολύ δουλειά για να ολοκληρωθεί× ο δρόμος έχει ανοιχτεί,× μερικά εμπόδια γκρεμίστηκαν× τώρα, όμως, το δημιουργικό έργο της επανάστασης, η οργάνωση και η οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας απαιτούν όλες τις δυνάμεις που μπορούν να προσφέρουν οι κινητοποιημένες μάζες. Τώρα, έχουν απαλλαχθεί από την παλιά τους απάθεια, που ήταν μια μορφή αντίστασης σε διεκδικήσεις για τις οποίες δεν ήταν ακόμη ώριμες. Τώρα, διανοίγεται μια περίοδος έντονης πνευματικής δραστηριότητας. Και τούτο, επειδή οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά προβλημάτων και δυσκολιών με τα οποία οφείλουν να καταπιαστούν – πρέπει να επιλύσουν τα προβλήματα και να υπερνικήσουν τις δυσκολίες. Και δεν πρόκειται μόνον για τα προβλήματα σχετικά με την οργάνωση της νέας κοινωνίας, αλλά, κυρίως, για προβλήματα του αγώνα εναντίον της κυρίαρχης τάξης που βρίσκεται ακόμη στην εξουσία. Για αυτόν τον σκοπό ιδιαιτέρως, πρέπει να απαλλαχθούν από τις παλιές ιδεολογίες και να ξεσκεπάσουν τις νέες, φτάνοντας μέχρι τον υλικό τους πυρήνα, τα ταξικά συμφέροντα. Οποιαδήποτε ανευθυνότητα, οποιαδήποτε πλάνη σχετικά με την ουσία, το στόχο και τη δύναμη του αντιπάλου, θα ισοδυναμεί με δυστυχία και ήττα, θα εγκαθιδρύει μια νέα σκλαβιά. Τώρα είναι απαραίτητη όλη η πείρα που αποκρυσταλλώθηκε από τους αγώνες και την ανάπτυξη του κινήματος στο παρελθόν, και που βρίσκεται συμπυκνωμένη στη θεωρία και την ιστορία. Αλλά πρέπει, ακόμη περισσότερο, αυτή η δουλειά να γίνει από τον καθένα ελεύθερα και με όλη τη δύναμη της σκέψης, που έχει πλέον αφυπνιστεί και δραστηριοποιηθεί. Η δημιουργική σκέψη αφοσιώνεται τώρα, αφειδώλευτα, στον αγώνα.
Η αντίληψη που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι για τον αγώνα τους και για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω μιας διδασκαλίας που εκφωνείται προς τις μάζες από κάποιους που ξέρουν, ούτε από μια έξωθεν εισαγωγή συνείδησης σ’ αυτούς που παραμένουν παθητικοί. Αυτή η αντίληψη και η κρίση μπορούν να αποκτηθούν μόνον με την αυτομόρφωση, μέσω της εντατικής δραστηριότητας του κάθε εγκεφάλου, με την επίγνωση ότι η παιδεία που είναι απαραίτητο να κατέχει κανείς πρέπει να αναζητηθεί παντού. Θα ήταν πολύ εύκολο αν αρκούσε για τους εργαζόμενους να αποδεχτούν, με το στόμα ανοιχτό, την αλήθεια που θα τους σερβιριζόταν από αυτούς που έχουν κάνει επάγγελμα την κατοχή της αλήθειας. Μόνον που η αλήθεια που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, δεν υπάρχει έξω από αυτούς: Πρέπει να τη χτίσουν μέσα τους οι ίδιοι. Ειδικότερα, όλα αυτά που λέγονται σ’ αυτό το βιβλίο δεν έχουν καθόλου την αξίωση να είναι η μια και μοναδική  αλήθεια που πρέπει κάποιοι να καταπιούν. Είναι μια άποψη με τη μορφή ενός όλου, που προέκυψε από μια κάποια εμπειρία και μια προσεκτική μελέτη της κοινωνίας και των εργατικών αγώνων, που καταγράφηκε σ’ αυτό το βιβλίο με το σκοπό να παρακινήσει κάποια άτομα να σκεφτούν, να τους οδηγήσει να στοχαστούν τα προβλήματα της εργασίας και του κόσμου. Υπάρχουν εκατοντάδες στοχαστές ικανοί να παραγάγουν νέες απόψεις× υπάρχουν χιλιάδες ευφυείς εργαζόμενοι που μπορούν κάλλιστα, από τις πρακτικές τους γνώσεις  και από τη στιγμή που θα αντιληφθούν τις ίδιες τους τις ικανότητες, να κάνουν πληρέστερες σκέψεις για την οργάνωση του αγώνα τους και της εργασίας τους. Μακάρι αυτά που διαβάζουν σ’ αυτό το βιβλίο να αποτελέσουν τη σπίθα που θα βάλει φωτιά στο πνεύμα τους.
