Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

marxgravouraΗ μπροσούρα αυτή κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις «Διεθνισμός» τον Οκτώβριο του 2008.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Ι

Προφητείες του μαρξισμού

Η εφημερίδα του Συνδέσμου Ιταλικών Βιομηχανιών, “Il Sole 24 Ore”, προτείνει στους αναγνώστες της να διαβάσουν την «ωραιότατη και γεμάτη φρεσκάδα» ανθολογία κειμένων του Μαρξ που φέρει τον τίτλο “Καπιταλισμός. Οδηγίες χρήσης”. Μέσα από τη στήλη της βιβλιοκριτικής και κάτω από τον τίτλο “Ο Μαρξ δεν είναι ένα φάντασμα” προβάλλει την άποψη που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έγινε κλασική: η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αναίρεσε το «ουτοπιστικό» μέρος του Μαρξ, αλλά όχι τις οικονομικές του αναλύσεις. Αντίθετα, «αυτά που έγιναν μετά, αυτά που γίνονται σήμερα, επιβεβαιώνουν την ανάλυση του Μαρξ, του ρεαλιστή και δίχως αυταπάτες αναλυτή του καπιταλισμού και των αντιθέσεών του».

Για άλλη μια φορά μας δίνεται η ευκαιρία να ασχοληθούμε με τη διάκριση ανάμεσα σε έναν ρεαλιστή-οικονομολόγο Μαρξ και έναν ουτοπιστή-κομμουνιστή Μαρξ, για να αποδείξουμε ότι αυτή η διχοτόμηση δεν υφίσταται, είναι ανύπαρκτη.

Χωρίς αμφιβολία, είναι αλήθεια ότι «αυτά που γίνονται σήμερα» αντιστοιχούν πλήρως στις αναλύσεις του Μαρξ. Αν σκεφτεί κανείς ότι αυτές οι αναλύσεις έχουν πάνω από ενάμιση αιώνα ζωής δύσκολα μπορεί να αποφύγει να τις θεωρήσει πραγματικές προφητείες.

Το 1845, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, έγραφαν μαζί ότι:

«Η μεγάλη βιομηχανία παγκοσμιοποίησε τον ανταγωνισμό […] καθιέρωσε τα μέσα επικοινωνίας και τη σύγχρονη παγκόσμια αγορά, υπόταξε το εμπόριο, μετάτρεψε όλο το κεφάλαιο σε βιομηχανικό κεφάλαιο, και έτσι γέννησε τη γρήγορη κυκλοφορία (ανάπτυξη του χρηματιστικού συστήματος) και τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Με τον καθολικό ανταγωνισμό αυτή ανάγκασε όλα τα άτομα να εντείνουν στο έπακρο την ενεργητικότητά τους. Όσο ήταν δυνατό αυτή κατάστρεψε την ιδεολογία, τη θρησκεία, την ηθική, κτλ. και όταν δεν μπορούσε να το κάνει αυτό τις μετάτρεπε σε χειροπιαστό ψέμα. Αυτή γέννησε για πρώτη φορά την παγκόσμια ιστορία, μια που έκανε όλα τα πολιτισμένα έθνη, και κάθε άτομο μέσα σ’ αυτά, να εξαρτιέται, για την ικανοποίηση των αναγκών του, από ολόκληρο τον κόσμο, καταστρέφοντας έτσι την μέχρι τότε αποκλειστικότητα των ξεχωριστών εθνών. Υπέταξε τις φυσικές επιστήμες στο κεφάλαιο και αφαίρεσε από τον καταμερισμό της εργασίας και την τελευταία του εξωτερική όψη σαν φυσικού φαινομένου. Κατέστρεψε κάθε φυσικό στοιχείο γενικά, στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατό, μέσα στην εργασία και διέλυσε όλες τις φυσικές σχέσεις για να τις κάνει χρηματικές σχέσεις. Στη θέση των φυσικά αναπτυσσόμενων πόλεων, δημιούργησε τις σύγχρονες μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, που ξεπήδησαν από τη μια μέρα στην άλλη».[1]

Όποια άποψη κι αν έχει κανείς σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα από το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, επιβάλλεται να κάνουμε τρεις παρατηρήσεις:

α) Θίγονται σε αυτό όλα τα φλέγοντα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της σημερινής συζήτησης και ουσιαστικά απεικονίζουν τον σημερινό κόσμο. β) Ο κόσμος του 1845 ήταν πράγματι πολύ διαφορετικός από τον σημερινό, αρκεί να σκεφτεί κανείς τον ρόλο που διαδραμάτισαν τα “έθνη” στην κρίση που σάρωσε την Ευρώπη το 1848. γ) Δεν υπάρχουν άλλα κείμενα εκείνης της εποχής που σήμερα να επαληθεύονται με τόση καθαρότητα και, παραφράζοντας την βιβλιοκριτική του “Sole 24 Ore”, με την ίδια «φρεσκάδα».

Σήμερα όλοι αντιλαμβάνονται ότι η εκκωφαντική πρόσκρουση της παγκοσμιοποίησης πάνω στα κράτη-έθνη βρίσκεται στο επίκεντρο της γενικής προσοχής, αλλά πώς μπόρεσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς να προδικάσουν, πριν ενάμιση αιώνα, τους όρους της σημερινής συζήτησης;

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας

 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν ήταν προικισμένοι με υπερφυσικές δυνατότητες. Όλα τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τον 21ο αιώνα είχαν ήδη αρχίσει, μαζί με πολλά άλλα, να εκδηλώνονται από τον 19ο αιώνα. Η εκπληκτική τους διορατικότητα οφείλεται στο γεγονός ότι μπόρεσαν να διακρίνουν μέσα από την απέραντη και χαοτική “θάλασσα” της κοινωνίας του 19ου αιώνα αυτά που ήταν συγκυριακά, αυτά που επιβίωναν από το παρελθόν και αυτά που, αντίθετα, αντιπροσώπευαν σε εμβρυακή μορφή το αναπόφευκτο μέλλον του κόσμου. Τελικά, στα μάτια τους μόνο τα τελευταία είχαν ενδιαφέρον και επομένως τα υπόλοιπα, όσο κι αν δέσποζαν στην εποχή τους, ξεθώριαζαν μέχρις εξαφάνισης. Οι αναλύσεις τους έφτασαν με «φρεσκάδα» σε μας γιατί ακριβώς αγνόησαν ό, τι εφήμερο και “φθαρτό” μονοπωλούσε την προσοχή των συγχρόνων τους.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επεξεργάστηκαν ουσιαστικά μια αντίληψη της ιστορίας που, για πρώτη φορά, μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τους αντικειμενικούς νόμους της εξέλιξής της.

Οι γνώμες και τα ανθρώπινα πάθη δεν μπορούν να ανατρέψουν το νόμο της βαρύτητας. Η τροχιά της Γης είναι αντικειμενική και επομένως μπορεί να την προβλέψει κανείς με βεβαιότητα. Το ίδιο και η κίνηση της ιστορίας, μπορεί να προβλεφθεί, αν όχι με την ίδια ακρίβεια, με τον ίδιο βαθμό επιστημονικής βεβαιότητας. Αυτή η ανακάλυψη του Μαρξ και του Ένγκελς ανατρέπει επαναστατικά τις προηγούμενες πεποιθήσεις οι οποίες είχαν με το μέρος τους βάσιμα κίνητρα: η ιστορία είναι το συνολικό άθροισμα των ενεργειών των ανθρώπων, οι οποίοι δρουν ο καθένας υποκινούμενοι από τις ιδέες τους ή, συχνότερα, από τα πάθη τους. Πώς μπορεί κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων τη συνισταμένη τους;

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς απέδειξαν ότι αυτό είναι δυνατόν. Πώς ήταν δυνατόν, λόγου χάρη, να γνωρίζουν τι θα αποφάσιζαν οι δεκάδες εκατομμύρια Κινέζοι που σήμερα, κάθε χρόνο, εγκαταλείπουν τα χωριά τους για τις «μεγάλες βιομηχανικές πόλεις»;

Εκείνο που μας επιτρέπει να μελετήσουμε την ιστορία με την ίδια επιστημονική αντικειμενικότητα με την οποία μελετάμε τη φύση, και επομένως να αντλήσουμε εξίσου δεσμευτικούς “νόμους”, είναι το γεγονός ότι ανατρέπεται η μέχρι τότε προσέγγιση:

«Αυτό σημαίνει ότι δεν ξεκινάμε από το τι λένε, φαντάζονται, αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, ούτε από τους ανθρώπους έτσι όπως άλλοι τους περιγράφουν, τους σκέφτονται, τους φαντάζονται, τους αντιλαμβάνονται, για να φτάσουμε ύστερα στους ανθρώπους με σάρκα και οστά. Ξεκινάμε από τους πραγματικούς, δραστήριους ανθρώπους, και πάνω στη βάση της πραγματικής διαδικασίας της ζωής τους δείχνουμε την ανάπτυξη των ιδεολογικών αντανακλάσεων και απηχήσεων αυτής της διαδικασίας της ζωής».[2]

“Ξεκινάμε” από τους ζωντανούς ανθρώπους σημαίνει έχουμε υπόψη ότι προϋπόθεση οποιασδήποτε ιστορικής ενέργειας είναι η ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών. Γράφουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς:

«Οι άνθρωποι μπορούν να διακρίνονται από τα ζώα χάρη στη συνείδηση, τη θρησκεία και ό, τι άλλο σας αρέσει. Αλλά αυτοί οι ίδιοι αρχίζουν να διακρίνουν τον εαυτό τους από τα ζώα ευθύς μόλις αρχίσουν να παράγουν τα μέσα της συντήρησής τους».[3]

Αν μελετήσουμε πώς οι άνθρωποι παρήγαγαν ιστορικά αυτό που τους χρειάζονταν για να υπάρξουν, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε ότι ο “τρόπος παραγωγής” καθορίστηκε πάντα από την ανάπτυξη, σε μια ορισμένη φάση, των “παραγωγικών δυνάμεων”. Με δεδομένες πλέον ορισμένες παραγωγικές δυνάμεις, μια κοινωνία θα ακολουθήσει υποχρεωτικά έναν ορισμένο τρόπο παραγωγής. Ιδιαίτερα θα ακολουθήσει υποχρεωτικά έναν ορισμένο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας στον οποίο εκ των πραγμάτων αντιστοιχεί η συνολική οργάνωση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι ενεργούν σ’ αυτή την κοινωνία με βάση τη συνείδησή τους, τη βούλησή τους, τα πάθη τους, αλλά όλα αυτά δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις αντικειμενικές και υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όλα αυτά τα συνοψίζουν σε μια φράση, που δικαίως έγινε διάσημη χάρη στη μεγάλη της συνθετική δύναμη: «Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει τη ζωή, αλλά είναι η ζωή που καθορίζει τη συνείδηση».

Εφαρμόζοντας αυτή την αρχή που αποτελεί την ουσία της «υλιστικής αντίληψης της ιστορίας», η τελευταία παύει να παρουσιάζεται ως μια χαοτική επισώρευση γεγονότων που κυριαρχούνται από το τυχαίο και, σχεδόν πάντα, από τη βία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εμφανίζεται ως ο κρυφός κινητήρας όλου του θεάματος. Δεν το καλύπτει πλήρως και ασφαλώς δεν μπορεί να εξηγήσει κάθε ξεχωριστό γεγονός, αλλά είναι αρκετά ισχυρός για να χαράξει στην ιστορία μια μονοσήμαντη κατεύθυνση.

Συνεχίζουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς:

«Κάθε νέα παραγωγική δύναμη, στο βαθμό που δεν είναι απλώς μια ποσοτική επέκταση των ήδη γνωστών παραγωγικών δυνάμεων (λόγου χάρη καλλιέργεια καινούργιων εδαφών), προκαλεί μια παραπέρα ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας».[4]

Ένας νέος καταμερισμός της εργασίας περιλαμβάνει αναγκαστικά νέες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και επομένως την αλλαγή όλου του “οικονομικο-κοινωνικού σχηματισμού”. Με αυτό τον τρόπο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καθορίζει την πορεία της ιστορίας.

Η «νέα παραγωγική δύναμη» που εξετάζεται από τον Μαρξ και τον Ένγκελς είναι «η μεγάλη βιομηχανία». Στα μέσα του 19ου αιώνα αυτή εδραιώνεται πλήρως μόνο στην Αγγλία, και μόνο σ’ αυτή την πολύ περιορισμένη γωνιά του κόσμου μπόρεσε να δείξει πόσο ανώτερη είναι απ’ όλες τις μέχρι τότε παραγωγικές δυνάμεις. Με την ανακάλυψη της αρχής της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας όμως, δεν ήταν δύσκολο να προβλεφθεί πλέον ότι ο νέος «κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας» που επέφερε η μεγάλη βιομηχανία θα επιβαλλόταν σε όλους τους προηγούμενους. Οι κοινωνικές σχέσεις που προέκυψαν, δηλαδή ο καπιταλισμός, με τις πολιτικές και τις ιδεολογικές τους μορφές, μοιραία θα επιβάλλονταν σε ολόκληρο τον κόσμο, θα μετέτρεπαν σε «κατάφωρα ψέματα» πεποιθήσεις χιλιετιών και θα ανήγαγαν την «πληρωμή σε μετρητά» σε μοναδικό παγκόσμιο πιστεύω. Η παγκοσμιοποίηση είναι ακριβώς η πλήρης πραγματοποίηση αυτής της επιστημονικής προφητείας.

Τάξεις του παρελθόντος και τάξεις του μέλλοντος

 

Ένα μεγάλο μέρος, χωρίς αμφιβολία το αποφασιστικό μέρος όσων αποτελούν σήμερα την υλική μας ζωή, δεν μπορεί με κανέναν άλλον τρόπο να παράγεται παρά από τη μεγάλη βιομηχανία. Τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα, τα αντιβιοτικά, τα κινητά, τα κατεψυγμένα, το ηλεκτρικό ρεύμα, το πλαστικό, η τηλεόραση, το internet, δεν μπορούν να παραχθούν ούτε σε μια οικοτεχνία, ούτε σε μια πατριαρχική αγροτική οικογένεια. Απαιτούν τη συντονισμένη εργασία εκατοντάδων, χιλιάδων ή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Όσο υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής σημαίνει ότι η παραγωγή ενός αεροπλάνου (ή ενός αυτοκινήτου κ.λπ.) αναγκαστικά θα απαιτεί τη μισθωτή εργασία, και θα την απαιτεί σε συγκεκριμένες αναλογίες.

Γι’ αυτό, γράφουν ακόμα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, η μεγάλη βιομηχανία «δημιούργησε παντού τις ίδιες σχέσεις μεταξύ των τάξεων της κοινωνίας και με αυτόν τον τρόπο κατέστρεψε την ιδιαίτερη ατομικότητα των μεμονωμένων εθνών».[5]

Το 1845, όπως αναφέραμε, αυτός ο ισχυρισμός, στην κυριολεξία του, ήταν ψευδής. Σήμερα, όμως, ασφαλώς και είναι αληθής. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το σύστημα των καστών που επί χιλιετίες συνιστούσε «την ατομικότητα» της Ινδίας. Σήμερα, ανεξάρτητα από το πόσο ο Ινδός μπορεί ακόμα να υφίσταται την ιδεολογία που δικαιολογούσε το σύστημα των καστών, η ινδική κοινωνία διαιρείται στις δύο τάξεις που είναι απαραίτητες στη μεγάλη βιομηχανία: εκατοντάδες εκατομμύρια Ινδοί πυκνώνουν τις γραμμές της παγκόσμιας μισθωτής εργασίας, ενώ μια πολύ μικρή μειοψηφία αναλαμβάνει τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Το ίδιο ισχύει για τη Βραζιλία, όπως και για την Κίνα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως και για την Ευρώπη.

Όσο διαδεδομένα κι αν είναι ακόμα τα κατάλοιπα του παρελθόντος, όση βαρύτητα κι αν μπορεί να διατηρήσει η μικρή παραγωγή, που συνεχώς ξαναγεννιέται στις πτυχώσεις της κοινωνίας, όσο κι αν αναπτύσσονται “νέα επαγγέλματα” που συχνά κρύβουν πολύ παλιές μορφές κοινωνικού παρασιτισμού, η μισθωτή εργασία, δηλαδή το προλεταριάτο, γίνεται παντού ο περιστροφικός άξονας της κοινωνίας, όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Με τη μεγάλη καπιταλιστική βιομηχανία ως παραγωγική δύναμη, από την οποία εξαρτάται πλέον ολόκληρη η ανθρωπότητα, και με τον αντίστοιχο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας να καθορίζεται από την παγκόσμια αγορά, οι “εθνικές ιδιαιτερότητες” αναγκάζονται να παραχωρήσουν παντού το βήμα τους στις σύγχρονες τάξεις.

Σε όλες τις χώρες του κόσμου, η αστική τάξη και το προλεταριάτο είναι οι δύο πρωταγωνιστές-ανταγωνιστές γύρω από τους οποίους περιστρέφονται οι πολυάριθμοι κομπάρσοι του ποικιλόχρωμου κοινωνικού θεάτρου.

Ανάμεσα στα πολλά που χωρίζουν τους δύο πρωταγωνιστές υπάρχει και ένα πολύ σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: είναι και οι δύο διεθνείς τάξεις. Στην προσπάθειά τους να υποδείξουν τις συνέπειες του νέου τρόπου παραγωγής ο Μαρξ και ο Ένγκελς συμπεραίνουν:

«Και τελικά, ενώ η αστική τάξη κάθε έθνους διατηρούσε ξεχωριστά εθνικά συμφέροντα, η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε μια τάξη, που σε όλα τα έθνη έχει τα ίδια συμφέροντα και που γι’ αυτήν η εθνικότητα έχει ήδη πεθάνει, μια τάξη που είναι πραγματικά απαλλαγμένη από όλο τον παλιό κόσμο και ταυτόχρονα στέκεται αντιμέτωπη σ’ αυτόν».[6]

 

Ο περιστροφικός άξονας της επαναστατικής στρατηγικής

 

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια θεμελιώδη ανακάλυψη για την επαναστατική στρατηγική των κομμουνιστών. Όλοι ξέρουμε ότι το “Μανιφέστο των Κομμουνιστών”, που γράφτηκε δύο χρόνια μετά το έργο που σχολιάζουμε, τελειώνει με την προτροπή Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε! Ωστόσο όλο και λιγότεροι είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται το επαναστατικό νόημα αυτής της έκκλησης. Δυστυχώς, είναι πολύ λίγοι σήμερα αυτοί που κατανοούν σε βάθος το επιστημονικό περιεχόμενο που δίνει πνοή σε αυτή τη στρατηγική.

Κάτι τέτοιο δεν μας εκπλήσσει βέβαια, αφού ξέρουμε με πόση μανία ανέκαθεν οι υπερασπιστές του καπιταλισμού προσπαθούν να αντιπαραθέσουν τον “ρεαλιστή” Μαρξ στον κομμουνιστή Μαρξ.

Ακριβώς χάρη στον “ρεαλισμό” τους, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, δεν θα αργήσουν να ανακαλύψουν μια αντίθεση του καπιταλισμού. Αν είναι αλήθεια ότι το οικονομικό περιεχόμενο είναι αυτό που, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζει το πολιτικό περικάλυμμα, στον καπιταλισμό το περιεχόμενο γίνεται καθολικό, ενώ το περικάλυμμα παραμένει ειδικό. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η παγκόσμια αγορά, ο παράγοντας που καθορίζεται είναι το κράτος-έθνος. Δεν έχουμε εδώ μια αντίφαση της θεωρίας, αλλά της καπιταλιστικής πραγματικότητας, και εδώ και μερικά χρόνια δεσπόζει στο “πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης”. Τελευταία βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και πρώτο θέμα στις τηλεοπτικές ειδήσεις με τη μορφή της “κρίσης των παγκόσμιων ανισορροπιών”. Μερικές φορές, όπως τραγικά αποδείχθηκε κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, αυτή η αντίθεση οξύνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταβαραθρώσει ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή είναι η αληθινή αχίλλειος πτέρνα του καπιταλισμού, απέναντι στην οποία η αστική τάξη παρουσιάζεται ανίσχυρη. Δεν έχει λύσεις, γιατί αυτή η ίδια είναι το πρόβλημα. Είναι μια τάξη διασπασμένη από ανταγωνιστικές διαμάχες και συγκρούσεις στις οποίες για να ανταπεξέλθει, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στα κράτη που κληρονόμησε από το παρελθόν, να διατηρεί δηλαδή «ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά».

Αντίθετα, το προλεταριάτο «έχει το αυτό συμφέρον σε όλα τα έθνη». Εδώ βρίσκεται το πλεονεκτικό στοιχείο που μπορεί να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των τάξεων και από εδώ περνάει ο δρόμος της επαναστατικής στρατηγικής του Μαρξ και του Ένγκελς. Η διάσπαση της αστικής τάξης γίνεται αγεφύρωτη μόνο σε ειδικές συνθήκες τις οποίες όμως ο καπιταλισμός δημιουργεί με κανονικότητα. Η διάσπαση είναι δεδομένη. Το προλεταριάτο μπορεί να αξιοποιήσει το πλεονέκτημα της αστικής διάσπασης, στις συνθήκες όπου αυτή ξεσπά, μόνο όταν είναι σε θέση να παρουσιαστεί ενωμένο. Η τελική έκκληση του “Μανιφέστου” δεν είναι μια συναισθηματική παρότρυνση. Είναι ο περιστροφικός άξονας της επαναστατικής στρατηγικής που προκύπτει από την υλιστική αντίληψη της ιστορίας.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε

Στο σημερινό κόσμο, η αγεφύρωτη διάσπαση της αστικής τάξης εκφράζεται με τη διαμάχη δυνάμεων που έχουν ηπειρωτικές διαστάσεις: Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Ευρώπη. Το παγκόσμιο προλεταριάτο μπορεί να γίνει διεθνής δύναμη ισάξια με τις άλλες.

Όταν οι αντιθέσεις, των οποίων μια γεύση παίρνουμε αυτή την περίοδο, θα κορυφωθούν – είναι ζήτημα μερικών δεκαετιών -, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα οργανωθούν κάτω από τις σημαίες των ηπειρωτικών δυνάμεων και θα οδηγηθούν σε σύγκρουση, οι μεν ενάντια στους δε. Και όμως, όντας στην πλειονότητά τους μισθωτοί, είναι δυνατόν να οργανωθούν διαφορετικά και, κάτω από τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού, να κηρύξουν πόλεμο στον πόλεμο μέσω μιας κομμουνιστικής επανάστασης.

