Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ, Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

crisis2ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

[Σημείωση: Τα σχήματα φαίνονται στο αρχείο PDF επάνω]

Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής βασίζονται σε έναν θεμελιώδη νόμο: τη δημιουργία υπεραξίας μέσω της πραγματοποίησης κέρδους. Η άνιση σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας δεν περιορίζεται απλά στο γεγονός του ότι το κεφαλαίο αποκομίζει κέρδος, αλλά έχει ως συνέπεια την απόσπαση του μέγιστου δυνατού κέρδους. Εντός αυτού του πλαισίου, η μεγιστοποίηση του κέρδους μπορεί να επιτευχθεί μονάχα διαμέσου της διευρυμένης αναπαραγωγής, η οποία στηρίζεται στην αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και ως εκ τούτου αυξάνοντας το ποσοστό υπεραξίας. Η διαδικασία της συσσώρευσης, της συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής και της συγκεντροποίησης κεφαλαίου απορρέουν ως φυσικό αποτέλεσμα εξ αυτού του γεγονότος  .

Στην πρώιμη περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης ο στόχος της απόσπασης του μέγιστου κέρδους πραγματοποιείτο με την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας κατά τον μέγιστο ανθρωπίνως δυνατό βαθμό. Η απόλυτη υπεραξία ήταν η κύρια πηγή μεγιστοποίησης του κέρδους. Η εργάσιμη ημέρα έφθανε τις 16 ώρες στη Βρετανία και σε άλλες μεγάλες βιομηχανικές χώρες. Σε αυτόν τον τύπο συσσώρευσης η σύνθεση του κεφαλαίου δεν άλλαξε σημαντικά, οδηγώντας όχι μόνο στην αύξηση της μάζας του κέρδους αλλά επίσης και του ποσοστού κέρδους.


Σχήμα 1: Ποσοστό κέρδους (σε ποσοστά %).

Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιωτικός τομέας.

Όμως, τα πεπερασμένα όρια της εργάσιμης ημέρας, η οποία, αν και έφθανε στο έπακρο, δεν μπορούσε να υπερβεί τις 24 ώρες την ημέρα, ανάγκασαν τους καπιταλιστές –οι οποίοι αποσκοπούσαν, όπως πάντα, στη μεγιστοποίηση του κέρδους- να μειώσουν τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο διαμέσου της συνεχούς αυξημένης χρήσης της σχετικής υπεραξίας.

Αυτό επέτρεψε στο κεφάλαιο να αυξήσει περαιτέρω την κοινωνική παραγωγικότητα της εργασίας, το ποσοστό εκμετάλλευσης και τη μάζα του κέρδους.

Ωστόσο, στον βαθμό που η εργατική δύναμη αντικαθίσταται από τεχνολογικώς εξελιγμένα μηχανήματα αυξάνεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και έτσι δημιουργούνται οι συνθήκες για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Η αύξηση του νεκρού κεφαλαίου σε σχέση με το ζωντανό ή του σταθερού σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο –μ’ άλλα λόγια, μια μεγαλύτερη αύξηση του κεφαλαίου όσον αφορά τα μηχανήματα και τις πρώτες ύλες σε σύγκριση με τον αριθμό των εργατών που απασχολούνται στην παραγωγή- οδηγεί στην αύξηση της απόσπασης υπεραξίας και σε μια τεράστια αύξηση της μάζας του κέρδους αλλά επίσης και στη μείωση του ποσοστού κέρδους.

Αν το ποσοστό κέρδους είναι η σχέση μεταξύ της πραγματοποιημένης υπεραξίας και της μάζας του χρησιμοποιούμενου συνολικού κεφαλαίου, όσο ο αριθμός των εργατών μειώνεται σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο τόσο η μειώνεται και η βάση για την απόσπαση της υπεραξίας. Ακριβέστερα, η μάζα του συνολικού κεφαλαίου επενδυμένη ανά μονάδα παραγωγικής εργασίας αυξάνεται όπως και η υπεραξία που παράγεται από κάθε μεμονωμένο εργάτη κατά τη διαδικασία της συσσώρευσης.

Η μάζα του κέρδους αυξάνεται, αλλά το ποσοστό του κέρδους μειώνεται βάσει της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Ως γνωστόν, ο τύπος s/C παριστάνει το ποσοστό κέρδους, όπου s είναι η ποσότητα της αποσπώμενης υπεραξίας.

Το μέγεθος αυτό υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την υπεραξία που παράγει κάθε μεμονωμένος εργάτης με τον αριθμό των απασχολούμενων εργατών.

Το C είναι το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, δηλ. το άθροισμα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Από αυτό έπεται ότι η αύξηση του δεύτερου σε σχέση με το πρώτο, τουτέστιν η μείωση του αριθμού των εργατών σε σχέση με την αύξηση του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου, δημιουργεί τις συνθήκες για την πτώση το ποσοστού κέρδους. Με μαθηματικούς όρους, αν ο αριθμητής μειώνεται σε σχέση με τον παρονομαστή, το αριθμητικό αποτέλεσμα είναι μικρότερο. Η σχέση μεταξύ s και C είναι η έκφραση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, της οποίας η αύξηση προκαλεί την πτώση του ποσοστού κέρδους.

Η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου υπολογίζεται με τη σύγκριση του σταθερού κεφαλαίου με το μεταβλητό και με την έκφραση του αριθμού που δηλώνει την αμοιβαία τους σχέση σε ποσοστά του συνολικού κεφαλαίου. Παραδείγματος χάριν, αν η ποσοτική σχέση μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι 80/20, η οργανική σύνθεση θα είναι 400%. Αν αυξήσουμε τον πρώτο αριθμό (σταθερό κεφάλαιο) και μειώσουμε τον δεύτερο (μεταβλητό κεφάλαιο) σε μια αναλογία 90/10, η οργανική σύνθεση θα αυξηθεί κατά 900%.

Όσο η οργανική σύνθεση αυξάνεται, τόσο αυτή θέτει σε ισχύ τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Εκτός από σύντομες περιόδους, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν τον νόμο, ο οποίος είναι εγγενής στις σχέσεις παραγωγής του.

Η λειτουργία του καταδεικνύεται στις ιδιαιτερότητες των θεμελιωδών αντιφάσεών του∙ μια πορεία η οποία οδηγεί στην παρακμή του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής και φέρνει μαζί της μια σειρά καταστροφικών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών.

Όσο περισσότερο μειώνεται το ποσοστό κέρδους, τόσο δυσκολότερα το κεφάλαιο βρίσκει τρόπους για να πραγματοποιήσει την αξιοποίησή του. Όσο περισσότερο η διαδικασία αξιοποίησης επιβραδύνεται, τόσο περισσότερο το ποσοστό αύξησης του κοινωνικώς παραγόμενου πλούτου αναλογικά μειώνεται. Αυτό συμβαίνει παρά την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Έτσι, η αιτία του νόμου βρίσκεται στην αύξηση της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας και στην  αύξηση της εκμετάλλευσης της σχετικής υπεραξίας. Όπως λέει ο Μαρξ στον Τρίτο Τόμο του «Κεφαλαίου» (στην αρχή του Κεφαλαίου 13):

«Η βαθμιαία τάση πτώσης του γενικού ποσοστού κέρδους αποτελεί, έτσι, απλώς μια έκφραση  που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τη βαθμιαία ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ποσοστό κέρδους δεν μπορεί να πέσει προσωρινά και για άλλους λόγους. Όμως, όπως προκύπτει από τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αποτελεί μια λογική αναγκαιότητα το γεγονός του ότι, στην ανάπτυξή του, το γενικό μέσο ποσοστό της υπεραξίας πρέπει να εκφράζεται με ένα γενικό πτωτικό ποσοστό κέρδους».[1]

Ως απόδειξη του γεγονότος αυτού είναι το ότι το ποσοστό αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής έχει σταδιακά μειωθεί λόγω της υψηλής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στην οικονομία. Τη δεκαετία 1970-80 το ποσοστό αύξησης της διεθνούς παραγωγικής ικανότητας ήταν 5,51%. Την επόμενη δεκαετία, 1980-90, μειώθηκε στο 2,27%.

Τη δεκαετία 1990-2000 έπεσε στο πενιχρό 1,09%. Η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime) έκανε, κατόπιν, όλα τα υπόλοιπα, προκαλώντας ύφεση στην παγκόσμια παραγωγή, η οποία έπεσε κάτω από το μηδέν. Αν εξετάσουμε την κατά κεφαλήν αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής την ίδια περίοδο, οι αριθμοί είναι ακόμα χειρότεροι. Από 3,76% τη δεκαετία 1970-80, αυτή έπεσε στο 0,69% την επόμενη δεκαετία, καταλήγοντας στο 0,19% τη δεκαετία 1990-2000. Η πτώση της αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής δεν οφείλεται στο γεγονός του ότι οι ανάγκες ικανοποιήθηκαν καλύτερα ή στο ότι η ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών είχε αυτόνομα περισταλεί. Η πτώση αυτή οφείλεται στη δυσκολία αξιοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο, καθώς αποθαρρύνεται από τα μειωμένα περιθώρια κέρδους, επενδύεται όλο και λιγότερο στην πραγματική παραγωγή καθώς υποκύπτει στον πειρασμό της κερδοσκοπίας. Την ίδια περίοδο, παρά τις διαφορές του ενός τομέα από τον άλλον, η αξιοποίηση παραγωγικών εγκαταστάσεων ποτέ δεν ανήλθε παραπάνω από 76%, ενώ η κερδοσκοπία προσήλκυε όλο και περισσότερο κεφάλαιο που προηγουμένως πήγαινε στην παραγωγική επένδυση. Το πόσον τα δυο φαινόμενα συνδέονται μπορεί να το δει κανείς από το γεγονός του ότι όπου η διαδικασία μεγιστοποίησης του κέρδους καθίσταται δύσκολη το κεφάλαιο στρέφεται προς αναζήτηση επιπλέον κερδών ή υπερκερδών για επιπρόσθετο κέρδος. Αυτό δεν προσθέτει τίποτα στην ποσότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται, αλλά επιτρέπει στα μεγάλα κεφάλαια να αποκομίζουν υπεραξία που παράγεται αλλού. Ταυτόχρονα, ευνοεί τη δημιουργία τεράστιων μονοπωλίων στον τομέα της πραγματικής παραγωγής όπου η μονοπωλιακή τιμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναπληρώσει τις απώλειες που προέρχονται από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Προωθεί, επίσης, τεράστιες χρηματοοικονομικές εταιρίες χαρτοφυλακίου που ασχολούνται αποκλειστικά με την κερδοσκοπία που συνεχίζεται έως ότου η φούσκα σκάσει και μειώσει τα κέρδη και τα οικονομικά οφέλη στο μηδέν.