Υπάρχουν ομάδες και κόμματα που ισχυρίζονται ότι κατέχουν το μονοπώλιο της αλήθειας και που προσπαθούν με την προπαγάνδα τους να πάρουν τους εργαζόμενους με το μέρος τους. Χρησιμοποιώντας πιέσεις ηθικές αλλά και – όπου μπορούν – υλικές, προσπαθούν να επιβάλλουν τις θεωρίες τους στις μάζες και να αποκλείσουν όλους τους άλλους τρόπους σκέψης× προσπαθούν να προκαλούν στις μάζες εμπαθείς αντιδράσεις, βαφτίζοντας με απεχθή ονόματα αυτούς τους άλλους τρόπους σκέψης (όπως, π.χ.: αντιδραστικός, αναρχικός, καπιταλιστικός, αστικός, φασίστας, κτλ.). Είναι σαφές ότι αυτή η μονόπλευρη κατήχηση από ένα και μοναδικό ρεύμα ιδεών δεν μπορεί παρά – και, στην πραγματικότητα, αυτό επιδιώκει– να δημιουργεί οπαδούς υπάκουους και άβουλους σαν αρνάκια, και, μ’ αυτόν τον τρόπο, να προετοιμάζει μια νέα σκλαβιά. Η αυτο-απελευθέρωση των εργαζομένων μαζών απαιτεί την ταυτόχρονη εκπλήρωση των παρακάτω προϋποθέσεων: σκέψη από εσένα τον ίδιο, γνώση που αποκτήθηκε από εσένα τον ίδιο, εκμάθηση από εσένα τον ίδιο της μεθόδου με την οποία θα διακρίνεις τι είναι σωστό, αληθινό και καλό. Το να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει είναι πιο δύσκολο από το να βάζουμε να δουλεύουν οι μύες. Πρέπει, όμως, να το καταφέρουμε, γιατί το μυαλό προστάζει τους μύες: και όσο δεν το κάνουμε εμείς, πάντα θα βρίσκονται άλλα μυαλά που θα προστάζουν τους δικούς μας μύες.
Απεριόριστη ελευθερία διακίνησης των ιδεών, αυτή είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για την ανάπτυξη του αγώνα των εργαζομένων. Ο περιορισμός αυτής της ελευθερίας, η λογοκρισία του Τύπου, όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους εργαζόμενους να αποκτήσουν αυτή τη συνείδηση που τους είναι απαραίτητη για να επιτύχουν την απελευθέρωσή τους.
Κάθε ολοκληρωτισμός, κάθε δικτατορία, του παρελθόντος ή του παρόντος, άρχισε περιορίζοντας αυτήν την ελευθερία ή καταργώντας την: κάθε περιορισμός αυτής της ελευθερίας είναι στην πραγματικότητα ένα βήμα στο δρόμο που ξαναβάζει τους εργαζόμενους στο ζυγό. Κάποιοι θα μας πουν ότι, εν πάσει περιπτώσει, πρέπει να προστατεύσουμε τους εργάτες από τα ψέματα, τα δηλητήρια και τους πειρασμούς της προπαγάνδας του εχθρού, ή ακόμη ότι οι ίδιοι οι εργάτες οφείλουν να αποφεύγουν να εκτίθενται στη μόλυνση αυτών των ιδεών. Λες και είναι ποτέ δυνατόν να αυξήσει κανείς τις δυνάμεις του και να βρει έτσι την ικανότητα να νικήσει, μέσω μιας υπερπροστατευτικής στάσης απέναντι στις βλαβερές επιρροές και της προσφυγής στην πνευματική κηδεμόνευση! Ισχύει το εντελώς αντίθετο! Η γνώση των άλλων απόψεων, συμπεριλαμβανόμενων και των απόψεων των εχθρών – και, μάλιστα, από γνήσιες πηγές -, παίζει έναν διαυγαστικό ρόλο, επειδή διεγείρει το νου και τον υποχρεώνει να αυξήσει τη δύναμη της σκέψης. Ναι, αλλά τι γίνεται όταν παρουσιάζεται ο εχθρός σαν φίλος, όταν τα διάφορα αριστερά κόμματα αλληλοκατηγορούνται ως εχθροί της εργατικής τάξης, ποιος πρέπει τότε να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος; Χωρίς καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό, οι ίδιοι οι εργάτες: οφείλουν αυτοί οι ίδιοι να ανακαλύψουν τη δική τους κατεύθυνση ανάμεσα σε όλους τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά τους. Και βέβαια, μπορεί να συμβεί οι εργάτες να καταδικάζουν σήμερα, εντελώς συνειδητά και άδολα, κάποιες απόψεις, θεωρώντας τες λανθασμένες, και αύριο να τις εξυμνούν σαν βασικές για την πρόοδο του κινήματος. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μόνον ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, για να επιτρέψουμε την είσοδο σε οποιεσδήποτε ιδέες μπορεί να υπάρχουν στον κόσμο, μόνον ασκώντας ο καθένας το μυαλό του, συγκρίνοντας αυτές τις ιδέες μεταξύ τους και κάνοντας την επιλογή του ανάμεσα σ’ αυτές, ότι μόνον τότε θα μπουν οι στέρεες βάσεις που θα επιτρέψουν στην εργατική τάξη να αποκτήσει αυτήν την πνευματική ανωτερότητα που της είναι απαραίτητη για να νικήσει τον καπιταλισμό.