Το ότι είναι δυνατόν δεν σημαίνει ότι είναι εύκολο, και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει ότι μπορεί να γίνει αυτόματα. Τη δυνατότητα του προλεταριάτου να γίνει διεθνής δύναμη την προσφέρει αντικειμενικά η αριθμητική του δύναμη, ο ρόλος του στην παραγωγή, η φύση του ως τάξης που «έχει το αυτό συμφέρον» σε όλο τον κόσμο. Για να πραγματοποιηθεί αυτή η δυνατότητα θα πρέπει το προλεταριάτο να αποκτήσει συνείδηση και της δύναμής του και του γενικού του συμφέροντος. Αυτή η απόκτηση ταξικής συνείδησης δεν είναι εύκολη, ούτε γίνεται με αυτόματο τρόπο. Δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με τεχνικές δυσκολίες. Τα εργαλεία που επιτρέπουν στην αστική τάξη να κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους, σαν να παροτρύνονται από μια ενιαία θέληση – μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς, τεχνικές οργάνωσης και εφοδιασμού – είναι στη διάθεση και του προλεταριάτου. Μάλιστα, όταν αυτά τα μέσα χρησιμοποιούνται είτε για να δημιουργήσουν (στην παραγωγή), είτε για να καταστρέψουν (στον πόλεμο), σχεδόν στο σύνολό τους, είναι οι προλετάριοι εκείνοι που τα έχουν πραγματικά στα χέρια τους.

Οι δυσκολίες είναι κοινωνικής και πολιτικής φύσης. Ως πωλητές ενός ίδιου εμπορεύματος, της ικανότητας για εργασία, οι προλετάριοι έχουν το ίδιο συμφέρον: να ανεβάσουν την τιμή αυτού του εμπορεύματος όσο το δυνατόν περισσότερο. Η ανάγκη για υψηλότερους μισθούς και μικρότερα ωράρια εργασίας, όπως ενώνει τους προλετάριους σ’ ένα κοινό συμφέρον, έτσι και τους διαιρεί μέσω του ανταγωνισμού. Το τι θα επικρατήσει το αποφασίζει η αγορά. Όταν σπανίζει ένα εμπόρευμα, οι πωλητές του βρίσκουν ευκολότερα τον τρόπο να συνενωθούν για να απαιτήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή τιμή του. Αντίθετα, όπως συμβαίνει με την εργατική δύναμη από τότε που η παγκόσμια αστική τάξη έβαλε χέρι στα ασιατικά “κοιτάσματά” της, αν ένα εμπόρευμα βρίσκεται σε αφθονία τότε επικρατεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των πωλητών του.

Σ’ αυτό το αντικειμενικό στοιχείο υπεισέρχεται η συνειδητή δράση της αστικής τάξης. Αυτή εκμεταλλεύεται κάθε έλλειψη συνοχής του προλεταριάτου για να το προσεταιριστεί στους αγώνες της και έτσι να το εντάξει στις δικές της γραμμές. Η αστική τάξη πρώτα χρησιμοποιεί τους κινεζικούς χαμηλούς μισθούς για να συγκρατήσει τους ευρωπαϊκούς και μετά, ανικανοποίητη, τους χρησιμοποιεί ως υπομόχλιο για να προτείνει στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο μια συμμαχία ενάντια στον κινεζικό ανταγωνισμό. Στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις «το αυτό συμφέρον» του διεθνούς προλεταριάτου ασφαλώς δεν εμφανίζεται καθόλου. Παρουσιάζεται αντίθετα, συνεχώς ένα συμφέρον των Ευρωπαίων – προλετάριων και αστών, χωρίς ταξική διάκριση – για να αντιμετωπίσουν από κοινού την “κίτρινη απειλή”. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται και η κινεζική αστική τάξη που προσφέρει στο προλεταριάτο της την άνοδο της κινεζικής δύναμης ως διέξοδο από τις συνθήκες υπερεκμετάλλευσης που η ίδια του επιβάλλει.

Το «αυτό συμφέρον» του διεθνούς προλεταριάτου είναι το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Δεν είναι τόσο δηλαδή η διεκδίκηση υψηλότερων μισθών, όσο η αναγκαιότητα μιας κοινωνικής διαχείρισης των παραγωγικών δυνάμεων που θα βάλει τέρμα στη μισθωτή εργασία. Χωρίς αυτή την επίγνωση το παγκόσμιο προλεταριάτο δεν θα αποκτήσει ποτέ μια ενιαία θέληση, και επομένως δεν θα γίνει ποτέ δύναμη μεταξύ δυνάμεων. Η δυσκολία γεννιέται από το γεγονός ότι αυτή η επίγνωση δεν είναι προϊόν της ίδιας της προλεταριακής κατάστασης. Η ανακάλυψη του «αυτού συμφέροντος» απαιτεί την επιστημονική μελέτη αυτής της προλεταριακής κατάστασης, μέσω της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Την επιστημονική αντίληψη της ιστορίας την επεξεργάζονται δύο αστοί, ο δόκτωρ Μαρξ και ο βιομήχανος Ένγκελς και αυτό όχι τυχαία, αλλά γιατί είναι το σημείο κατάληξης και σύνθεσης των επιστημονικών ερευνών που διεξήγαγε στο κοινωνικό πεδίο η αστική τάξη κατά τη διάρκεια της δικής της επαναστατικής πάλης. Η κοινωνική επιστήμη δεν γεννιέται μέσα στο προλεταριάτο, πρέπει να εισαχθεί από τους κομμουνιστές.

Οι φερμένες από τα έξω συνείδηση και επιστήμη

 

Η ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στη μεγάλη βιομηχανία, και που προβλέφθηκε από τον Μαρξ, δημιουργεί τις συνθήκες που επιτρέπουν στους προλετάριους να φτάσουν στον διεθνισμό, δηλαδή στην ανακάλυψη του «αυτού συμφέροντος». Ο νεαρός Μαγκρεμπίνος που προσλήφθηκε στις ευρωπαϊκές χαλυβουργίες του ινδικού ομίλου Mittal, ο νεαρός Ινδός μηχανικός που σχεδιάζει στο Μπανγκαλόρ ηλεκτρονικά προγράμματα για την Deutsche Telekom, o νεαρός Έλληνας διπλωματούχος που σερβίρει χάρμπουργκερ στα McDonald’s, ο Αμερικανός εργάτης που δουλεύει στην αλυσίδα συναρμολόγησης της ιαπωνικής Toyota, όλοι αυτοί και οι υπόλοιποι ενάμισι δισεκατομμύριο μισθωτοί στον κόσμο είναι και θα είναι πάντα όλο και περισσότερο εκτεθειμένοι στις αντιθέσεις μιας παγκόσμιας παραγωγής που υποχρεώνεται να βρίσκεται μέσα στα στενάχωρα εθνικά ρούχα της αστικής τάξης.

Τα νήματα του διεθνισμού δεν απέχουν πολύ από τη συνειδητοποίηση, αλλά μόνο η επιστήμη είναι σε θέση να τα συνυφάνει ξανά, συνθέτοντας έτσι το πλαίσιο του παγκόσμιου «αυτού συμφέροντος».

Η προτροπή της εφημερίδας του Συνδέσμου Ιταλικών Βιομηχανιών να ξαναδιαβάσουμε τον Μαρξ κλείνει με την ακόλουθη παρατήρηση: «Την ιστορία δεν την κάνουν τα vision και τα mission, τα ταλέντα, οι ευρηματικές σκέψεις, οι ομολογίες πίστης και άλλες απίθανες και ασύλληπτες οντότητες, αλλά νόμοι αμείλικτοι που επαναλαμβάνονται, και είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε, διαφορετικά κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε ζημιά, σε διάφορα μέρη στον κόσμο, ή και εδώ σε μας».

Δεν θα μπορούσαν να πουν τίποτα καλύτερο οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης. Όμως, αυταπατάται η αστική τάξη όταν πιστεύει ότι μπορεί να επιλέξει από τον Μαρξ μόνο τους «αμείλικτους νόμους» που την εξυπηρετούν και γι’ αυτό θα εξακολουθήσει να «προκαλεί ζημιά». Καθήκον του προλεταριάτου είναι να την σταματήσει. Εναπόκειται στους κομμουνιστές να το διαπαιδαγωγήσουν γι’ αυτό το καθήκον, έχοντας εφόδιο την επιστημονική γνώση του κόσμου την οποία επιτρέπει η υλιστική αντίληψη της ιστορίας.

ΙΙ

Υλιστική αντίληψη και επανάσταση

Κάθε χρόνο, εδώ και 37 χρόνια, συγκαλείται στο Νταβός της Ελβετίας το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Σ’ αυτό συμμετέχουν οι άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους τα κλειδιά του πλανήτη. Στη φάση της προετοιμασίας παραγγέλθηκε για τις ανάγκες του φόρουμ μια μελέτη στην Gallup Voice of the People. Η πιο ξακουστή στον κόσμο εταιρεία δημοσκοπήσεων έκανε έρευνα ερωτηματολογίου σε 61.600 άτομα σε 60 χώρες από την οποία προέκυψε μια εικόνα που ο “Corriere della Sera” χαρακτήρισε «παγκόσμιας απαισιοδοξίας». Πράγματι η εφημερίδα του Μιλάνου την περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα: «Ένας λιγότερο πλούσιος και περισσότερο επικίνδυνος κόσμος, που κυβερνάται από ανέντιμους πολιτικούς ηγέτες, με πάρα πολλή εξουσία και συχνά ανίκανους [] Αν η απαισιοδοξία είναι παγκόσμια, η Δυτική Ευρώπη και η Ιταλία ιδιαίτερα παρουσιάζουν μια πιο αρνητική


εικόνα. Στην Ευρώπη το 68% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει σ’ έναν λιγότερο ασφαλή κόσμο».

Δύο Ευρωπαίοι στους τρεις φοβούνται για το μέλλον των παιδιών τους. Γιατί; Οι κοινωνιολόγοι διαπιστώνουν έναν «κοινωνικό λαβύρινθο». Έστω και για μια φορά η παρατήρηση των ειδικών δεν είναι μόνο πρωτότυπη αλλά και σχετική. Όπως δηλώνει ο κοινωνιολόγος Patrizio Bianchi «δεν υπάρχουν πια τείχη πάνω στα οποία μπορούμε να στηριχθούμε […] έχουν εξαφανιστεί πολιτικά και οικονομικά σύνορα και με αυτά οι παράμετροι πάνω στις οποίες είχαμε στηρίξει την κοσμοθεώρησή μας». Αυτό γεννά απαισιοδοξία γιατί οι πολιτικές απαντήσεις είναι τοπικού χαρακτήρα, ενώ τα προβλήματα είναι «όλο και περισσότερο παγκόσμια». Ο φόβος είναι καρπός της αβεβαιότητας, κυρίως της οικονομικής: «Ζούμε σε μια περίοδο μεγάλης δυσκολίας, όπως δείχνει η σημερινή κρίση των χρηματαγορών […] που μετατράπηκαν σε παράγοντα μεγάλης παγκόσμιας αστάθειας. Και η οικονομία βρίσκεται στη βάση όλων». Κανένας πολιτικός θεσμός δεν φαίνεται να είναι σε θέση να προσφέρει εγγυήσεις απέναντι στις απειλές της παγκοσμιοποίησης.