Πρώτα ήταν οι περιπτώσεις της Enron, της Cirio και της Parmalat, ύστερα ξέσπασε η οικονομική κρίση που συνδέθηκε με τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου και ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα εισήλθε στην πιο βαθιά και καταστροφική του κρίση από τη δεκαετία του ’30. Πρέπει να προσθέσουμε, ωστόσο, ότι η χρηματοπιστωτική φούσκα έσκασε πρώτα μέσα σε μια πραγματική οικονομία, η οποία βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση και αυτή ήταν η αιτία και η πηγή που αποδέσμευσε τα πάντα.

Η General Electric και η General Motors αποτελούν δυο κατεξοχήν παραδείγματα. Οι δυο μεγαλύτερες εταιρίες στον κόσμο είχαν καταφύγει στη χρηματιστηριοποίηση για να αντιμετωπίσουν την κρίση των κερδών τους. Μέσα σε διάστημα σαράντα ετών πήγαν από ποσοστά κέρδους του 20% στο 5%, και από αυτό το 5% το 40% ήταν αποτέλεσμα κερδοσκοπικής δραστηριότητας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε μακροοικονομικό επίπεδο. Η χρηματιστηριοποίηση αναπτύχθηκε (σε στενή συνάφεια με την κρίση κέρδους) και επιμένει ακόμη και σε περιόδους μερικής ανάκαμψης. Μονάχα μεταξύ 1950 και 1980 το 15% του κεφαλαίου προοριζόταν για κερδοσκοπία. Μεταξύ 1980 και 2003 η αναλογία του κερδοσκοπικού κεφαλαίου ανήλθε στο 25% αλλά όχι παραπάνω. Αυτό δείχνει τρία πράγματα: το πρώτο είναι ότι η αυξανόμενη δυσκολία αξιοποίησης του κεφαλαίου στην πλευρά της πραγματικής οικονομίας επιφέρει τη χρηματιστηριοποίηση της κρίσης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια προσπάθεια να ξεπεραστεί η έλλειψη κέρδους από την παραγωγή με επιπλέον κέρδη ή οικονομικές αποδόσεις που συμπληρώνουν το ποσοστό κέρδους και οι οποίες θα μπορούσαν, εν μέρει, να επανεπενδυθούν παραγωγικά.  Το δεύτερο πράγμα που δείχνει είναι ότι δεν υπάρχουν όρια σ’ αυτή τη διαδικασία. Η υπεραξία και το με αυτή συνδεόμενο ποσό κέρδους δημιουργούνται στη διαδικασία της παραγωγής, ενώ το απλό χρηματιστηριακό κέρδος, η προσφυγή στο χρηματιστήριο και στην κερδοσκοπία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός μεταφοράς υπεραξίας που έχει ήδη δημιουργηθεί. Το τρίτο πράγμα –το οποίο αποτελεί μια σύνθεση των πρώτων δυο- είναι ότι η χρηματιστηριοποίηση της κρίσης διαμέσου της κερδοσκοπίας, η δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου και παρασιτισμού έχουν ένα αντικειμενικό όριο, το οποίο δεν μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς την καταστροφή του ίδιου του πλασματικού κεφαλαίου που συνέβαλε στη δημιουργία του. Πρόσφατα, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι χρηματιστηριακές κρίσεις ακολουθούν η μια την άλλη με εξαιρετικό ρυθμό.

Ύστερα από το σκάσιμο της ρωσικής και της ασιατικής κερδοσκοπικής φούσκας το αμερικάνικο χρηματιστήριο έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη καταστροφή πλασματικού κεφαλαίου στην ιστορία του καπιταλισμού, ξεπερνώντας ακόμη και αυτή του 1929. Μεταξύ Ιανουαρίου 2000 και Οκτωβρίου 2002 ο δείκτης Dow Jones έπεσε από τις 11.722 στις 7.286 μονάδες, διαφορά που ισοδυναμεί με μια απώλεια 38% του μετοχικού του κεφαλαίου. Ο NASDAQ ή η χρηματιστηριακή αγορά εταιριών υψηλής τεχνολογίας έπεσε κατά 80%. Την ίδια περίοδο (από τον Μάρτιο του 2000 έως το πρώτο τρίμηνο του 2002) οι συνέπειες των δύο χρηματιστηριακών εκρήξεων ισοδυναμούσαν με μια καθαρή απώλεια 8.400δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η τωρινή κρίση έχει κάνει όλα τα υπόλοιπα. Δεν έχει μονάχα στριμώξει στον τοίχο τα αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά έχει επιβάλλει και την κρατική παρέμβαση για να αποφευχθεί μια παγκόσμια χρεοκοπία ολόκληρου του πιστωτικού συστήματος και της ίδιας της πραγματικής οικονομίας. Σε τελική ανάλυση, αυτές οι κερδοσκοπικές φούσκες δημιουργούνται από τη χρηματιστηριοποίηση της κρίσης καθώς το κεφάλαιο στρέφεται όλο και περισσότερο στην αύξηση των χρηματοοικονομικών του εσόδων και στην αναζήτηση επιπλέον κέρδους για να αντισταθμίζει διαρκώς τη μείωση των ποσοστών κέρδους και να επιλύσει την οικονομική κρίση. Το αναπόφευκτο τέλος του δημιουργεί την ίδια κατάσταση κρίσης ξανά αλλά σε υψηλότερο και κρισιμότερο επίπεδο. Δεν ξεφεύγει ποτέ από τον φαύλο κύκλο που τυπικά χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό σε όλα τα στάδια της ύπαρξής του, αλλά ο οποίος, στην περίοδο της παρακμής του, είναι καταστροφικός. Το πιο πρόδηλο παράδειγμα είναι το σήμερα, όπου ο οικονομικός και χρηματοπιστωτικός κόσμος αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή κρίση μπροστά στην οποία ωχριούν οι κρίσεις των αρχών του 2000 ή ακόμα και αυτές της δεκαετίας του ’30.

Ένα χαμηλό ποσοστό κέρδος όχι μόνο επιβραδύνει τη διαδικασία αξιοποίησης αλλά, επίσης, καθιστά δύσκολη τη δημιουργία νέου κεφαλαίου. Ένα κεφάλαιο υψηλής οργανικής σύνθεσης, με το μειωμένο ποσοστό κέρδους του, είναι αναγκασμένο να συσσωρεύεται πιο γρήγορα. Η αυξημένη ταχύτητα συσσώρευσης παράγει μια αυξανόμενη μάζα κέρδους, αλλά, ταυτόχρονα, μειώνει το ποσοστό κέρδους και το ποσοστό αξιοποίησής του. Ακριβώς η ίδια δυναμική εξηγεί πώς σε περιόδους έντονης κρίσης, που διακρίνονται από τη μεγαλύτερη ένταση υπερπαραγωγής κεφαλαίου που δεν μπορεί να βρει επαρκή περιθώρια κέρδους, το κεφάλαιο αναζητεί μια ποικιλία διεξόδων, όπως η οικονομική συγκέντρωση, η χρηματοπιστωτική συγκεντροποίηση και η κερδοσκοπία. Όπως είπε ο Μαρξ αναφερόμενος στις αντιφάσεις που είναι εγγενείς στον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, στην αρχή του κεφαλαίου 15, στον Τρίτο Τόμο του «Κεφαλαίου»:

«Εξάλλου, το ποσοστό αυτοεπέκτασης του συνολικού κεφαλαίου ή το ποσοστό κέρδους, καθώς είναι το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής (όπως και η αυτοεπέκταση του κεφαλαίου είναι ο μοναδικός του σκοπός), η πτώση του σταματά τον σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι ως μια απειλή για την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής. Επιφέρει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό».[2]

H απόδειξη δε αυτού μπορεί να ιδωθεί στον διαρκώς αυξανόμενο κεντρικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, του χρηματιστηρίου, των τραπεζών, των επενδυτικών κεφαλαίων και των χρηματοοικονομικών εταιριών χαρτοφυλακίου.

Ποτέ στην ιστορία της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν είχε αναλάβει έναν τόσο κυρίαρχο ρόλο μέσα στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Ποτέ δε προηγουμένως η διαπάλη για κυριαρχία μεταξύ των μεγαλύτερων διεθνών νομισμάτων στις χρηματαγορές – αυτό το εργαλείο επανιδιοποίησης κεφαλαίου- δεν ήταν τόσο σφοδρή.

Ένα άλλο αποτέλεσμα της κρίσης κέρδους είναι ο οξύς εμπορικός ανταγωνισμός, τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και διεθνώς. Όσο περισσότερο ο μηχανισμός συσσώρευσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου στερείται οξυγόνου, τόσο σκληρότερος είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων. Ο ανταγωνισμός για μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς εντείνεται η εκμετάλλευση μέσω της αύξησης της σχετικής υπεραξίας, επιτείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίων –έναν ανταγωνισμό που είναι, με τη σειρά του, προϊόν της κρίσης κέρδους- και προκαλεί, ως πρώτη συνέπειά του, μια ιστορική επίθεση στις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας καθώς επίσης και στους μισθούς της εργατικής τάξης.