Πολλές φορές φαντασιώνουμε ότι οι μάζες, από τη στιγμή που θα λυτρωθούν από αυτήν την τυφλότητα που κληρονόμησαν από τη σκλαβιά, διαφωτισμένες πλέον από τις νέες ιδέες, έχοντας κυριευθεί από μια ενιαία βούληση και οδηγούμενες από μια ενιαία συνείδηση, συλλογική και χωρίς αποκλίσεις, θα βρουν χωρίς πολύ κόπο το δρόμο τους. Η ιστορία όλων των μεγάλων επαναστάσεων μας διδάσκει ότι τα πράγματα σίγουρα δεν θα εξελιχθούν με αυτόν τον τρόπο. Κάθε επαναστατική εποχή ήταν μια στιγμή πυρετώδους πνευματικής δραστηριότητας× κατά εκατοντάδες εκδίδονταν τα πολιτικά κείμενα, οι εφημερίδες και οι μπροσούρες, τα εργαλεία, δηλαδή, για την αυτομόρφωση των μαζών. Το ίδιο θα συμβεί και στη διάρκεια της επανάστασης που θα κάνει την εργατική τάξη κυρίαρχο του κόσμου. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι, κατά τη διάρκεια της επαναστατικής αφύπνισης, βλέπουμε να ξεπροβάλλουν άπειρες νέες σκέψεις, που προέρχονται από διάφορους ανθρώπους, αντικατοπτρίζοντας νέες απόψεις, λίγο ή πολύ αγνών προθέσεων, που καθεμιά τους εκφράζει με τον τρόπο της τις νέες ανάγκες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή η ανθρωπότητα προχωρεί ψηλαφώντας στο σκοτάδι, αναζητώντας μια κατεύθυνση που της είναι ακόμη άγνωστη× εξερευνά νέα μονοπάτια, προσφέρεται ορθάνοιχτη σε έναν καταιγισμό διαφορετικών απόψεων, που συνωστίζονται μέσα στο μυαλό του καθενός και που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Μόνον χάρη σ’ αυτήν την ακηδεμόνευτη άνθηση της πνευματικής δραστηριότητας είναι δυνατόν να αποκρυσταλλωθούν και να πάρουν μορφή οι μεγάλες επωφελείς ιδέες που θα εκφράζουν την αλήθεια της νέας εποχής.  Μόνον χάρη σε αυτόν τον ανταγωνισμό είναι δυνατόν να διαμορφωθούν και να αναπτυχθούν οι απόψεις, που, σαν ένα καθαρό φως που λάμπει ολοένα και περισσότερο έντονα, διεισδύουν στις μάζες και τις ενεργοποιούν. Και μέσα σε κάθε μια από αυτές τις διαφορετικές απόψεις, βρίσκεται στην πραγματικότητα ένα κομμάτι της αλήθειας, λίγο ή πολύ μεγάλο. Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να συμμεριστεί την καθησυχαστική ψευδαίσθηση ότι η εργατική τάξη στο σύνολο της θα ρουφήξει, σα διψασμένη γη, την αλήθεια που της προσφέρουν αυτοί που τη γνωρίζουν (ή που νομίζουν ότι τη γνωρίζουν), και ότι στη συνέχεια αυτή η αλήθεια θα εφαρμόζεται μόνιμα και ομόφωνα από όλους. Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε πιθανόν να συμβεί ούτε καλό. Μόνον αυτά που κατακτώνται με πολύ αγώνα και κόπο έχουν αποτελέσματα που διαρκούν. Αυτό που κάνει η εργατική τάξη στη διάρκεια αυτών των πρώτων ενωτικών και σημαντικών δράσεων, στηριζόμενη σ’ αυτόν τον συλλογικό αλλά ακόμη αόριστο σκοπό που κατέκτησε στην πορεία, είναι να ανατρέπει την παλιά κυριαρχία και να διανοίγει το δρόμο για την ανάπτυξη των μελλοντικών σκέψεων και δράσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η περίοδος των πρώτων μεγάλων νικών θα χαρακτηρίζεται ταυτοχρόνως από τον αχό της διαμάχης ανάμεσα στα διάφορα «κόμματα». Διότι, αυτομάτως, αυτά, από