Μέχρι τώρα είδαμε πως η υλιστική αντίληψη της ιστορίας προείπε, ή καλύτερα προέβλεψε επιστημονικά, ότι αυτή η αντίθεση θα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του μέλλοντος. Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς είναι η οικονομία, σε τελευταία ανάλυση, αυτή που καθορίζει την πολιτική. Με την έλευση της μεγάλης βιομηχανίας η οικονομία γίνεται παγκόσμια αγορά, γι’ αυτό θα έλθει αναγκαστικά σε αντίθεση με την πολιτική, που παραμένει “τοπική”. Αυτή η πρόβλεψη έγινε πριν ενάμιση αιώνα. Εμείς σήμερα είμαστε βυθισμένοι σ’ αυτό που τότε ήταν μέλλον: είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα της επιστημονικής ισχύος της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Στη συνέχεια θα δούμε πως από την ίδια αυτή αντίληψη προκύπτει το αναπόφευκτο της κομμουνιστικής επανάστασης.

Αμοιβαία εξάρτηση και συλλογικό συμφέρον

 

Ο Άνταμ Σμιθ είναι ένας από τους πατέρες ιδρυτές της αστικής οικονομικής επιστήμης. Η θεωρία του για το “αόρατο χέρι” της αγοράς, πάνω από δύο αιώνες είναι το υποχρεωτικό σημείο αναφοράς των “νεοφιλελεύθερων”. Σε πολεμική με τις αριστοκρατικές και παρασιτικές τάξεις που εμπόδιζαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο Σκωτσέζος καθηγητής της ηθικής φιλοσοφίας εξηγεί ότι η “αγορά” βελτιώνει τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας επενεργώντας πάνω στο ατομικό συμφέρον. «Ασφαλώς – γράφει ο Άνταμ Σμιθ – και δεν είναι από την φιλανθρωπία του κρεοπώλη, του ταβερνιάρη ή του αρτοποιού που περιμένουμε το γεύμα μας, αλλά από το γεγονός ότι αυτοί φροντίζουν για το συμφέρον τους. Εμείς δεν απευθυνόμαστε στην ανθρωπιά τους, αλλά στον εγωισμό τους και με αυτούς ποτέ δεν μιλάμε για τις ανάγκες μας, αλλά για το όφελός τους». Αρκεί να αφήσουμε ελεύθερο, laisser faire, το “αόρατο χέρι” της αγοράς, και αυτό θα αναλάβει να μετατρέψει τον εγωισμό σε συλλογικό όφελος. Παρακινούμενος από το δικό του ατομικό συμφέρον ο κρεοπώλης προμηθεύει το κρέας, ο ταβερνιάρης τη μπίρα, ο αρτοποιός το ψωμί, με πολύ αποτελεσματικότερο τρόπο απ’ ότι αν ο καθένας αναγκαζόταν να φροντίζει από μόνος του για όλες τις ανάγκες του.

Πράγματι, για την κοινωνία το όφελος υπάρχει και αυτό δημιουργείται από τον καταμερισμό της εργασίας. Όσο περισσότερο οι άνθρωποι καταμερίζουν την εργασία, τόσο περισσότερο υλικό πλούτο θα μπορούν να αποκομίσουν από αυτή. Αυτή η θέση, που χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα ενάντια στις τάξεις που, στα τέλη του 18ου αιώνα, εμπόδιζαν την ανάπτυξη της αγοράς, δηλαδή του καταμερισμού της εργασίας, ήταν ιστορικά προοδευτική, και επομένως “ορθή”. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, που γεννήθηκαν έναν αιώνα περίπου μετά τον Σμιθ, έχουν μπροστά στα μάτια τους όλα τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης: τόσο το απορρέον από την καπιταλιστική κοινωνικοποίηση γιγαντιαίο και μη αναχαιτίσιμο άλμα της παραγωγικότητας, όσο και τις μακροσκοπικές της αντιθέσεις.

Μελετώντας βαθιά και σοβαρά την προέλευσή της, ήδη από το 1845 ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακαλύπτουν το γενικό της αίτιο. Θα την μελετήσουν και θα την καταγράψουν λεπτομερώς στις επόμενες έρευνες. Ο καταμερισμός της “φυσικής” εργασίας, που απορρέει από την αγορά – το να μη μιλάμε δηλαδή στον κρεοπώλη για τις ανάγκες μας, αλλά για το κέρδος του – στηρίζεται στην αντίθεση μεταξύ του συμφέροντος του μεμονωμένου ατόμου και εκείνου του συλλογικού συμφέροντος του οποίου είναι μέρος. Ο κρεοπώλης, για να συνεχίσουμε με αυτή την απλούστευση, έχει συμφέρον να ικανοποιήσει την ανάγκη που έχει η κοινωνία σε κρέας, γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος του.

Ο διαφημιστικός καταιγισμός για δημιουργία ανύπαρκτων πολλές φορές αναγκών ή τα τεράστια κέρδη που αποκόμισαν, αυτά τα χρόνια, οι πετρελαϊκές εταιρείες εκμεταλλευόμενες την αυξημένη ζήτηση πετρελαίου είναι ρεαλιστικά και επίκαιρα παραδείγματα της ενδημικής στην κοινωνία αντίθεσης μεταξύ ατομικού και συλλογικού συμφέροντος. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια παθολογία, αλλά με τον ίδιο τον καταμερισμό της εργασίας που διαμεσολαβείται από την αγορά.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επισημαίνουν:

«Και πραγματικά, αυτό το συλλογικό συμφέρον δεν υπάρχει απλώς στη φαντασία, σαν το “γενικό συμφέρον”, αλλά πριν απ’ όλα στην πραγματικότητα, σαν αμοιβαία αλληλεξάρτηση των ατόμων, που ανάμεσά τους είναι κατακερματισμένη η εργασία».[7]

Το συλλογικό συμφέρον σήμερα συχνά παρουσιάζεται ως μια “αξία” που θα πρέπει να διαφυλαχθεί από την έξαρση του ατομικισμού. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επισημαίνουν ότι αυτό είναι, κατά πρώτο λόγο, ένα αντικειμενικό στοιχείο. Ο κρεοπώλης, ο ταβερνιάρης, ο αρτοποιός ήδη εξαρτιόνταν ο ένας από τον άλλο, αλλά αν έλθουμε στο σήμερα θα καταλάβουμε πλήρως το νόημα της παρατήρησης του Μαρξ και του Ένγκελς. Ποιο πράγμα από την καθημερινή ζωή μας μπορεί να εξαιρεθεί από την εργασία άλλων ανθρώπων; Πρακτικά τίποτα: όταν τρώμε, διαβάζουμε, βλέπουμε τηλεόραση, κοιμόμαστε, ταξιδεύουμε με αυτοκίνητο, αεροπλάνο, τρένο ή διαδίκτυο, η ζωή μας σήμερα εξαρτάται από την εργασία άλλων ανθρώπων. Το γεγονός ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι ηθελημένη εμποδίζει και την κατανόησή της: κανείς δεν «κάνει έκκληση στην ανθρωπιά» των άλλων, θα έλεγε ο Σμιθ. Με αυτό δεν μειώνεται καθόλου η δύναμη του εξαναγκασμού, απεναντίας αυτός γίνεται ακόμα περισσότερο αναπόφευκτος.

Γράφουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς:

«Όσο λοιπόν η δραστηριότητα δεν καταμερίζεται εθελοντικά αλλά φυσικά, η πράξη του ανθρώπου γίνεται μια ξένη δύναμη που του αντιπαρατίθεται, που τον υποδουλώνει, αντί να ελέγχεται από αυτόν. Γιατί από τη στιγμή που εμφανίζεται ο καταμερισμός της εργασίας, κάθε άνθρωπος έχει μια ιδιαίτερη, αποκλειστική σφαίρα δραστηριότητας, που του επιβάλλεται αναγκαστικά και που δεν μπορεί να της ξεφύγει. Είναι κυνηγός, ψαράς, βοσκός, ή κριτικός[8] και πρέπει να παραμείνει τέτοιος, αν δεν θέλει να χάσει τα μέσα της ύπαρξής του».[9]

Πολύ λίγοι είναι σήμερα οι άνθρωποι που επέλεξαν την εργασία που κάνουν. Στη μεγάλη πλειοψηφία τους πληρώνουν την τυπική ελευθερία να κάνουν αυτό που θέλουν – οι άλλοι άνθρωποι δεν ζητούν τίποτα – με την πραγματική υποταγή στην επιλογή που έκανε η “αγορά” γι’ αυτούς. Είναι ένα τίμημα της άκαρπης αναγνώρισης της εξάρτησης από τους άλλους ανθρώπους, αλλά ασφαλώς δεν είναι το πιο μεγάλο.

Η κρίση των subprime

 

Η μεγάλη βιομηχανία, διευρύνοντας την αγορά μέχρι που να την καθιστά παγκόσμια, πολλαπλασιάζει στον ίδιο βαθμό τη δύναμη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων και την αδυναμία ελέγχου των αποτελεσμάτων αυτής της εξάρτησης. Συνεχίζουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς:

«Η κοινωνική δύναμη, δηλαδή η πολλαπλασιασμένη παραγωγική δύναμη, που γεννιέται από τη συνεργασία διαφόρων ατόμων, όπως αυτή καθορίζεται από τον καταμερισμό της εργασίας, παρουσιάζεται σ’ αυτά τα άτομα, μια που η συνεργασία τους δεν είναι εθελοντική αλλά έχει προκύψει φυσικά, όχι σαν η δική τους δύναμη, αλλά σα μια ξένη δύναμη που υπάρχει έξω απ’ αυτά, που αγνοούν την προέλευσή της και το σκοπό της, που επομένως δεν μπορούν να την ελέγχουν, που αντίθετα περνάει από μιαν ιδιόμορφη σειρά φάσεων και σταδίων τόσο ανεξάρτητη από τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων, ώστε να διευθύνει στην πραγματικότητα αυτή τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων».[10]

Η οικονομική κρίση που συγκλονίζει τον κόσμο είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της «ενοποιημένης εξουσίας» που οι άνθρωποι δεν είναι πλέον σε θέση να ελέγχουν. Το περσινό καλοκαίρι ξεκίνησε ως “κρίση των subprime”, έγινε καταλύτης της εκδήλωσης γιγαντιαίων παγκόσμιων ανισορροπιών, οι οποίες τώρα προκαλούν ένα είδος αλυσιδωτής αντίδρασης, της οποίας κανείς δεν γνωρίζει καλά τις συνέπειες. Η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας είναι πλέον δεδομένη, αλλά κανείς δεν ξέρει το μέγεθος, πώς θα κατανεμηθεί μεταξύ των διαφόρων χωρών, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στους μεμονωμένους τομείς ή επιχειρήσεις.

Το να προβλέψει κανείς την εξέλιξή της είναι αδύνατον, αλλά για να καταλάβουμε το νόημά της δεν χρειάζεται να είμαστε οικονομολόγοι. Όλα άρχισαν, πριν επτά χρόνια, με την κατάρρευση των “τεχνολογικών” μετοχών. Αυτοί οι τίτλοι άγγιξαν, με τον χαρακτηριστικό μηχανισμό της “φούσκας”, αστρονομικές τιμές. Άρχισαν να ανεβαίνουν γιατί οι νέες τεχνολογίες υπόσχονταν πολλά κέρδη, αλλά στη συνέχεια η ίδια η ανοδική πορεία των μετοχών προκάλεσε τη ζήτηση και την αυτοτροφοδοσία της. Όσο περισσότερο ανέβαιναν οι τεχνολογικοί τίτλοι, τόσος περισσότερος κόσμος ήθελε να τους αγοράσει, όσος περισσότερος κόσμος ήθελε να τους αγοράσει, τόσο περισσότερο αυτοί ανέβαιναν: αυτή είναι η “φούσκα”, η οποία με τον ίδιο τρόπο που σχηματίζεται ξεφουσκώνει, μόνο που αυτό γίνεται πιο γρήγορα. Αρκεί μια ανακοπή της ανόδου ή μια ελαφρά κάμψη ώστε όλοι να θέλουν να πουλήσουν, και οι τίτλοι, όπως συνέβη πριν επτά χρόνια, καταρρέουν.