Από χρονολογικής απόψεως τα στοιχεία είναι ολοφάνερα. Εάν συγκρίνουμε τις εποχές αυτών των επιθέσεων με την πιο απότομη πτώση των κερδών, καταδεικνύεται ότι η οικονομική και κοινωνική δυναμική είναι ο περιορισμός των περιθωρίων κέρδους. Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν το ποσοστό κέρδους άγγιξε το ιστορικά χαμηλό του επίπεδο πέφτοντας κάτω από 53%. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε σε διάφορα μέτωπα. Αναφορικά με τους άμεσους και τους έμμεσους μισθούς πήρε τη μορφή της συγκράτησης του εργατικού κόστους και της διάλυσης του κράτους πρόνοιας. Τα τελευταία χρόνια τα μισθολογικά επίπεδα έχουν επιστρέψει σε αυτά της δεκαετίας του ’70 σε κάθε μεγάλη καπιταλιστική χώρα. Ταυτόχρονα, η παροχή κοινωνικής ασφάλισης έχει περιοριστεί.

Όλο και περισσότερο η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας συνεπάγεται περισσότερη ευελιξία και εργασιακή ανασφάλεια σε βαθμό απαράμιλλο στην πρόσφατη ιστορία. Η κρίση κέρδους σημαίνει ότι, μαζί με τη μείωση του εργατικού κόστους, οι καπιταλιστές πρέπει, επίσης, να διασφαλίσουν ότι η εργατική δύναμη χρησιμοποιείται μόνο όταν αυτό το απαιτεί η αξιοποίηση του κεφαλαίου και ότι οι εργάτες απολύονται αυτομάτως όταν πλέον δεν χρειάζονται. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του την πολυτέλεια να διατηρεί μια εργατική δύναμη που δεν μπορεί να την εκμεταλλευτεί σε έναν βαθμό που δεν συμβαδίζει με τις ανάγκες αξιοποίησής του. Ο νεοφιλελευθερισμός και η παγκοσμιοποίηση είναι τα γνήσια τέκνα της κρίσης κέρδους.

Ενώ προηγουμένως αυτά τα τέκνα εκθειάζονταν από αστούς οικονομολόγους για τα εξαιρετικά τους πλεονεκτήματα, σήμερα απορρίπτονται ως επιβλαβή για την υγιή ανάπτυξη του καπιταλισμού για χάρη της κρατικής παρέμβασης.

Ακόμη, τα αυστηρά όρια της διαδικασίας αξιοποίησης εντός των διαφόρων εθνικών κεφαλαίων έχουν επιβάλει στο μεγάλο κεφάλαιο την ανάγκη να υπερβεί όλα τα πιθανά εμπόδια στην κυκλοφορία του κεφαλαίου, των εμπορευμάτων και της προμήθειας πρωτογενών προϊόντων στρατηγικής σημασίας και εργατικής δύναμης στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Η εξαγωγή χρηματιστικού κεφαλαίου, η μετεγκατάσταση της παραγωγής, η εντατική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης με πολύ χαμηλό κόστος, όλα αυτά είναι τα αναπόφευκτα επακόλουθα του χαμηλού ρυθμού αξιοποίησης που χαρακτηρίζει τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες με υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Αν όλοι αυτοί οι στόχοι είναι εφικτοί στο επίπεδο του «ομαλού» ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού έχει καλώς, διαφορετικά ο παράγοντας της ισχύος παρεμβαίνει για να επιλύσει τα ζητήματα. Ο πόλεμος έχει καταστεί το καθημερινό μέσο με το οποίο ο ιμπεριαλισμός επιδιώκει απεγνωσμένα να αποκτήσει τα αναγκαία οικονομικά και χρηματοπιστωτικά πλεονεκτήματα. Υπάρχει εδώ κάτι καινούργιο στον καπιταλισμό; Ασφαλώς όχι, αλλά στην τωρινή φάση του καπιταλισμού, η πολεμοκαπηλεία, όπως και κάθε άλλη μορφή ιμπεριαλιστικής συμπεριφοράς, είναι ευθέως ανάλογη με τη βαρύτητα της οικονομικής κρίσης. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν προκαλεί νέες αντιφάσεις ή ασυνήθιστες μορφές συμπεριφοράς στην παγκόσμια αγορά, αλλά τις επιδεινώνει, ωθώντας τες στα άκρα όσο πιο σοβαρή και απέλπιδα είναι η κρίση που τις προκαλεί.

Από την πτώση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας -όταν η αστική τάξη της Δύσης θριαμβολογούσε για την νίκη της και ανήγγειλε μια νέα περίοδο ειρήνης και ευημερίας- μέχρι σήμερα, η άβυσσος των διεθνών κρίσεων και του ιμπεριαλιστικού πολέμου έχει ανοίξει με μια τέτοια ένταση και σφοδρότητα που είναι πρωτοφανείς τις τελευταίες δεκαετίες. Σε όλους τους τομείς –από τους οικονομικούς έως τους πολιτικούς παράγοντες, τόσο από εγχώριας όσο και από διεθνούς απόψεως, στη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και στην προσφυγή στα όπλα- η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Έτσι, οι ενδοαστικές εντάσεις έχουν πολλαπλασιαστεί και ενισχυθεί μέσα σε ένα όργιο παρακμής όπου η αυξημένη εκμετάλλευση του προλεταριάτου, και η αυξανόμενη φτώχεια γενικά, είναι η μόνη σταθερά ενός καπιταλισμού που προσπαθεί να διευθετήσει τους όρους της επιβίωσής του.

Η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους σε αριθμούς

 

Στα αστικά έντυπα είναι δύσκολο να βρει κανείς σαφή στοιχεία για την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους. Η εξήγηση είναι εύλογη. Κανένας αστός οικονομολόγος, όσο κι αν γνωρίζει και όσο κι αν φοβάται τον νόμο και τις καταστροφικές του συνέπειες, δεν μπορεί να ομολογήσει ανοικτά ότι ερευνά τη σχέση μεταξύ της μάζας του κέρδους και του συνολικού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την απόκτησή του. Όχι τόσο επειδή οι αστοί οικονομολόγοι δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν μαρξιστικές οικονομικές κατηγορίες, αν και πάντα τις απορρίπτουν, αλλά πολύ απλά επειδή αγνοούν το πρόβλημα όταν τοποθετούν τη μάζα του κέρδους και όχι το ποσοστό του στο επίκεντρο του ζητήματος. Ακόμη κι έτσι, με βάση τα γνωστά στοιχεία, απευθύνουν προειδοποιήσεις για τη μείωση της αποδοτικότητας στη βιομηχανική επένδυση και για την έλλειψη αξιοποίησης του επενδυμένου κεφαλαίου. Δημοσίως διατείνονται ότι η εξήγηση βρίσκεται έξω από τις σχέσεις παραγωγής, σάμπως να ήταν απλώς ένα ζήτημα της αγοράς ή της πώλησης εμπορευμάτων ή, το πολύ-πολύ, μια δυσλειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας, και έτσι μια αναπροσαρμογή αυτών των παραγόντων θα έλυνε το πρόβλημα. Ακόμη κι έτσι, όταν οι καπιταλιστές μάνατζερ προσπαθούν να ασχοληθούν με τις ανησυχητικές συνέπειες της πτώσης του ποσοστού κέρδους, αναγκάζονται να ασχοληθούν με την αιτία του προβλήματος και όχι με τα οικονομικά του αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας μια σειρά αντίμετρα. Μια μαρξιστική ανάλυση είναι κατά πολύ απλούστερη και πιο αποτελεσματική, επειδή είναι απογυμνωμένη από περιορισμούς και πλάνες. Βασίζεται στη δυναμική των πραγματικών στοιχείων που επικεντρώνονται στις ανταγωνιστικές και αντιφατικές πλευρές του καπιταλισμού.

Προκειμένου να εξετάσουμε τόσο το νόμο της πτώσης του ποσοστού κέρδους και τις αντίρροπες τάσεις που αυτός προκαλεί θα εξετάσουμε το παράδειγμα της αμερικανικής μεταπολεμικής οικονομίας. Η επιλογή είναι αναγκαστική για ‘μας, επειδή τα στοιχεία που σχετίζονται με το κέρδος στην αμερικανική οικονομία είναι τα πιο γνωστά και καλύτερα διερευνημένα. Σύμφωνα με το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Σπουδών (INSEE) το μέσο ποσοστό κέρδους της αμερικανικής οικονομίας από την περίοδο 1955-2000 μειώθηκε πάνω από 30% και την περίοδο 2002-5 έπεσε πάνω από 35%. Η περαιτέρω εξέταση αυτής της στατιστικής μάς αποκαλύπτει ότι μεταξύ του 1954 και του 1979 το ποσοστό κέρδους έπεσε πάνω από 50%. Την περίοδο 1985-97 υπήρχε μια εντυπωσιακή ανάκαμψη γύρω στο 20%, η οποία άρχισε να παρέρχεται την περίοδο 1997-2002, με μια πτώση 21% από το ζενίθ του 1997, μια πτώση που συνεχίστηκε έως το 2007.

Σχήμα 2: Το ποσοστό κέρδους στη μεταπολεμική αμερικανική οικονομία.

Με ποσοστιαίους όρους αυτό που συνέβη είναι ότι την πρώτη περίοδο περάσαμε από ένα μέσο ποσοστό κέρδους 22-23% στο 11-12%. Τη δεύτερη περίοδο πήγε και πάλι στο 18% μονάχα για να πέσει ξανά στο 14% στην τρίτη. Τα στοιχεία μάς λένε ότι, με βάση τις αλλαγές στην οργανική σύνθεση κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους πρέπει να πέσει μακροπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων ως αποτέλεσμα της λειτουργίας ορισμένων αντίρροπων τάσεων, το ποσοστό κέρδους μπορεί να αυξάνεται ή, διαφορετικά, η μείωσή του μπορεί σαφώς να επιβραδυνθεί.

Η φανερά αντιφατική πλευρά απορρέει από το γεγονός του ότι την πρώτη περίοδο (τη «χρυσή εποχή»), όταν το ποσοστό πήγε από 22% σε 12%, η οικονομία των ΗΠΑ αυξήθηκε πάρα πολύ σε ένα ποσοστό που δεν θα φθάσει ποτέ ξανά τις επόμενες δεκαετίες.