μόνα τους, θα ενωθούν με όσα συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις, προκειμένου να επιδιώξουν, μαζί και ταυτοχρόνως, να τις διασαφηνίσουν και να τις αναπτύξουν, να αποκρυσταλλώσουν την αλήθεια τους και να αγωνιστούν γι’ αυτήν, να την υπερασπιστούν και να τη διαδώσουν. Αυτά τα κόμματα, όμως – ή ομάδες ή λέσχες συζητήσεων ή συνασπισμοί προπαγάνδισης, λίγο ενδιαφέρει το πώς θα τις ονοματίσουμε –, έχουν ένα χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από την οργάνωση σε πολιτικά κόμματα όπως τη γνωρίζαμε στο παρελθόν. Διότι, χθες, στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού, τα κόμματα ήταν φορείς των συμφερόντων των συγκρουόμενων τάξεων, και στο αναδυόμενο εργατικό κίνημα υπήρχαν κάποιες ομάδες που διεκδικούσαν την ηγεσία της εργατικής τάξης. Σήμερα, αυτές οι ομάδες δεν μπορούν πια να είναι τίποτε άλλο παρά οργανώσεις γνώμης, συνασπισμοί που υπερασπίζονται μια κοινή άποψη: δεν τίθεται πλέον θέμα γι’ αυτούς να προσπαθήσουν να υποκαταστήσουν την εργατική τάξη. Τα «κόμματα» δεν μπορούνε πια, όπως άλλοτε, να σχεδιάζουν το πώς θα γίνουν τα όργανα, οι εκπρόσωποι και οι ηγέτες της εργατικής τάξης, ούτε το πώς θα ιδιοποιηθούνε μια τέτοια λειτουργία. Η πάλη των «κομμάτων» δεν είναι πια μια πάλη για την εξουσία αλλά για την ανάπτυξη της συνείδησης. Τώρα πια, η εργατική τάξη έχει ανακαλύψει τα δικά της όργανα, μέσω των οποίων δρα: τις οργανώσεις στους χώρους εργασίας, την οργάνωση σε εργατικά συμβούλια. Σχηματίζονται από την ίδια την εργατική τάξη, και αυτά είναι τα όργανα που επιφορτίζονται με τη δράση, αυτά οφείλουν σε κάθε στιγμή να αποφασίζουν για αυτό που πρέπει να γίνει. Όλες οι γνώμες, κοινές ή αντιμαχόμενες, αντιφατικές ή όχι, κι αυτές επίσης που προπαγανδίζονται και υπερασπίζονται από το τάδε ή το δείνα ρεύμα ιδεών ή κόμμα, πρέπει να συγκρούονται στις συνελεύσεις των εργοστασιακών οργανώσεων και των εργατικών συμβουλίων, και τελικά να συγχωνεύονται σε ένα κοινό ψήφισμα, μια κοινή απόφαση και μια κοινή δράση. Όσο, όμως, οι σκέψεις θα είναι αόριστες και συγκεχυμένες, οι αποφάσεις θα είναι αμφιταλαντευόμενες και οι δράσεις δεν θα έχουν την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα. Το κύριο καθήκον που οφείλουν να εκπληρώσουν οι οργανώσεις γνώμης είναι ακριβώς αυτό: να διατυπώνουν με ξεκάθαρο τρόπο τις διάφορες απόψεις και έννοιες× να αποσαφηνίζουν και να παρουσιάζουν όλα τα επιχειρήματα με έναν εύληπτο τρόπο, κοινοποιώντας τα μέσω της προπαγάνδας τους σε όλους, ούτως ώστε να γίνονται εύχρηστα εργαλεία, ούτως ώστε να μπορεί η εργατική τάξη να τα αξιολογεί, να κρίνει και να αποφασίζει έχοντας όσο το δυνατόν πληρέστερη γνώση. Έτσι, οι διαμάχες των κομμάτων θα παίξουν έναν ουσιώδη ρόλο στην ανάπτυξη των νέων δράσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η προλεταριακή επανάσταση θα πάρει τη μορφή μιας διαρκούς αλληλεπίδρασης μεταξύ της σκέψης και της δράσης, όπου η μια θα παρακινεί και θα ενδυναμώνει την άλλη.