Τα κεφάλαια που αποσύρθηκαν από την “τεχνολογική φούσκα” διοχετεύτηκαν στον τομέα των αμερικανικών κατασκευών, αρχίζοντας να διογκώνουν εκείνη που όλοι αποκάλεσαν αμέσως “φούσκα ακινήτων”. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρότι ήξεραν ότι κατευθύνονται προς μια νέα καταστροφή, το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την φούσκα να συνεχίσει να διογκώνεται. Μέσα στους φρενήρεις ρυθμούς της διόγκωσης δόθηκαν στεγαστικά δάνεια ακόμα και σε οικογένειες που κανονικά δεν θα είχαν τη δυνατότητα να τα αποπληρώσουν. Είναι γνωστό ότι, συνήθως, χωρίς διασφάλιση οι τράπεζες δεν δανείζουν χρήματα για αγορά κατοικίας. Αλλά αν η αξία των κατοικιών αυξάνεται κατά 10% το χρόνο, είναι σαν να εξοφλεί κανείς στην τράπεζα κάθε χρόνο το 10% της νέας αξίας του ακινήτου. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε, όπως στην περίπτωσή μας, με ένα στεγαστικό αξίας 100.000 δολαρίων για ένα σπίτι που τώρα αξίζει 110.000 δολάρια.

Οι τράπεζες, μέσω των εξειδικευμένων σ’ αυτόν τον τομέα χρηματιστικών εταιρειών τους, ρίχτηκαν σ’ αυτή την αγορά των subprime στεγαστικών, που χορηγούνται δηλαδή κάτω από την ελάχιστη εγγύηση που απαιτείται κανονικά. Αυτό προκάλεσε αύξηση της ζήτησης σπιτιών και επομένως τροφοδότησε τη φούσκα που επέτρεπε την επιβίωση του ίδιου του μηχανισμού. Ακόμα μια φορά, όλοι ήξεραν ότι ο χάρτινος πύργος από τη μια στιγμή στην άλλη κινδύνευε να πέσει και ότι αργά ή γρήγορα σίγουρα θα έπεφτε, αλλά τα κέρδη από το παιχνίδι ήταν πολύ μεγάλα για να υποχωρήσει κανείς. Ήταν τόσο μεγάλα, ώστε τα ρίσκα ήταν δυνατόν, όπως και έγινε, να μειωθούν ξαναπουλώντας ένα μέρος των δανείων σε άλλες τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους τα επανατοποθετούσαν στη δική τους πελατεία. Για να μειωθούν επιπλέον τα ρίσκα, τα δάνεια καταμερίζονταν, με νέας αντίληψης μαθηματικές και χρηματοοικονομικές τεχνικές, στους λεγόμενους “τίτλους λουκάνικα”, που σχηματίζονταν με έναν “κατατεμαχισμό” άλλων πιστωτικών τίτλων. Έτσι δημιουργήθηκε μια χάρτινη πυραμίδα στη βάση της οποίας δεν υπήρχε μια πραγματική ροή χρήματος των οικογενειών που ήταν υποχρεωμένες να πληρώσουν το στεγαστικό, αλλά η φαινομενική που δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι, στα χαρτιά επομένως, τα σπίτια αυξάνονταν σε αξία.

Το περασμένο καλοκαίρι συνέβη απλώς αυτό που όλοι περίμεναν εδώ και πέντε – έξι χρόνια. Μόλις ο αμερικανικός τομέας των ακινήτων άρχισε να επιβραδύνεται και να αυξάνονται τα απούλητα σπίτια, οι τιμές άρχισαν να υποχωρούν και τα subprime δάνεια να γίνουν επισφαλή. Ακολούθησαν με μορφή χιονοστιβάδας οι καταρρεύσεις μεγάλων χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών ομίλων και ιδρυμάτων. Κάποιες ηχηρές περιπτώσεις ήταν η αγγλική τράπεζα Northern Rock, που διασώθηκε με κρατική παρέμβαση.

Για εκατοντάδες χιλιάδες αμερικανικές οικογένειες η οφθαλμαπάτη του ιδιόκτητου σπιτιού μετατρέπεται στον εφιάλτη της κατάσχεσης. Οι τράπεζες ανακοινώνουν κολοσσιαίες ζημίες. Στα τέλη Ιανουαρίου του 2008, στο Φόρουμ του Νταβός, ο γενικός διοικητής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών δήλωνε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να έχει μια πλήρη ιδέα, ότι οι ζημίες λόγω των subprime κυμαίνονταν μεταξύ των 250 και 600 δισ. δολαρίων. Ένα ποσό, μη προσδιορισμένο ακόμα, που τοποθετείται μεταξύ του ΑΕΠ της Φιλανδίας και της Ολλανδίας. Δεν υπάρχει καμία αλληλοεμπιστοσύνη ανάμεσα στις τράπεζες οι οποίες είναι απρόθυμες να δανείσουν η μια την άλλη, ενώ στερεύει η πίστη προς την παραγωγή. Όλη η αμερικανική οικονομία επιβραδύνεται απότομα και, παρά τις έκτακτες παρεμβάσεις της κυβέρνησης και της Κεντρικής Τράπεζας, φαίνεται να καταδικάζεται σε ύφεση. Στον υπόλοιπο κόσμο συζητούν αν είναι εφικτή και σε ποιο βαθμό η “αποσύνδεση” από τις ΗΠΑ ή είναι αναπόφευκτες οι σοβαρές επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο;

Μοιάζει να βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν “κυκλώνα Κατρίνα” που δεν έχει εξασθενίσει ακόμα και ο υπολογισμός των ζημιών που προκάλεσε μόλις αρχίζει: ασφαλώς και θα είναι τεράστιες, μερικοί φοβούνται ακόμα και για καταστροφή, ενώ άλλοι διαβεβαιώνουν ότι τα χειρότερα πέρασαν. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι γνώριζαν από πριν την άφιξή του ελάχιστα τους χρησίμευσε.

Εδώ όμως σταματά η παρομοίωση: ο κυκλώνας Κατρίνα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με παθητικές άμυνες, γιατί, παρά την προειδοποίηση των δορυφόρων, ήταν αδύνατον να παρέμβει κανείς στη συσσώρευση της θερμοδυναμικής ενέργειας. Η κοινωνική ενέργεια όμως που ξέσπασε με τον “κυκλώνα subprime” συσσωρεύτηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους που αρχικά τον έβλεπαν να φτάνει και μετά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πληρώνουν τις συνέπειές του.

Όλα αυτά ήδη είναι αρκετά για να επεξηγήσουμε τη θέση του Μαρξ και του Ένγκελς: από τη μια πλευρά ο καπιταλισμός, καθιστώντας την αγορά παγκόσμια, εκ των πραγμάτων αναπαράγει την αλληλεξάρτηση των ατόμων – το συλλογικό συμφέρον δεν είναι μια αφηρημένη έννοια -, από την άλλη πλευρά αυτή η ενοποιημένη δύναμη ξεφεύγει από τον έλεγχο οποιουδήποτε, κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους και τους κατευθύνει, αντί να εποπτεύεται από αυτούς. Η αντίθεση όμως είναι προορισμένη να εκδηλωθεί με ακόμα εκρηκτικότερο τρόπο.

Η κρίση των παγκόσμιων ανισορροπιών

Η “κρίση των subprime” εξελίχθηκε ταχύτατα σε μια αρκετά ευρύτερη κρίση των “παγκόσμιων ανισορροπιών”. Από την αρχή του νέου αιώνα η παγκόσμια οικονομία αναπτύχθηκε με εξαιρετική ταχύτητα, με δύο βασικούς κινητήρες, την Ασία, ιδιαίτερα την Κίνα, και τις ΗΠΑ. Η κατ’ αντονομασία αναπτυσσόμενη και η αναπτυγμένη χώρα παρουσίασαν, η κάθε μια στην “κατηγορία” της, σημαντικούς αυξητικούς ρυθμούς, αλλά διαφοροποιημένους (3÷4% για τις ΗΠΑ έναντι 9÷11% για την Κίνα). Αυτή η μεγάλη ασυμμετρία έκρυβε ένα πολύ πιο βαθύ και επικίνδυνο χάσμα.

Η ανάπτυξη της Κίνας βασίστηκε πάνω στο πολύ υψηλό πλεόνασμα του εμπορικού της ισοζυγίου, ενώ η αμερικανική στο, επίσης κολοσσιαίο, έλλειμμα. Οι Αμερικανοί αγόραζαν από τους Κινέζους πολύ περισσότερο απ’ ότι μπορούσαν να τους πουλήσουν, δηλαδή αγόραζαν με πίστωση. Στην πραγματικότητα ο μηχανισμός είναι λίγο πιο πολύπλοκος, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Όπως εξηγεί η οικονομική θεωρία, η εμπορική ανισορροπία επιφέρει την υποτίμηση του νομίσματος της ελλειμματικής χώρας και την αντίστοιχη ανατίμηση του νομίσματος της πλεονασματικής. Η Κίνα όμως δεν ήθελε να συμβεί αυτό, και γι’ αυτό η Κεντρική της Τράπεζα, αντί να πουλάει στην αγορά τα πλεονάζοντα δολάριά της, τα συσσώρευε ως αποθεματικά, με τη μορφή αμερικανικών κρατικών τίτλων, δηλαδή τα δάνειζε στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μέσα σε λίγα χρόνια τα κινεζικά αποθεματικά έφτασαν και ξεπέρασαν το υπέρογκο ύψος των 1.500 δισ. δολαρίων, ενώ το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα έφτασε, το 2006, τα 850 δισ. δολάρια. Αυτή είναι η πιο εμφανής πλευρά των παγκόσμιων ανισορροπιών τη “διόρθωση” των οποίων πυροδότησε η κρίση των subprime. Αυτός ο όρος εκφράζει την αστική πεποίθηση ότι, τελικά, όλα διορθώνονται, αλλά κρύβει και το τίμημα που πολλές φορές περιέχει η επιστροφή στην ισορροπία.

Η αμερικανική επιβράδυνση που προκλήθηκε από την κρίση των ακινήτων αύξησε την πίεση πάνω στο δολάριο οδηγώντας το ευρώ στα μέγιστα της μικρής ακόμα ζωής του. Η Κίνα, που ένα μεγάλο μέρος των αποθεματικών της το έχει σε δολάρια, είναι εκτεθειμένη σε δύο αντίθετες ροπές: από τη μια πλευρά θα πρέπει να συνεχίσει να αγοράζει δολάρια για να επιβραδύνει την πτώση, από την άλλη θα πρέπει να τα πουλάει για να μετατρέψει τα αποθεματικά της σε νομίσματα που δεν χάνουν αξία.