Το μέσο ποσοστό ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ ήταν περί το 5%, η ανεργία ποτέ δεν αυξήθηκε πάνω από το φυσιολογικό ελάχιστο, δηλαδή γύρω στο 2%, και ο πληθωρισμός ποτέ δεν πήγε πάνω από το 2,1%. Η αμερικανική οικονομία κυριαρχούσε στο παγκόσμιο εμπόριο. Διέθετε ένα τεράστιο πλεόνασμα στο ισοζύγιό πληρωμών της και εξήγαγε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με καθαρό πλεόνασμα 17%. Η μόνη εξήγηση για την πτώση του ποσοστού κέρδους είναι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία προέρχεται από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας.

Σε διάστημα τριάντα ετών η τελευταία αυξήθηκε κατά 41%, πηγαίνοντας από το 3,58% στο 5,03%. Αυτά είναι αρκετά εντυπωσιακά στοιχεία από την άποψη της ταχύτητας και της έντασης, παρ’ όλο που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου. Το σημαντικό σημείο είναι ότι στη μεταπολεμική περίοδο οικονομικής επέκτασης η ανάγκη συνεχούς μείωσης του αναγκαίου χρόνου εργασίας μέσω της σχετικής υπεραξίας οδηγεί σε κατά πολύ μεγαλύτερη επένδυση σε σταθερό παρά σε μεταβλητό κεφάλαιο. Καθώς το νεκρό κεφάλαιο αντικαθιστά τη ζωντανή εργασία, η πηγή της απόσπασης υπεραξίας στενεύει σε εξαιρετικό βαθμό παρά την αύξηση του ποσοστού. Αυτό εξηγεί το πώς η αμερικανική οικονομία βρέθηκε «ξαφνικά» -στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70- στη χειρότερη οικονομική της κρίση από την περίοδο 1929-33. Αυτό συνέβη όταν οι ηγετικοί κλάδοι της οικονομίας ξεπεράστηκαν από τους αντίστοιχους της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Έχοντας απολέσει την κυριαρχία της στην παγκόσμια αγορά, η οικονομία «made in USA» βρέθηκε, για πρώτη φορά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών των τρεχουσών συναλλαγών της. Οι ΗΠΑ έπρεπε τώρα να εισάγουν κεφάλαιο από το εξωτερικό καθώς η ανταγωνιστική τους θέση έφθινε εξαιτίας της πτώσης του ποσοστού κέρδους, το οποίο έπεσε κυριολεκτικά στο ήμισυ. Η ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους, ή καλύτερα η επιβράδυνση της πτώσης του, η οποία πραγματοποιήθηκε από το 1985 έως τα τέλη του 1997, επιτεύχθηκε από τρεις παράγοντες. Ο πρώτος λόγος της ανάκαμψης ήταν η απόλυτη επιτυχία της πίεσης των ΗΠΑ στην ιστορική Σύνοδο Κορυφής της Πλάζα (1985) εις βάρος της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Τότε οι ΗΠΑ υποχρέωσαν τους δύο μείζονες εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς ανταγωνιστές τους να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους, δίδοντας έτσι στις ίδιες ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις τιμές των εμπορευμάτων και, επομένως, στο ισοζύγιο των τρεχουσών τους συναλλαγών.

Σχήμα 3: Μέσοι πραγματικοί ωριαίοι μισθοί στις ΗΠΑ

Μεταβολή %. Περίοδος: Ιανουάριος 1965 – Ιούλιος 2009

Ο δεύτερος ήταν η πολιτική των υψηλών επιτοκίων που προώθησε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ με σκοπό την ανακύκλωση της τεράστιας μάζας πετροδολαρίων που είχαν μεταφερθεί από τις βιομηχανικές χώρες στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες ύστερα από την πρώτη εντυπωσιακή αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου.

Αυτές οι δύο ενέργειες εξασφάλισαν ότι το δολάριο θα εξακολουθούσε να αποτελεί το κύριο νόμισμα των συναλλαγών σε όλες τις παγκόσμιες αγορές (το 92% όλων των συναλλαγών ήταν σε δολάρια) και ότι νέες πηγές κεφαλαίου θα έρεαν προς την ασθμαίνουσα αμερικανική οικονομία για να επενδυθούν εν μέρει στη χώρα αλλά κυρίως στο εξωτερικό. Με ένα όλο και πιο υποτιμημένο δολάριο σε σχέση με τα ανταγωνιστικά νομίσματα –το οποίο, όμως, ακόμα διατηρείτο ως το κυρίαρχο διεθνές ανταλλακτικό μέσο- οι ΗΠΑ μπόρεσαν να ανακτήσουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα χάρη στην επακόλουθη σχετική πτώση των τιμών των αμερικανικών προϊόντων.

Ο τρίτος, και ασφαλώς ο πιο σημαντικός παράγοντας, ήταν η μείωση του κόστους εργασίας∙ χαμηλότεροι φόροι στις επιχειρήσεις, χαμηλότερο κόστος χρήματος και, πάνω απ’ όλα, αποτελμάτωση των πραγματικών μισθών, οι οποίοι δεν αυξήθηκαν διόλου καθ’ όλη αυτή την περίοδο. Πράγματι, οι μισθοί μειώθηκαν, με αποτέλεσμα να συμβάλουν στην ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους στη βιομηχανία κατά 20%. Στον κατασκευαστικό τομέα τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα για τους καπιταλιστές. Από το 1978 έως το 1993 οι πραγματικοί μισθοί σε αυτόν τον τομέα μειώνονταν κατά 1,1% ετησίως, επιτρέποντας έτσι στο επενδυμένο κεφάλαιο να λαμβάνει ένα ποσοστό κέρδους 50%. Πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπόψη και έναν πολιτικό παράγοντα σε σχέση με τα οικονομικά στοιχεία και αυτός είναι το χαμηλό επίπεδο της ταξικής πάλης, το οποίο επέτρεψε στο κεφάλαιο να αποκαταστήσει σχετικά εύκολα τα περιθώρια κέρδους. Όπου η απάντηση της εργατικής τάξης στις επιθέσεις ενός καπιταλισμού που μαστίζεται από την κρίση είναι αδύναμη, ή ακόμη και ανύπαρκτη, καθίσταται όλο και πιο εφικτό για τους καπιταλιστές να επιβάλλουν την αντίθετη πολιτική με σκοπό να αποκαταστήσουν σημαντικά περιθώρια κέρδους.

Αυτή η πολιτική περιλαμβάνει τις διαβόητες εκκλήσεις για θυσίες, η οποία εφαρμόζεται και σήμερα. Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ έπρεπε να επεκταθεί και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο με τη βοήθεια της ενδοτικότητας των συνδικάτων και της Αριστεράς. Η εξαγωγή χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η μεταστροφή προς την παγκοσμιοποιημένη παραγωγή έκαναν όλα τα υπόλοιπα.

Παρά τη σταθερή ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90 η τελευταία κρίση έχει επαναφέρει την αμερικανική οικονομία στην ίδια επισφαλή κατάσταση που επικρατούσε στα τέλη της περιόδου επέκτασης.

Από το 1998 κορυφώθηκε μια σειρά προβλημάτων, τα οποία είχε αποκρύψει η τεχνητή ανάκαμψη της δεκαετίας του ‘90. Ο ελιγμός που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ‘80 με την οικονομική πολιτική του Ρέηγκαν μπήκε σε κρίση. Αυτός βασιζόταν στην παροχέτευση των παγκόσμιων αποταμιεύσεων στις ΗΠΑ διαμέσου των υψηλών επιτοκίων και του κυρίαρχου ρόλου του δολαρίου, αλλά επίσης περιελάμβανε την εγκατάλειψη ορισμένων παραδοσιακών τομέων της οικονομίας και μια επακόλουθη μείωση της ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, η κρίση περιελάμβανε ξένες επενδύσεις, τη μετεγκατάσταση της παραγωγής και την ανάπτυξη του τομέα υψηλής τεχνολογίας επάνω στον οποίο βασίστηκε το μεγαλύτερο μέρος αυτής της στρατηγικής. Η αυξανόμενη χρέωση του κράτους, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που προσπαθούσαν να αγοράσουν σπίτια και μέσα καθημερινής διαβίωσης προκάλεσε μια αληθινή τραγωδία, ενώ το ποσοστό του κέρδους μειώθηκε δραστικά. Όσο περισσότερο το κέρδος μειωνόταν, τόσο περισσότερο υπήρξε προσφυγή στον παρασιτισμό και αυξημένη χρηματιστικοποίηση της κρίσης. Εξ ου και η κερδοσκοπική φούσκα που επεκτάθηκε ραγδαία, δημιουργώντας τις συνθήκες για την έκρηξη του Αυγούστου του 2007. Η χειρότερη πλευρά όλων αυτών είναι ότι, για μια ακόμη φορά, το παγκόσμιο προλεταριάτο καλείται να πληρώσει το τίμημα. Όταν η κερδοσκοπική φούσκα –η οποία διογκώθηκε για να παράσχει φθηνή πίστωση σε εταιρίες και νοικοκυριά καθώς επίσης και σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα- έσκασε, δισεκατομμύρια δολάρια χάθηκαν μέσα σε λίγες μέρες στο περιβάλλον της αγοράς πλασματικού κεφαλαίου. Αυτό προκάλεσε μια κρίση ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μια κρίση η οποία αποκάλυψε τους περιορισμούς ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος, μαζί και μιας πραγματικής οικονομίας η οποία ήταν εντυπωσιακά εξασθενημένη και η οποία έχει ριχτεί στην άβυσσο. Η αγορά κατοικίας κατέρρευσε σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα και στη συνέχεια όλοι οι σημαντικότεροι παραγωγικοί τομείς, συμπεριλαμβανομένου και του τομέα υψηλής τεχνολογίας, άρχισαν να δείχνουν σημάδια κατάρρευσης. Οι προηγούμενες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο και λογισμικό είχαν ήδη μειωμένη παραγωγικότητα. Κατά μέσον όρο, πριν από αυτή την περαιτέρω πτώση της παραγωγικότητας, τα εργοστάσια δούλευαν με περί το 60% της παραγωγικής ικανότητάς τους. Επιπλέον, οι μισθολογικές αυξήσεις κατά 3,5%, που ήταν δυνατές κατά τη διάρκεια των τελευταίων σταδίων της οικονομικής ανάπτυξης, έχουν μετατραπεί σε ένα αφόρητο βάρος για έναν καπιταλισμό που βρίσκεται σε κρίση. Σε ένα μικρό χρονικό διάστημα οι οφειλές -του κράτους διαμέσου του δημοσίου χρέους, των επιχειρήσεων που είχαν καταστήσει τη χρηματιστηριοποίηση πρότυπο ανάπτυξής τους και των νοικοκυριών που πίστευαν στην αυταπάτη του εύκολου καταναλωτισμού- έλαβαν νέες διαστάσεις ρίχνοντας το ποσοστό κέρδους της αμερικανικής οικονομίας στη μαύρη τρύπα της οικονομικής κρίσης. Συνεπεία αυτού, μεταξύ του 2000 και των αρχών του 2003, η απασχόληση έπεσε κατά 6% και οι πραγματικοί μισθοί κατά 1,6%. Η παραγωγικότητα έπεσε κατά 40%, η αξιοποίηση των παραγωγικών εγκαταστάσεων κατά 30%, ενώ το ΑΕΠ –το οποίο αυξήθηκε κατά 4,7% το 1997- έπεσε στο 1,3% ετησίως την περίοδο 2000-3, προτού πέσει στο σημερινό -6%.