Θα ήταν λάθος να πιστεύει κανείς ότι εδώ πρόκειται για μια εντελώς προσωρινή πολυπλοκότητα της σκέψης, έναν παροδικό αναβρασμό, που αντιστοιχεί σε μια εποχή όπου εναλλάσσονται πλάνες, αυταπάτες και ανορθολογισμοί, και που θα εκλείψει μετά τη νίκη, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια ολοένα και πιο εκτεταμένη ομοιομορφία. Τουναντίον, η αλήθεια είναι ότι οι διάφοροι διαχωρισμοί ανάμεσα στις απόψεις που κληρονομήθηκαν από τον παλιό κόσμο και οι διαφορές ανάμεσα στα ποικίλα εργασιακά περιβάλλοντα –για παράδειγμα, μεταξύ των εργαζομένων σε μεγάλες και των εργαζομένων σε μικρές επιχειρήσεις, μεταξύ των κατοίκων των πόλεων και των κατοίκων των χωριών, μεταξύ των αγροτών και των βιομηχανικών εργατών, και ούτω καθεξής –, θα δημιουργήσουν αντιθέσεις, επώδυνες συμπλοκές και συχνά μάλιστα σοβαρές συγκρούσεις. Με την πρόοδο, όμως, της επανάστασης, με την εξάπλωση της ενότητας, με την ανάπτυξη της οργάνωσης της κοινωνίας, όλες αυτές οι δυσκολίες θα ξεπερνιούνται ολοένα και περισσότερο. Αλλά και μετά από όλα αυτά, οι τρόποι ζωής και τα εργασιακά περιβάλλοντα θα έχουν πολύ μεγάλη ποικιλία: έτσι θα δημιουργηθούν οι βάσεις μιας πλούσιας και πολύμορφης πνευματικής ζωής. Όλα όσα στον παλιό καπιταλιστικό κόσμο οδηγούσαν σε μια θανάσιμα ανιαρή ομοιομορφία της πνευματικής ζωής κοινωνικών ομάδων και τάξεων – αποκλεισμοί από την εκπαίδευση και τη γνώση, ευτελισμός της εργασίας, που υποβιβαζόταν στην επαναλαμβανόμενη και μηχανική εκτέλεση του ίδιου χειρισμού στο ίδιο εξάρτημα, το να ζεις όλη σου τη ζωή με την ίδια ρουτίνα, έχοντας επιπλέον εντατικά και εξοντωτικά ωράρια –, όλα αυτά θα εκλείψουν. Και τότε, το ανθρώπινο πνεύμα θα μπορέσει να αρχίσει να ανθίζει.