Αν η Κίνα αποφάσιζε να πουλήσει όλα τα αποθεματικά της σε δολάρια, με άλλα λόγια, να περάσει στην είσπραξη του χρέους, αυτό για το αμερικανικό νόμισμα θα σήμαινε καταστροφή. Είναι μια παράλογη υπόθεση, αλλά οι διαστάσεις του παιχνιδιού είναι τέτοιες ώστε να είναι κάτι παραπάνω από δικαιολογημένοι οι φόβοι ότι η διόρθωση του δολαρίου μπορεί να είναι “ακατάστατη”, δηλαδή πηγή βίαιων κραδασμών για την παγκόσμια οικονομία. Κανείς δεν τους θέλει και όλοι προσπαθούν να τους αποφύγουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί καθόλου εγγύηση, αφού κανείς δεν έχει τον έλεγχο της “ενοποιημένης δύναμης” που αντιπροσωπεύει από την παγκόσμια αγορά.

Ρήξη της ισορροπίας
και κομμουνιστική επανάσταση

 

O Jean Pisani-Ferry, διευθυντής του ευρωπαϊκού κέντρου μελετών Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, εξηγεί τις πολύ διαφορετικές αντιδράσεις, μπροστά στην κρίση, μεταξύ Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αμερικανικής FED, με βάση τις διαφορετικές εμπειρίες που βιώθηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα. Η ανησυχία που στρέφει σήμερα την ΕΚΤ προς μια περιοριστική νομισματική πολιτική έχει εντυπωθεί στα γονίδιά της από την εποχή του εξοντωτικού πληθωρισμού της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αντίθετα, η επιθετικότητα με την οποία η Fed χαμήλωσε τα επιτόκια είναι το ανακλαστικό της εξίσου εξοντωτικής εμπειρίας της εποχής Μεγάλης Ύφεσης.

Για πολλούς σχολιαστές, όλο και συχνότερα, στοιχείο σύγκρισης για τα σημερινά γεγονότα είναι το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Όλο και περισσότερο επίμονα προβάλλεται το ερώτημα αν η Κίνα θα ακολουθήσει τον “αμερικανικό” δρόμο της ειρηνικής ενσωμάτωσης στην παγκόσμια αγορά ή τη λογική ισχύος της Γερμανίας του Γουλιέλμου;

Υπό το πρίσμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και του τιμήματος που πλήρωσε η ανθρωπότητα σε ενάμιση αιώνα πρακτικής εμπειρίας, μπορεί να απαντήσει κανείς ότι δεν είναι ένα ζήτημα επιλογής, και πολύ περισσότερο εθνικών ιδιομορφιών. Για την ώρα η ενσωμάτωση της Κίνας συντελείται με ειρηνικό τρόπο γιατί η “διόρθωση” είναι ακόμα εφικτή μέσα από αυτό τον δρόμο. Η σημερινή ειρηνική διόρθωση όμως δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ακόμα πιο σοβαρές ανισορροπίες και αρχίζει ήδη να δείχνει γιατί δεν μπορεί να υπάρξει μακροπρόθεσμα ειρηνική λύση.

Η κρίση σε εξέλιξη μπορεί να διαταράξει την ασιατική ανάπτυξη – το πόσο βίαια, είναι αντικείμενο συζήτησης – αλλά δεν εξαλείφει την πηγή της. Πάνω στην ασιατική δυναμική στηρίζονται όλοι για να οδηγήσουν, αργά ή γρήγορα, την παγκόσμια οικονομία έξω από τις αναταράξεις που πυροδότησε η κρίση των subprime. Όμως τα “κοιτάσματα” εργατικής δύναμης με τα οποία τρέφονται τα κινεζικά και ινδικά “θαύματα” δεν είναι ανεξάντλητα και δεν είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς ότι σε μερικές δεκαετίες ασφαλώς θα εξαντληθούν. Οι νέες ανισορροπίες που στο μεταξύ συσσωρεύονται δεν θα βρουν πια ελεύθερες ζώνες για να φτάσουν σε εξισορρόπηση, και επομένως δεν θα υπάρξει τρόπος να απορροφηθεί εκ νέου η πιο σοβαρή ανισορροπία: η ανατροπή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ παλαιών και νέων δυνάμεων.

Αυτή η τάση και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις της αρχίζουν να εμφανίζονται ξεκάθαρα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται και ξεπερνιέται η σημερινή κρίση. Πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με το μεγαλύτερο κύρος στη Δύση, επιβίωσαν από την κρίση μόνο και μόνο επειδή έμειναν ανοικτά στην είσοδο των ασιατικών κεφαλαίων, εγείροντας τη συζήτηση για το πως ο Γηραιός Κόσμος μπορεί να αμυνθεί από την απώλεια αυτονομίας που αυτό επιφέρει.

Οι μεγαλύτεροι όμιλοι της Wall Street, σχολίαζε ο “Figaro” (22/12/2007), σ’ ένα κύριο άρθρο του, «εκλιπαρούν, σε βάρος χρυσού, τη βοήθεια των ασιατικών κεφαλαίων […] είναι η πλήρης αντιστροφή του συσχετισμού μεταξύ των παραδοσιακά μεγάλων δυνάμεων και εκείνων που αναδύονται κάτω από τα μάτια μας. Τα νέα αφεντικά της παγκόσμιας χρηματοοικονομίας δεν κατοικούν πια στη Νέα Υόρκη ή στη Γενεύη αλλά στη Σαγκάη, στο Πεκίνο, στη Σιγκαπούρη ή στο Αμπού Ντάμπι». Ο “Economist” έγραψε ότι αυτά τα κεφάλαια σήμερα γίνονται δεκτά ως σωτήρες, αλλά είναι αναμενόμενο, όταν λήξει ο συναγερμός, να γίνουν λιγότερο καλοδεχούμενα και να προκαλέσουν ένα κύμα προστατευτισμού.

Αυτού του είδους οι “συζητήσεις”, που συνεχίζονται με άλλα μέσα σε παγκοσμίως δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι ακριβώς εκείνες που ιστορικά παρήγαγαν τη “γουλιελμική” λογική. Το να πιστεύει κανείς ότι η Κίνα θα ξεφύγει είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Ο ενδημικός στο σύστημα μηχανισμός που οδηγεί τους ανθρώπους να χάνουν τον έλεγχο την κοινωνικής τους εξουσίας θα προκαλέσει ξανά, όπως συνέβη δύο φορές τον περασμένο αιώνα, την καταστροφική ρήξη της παγκόσμιας πολιτικής τάξης πραγμάτων.

Αυτή η ρήξη, όμως, μπορεί να αποτελέσει και το πεδίο της διεθνούς επαναστατικής παρεμβολής. Ο Αρρίγκο Τσερβέττο συνοψίζει στο άρθρο του “Οι χρόνοι της κομμουνιστικής συνείδησης”:

«Η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, που δημιουργήθηκε από τη συνεργασία των ατόμων, επιβάλλεται σε αυτά και τα κυριαρχεί μέχρι σημείου να προκληθεί η κομμουνιστική επανάσταση, ως έργο των κυριαρχούμενων ατόμων. Δηλαδή ως έργο των ατόμων που ανήκουν στην κατ’ εξοχήν κυριαρχούμενη τάξη, στο προλεταριάτο».[11]


ΙΙΙ

Υλιστική αντίληψη και κομμουνισμός

Στον κόσμο επικρέμαται το φάντασμα της οικονομικής κρίσης. Αυτή ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2007 στην Αμερική σαν κρίση των ακινήτων και έφτασε σε μας μέσω των τίτλων των εφημερίδων, της τιμής των καυσίμων και του ισχυρού ευρώ που καθιστά την Αμερική χώρα φθηνότερη για διακοπές. Ποιο θα είναι το κόστος για την Ευρώπη, και επομένως τι επίπτωση θα έχει στη ζωή του καθενός μας, τους επόμενους μήνες, έχει γίνει αντικείμενο διαφορετικών εκτιμήσεων. Υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι δεν θα στοιχίσει τίποτα και αυτοί που θεωρούν ότι θα στοιχίσει πολλά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έχουμε ήδη μια επίπτωση, την αύξηση της αβεβαιότητας. Αν το προσεχές μέλλον μοιάζει συγκεχυμένο, το απώτερο δείχνει τελείως σκοτεινό.

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, αντίθετα, μας επιτρέπει να εντοπίσουμε, για την κοινωνία, νόμους ανάπτυξης εξίσου δεσμευτικούς με εκείνους της φύσης, και επομένως μας επιτρέπει εξίσου ασφαλείς προβλέψεις. Όλοι αναγνωρίζουν στον Μαρξ ότι προέβλεψε την “παγκοσμιοποίηση” ενάμιση αιώνα πριν. Όπως είδαμε προηγουμένως, από τους ίδιους νόμους απορρέει και η διεθνής επανάσταση γι’ αυτό είναι το ίδιο ιστορικά αναπόφευκτη. Θα δούμε στη συνέχεια γιατί ο κομμουνισμός είναι η αναγκαστική διέξοδος της καπιταλιστικής ανάπτυξης, γιατί, όπως γράφουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, είναι «η πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».

Οι «εποχές της κοινωνικής επανάστασης»

 

Ο Μαρξ συνοψίζει ως εξής την υλιστική αντίληψη της ιστορίας:

«Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγικές, που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα στην οποία έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική (πραγματική) βάση, πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης».[xii]

Σήμερα, λόγου χάρη, η ζωή του καθενός μας εξαρτάται πλήρως από μια παραγωγή που είναι κοινωνική. Όχι μόνο όλα αυτά που μας κρατούν στη ζωή είναι καρπός εργασίας άλλων ανθρώπων, αλλά η «βαθμίδα» ανάπτυξης των μέσων με τα οποία η ανθρωπότητα παράγει έχει σχεδόν εκμηδενίσει την ατομική εργασία. Πρακτικά όλα αυτά που καταναλώνουμε παράγονται στο εργοστάσιο. Ακόμη και τα αγροτικά προϊόντα που δεν παράγονται σε εργοστάσιο φτάνουν σε εμάς μόνο χάρη στα τρένα, τα φορτηγά, τα πλοία, τα ψυγεία που παράγονται στο εργοστάσιο. Όλα σχεδόν τα “πράγματα” που χαρακτηρίζουν τη “σύγχρονη” ζωή, από τα βιντεοπαιχνίδια στα φάρμακα, από τα αεροπλάνα στις τσάντες για τα ψώνια, μπορούν να κατασκευαστούν μόνο στο εργοστάσιο.

Το εργοστάσιο είναι ένα σύνολο μέσων παραγωγής που ενεργοποιούνται από την ταυτόχρονη και συντονισμένη εργασία πολλών ανθρώπων. Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, ακόμα και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται μαζί στα εργοστάσια και στα γραφεία για να παράγουν τη «ζωή» μας.

Ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι έχουν συνείδηση του γεγονότος – στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει – η κοινωνία αναπόφευκτα διαχωρίζεται σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που κατέχουν τα κοινωνικά μέσα παραγωγής (οι καπιταλιστές) και σε μια μεγάλη μάζα ανθρώπων που θέτουν σε κίνηση αυτά τα μέσα με αντάλλαγμα το μισθό. Πάνω σε αυτή τη διαίρεση και σε αυτές τις δύο θεμελιώδεις τάξεις στηρίζεται – σε ολόκληρο τον κόσμο πλέον, όπως θα δούμε – η σημερινή κοινωνία.