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι μια τεράστια μείωση των καθαρών κερδών. Η μάζα του κέρδους των εταιριών ηλεκτρικών ειδών έπεσε από 59,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 1997 σε 12,2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2002, ενώ σήμερα ο ισολογισμός έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει. Στον τομέα των ημιαγωγών τα κέρδη έπεσαν από 13,3 σε 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια. Στις τηλεπικοινωνίες από 24,2 το 1996 σε 6,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών είδε μια πτώση από 76,2 σε 33,5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Τέλος, αυτή την περίοδο η πτώση του ποσοστού κέρδους σε μη χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες ήταν κατά μέσον όρο περί το 20% με μέγιστο το 27% σε σύγκριση με το ζενίθ του 1997.

Όλα αυτά τα στοιχεία ήρθαν στο φως με τo ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου.

Ας επιστρέψουμε στη γραφική παράσταση (Σχήμα 1) και στην στατιστική ανάλυση της περιόδου 1945-2003. Μπορούμε να διαπιστώσουμε τις αυξομειώσεις του ποσοστού κέρδους. Την περίοδο 1947-77 υπήρξε μια πτώση 53%. Μεταξύ 1985-97 υπήρξε μια ανάκαμψη 30% και στην τελική φάση, από τότε έως το 2003, αυτό έπεσε κατά 30%.

Στη συνέχεια η πτώση εξακολούθησε έως την οικονομική κατάρρευση των τελευταίων δύο ετών.

Το αποτέλεσμα είναι ότι για μια περίοδο άνω των 56 ετών η αμερικανική οικονομία είχε μια μέση πτώση του ποσοστού κέρδους κατά 30%, με όλες τις οικονομικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται για το κεφάλαιο και την καθημερινή διαβίωση της εργατικής τάξης. Σε διεθνές επίπεδο η πτώση αυτή έχει οδηγήσει στον αυξανόμενο ανταγωνισμό σε όλες τις στρατηγικά σημαντικές αγορές και έχει προκαλέσει το τραγικό φαινόμενο του πολέμου ως τη μόνη «λύση» που διαθέτουν οι μεγάλες δυνάμεις για την επίτευξη των οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων τους.

Σχήμα 4: Ποσοστά Κέρδους στη Γερμανία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία

(Για τη Γερμανία αναφέρεται στην περίοδο της Δυτικής Γερμανίας κατά το διάστημα 1950-90

 και της ενιαίας Γερμανίας κατά το διάστημα 1991-2000)

Η λειτουργία του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στις ΗΠΑ είναι παράλληλη, ακόμα κι αν ο συγχρονισμός είναι ελαφρώς διαφορετικός, σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία) και αυτό έχει ανοίξει μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από έξη παράγοντες.

1. Μια οικονομική επίθεση κατά της εργατικής δύναμης, η οποία, από την άποψη της διάρκειας και της έντασης, δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία του διεθνούς καπιταλισμού. Η εντατικοποιημένη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης διαμέσου της αύξησης της παραγωγικότητας, που πραγματοποιείται με τη μείωση του χρόνου και του κόστους παραγωγής εμπορευμάτων, δεν έχει δημιουργήσει μεγαλύτερο πλούτο ή δεν έχει μειώσει τις ώρες εργασίας για τους εργαζόμενους. Απεναντίας έχει προκαλέσει το αντίθετο. Σε έναν καπιταλισμό υψηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και χαμηλού ποσοστού κέρδους μια αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας συνεπάγεται χαμηλότερους μισθούς, μια μεγαλύτερη εργάσιμη ημέρα, τη διάλυση του κράτους πρόνοιας και την αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων που σπρώχνονται μέσα στη δίνη του ανταγωνισμού από την κρίση κέρδους.

2. Την εξαγωγή χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, τη διασπορά της παραγωγής, την άοκνη αναζήτηση αγορών εργασίας όπου το κόστος της εργατικής δύναμης είναι σημαντικά χαμηλότερο από τα εγχώρια ποσοστά∙ όλα αυτά έχουν καταστεί προϋπόθεση για την επιβίωση του καπιταλισμού που  βρίσκεται σε κρίση. Σε ολόκληρες περιοχές συρρέουν κεφάλαια που αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις σε αγορές εργασίας χαμηλού κόστους. Η Ανατολική Ευρώπη έχει γίνει μία από αυτές τις περιοχές, στις οποίες η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία έχουν εξαγάγει ένα μεγάλο μέρος της μεταποιητικής τους βιομηχανίας. Η Νοτιοανατολική Ασία έχει παράσχει την ίδια λειτουργία στην Ιαπωνία και εσχάτως επίσης και στην Κίνα. Ο αμερικανικός κολοσσός, αν και σήμερα έχει πήλινα πόδια, έχει μετατοπιστεί στην Ασία και στην Αφρική προκειμένου να ανταγωνιστεί την Κίνα καθώς επίσης και σε εκείνες τις περιοχές της Νοτίου Αμερικής που παραμένουν ακόμη υπάκουες στον ιμπεριαλιστικό ρόλο της Ουάσιγκτον.

3. Η προσφυγή στη χρηματιστικοποίηση διαμέσου υπερκερδών ή πρόσθετων κερδών, η συστηματική προσφυγή στην κερδοσκοπία και σε παρασιτικές δραστηριότητες και η δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου δίνουν μια αίσθηση όχι μονάχα της δυσκολίας αξιοποίησης του κεφαλαίου αλλά της ίδιας της παρακμής ολόκληρου του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.

4. Η σημερινή κρίση έχει επιπλέον καταστήσει σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια κρίση του νεοφιλελευθερισμού αλλά ολόκληρου του οικονομικού συστήματος, το οποίο έχει φθάσει στην τελική φάση του τρίτου κύκλου συσσώρευσης. Οι ίδιοι οι αστοί οικονομολόγοι που μόλις χθες εξέφραζαν φόβους για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία θεωρώντας τον ως το χειρότερο όλων των κακών σήμερα το επικαλούνται ως τη μόνη οδό σωτηρίας. Έχουν λησμονήσει ότι η μορφή διαχείρισης των παραγωγικών σχέσεων δεν μπορεί να επιλύσει τις αντιφάσεις του συστήματος, αλλά, απεναντίας, η κρίση του συστήματος, η οποία κατά καιρούς αποκαλύπτει τα όρια οποιασδήποτε μορφής διαχείρισης, είναι ένα εγχείρημα –φιλελεύθερο, νεοφιλελεύθερο, κρατιστικό ή ένα μίγμα όλων αυτών-  που εξαρτάται από την προηγούμενη ιστορική πορεία που ακολούθησε ο καπιταλισμός.

5. Την ανάγκη να πραγματοποιηθεί οτιδήποτε είναι δυνατόν για την αναζήτηση αγορών πρώτων υλών, πάνω απ’ όλα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ γίναμε μάρτυρες μιας διαδικασίας ιμπεριαλιστικής ανασύνθεσης που ακόμη συνεχίζεται, κατά την οποία ολόκληρες ήπειροι, περιοχές στρατηγικής σημασίας και περιοχές με ενεργειακές πηγές έχουν μετατραπεί σε σημεία ανάφλεξης των ανταγωνισμών μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστών αρπάγων. Από την Κεντρική Ασία έως τη Λατινική Αμερική, από τη Μέση Ανατολή έως το Αφγανιστάν, από το Δέλτα του Νίγηρα έως το Ιράκ, προβλήματα ανακύπτουν ενεργειακά προβλήματα χωρίς ελπίδα επίλυσης μέσα σε αυτή την ιμπεριαλιστική αναδιάταξη. Ασφαλώς, την ίδια στιγμή διεξάγεται επίσης μια ζωηρή διαπάλη για την ηγεμονία επί των διεθνών νομισμάτων. Στην αρχή, την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, το δολάριο μεσουρανούσε. Το πετρέλαιο πωλείτο σε δολάρια. Σήμερα η Ρωσία πουλάει κυρίως σε ρούβλια, το Ιράν και η Βενεζουέλα παίρνουν ευρώ και πολλές χώρες του Κόλπου προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα καλάθι νομισμάτων που θα μπορούσαν γενικώς να αντικαταστήσουν το δολάριο ως παγκόσμιο πετρελαϊκό νόμισμα. Για πολλά χρόνια υπήρχε μια μεγάλη εναντίωση άλλων νομισμάτων στο droit de seigneur[3] του δολαρίου πάνω στην παγκόσμια πετρελαϊκή αγορά. Έως το 1999 το 92% του διεθνούς εμπορίου πραγματοποιείτο σε δολάρια. Σήμερα μόνο το 40%, ενώ το άλλο 40% πραγματοποιείται σε ευρώ και το υπόλοιπο 20% σε γιέν και γουάν.