Σ’ αυτό το σημείο ξαναβρίσκουμε τη μεγάλη αντίφαση μεταξύ μιας οργάνωσης που σχεδιάζεται άνωθεν, που θεσπίζεται από μια κεντρική αρχή και που επιβάλλεται με τη βία, και μιας οργάνωσης από τη βάση που στηρίζεται στη συνεργασία των ελεύθερων παραγωγών. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για μια κανονιστική ρύθμιση, όσο το δυνατόν ομοιόμορφη από όλες τις απόψεις: μέσω ενός διατάγματος που ισχύει για όλους, ισχυρίζονται ότι θα κάνουν την κοινωνία να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο παντού – διότι διαφορετικά θα ήταν αδύνατος ο έλεγχός της και η ρύθμιση της εξέλιξής της από ένα και μοναδικό διοικητικό κέντρο. Στην άλλη περίπτωση, αντίθετα, αυτόν το ρόλο τον αναλαμβάνει η πρωτοβουλία χιλιάδων ανθρώπων που σκέφτονται οι ίδιοι και διαχειρίζονται οι ίδιοι τη δική τους εργασία, σε χιλιάδες χώρους εργασίας, που, μέσω μιας διαρκούς διαβούλευσης, προσαρμόζονται οι μεν στους δε, που ανταλλάσσουν με αμοιβαιότητα ιδέες, και που, μέσω των αμοιβαίων τους ανταλλαγών, σχηματίζουν με συλλογικό τρόπο την πιο αποτελεσματική οργάνωση. Οι εργασίες τους μπορεί να παρουσιάζουν μυριάδες διαφορές, αλλά όλοι μαζί προσπαθούν, με την πρακτική τους λογική, τον επιστημονικό τους στοχασμό, την καλλιτεχνική τους φαντασία, να τελειοποιήσουν την εργασία τους, να την κάνουν πιο αποτελεσματική, πιο ικανοποιητική και πιο ωραία. Αυτό που όλοι έχουν από κοινού, είναι η δυνατότητα να έχουν ξανά μια σφαιρική εικόνα για την κοινωνία και, ταυτοχρόνως, για την παραγωγική τους μονάδα, και αυτό είναι αποτέλεσμα της νέας οργάνωσης της εργασίας τους.
Τώρα πια, η πνευματική ζωή αντανακλά τις συνθήκες εργασίας και τις ωθεί να εξελίσσονται. Αντίθετα, στην περίπτωση μιας κεντρικής αρχής που κυβερνάει από τα πάνω, είναι αναγκαία και μια κατευθυντήρια γραμμή για την πνευματική ζωή, και αυτό οδηγεί σε μαρασμό και μονότονη ομοιομορφία. Στον κόσμο των ελεύθερων παραγωγών, η πνευματική ζωή οφείλει να εξελίσσεται όπως η εργασία και να δίνει ζωή σε μια λαμπρή ποικιλομορφία. Τα ταλέντα των ανθρώπων είναι ένας άπειρος πλούτος και διαφέρουν απείρως μεταξύ τους. Ο κόσμος είναι τόσο απέραντα πλούσιος και παρουσιάζει τόσες όψεις που κανείς δεν μπορεί να τον συλλάβει και να τον κατανοήσει από τη γωνιά του, μέσω της εργασίας του, ούτε με τον ίδιο τρόπο ούτε σε όλες του τις λεπτομέρειες. Η πνευματική ζωή, που τώρα αναβλύζει ορμητικά από το ταλέντο και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα, παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία και πλούτο. Η αλληλεπίδραση μεταξύ πνευματικής ζωής και εργασιακής διαδικασίας, γίνεται τώρα ουσιαστικότερη και πιο σημαντική, επειδή αναπτύσσει στη σχέση του ανθρώπου και του κόσμου και τους δύο παράγοντες, και τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η αλλοτινή καταπίεση, που αποτελούσε τροχοπέδη για τους ανθρώπους, μέχρι τη στιγμή που προκαλούνταν μια έκρηξη, έχει τώρα εκλείψει· μαζί μ’ αυτήν, εκλείπουν και οι εντάσεις. Βλέπουμε τότε στη θέση τους να αναπτύσσεται η αμοιβαία δραστηριότητα που οδηγεί στην ενότητα της σκέψης και της δράσης.
Μετάφραση από τα γαλλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου
* «Τα εργατικά συμβούλια», εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος (μετάφραση Θ. Μιχαήλ). Αυτό το κείμενο περιλαμβάνεται στην ολλανδική έκδοση του βιβλίου «Εργατικά Συμβούλια», ως το έκτο κεφάλαιο του 3ου μέρους, με τον τίτλο Η ΣΚΕΨΗ, που ακολουθεί το  2ο μέρος – Ο ΑΓΩΝΑΣ.  Δεν περιλαμβάνεται αυτούσιο στην αγγλική έκδοση (με βάση την οποία έγινε η ελληνική μετάφραση), στην οποία τα κεφάλαια αυτού του 3ου μέρους ενσωματώθηκαν στα διάφορα άλλα μέρη, λίγο ή πολύ τροποποιημένα (για παράδειγμα, πολλά τμήματα του κεφαλαίου «Σκέψη και Δράση» υπάρχουν στο κεφάλαιο «Η επανάσταση των εργατών» του 2ου μέρους). Η παρούσα μετάφραση έγινε από τη γαλλική έκδοση που ακολουθεί το ολλανδικό πρωτότυπο.

Advertisements
This entry was posted in ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ and tagged . Bookmark the permalink.