Συνεχίζει ο Μαρξ:

«Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, αλλά είναι, αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους».[xiii]

Σήμερα, συνεχίζοντας με το προηγούμενο παράδειγμα, είναι σύνηθες για έναν νέο “να ψάχνει για δουλειά” έτσι όπως ψάχνει για ένα σπίτι. Η στέρηση δικών του μέσων εργασίας είναι τόσο διαδεδομένη, η συγκέντρωση μέσων παραγωγής στα χέρια λίγων τόσο προφανής, ώστε δημιουργείται η ιδέα ότι η εργασία με αντάλλαγμα το μισθό είναι μια φυσική ανάγκη, όπως το να έχει κανείς στέγη. Στην πραγματικότητα είναι μια ιστορική ανάγκη που συνδέεται με έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Συνεχίζει ο Μαρξ:

«Όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας φτάσει σε ορισμένο βαθμό, οι δυνάμεις αυτές έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν, ή, για να μεταχειριστούμε τη νομική έκφραση, με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες ως τότε είχαν κινηθεί. Οι σχέσεις αυτές, από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης».[xiv]

Ακριβώς έτσι γεννήθηκε η καπιταλιστική κοινωνία στην οποία ζούμε. Οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν στο εσωτερικό της φεουδαρχικής κοινωνίας απαιτούσαν μισθωτή εργασία όλο και μεγαλύτερη σε ποσότητα, αλλά αυτό ήταν ασύμβατο με τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή ιδιοκτησίας, που χαρακτήριζαν εκείνο τον κόσμο. Η φεουδαλική ιδιοκτησία της γης, με τη δουλοκτημοσύνη, αποτελούσε τροχοπέδη για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η αστική τάξη, δηλαδή η τάξη των ιδιοκτητών των νέων μέσων παραγωγής, διεξήγαγε μια πάλη πολλών αιώνων που κορυφώθηκε σε μια σειρά επαναστάσεων που έσπασαν οριστικά εκείνες τις αλυσίδες. Σήμερα η γη μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί ελεύθερα. Το ίδιο γίνεται και με τα χέρια, σε μια “αγορά εργασίας” που για την αστική τάξη δεν είναι ποτέ αρκετά “ελεύθερη”.

Εκτός από την ελευθερία του εργαζόμενου, η μισθωτή εργασία έχει όμως έναν δεύτερο όρο ύπαρξης που είναι η ατομική ιδιοκτησία των κοινωνικών μέσων παραγωγής. Αυτός ο δεύτερος όρος είναι τροχοπέδη σήμερα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όπως ήταν ακριβώς η έλλειψη ατομικής ελευθερίας πριν μερικούς αιώνες. «Η εποχή κοινωνικής επανάστασης» της αστικής τάξης έσπασε τις αλυσίδες των φεουδαλικών μορφών ιδιοκτησίας, η εποχή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου θα σπάσει τις αλυσίδες της ατομικής ιδιοκτησίας των κοινωνικών μέσων παραγωγής.

Η έσχατη αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων

 

Η εξέλιξη της τρέχουσας κρίσης επιδεινώνεται λόγω των ζημιών που υπέστη το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με το ξεφούσκωμα της αμερικανικής φούσκας ακινήτων. Οι τράπεζες διέγραψαν από τους ισολογισμούς τους περίπου 200 δισ. δολάρια (για τη σύγκριση, το ΑΕΠ της Ταϊλάνδης είναι 194 δισ. δολάρια, εκείνο της Φιλανδίας είναι 213) αλλά σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, άλλα τόσα (ΑΕΠ Τουρκίας 394 δισ. δολάρια όπως και της Σουηδίας) θα πρέπει να εμφανιστούν ακόμα. Σύμφωνα με τους πιο απαισιόδοξους, θα εξανεμιστούν με την κρίση του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος 700 δισ. δολάρια (ΑΕΠ Αυστραλίας 738 δισ. δολάρια, Ολλανδίας 699) ενώ κάποιοι άλλοι ανεβάζουν το ποσό στα 1.000 δισ. δολάρια (ΑΕΠ Ινδίας 906 δισ. δολάρια, Καναδά 1.177[xv]).

Πώς κατέληξαν οι τράπεζες να χάσουν ένα ισοδύναμο του ετήσιου ακαθάριστου προϊόντος της Σουηδίας; Όλες αυτές τις απίστευτες ζημίες τις υπέστησαν οι κολοσσοί της παγκόσμιας πίστης, «όμιλοι που διαθέτουν εκατοντάδες αναλυτές, πρώτης τάξης χρηματοοικονομικούς συμβούλους, όλα τα εν ζωή βραβεία Νόμπελ οικονομίας και καθηγητές των καλύτερων πανεπιστημίων. Αυτές οι μεγάλες τράπεζες διαθέτουν τα πιο προηγμένα πληροφορικά εργαλεία, από τα πιο τελειοποιημένα υπολογιστικά προγράμματα. Και όλες, χωρίς εξαίρεση, έπεσαν θύματα της υπό εξέλιξη κρίσης. Όλα αυτά τα ισχυρότατα γνωστικά εργαλεία αποδείχτηκαν ανίσχυρα».[xvi]

Η ανεπάρκεια των ισχυρότατων γνωστικών εργαλείων πηγάζει από μια οξύτατη αντίθεση: από τη μια πλευρά έχουμε την απόλυτη αλληλεξάρτηση όλων των οικονομικών παικτών και από την άλλη τη λογική του κέρδους που κινεί καθέναν από αυτούς. Τα ρίσκα της διόγκωσης της αμερικανικής φούσκας ακινήτων ήταν γνωστά σε όλους, αλλά ποιος μπορούσε να αδιαφορήσει για τα κέρδη που αυτή εξασφάλιζε; Η μαζική φυγή από αυτή θα προκαλούσε το ίδιο γνωστές ζημίες, αλλά ποιος μπορούσε, όταν άρχισε να διαφαίνεται η κάμψη, να παραιτηθεί από την προσπάθεια να περιορίσει τις ζημίες ξεγλιστρώντας ταχύτερα από τους άλλους;

Το αποτέλεσμα είναι μια βίαιη ανακοπή στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Οι τεράστιες τραπεζικές ζημίες ήδη έχουν προκαλέσει μια ύφεση στις Ηνωμένες Πολιτείες και μια επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας με άγνωστες προς το παρόν διάρκεια και ένταση.

Στη βάση όλων των καπιταλιστικών κρίσεων υπάρχει η αντίθεση που «με επιστημονική επιμονή» ο μαρξισμός συνεχίζει να επισημαίνει: «Μια αντίθεση μεταξύ μιας παραγωγής που ολοένα και περισσότερο εντείνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα και μιας ιδιοποίησης που παραμένει ιδιωτική». Στις μερικές κρίσεις αυτή η αντίθεση δρα ως φρένο στην ανάπτυξη, στις γενικές κρίσεις ανοίγει μια δίνη που καταπίνει και καταστρέφει τεράστιες ποσότητες παραγωγικών δυνάμεων, αρχής γενομένης από τους ίδιους τους ανθρώπους.

 

Οι προϋποθέσεις του κομμουνισμού

 

Γράφει ακόμα ο Μαρξ:

«Ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν παίρνουν τη θέση του καινούργιες και ανώτερες παραγωγικές σχέσεις προτού οι υλικοί όροι γι’ αυτές τις σχέσεις να ωριμάσουν μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι’ αυτό, η ανθρωπότητα ποτέ δε βάζει μπροστά της παρά μόνο τα προβλήματα εκείνα που μπορεί να λύσει, γιατί, αν παρατηρήσουμε καλύτερα, θα βρούμε πως και αυτό ακόμη το ίδιο το πρόβλημα ξεπηδά μονάχα όταν υπάρχουν, ή τουλάχιστον βρίσκονται στο γίνωμά τους οι υλικοί όροι για τη λύση του».[xvii]

Τη λύση στα προβλήματα του καπιταλισμού την προσφέρει ο ίδιος ο καπιταλισμός: αν είναι αλήθεια ότι όλες οι αντιθέσεις του ανάγονται στην ατομική ιδιοποίηση μιας παραγωγής που έγινε κοινωνική, η λύση δεν μπορεί παρά να είναι η κοινωνική ιδιοποίηση του κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των κοινωνικών μέσων παραγωγής.

Η αστική τάξη παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως ένα αφηρημένο κοινωνικό σχήμα, ότι δηλαδή η κατάργηση κάθε είδους ατομικής ιδιοκτησίας επιδιώκεται για να επιτευχθεί ο ουτοπιστικός στόχος της απόλυτης διανεμητικής ισότητας. Εκείνο που συμβαίνει, όπως επισημαίνει ο Μαρξ, είναι κάτι τελείως διαφορετικό: η ατομική ιδιοκτησία πάνω στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις εμποδίζει την ορθολογική διάθεση γιατί κανείς δεν είναι σε θέση να ελέγχει τη συνολική κοινωνική συνισταμένη της δράσης τους.

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν είναι ένα μέτρο “δικαιοσύνης”, αλλά ο όρος για να ολοκληρωθεί το προτσές κοινωνικοποίησης της παραγωγής που ξεκίνησε από τον καπιταλισμό, ενσωματώνοντας την εργασία όλων των ανθρώπων σ’ έναν ενιαίο κοινωνικό μηχανισμό. Αυτό ακριβώς είναι ο κομμουνισμός: να δαμαστούν οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις για να τεθούν στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών.

Οι κρίσεις δείχνουν την ύπαρξη του προβλήματος. Μια ματιά στην κοινωνία μάς επιτρέπει να δούμε ότι η λύση που υποδεικνύεται από τους κομμουνιστές είναι κάθε άλλο παρά ουτοπιστική.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το ορυκτό σιδήρου. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2008 η τιμή αυτής της βασικής πρώτης ύλης αυξήθηκε από τη μια μέρα στην άλλη κατά 65%. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις επιπτώσεις μιας τέτοιας διακύμανσης στον παραγωγικό σχεδιασμό των επιχειρήσεων όλου του κόσμου. Είναι ολοφάνερο ότι κανείς δεν είναι σε θέση να υπολογίσει τις τελικές παρενέργειες αυτής της απόφασης, αφού πάρθηκε σε μια στιγμή που το δολάριο πέφτει, το πετρέλαιο ανεβαίνει, οι τράπεζες καταγράφουν τεράστιες ζημίες και η παγκόσμια ανάπτυξη στο σύνολό της βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης αβεβαιότητας. Μιλάμε για “απόφαση”, γιατί αυτή η αύξηση εφαρμόστηκε από τον πρώτο παγκόσμιο παραγωγό, τον βραζιλιάνικο όμιλο Vale, στους τρεις πρωταρχικούς ασιατικούς σιδηρουργικούς ομίλους. Η συγκέντρωση του τομέα όμως είναι υψηλότατη, αφού το 90% της παγκόσμιας ζήτησης ορυκτού σιδήρου καλύπτεται από πέντε μόνο ομίλους. Κατά συνέπεια, μια μεμονωμένη αγοραπωλησία μπορεί να μεταβάλει τις τιμές όλης της αγοράς.