6. Ο παράγοντας του πολέμου, ο οποίος είναι πανταχού παρών την εποχή του ιμπεριαλισμού, προσλαμβάνει έναν ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα. Καμία αγορά –χρηματιστηριακή, εμπορική, συναλλάγματος ή πρώτων υλών- δεν είναι απαλλαγμένη από ανησυχητικές εντάσεις, αν όχι με την ίδια την πραγματική απειλή του πολέμου. Θάνατος, καταστροφή και βαρβαρότητα είναι τα σταθερά κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κρίσης. Η πολιτική της «ήπιας δύναμης» του νεοεκλεγμένου προέδρου Ομπάμα δεν προκαλεί έκπληξη. Ο Ομπάμα θα κλείσει το Γκουαντανάμο, αλλά πόσες άλλες φυλακές του ιδίου τύπου θα παραμείνουν στις ΗΠΑ και σε περιοχές σε ολόκληρο τον κόσμο που τελούν υπό τον έλεγχο της CIA και του αμερικανικού στρατού; Τείνει χείρα φιλίας στο Ιράν, αλλά προτείνει μια νέα πολιτική κυρώσεων, εάν το καθεστώς της Τεχεράνης δεν εγκαταλείψει την πυρηνική του πολιτική και δεν αποδεχθεί τις πετρελαϊκές συμφωνίες με τις αμερικανικές εταιρίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποχωρήσουν από το Ιράκ, μόνο εάν η κυβέρνηση της Βαγδάτης καταστεί ικανή να ελέγξει τη στρατιωτική κατάσταση και μπορέσει να παραγάγει και να εξαγάγει πετρέλαιο όπως πριν από τον πόλεμο, υπό την εγγύηση ότι οι ΗΠΑ θα είναι ο προνομιούχος εταίρος ως προς την παροχή και την τιμή. Διαφορετικά τα αμερικανικά στρατεύματα θα παραμείνουν στην περιοχή και, στην καλύτερη περίπτωση, θα διατηρήσουν μια μόνιμη φρουρά 40.000 στρατιωτών.

Όσον αφορά τον άξονα Αφγανιστάν-Πακιστάν τα πράγματα είναι σαφέστερα. Η νέα κυβέρνηση όχι μονάχα δεν έχει καμία πρόθεση να αμβλύνει τη στάση της, αλλά έχει στη διάθεσή της δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τον λεγόμενο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, σε πλήρη συνάφεια με την κυβέρνηση Μπους. Σκοπός της είναι να μην χάσει το τραίνο για να πάρει υπό τον έλεγχό της τα ενεργειακά αποθέματα της Κεντρικής Ασίας καθώς οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται ανοικτά τη Ρωσία και την Κίνα. Προς το παρόν αυτός είναι μόνο ένας πόλεμος των αγωγών, αλλά θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν αληθινό πόλεμο, ακόμη και σε περιφερειακό επίπεδο, όπως στη Γεωργία, τη Βόρειο Οσετία, την Τσετσενία κτλ. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί η ανανεωμένη προσπάθεια, σε πλήρη συνάφεια με την γραμμή του Μπους στην Αφρική (Τσαντ, Σουδάν και Νιγηρία), καταπολέμησης της κινεζικής διείσδυσης, ειδικά όσον αφορά τα κοιτάσματα πετρελαίου. Ό,τι συμβαίνει σ’ αυτές τις χώρες όσον αφορά κυβερνητικές κρίσεις, εμφυλίους πολέμους, συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων (που υποστηρίζονται από διάφορα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα) αποτελεί μομφή για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία, παρά το γεγονός ότι αλλάζει όψη, είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει την ίδια παλιά ιμπεριαλιστική πολιτική, ίσως λιγότερο φανερά ή με μια λιγότερο βάναυση μορφή, αλλά πάντοτε ενεργώντας ακριβώς μέσα στο ίδιο πλαίσιο.

Η προσωρινή επίδραση των αντίρροπων τάσεων

στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους

 

Η ανάλυση της αμερικανικής οικονομίας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα αποκαλύπτει δύο πλευρές. Η πρώτη είναι ότι μακροπρόθεσμα ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους είναι συνεχής. Η δεύτερη είναι ότι η έκταση της τάσης εξαρτάται από μια σειρά αντίρροπων τάσεων οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αποτελεσματικές μονάχα βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Μπορούν προς στιγμήν να ανακόψουν την πτώση του ποσοστού ή να επιβραδύνουν την ταχύτητα πτώσης, αλλά εφόσον αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας αξιοποίησης του ίδιου του κεφαλαίου, δεν μπορούν ποτέ να αντιστρέψουν τη γραμμή πορείας του ίδιου του νόμου.

Ενώ το κεφαλαίο, από τη μια μεριά, δημιουργεί τις συνθήκες της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, από την άλλη, επιδιώκει να περιορίσει τις συνέπειες παίρνοντας μια σειρά πρωτοβουλίες για τη μείωση της αξίας του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Έτσι, η παραγωγικότητα αυξάνεται χωρίς να επηρεάζει ή μόλις που να επηρεάζει την υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου που αποτελεί τη βάση της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Υπό ομαλές συνθήκες η παραγωγικότητα αυξάνεται σύμφωνα με τη σχετική αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με το μεταβλητό. Όμως, περισσότερη τεχνολογία σημαίνει περισσότερη επένδυση σταθερού κεφαλαίου που αντικαθιστά λιγότερο ή περισσότερο μια αντίστοιχη μερίδα της εργατικής δύναμης. Με άλλα λόγια, το μεταβλητό κεφάλαιο μειώνεται γρηγορότερα από το ποσοστό αύξησης του σταθερού κεφαλαίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η παραγωγικότητα αυξάνεται εάν το κόστος των παραγόμενων εμπορευμάτων είναι χαμηλότερο από ότι ήταν στην προηγούμενη οικονομική φάση, εάν στο γενικό σύνολο (δηλαδή, το άθροισμα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου) υπάρχει μείωση και των δύο. Έτσι, ενώ υπάρχει αύξηση της παραγωγικότητας, του ποσοστού εκμετάλλευσης και της μάζας του κέρδους, ανεβαίνει επίσης και η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και έτσι δημιουργεί τις συνθήκες για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Το γεγονός αυτό εξηγεί το γιατί το κεφάλαιο πρέπει να αυξάνει την παραγωγικότητα με μια κατά το δυνατόν μικρότερη αύξηση της οργανικής σύνθεσης, προκειμένου να επιβραδυνθεί ή να σταματήσει βραχυπρόθεσμα η κρίση κέρδους. Εάν μια συγκεκριμένη αύξηση του σταθερού κεφαλαίου επιτρέπει μια αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης, με τον ίδιο αριθμό εργατών και χαμηλότερους μισθούς, τότε είναι δυνατόν να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους. Εξυπακούεται ότι εάν μια τέτοια λειτουργία παραμένει περιορισμένη σε μια μόνη εταιρία, τότε θα υπάρχει πολύ μικρή ορατή επίδραση πάνω στο μέσο ποσοστό κέρδους, αλλά αν αυτή πραγματοποιείται από τις μεγάλες εταιρίες σε περισσότερους τομείς παραγωγής, τότε η επίδρασή της μπορεί να είναι πιο σημαντική, ακόμη κι αν, αργά ή γρήγορα -όταν ο τρόπος αναδιοργάνωσης της παραγωγής τους γενικευτεί λόγω του τοπικού και του διεθνούς ανταγωνισμού- τότε τα προσωρινά πλεονεκτήματα ακυρώνονται.

Η μείωση της αξίας του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου

 

Η αντίρροπη τάση αφορά κατεξοχήν το εργασιακό κόστος και ενεργεί διαμέσου της επίδρασής της τόσο στον άμεσο όσο και στον έμμεσο μισθό. Αυτή είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, αλλά τον τελευταίο καιρό έχει ενταθεί σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας των χαμηλών ποσοστών κέρδους σε όλες τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, που έχουν ως τυπικό τους χαρακτηριστικό την πολύ χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου.

Επί είκοσι χρόνια το διεθνές προλεταριάτο έχει βιώσει μια διαρκή επίθεση μέσω της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, μ’ άλλα λόγια τη μείωση των έμμεσων και των καθυστερούμενων μισθών, αν και με ποικίλους τρόπους και σε διάφορες χρονικές στιγμές.

Τα πρώτα στη σειρά είναι βασικά στοιχεία όπως η υγεία, οι συντάξεις και η κρατική χρηματοδότηση σχολείων και πανεπιστημίων, η μείωση των επιδομάτων ανεργίας και κοινωνικής ασφάλισης, κυρίως η κρατική εισφορά αλλά επίσης και η εργοδοτική εισφορά, και επίσης η παράταση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Όλα αυτά τα μέτρα είναι ευεργετικά για το κεφάλαιο. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, τα κατεξοχήν μέτρα είναι η σταδιακή μείωση της αναρρωτικής άδειας και η κατάργηση ορισμένων ασθενειών από τη λίστα των επισήμων ασθενειών, που προσμετρούνται ως εξοικονόμηση έμμεσου μισθού, και πάλι προς όφελος του κεφαλαίου. Στην Ιταλία οι εργοδότες προσπαθούν να εξαιρέσουν τις πρώτες τρεις ημέρες ασθενείας από την πληρωμή ασθενείας.

Μια από τις πιο απεχθείς πρακτικές είναι ο εκβιασμός των μεταναστών εργατών και η σύναψη κάθε είδους βραχυπρόθεσμων συμβάσεων. Μια αυξανόμενη και όχι τόσο καλυμμένη πρακτική είναι η απειλή μη ανανέωσης της σύμβασής του προς οποιονδήποτε διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες ασφαλείας και υγιεινής.

Αναφορικά με τις συντάξεις η προσπάθεια επιμήκυνσης της ηλικίας συνταξιοδότησης έχει επιτύχει σε μεγάλο βαθμό, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανανέωση του εργατικού δυναμικού και απελευθερώνοντας την επιχείρηση από την ανάγκη σύναψης μακροπρόθεσμων συμβάσεων, οι οποίες θα κόστιζαν πάρα πολύ, και η αντικατάστασή τους με νέες, βραχυπρόθεσμες συμβάσεις που βασίζονται σε χαμηλότερο μισθό και σε πιο ευέλικτη εργασία. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τη μείωση των διαλειμμάτων και των υπολοίπων περιόδων ανάπαυσης, ούτως ώστε να μην υπάρχει διακοπή του ρυθμού εργασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα διαλείμματα για φαγητό έχουν κυριολεκτικά μειωθεί κατά το ήμισυ και γενικά ο χρόνος που επιτρέπεται για φυσιολογικές ανάγκες έχει μειωθεί δραστικά. Στην εφαρμοσμένη μηχανική μετάλλου (οχήματα) μια προτιμώμενη πρακτική είναι η επιτάχυνση του ρυθμού εργασίας (περισσότερα κομμάτια, περισσότερα ημιτελή κομμάτια, περισσότερα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χρονική μονάδα) χωρίς, ασφαλώς, την αντίστοιχη αύξηση μισθού. Αυτό είναι ένα παράδειγμα της χρήσης σχετικής υπεραξίας που δεν μεταβάλει την οργανική σύνθεση κεφαλαίου και η οποία, επομένως, ενεργεί ως μια αποτελεσματική αντίρροπη τάση.

Ο κύριος τρόπος υποτίμησης του μεταβλητού κεφαλαίου, ωστόσο, είναι η άμεση επίθεση στους μισθούς, στη μάζα των μισθών σε σχέση με τον αριθμό των εργαζομένων. Αυτό πραγματοποιείται είτε με τη μείωση του συνολικού ποσού των πραγματικών μισθών, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων παραμένει ο ίδιος, είτε όταν η αύξηση του μισθολογικού κόστους είναι σχετικά χαμηλότερη από την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων -στην πραγματικότητα, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο- αυτό που γίνεται, δηλαδή, είναι ο αριθμός των εργαζομένων να μειώνεται απόλυτα, ως αποτέλεσμα της ανάγκης αναδιάρθρωσης, η οποία, σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, σημαίνει απολύσεις και ανεργία.

Τα συγκεκριμένα μέτρα που υιοθετεί το κεφάλαιο για να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα είναι πολύ απλά. Όλα επιφέρουν δραστικές περικοπές των πραγματικών μισθών, συνήθως με τη βοήθεια των συνδικάτων, σύμφωνα με τα στενά περιθώρια του συστήματος και την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Η τεράστια πληθώρα των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων, της προσωρινής εργασίας, των νέων συμβάσεων που καταρτίζονται, όλα έχουν ως κοινό παρονομαστή την αύξηση της ανασφάλειας των εργαζομένων. Ένα εργατικό δυναμικό που είναι διαθέσιμο μόνο κατά τη διάρκεια της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, τότε που μπορεί να αξιοποιηθεί επικερδώς, και αντιστρόφως, το οποίο μπορεί να βγει από τη μέση σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, αποτελεί μια άριστη μέθοδο συγκράτησης των μισθολογικών αυξήσεων και μείωσης του κόστους παραγωγής. Σύμφωνα με τον νόμο κάθε νέα σύμβαση, ανεξάρτητα από τις ειδικές λεπτομέρειες, βασίζεται σε μισθολογική μείωση έως και 40% για την ίδια ποσότητα εργασίας στην ίδια επιχείρηση. Ο επίμονος φαύλος κύκλος στον οποίο έχει περιέλθει το προλεταριάτο ακολουθεί επιστημονικά υπολογισμένους ρυθμούς. Μόλις οι παλιοί εργαζόμενοι που είχαν εργασιακή ασφάλεια φθάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης και λήξουν οι παλιές συμβάσεις, σχεδόν κάθε νέος εργαζόμενος εισέρχεται στην παραγωγική διαδικασία για ένα καθορισμένο (επισφαλές) χρονικό διάστημα και με έναν χαμηλότερο, πολύ χαμηλότερο σε σχέση με το παρελθόν, μισθό. Ο νέος τρόπος διευθέτησης της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που επιβάλλεται από τα ολοένα στενότερα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την υποτίμηση του μεταβλητού κεφαλαίου, χωρίς επιπτώσεις στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Πρακτικές όπως αυτή -που έχει τεθεί σε ισχύ εδώ και δύο δεκαετίες, αρχής γενομένης από την Ιαπωνία, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία στη δεκαετία του 1980, και ακολούθως στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ‘90- καλύπτουν όλους τους τομείς της πραγματικής παραγωγής και τους κύριους κλάδους του τομέα των υπηρεσιών.

Ένα από τα αναρίθμητα παραδείγματα, από τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, είναι η περίπτωση της General Motors. Μέσα σε σαράντα χρόνια η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στον κόσμο πέρασε από ένα ποσοστό κέρδους της τάξης του 20% στο 5% και στη συνέχεια στο 1,5% σήμερα, ακριβώς στο μέσον της οικονομικής κρίσης. Παρ’ όλες τις κρατικές παρεμβάσεις δεν ήταν σε θέση να αποφύγει τις διαδικασίες πτώχευσης. Για χρόνια επέζησε στην παγκόσμια αγορά με την επιβολή συμβάσεων ορισμένου χρόνου στους εργαζομένούς της, απαιτώντας την πιο ακραία κινητικότητα εντός και εκτός, με μισθούς έως και 40% χαμηλότερους σε σύγκριση με το παρελθόν. Η πιο σημαντική από τις αμερικανικές εταιρείες αυτοκινήτων, αυτή που κυριαρχούσε στην παγκόσμια αγορά εδώ και δεκαετίες, σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρηθεί σύμβολο του αμερικανικού και του διεθνούς καπιταλισμού, αποτελεί το παράδειγμα αυτής της κρίσης.

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70 η εταιρεία του Ντητρόιτ εδραίωσε την παραγωγική της ικανότητα χάρη στην πολύ υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου (περισσότερες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο σε σχέση με το μεταβλητό, περισσότερα μηχανήματα σε σχέση με εργατική δύναμη), με αποτέλεσμα τη συμπίεση της κερδοφορίας του κεφαλαίου της.

Αυτό έπεισε τους διευθυντές της εταιρείας να αποσύρουν ένα ορισμένο μέρος του κεφαλαίου από την παραγωγή και να το στρέψουν στην κερδοσκοπία, με αποτέλεσμα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η εταιρία να ανακτήσει στη χρηματιστηριακή σφαίρα ό,τι είχε χάσει στην πραγματική παραγωγή. Για όσο διάστημα το παιχνίδι της δημιουργίας πλασματικού κεφαλαίου συνεχιζόταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, αλλά μόλις έσκασε η κερδοσκοπική φούσκα όλα κατέρρευσαν. Οι απώλειες από το χρηματιστήριο προστέθηκαν στις απώλειες από την παραγωγή, οδηγώντας τον κολοσσό της αμερικανικής βιομηχανίας στο χείλος της καταστροφής.

Οι πωλήσεις έπεσαν κατά 56%. Οι μετοχές της General Motors υποτιμήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Από 46 δολάρια ανά μετοχή η τιμή έπεσε στα 3 δολάρια τον Δεκέμβριο του 2008. Τον Φεβρουάριο του 2009 σημειώθηκε περαιτέρω υποτίμηση της τάξης του 23%, η οποία κατέβασε την αξία της μετοχής στο 1,54%, το χαμηλότερο ιστορικά επίπεδο των τελευταίων 71 ετών, δηλαδή από την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Ο χρηματιστηριακός κλάδος της General Motors, (GMAC) έχασε σχεδόν το σύνολο της κεφαλαιοποίησής του στο Χρηματιστήριο Αξιών. Οι επίσημες αναφορές μιλούν για έλλειμμα 28 δισ. δολαρίων, ποσό το οποίο η GM είναι αδύνατο να καλύψει.

Το αίτημα της GM για κρατική αναχρηματοδότηση ύψους 16,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μετά τα 13,5 δισ. που είχε ήδη λάβει, προκαλεί ένα είδος απέραντης δίνης, με αποτέλεσμα να καταβάλλεται προσπάθεια να αυξηθεί πάση θυσία η παραγωγή, αυξάνοντας στο έπακρο την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης (το ζωής επίπεδο της οποίας η κρίση έχει ήδη πλήξει).

Αλλά η κρίση δεν αφορά μόνο στατιστικές.

Πίσω από τα αριθμητικά δεδομένα βρίσκεται η μοίρα εκατομμυρίων εργαζομένων και των οικογενειών τους και η τρομακτική προοπτική να μείνουν χωρίς δουλειά, χωρίς επίδομα ανεργίας, χωρίς στέγη και με ένα μέλλον μακροχρόνιας φτώχειας. Το πρώτο βήμα έγινε από την GM με το άμεσο κλείσιμο πέντε εργοστασίων στις ΗΠΑ και τεσσάρων στην Ευρώπη. Οι ίδιοι Αμερικανοί αναλυτές φοβούνται ότι αν η GM χρεοκοπήσει εντελώς και συμπαρασύρει το τεράστιο δίκτυο των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτήν, τότε ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας θα χαθούν. Και αν οι άλλες δύο μεγάλες εταιρείες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, η Chrysler και η Ford, έχουν την ίδια πορεία, τότε περίπου τρία εκατομμύρια θα μείνουν άνεργοι. Το προηγούμενο έτος η ανεργία αυξήθηκε κατά επτά εκατομμύρια, τα δύο εκατομμύρια εξ’ αυτών κατά τους πρώτους μήνες του 2009. Συνολικά εκτιμάται ότι η ανεργία, συμπεριλαμβανομένης και της λεγόμενης αφανούς ανεργίας, έχει ήδη φτάσει στα 16 εκατομμύρια. Ο αριθμός των εργαζομένων χωρίς ιατρική ασφάλιση αυξήθηκε από 40 σε 47 εκατομμύρια. Πρόκειται για μια κοινωνική καταστροφή η οποία αναμένεται να επιδεινωθεί μέχρι το τέλος του έτους. Όλη αυτή η αναταραχή δεν προκλήθηκε από ένα κυκλώνα ή από κάποια άλλη φυσική καταστροφή. Ο ίδιος ο καπιταλισμός έχει οδηγηθεί στο χείλος της καταστροφής λόγω των άλυτων αντιφάσεών του.