Είναι ολοφάνερη η διπλή όψη αυτής της κατάστασης: από τη μια πλευρά, η καπιταλιστική, που σημαίνει ότι επιλογές που υπαγορεύονται αποκλειστικά από τη μεγιστοποίηση του κέρδους μιας μεμονωμένης επιχείρησης έχουν εν δυνάμει εκρηκτικές παρενέργειες – και σε κάθε περίπτωση τελείως απρόβλεπτες – για έξι δισεκατομμύρια ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, του εφικτού κομμουνισμού, που σημαίνει ότι η δυνατότητα να οργανωθεί ορθολογικά το σύνολο της παραγωγής του ορυκτού σιδήρου ήδη υπάρχει.

Είναι ένα συμπέρασμα που πρακτικά μπορεί να επεκταθεί σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Ωστόσο το παράδειγμα ενός άλλου παραγωγικού κλάδου φαινομενικά μοιάζει να αντικρούει τον προηγούμενο ισχυρισμό.

Στον κόσμο πωλούνται ίσως χίλιες διαφορετικές μάρκες μπύρας. Κάθε αξιόλογη μπυραρία είναι σε θέση να προσφέρει δεκάδες από αυτές. Αυτό σημαίνει μήπως ότι είναι αδύνατο να εμπιστευτούμε στην κοινωνία τη διαχείριση αυτού του παραγωγικού τομέα ή ότι στον κομμουνισμό θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι όλοι θα πίνουν την ίδια μπύρα; Το ποικιλόμορφο και συναρπαστικό, για τους γνώστες, πανόραμα της μπύρας κρύβει όμως μια πραγματικότητα πολύ πιο “καπιταλιστική”, και επομένως πολύ πιο κοντινή στον κομμουνισμό απ’ ότι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς.

Γνωρίζουμε ότι οι ποσότητες μπύρας που καταναλώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο είναι μεγάλες και φτάνουν το 1,5 εκατομμύριο εκατόλιτρα το χρόνο. Όπως φαίνεται παρακάτω, το 2005 οι πρώτοι 5 παγκόσμιοι όμιλοι προμήθευσαν κάτι λιγότερο από το μισό (48,3%):

–         ο πρώτος παραγωγός, ο βελγο-βραζιλιάνικος όμιλος InBev, κάλυπτε από μόνος του το 13,3% της αγοράς με 200 μάρκες (Stella Artois, Beck’s, Leffe, Brahma, Hoegaarden, κ.ά.),

–         ο δεύτερος, ο αμερικανικός Anheuser-Bush, το 11,5% με 60 μάρκες (Budweiser, Bass, Löwenbräu, Redbridge, κ.ά.),

–          ο τρίτος, ο αγγλικός SABMiller, το 11,1% με 80 μάρκες (Peroni, Wührer, Pilsner Urquell, Castle Lager, κ.ά.),

–          ο τέταρτος, ο ολλανδικός Heineken International, είχε το 7,8% και 170 μάρκες (Moretti, Amstel, Dreher, MacFarland, Sans Souci, Prinz, Adelscott, Pelforth, κ.ά.),

–          ο πέμπτος, o δανέζικος Carlsberg Group, είχε το 4,6% της αγοράς και 155 μάρκες (Tuborg, Holsten, Poretti, κ.ά.).[xviii]

Το επίπεδο συγκέντρωσης, στην πραγματικότητα, είναι ακόμα υψηλότερο, γιατί αυτοί οι όμιλοι μοιράζονται την παγκόσμια αγορά και συχνά διανέμουν και τις μάρκες των ανταγωνιστών (ο Anheuser-Bush διανέμει τις Leffe, Stella Artois και Beck’s στην Αμερική, ο όμιλος Heineken διανέμει την Budweiser στην Ιταλία, κ.λπ.). Η ατομική ιδιοκτησία, με την επακόλουθη ξέφρενη πάλη ανταγωνισμού, είναι πραγματικά το μοναδικό εμπόδιο σε ένα ορθολογικό σχέδιο που θα έθετε στη διάθεση του καθενός τη μπίρα που προτιμά.

Αυτή η πάλη ανταγωνισμού ενώ απαιτεί την κατάργηση της ιδιο­κτησίας για να ξεπεραστεί, ταυτόχρονα ωθεί ακατάπαυστα προς αυτή την κατεύθυνση: κατά τα δύο τελευταία χρόνια η SABMiller, με μια σειρά εξαγορών (η πιο σημαντική από αυτές ήταν του κολομβιανού ομίλου Bavaria) ανέβηκε στη δεύτερη θέση. Οι Heineken και Carls­berg (4η και 5η θέση) ανήγγειλαν στα τέλη Ιανουαρίου τη συμφωνία για να εξαγοράσουν από κοινού και μοιράσουν τον έκτο παγκόσμιο παραγωγό (τη Scottish & Newcastle, ιδιοκτήτη της μάρκας Κronenbourg). Η Anheuser-Bush, που ακόμα το 2003 ήταν ο πρώτος παγκόσμιος παραγωγός και στις αρχές του 2008 βρισκόταν στην τρίτη θέση, αγοράστηκε τελικά από τον όμιλο InBev.

Δεν ξέρουμε ποιες θα είναι οι αντιδράσεις των ανταγωνιστών στη γέννηση του νέου γίγαντα της μπύρας (25% της παγκόσμιας παραγω­γής). Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι όχι μόνο στον τομέα της μπύρας και σε κάθε παραγωγικό κλάδο, αλλά και στην παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της η τάση είναι χωρίς αμφιβολία και αμετάκλητα προς τη συγκέντρωση.

Στην πραγματικότητα αυτή που είναι ασταμάτητη είναι η τάση να εντείνεται ο «κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής». Αυτή η ώθηση δεν μπορεί παρά να έχει μία διέξοδο: πρώτα απ’ όλα μια αυξανόμενη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας και μετά, λόγω των αντιθέσεων που αυτή προκαλεί, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Να γιατί λοιπόν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν:

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρ­μοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων».[xix]

Η κομμουνιστική κοινωνία

 

Σε μια παραγωγή που ο καπιταλισμός κατέστησε κοινωνική πρέπει και η διαχείρισή της να γίνεται κοινωνικά, και αυτό απαιτεί την κατάρ­γηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Αυτή την κα­τάργηση, εκτός από αναγκαία, την καθιστά δυνατή το γεγονός ακριβώς ότι η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια.

Γι’ αυτό, το πρώτο αποτέλεσμα του κομμουνισμού θα είναι να μπορέσει να αξιοποιήσει πλήρως την ικανότητα των σύγχρονων παρα­γωγικών δυνάμεων, καταργώντας το εμπόδιο των μερικών κρίσεων και εξαλείφοντας τους καταστροφικούς καταποντισμούς που περιοδικά προκαλούν οι γενικές κρίσεις και οι πόλεμοι.

Η σχεδιοποιημένη οργάνωση της παραγωγής θα καταστήσει ορι­στικό τον καταμερισμό της εργασίας μεταξύ των ανθρώπων. Το χρήμα και η λειτουργία που έχει αυτό σήμερα θα εξαφανιστεί και, μαζί με αυτό, η “μυστηριώδης” εξουσία που ανέκαθεν ασκεί πάνω στους αν­θρώπους “το περίττωμα του διαβόλου”.

Θα εξαφανιστούν και οι τάξεις: με την ανάθεση της διαχείρισης των μέσων παραγωγής στην κοινωνία δεν θα έχει λόγο ύπαρξης η διαίρεση μεταξύ των δύο βασικών τάξεων του καπιταλισμού.

Τα προνόμια της μικρής μειοψηφίας που σήμερα κατέχει τα κοι­νωνικά μέσα παραγωγής απέναντι στη μάζα των μισθωτών που τα αποστερείται θα καταργηθούν μαζί με την ατομική ιδιοκτησία.

Η αφθονία της κοινωνικής παραγωγής εξάλλου θα καταστήσει εντελώς περιττή τη διαίρεση σε τάξεις. Με την κατάργηση των τάξεων και των προνομίων που συνδέονται με αυτές, θα πάψει να υπάρχει και το κράτος, για να αφήσει τη θέση του σε μια ένωση πλήρως ελεύθερων παραγωγών που θα έχουν όμως πλήρη συνείδηση του κοινωνικού δεσμού που τους ενώνει.

Πριν από τον Μαρξ πολλοί στοχαστές είχαν προβληματιστεί πάνω στα πλεονεκτήματα μιας παρόμοιας κοινωνίας. Η περιορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τους οδήγησε να ξοδέψουν πολλές ενέργειες προσπαθώντας να διατυπώσουν και να εφαρμόσουν ανεδαφικά σχέδια, ελπίζοντας μερικές φορές ότι θα έπειθαν τους ανθρώπους να προσανατολιστούν προς μια τέτοια κοινωνία.

Με τον Μαρξ και τον Ένγκελς ο κομμουνισμός περνάει από την ουτοπία στην επιστήμη. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε δεν είναι να φανταζόμαστε μια τέλεια κοινωνία, αλλά να μελετάμε την «πραγματική κίνηση» της υπάρχουσας για να επιταχύνουμε τη γέννα μιας νέας κοινωνίας που αυτή κυοφορεί.

Πάνω σε αυτόν τον δρόμο κινούμαστε. Με την προσεκτική μελέτη της παρούσας κρίσης δεν προσπαθούμε τόσο να επιβεβαιώσουμε τη διάγνωση του Μαρξ, όσο να δώσουμε έναν προσανατολισμό στην καθημερινή μας πάλη. Πρέπει να αυξήσουμε τον αριθμό των κομμουνιστών και να επεκτείνουμε την επιρροή τους στο προλεταριάτο εν όψει των αποφασιστικών μαχών που θα έλθουν σε ένα μέλλον που πλέον δεν είναι και τόσο απόμακρο.

Για την ανθρωπότητα ο κομμουνισμός θα σημάνει, ως προς τον καπιταλισμό, ένα βήμα μπροστά τουλάχιστον εξίσου μεγάλο όσο εκείνο που έγινε με τον καπιταλισμό ως προς τη φεουδαρχία.

Γράφει ακόμα ο Μαρξ στην “Εισαγωγή” που αναφέραμε:

«Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις αποτελούν την τελευταία ανταγωνιστική μορφή του προτσές κοινωνικής παραγωγής. Ανταγωνιστικής όχι με την έννοια ενός ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός ανταγωνισμού που πηγάζει από τις κοινωνικές συνθήκες ζωής των ατόμων. Όμως οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τις υλικές συνθήκες για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού. Με αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό συνεπώς κλείνει η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας».[xx]


[1] Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ενγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία

[2] όπ. π.

[3] όπ. π.

[4] όπ. π.

[5] όπ. π.

[6] όπ. π.

[7] όπ. π.

[8] Ειρωνικός υπαινιγμός για τους “Γερμανούς Ιδεολόγους”

[9] Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ενγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία

[10] όπ. π.

[11] Αρρίγκο Τσερβέττο, Το δύσκολο ζήτημα των χρόνων

[xii] Καρλ Μαρξ, Εισαγωγή στηνΚριτική της πολιτικής οικονομίας

[xiii] όπ. π.

[xiv] όπ. π.

[xv] Τα στοιχεία για τα ΑΕΠ είναι στρογγυλοποιημένα και αφορούν το 2006

[xvi] “Lotta Comunista”, φ. 450, Φεβρουάριος 2008

[xvii] Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ενγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία

[xviii] Impact, Global News and Research for the Drinks Executives, στοιχεία για το 2005

[xix] Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ενγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία

[xx] Καρλ Μαρξ, Εισαγωγή στηνΚριτική της πολιτικής οικονομίας

This entry was posted in ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ. Bookmark the permalink.