Το ίδιο σενάριο ισχύει και για την αμερικανική και την υπόλοιπη διεθνή οικονομία, από την Κίνα μέχρι τη Ρωσία, από την Ιαπωνία μέχρι την Ευρώπη. Στην Ιταλία, τα αριθμητικά μεγέθη είναι χαμηλότερα μόνο και μόνο επειδή το επίκεντρο της κρίσης είναι πέρα από τον ωκεανό και επειδή τα μεγέθη είναι διαφορετικά, αλλά ακόμα και εδώ τα αίτια και οι μηχανισμοί της οικονομικής ύφεσης είναι τα ίδια. Οι πωλήσεις της Fiat έχουν κατρακυλήσει κατά 40%, ο χρηματιστηριακός της κλάδος έχει χάσει ό,τι θα μπορούσε να χάσει στο χρηματιστήριο και η αξία των μετοχών της έχει πέσει στο χαμηλότερα ιστορικό επίπεδο. Χωρίς την κρατική παρέμβαση (τουλάχιστον 5-6 δισεκατομμύρια ευρώ) με τη μορφή κινήτρων και φθηνών πιστώσεων, 600.000 εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που εργάζονται στα δίκτυα εφοδιασμού και διανομής, θα μπορούσαν να είχαν χάσει τη δουλειά τους.

Η πρόσφατη συμφωνία του Marchionne[4] με την Chrysler και η προσπάθειά της να εισέλθει στον κύκλο δραστηριοτήτων της Opel με ένα επαχθές χρέος ύψους 10 δισ. ευρώ δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια να ξεπεραστεί η κρίση μέσω της διαδικασίας συγκεντροποίησης κεφαλαίου. Δηλώνει επίσης την προσδοκία για το ότι η ήδη εξαιρετικά ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά αυτοκινήτου θα «μπλοκαριστεί» τελικά από την άφιξη, σε μεγάλη κλίμακα, της Κίνας και της Ινδίας. Όλα αυτά δεν φανερώνουν το άδοξο τέλος του νεοφιλελευθερισμού αλλά τη χρεοκοπία του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής και διανομής του πλούτου, της παράλογης επιδείνωσης των άλυτων αντιφάσεών του.

Αυτό είναι το υπόβαθρο της εφαρμογής κάθε πολιτικής για να αποσπαστούν τα μέγιστα από την εργατική δύναμη.

Το κεφάλαιο, με την «υπεύθυνη» συνεργασία των συνδικάτων, επιδιώκει, πρώτα απ’ όλα, να καθυστερήσει τις νέες μισθολογικές συμφωνίες για όσο το δυνατόν περισσότερο. Μερικές φορές δεν αποτελεί υπόθεση μερικών μηνών, αλλά ετών, προτού κατορθώσουν τα δύο μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία. Όταν συμβεί αυτό, το κεφάλαιο επιχειρεί να επιβάλλει ακόμα περισσότερες θυσίες που εστιάζονται στην αναβολή των μισθολογικών αυξήσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, παραχωρείται μια μισθολογική αύξηση, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε αύξηση δεν θα συμπεριλαμβάνει και τον πληθωρισμό, δηλαδή θα μειώνεται, και θα είναι κατά πολύ χαμηλότερη από οποιαδήποτε αύξηση της παραγωγικότητας.

Ο άλλος τρόπος που το κεφάλαιο χρησιμοποιεί για να ανακτήσει τα περιθώρια κέρδους είναι η επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας. Ακόμα κι αν εξακολουθεί να αυξάνεται η σχετική υπεραξία με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας, αυξάνεται μόνο η μάζα του κεφαλαίου, ενώ το ποσοστό κέρδους μειώνεται. Το κεφάλαιο έτσι υποχρεούται να επιστρέψει στην επίτευξη της απόλυτης υπεραξίας, η οποία αποσπάται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας. Αυτό μοιάζει με ιστορικό παράδοξο, σαν να πήγε ο καπιταλισμός δύο αιώνες πίσω, πλην όμως αυτή η κατάσταση επιβάλλεται από την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού.

Στο παρόν στάδιο δεν είναι πλέον αρκετό να αντιδράσει στην πτώση του ποσοστού κέρδους αυξάνοντας τη μάζα του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο πρέπει επίσης να προσπαθήσει να προσθέσει απόλυτη υπεραξία στη σχετική υπεραξία, με μια αδιάκοπη προσπάθεια που ποτέ δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τις άλυτες αντιφάσεις που θέτει διαρκώς η διαδικασία της αξιοποίησης. Τώρα που έχει στη διάθεσή του ένα όλο και πιο αδύναμο προλεταριάτο, διαιρεμένο πολιτικά όσο και οικονομικά, χωρίς καμία επαγγελματική ασφάλεια και που εύκολα εκβιάζεται, σχεδόν παντού το κεφάλαιο έχει αρχίσει να επιβάλλει την παράταση της εργάσιμης ημέρας, χωρίς καμία αύξηση των μισθών. Είμαστε μόλις στην αρχή αυτής της φάσης, αλλά αυτού του είδους οι πρακτικές, ακόμη κι αν είναι ανεπίσημες ή παρουσιάζονται ως αυτοσχέδιες απαντήσεις σε ειδικές καταστάσεις κρίσης, έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Το γαλλικό πείραμα των 35 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας -το οποίο, όπως και να ‘χει, ισχύει μόνο κατ’ όνομα, δεδομένου ότι σχεδόν ποτέ δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή- επιτεύχθηκε εις βάρος της ασφάλειας της απασχόλησης και με την αποδοχή όλων των ενστάσεων για την υλοποίησή του. Στο ίδιο πνεύμα, η Γερμανική Ένωση Μεταλλουργών (IG Metall) συμφώνησε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εργάσιμη ημέρα μπορεί να παραταθεί για 10-12 ώρες με αντάλλαγμα την αναστολή των απολύσεων. Στην Ιαπωνία αυτή η πρακτική ισχύει εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες, ακόμη κι αν δεν έχει καθιερωθεί επισήμως, είτε από τα συνδικάτα ή τα αφεντικά. Ένας εργαζόμενος σε ένα ιαπωνικό εργοστάσιο -και κυρίως σ’ ένα εργοστάσιο που βρίσκεται αντιμέτωπο με τον διεθνή ανταγωνισμό- μπορεί να εργαστεί έως και 10 ή 12 ώρες την ημέρα, με δύο μόνο Κυριακές ρεπό το μήνα, χωρίς επιπλέον αμοιβή ή αμειβόμενος με ένα ευτελές, σχεδόν μηδενικό ποσό. Στον τομέα της πληροφορικής στις ΗΠΑ σήμερα το 31% των εργαζομένων εργάζεται πάνω από 50 ώρες την εβδομάδα με αύξηση παραγωγής της τάξης του 70%. Το 1980 μόνο το 21% εργαζόταν πάνω από 50 ώρες. Το ίδιο συμβαίνει και στο λιανικό εμπόριο, στον τομέα της εστίασης, στη μεταλλουργία και γενικά στη μεταποιητική βιομηχανία. Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι μόνο η αρχή. Στο μέλλον αυτό που αναμένεται να συμβεί είναι το κεφάλαιο να εντείνει τις επιθέσεις του κατά της εργατικής δύναμης.

Ένα παράδειγμα για το τι επιφυλάσσει το μέλλον δόθηκε από τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας. Προτείνει να κηρυχθούν οι απεργίες παράνομες σε ολόκληρη την οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των υπηρεσιών, και να είναι νόμιμες οι απολύσεις, ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο. Ο «νόμος Sacconi»[5] που προτάθηκε από την κυβέρνηση, στην Ιταλία, εκτός από τη δυνατότητα παράτασης της εργάσιμης εβδομάδας (κατά 42-45 ώρες, ανάλογα με τις συνθήκες), επινόησε και έναν τρόπο εξουδετέρωσης των απεργιών, και στην πράξη απαγορεύοντάς τις, προκειμένου να διασφαλιστούν τα «συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου». Ο νόμος αυτός καθιερώνει το θεσμό της «εικονικής απεργίας», κατά την οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να δηλώσουν ότι απεργούν χωρίς, ωστόσο, να απέχουν από την εργασία τους, παρ’ όλο που παραιτούνται από την πληρωμή του μεροκάματου, όπως εάν δεν δούλευαν. Παράδοξο; Φυσικά. Αλλά δεν υπάρχει όριο στη φαντασία ενός κεφαλαίου που βρίσκεται σε κρίση.

Η πτώση του ποσοστού κέρδους επιβάλλει ακόμα και την ανάγκη του περιορισμού της απαξίωσης του σταθερού κεφαλαίου. Η πιο σημαντική πλευρά εδώ αφορά τη σχέση μεταξύ του σταθερού κεφαλαίου και της υλικής του μάζας, παρ’ όλο που το ποσοστό εκμετάλλευσης παραμένει το ίδιο. Υπό κανονικές συνθήκες η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου είναι ταχύτερη από την αύξηση του μεταβλητού, το οποίο καθορίζει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Ωστόσο, εάν, χάρη στην υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, η αξία του σταθερού κεφαλαίου -αν και διευρύνεται- αυξάνεται αναλογικά λιγότερο από τη συνολική μάζα των μέσων παραγωγής που έχουν τεθεί σε λειτουργία από την ίδια ποσότητα εργατικής δύναμης, το ποσοστό της πτώσης του ποσοστού κέρδους μπορεί να επιβραδυνθεί και, σε ορισμένες περιπτώσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, να συγκρατηθεί. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της «επανάστασης» των μικροεπεξεργαστών, κατά την οποία επιτεύχθηκε ένα υψηλότερο ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας, επειδή η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου ήταν αναλογικά μικρότερη από τη μάζα των μέσων παραγωγής που συμμετείχαν σύστημα παραγωγής. Επιπλέον, η ευκαιρία που δημιουργήθηκε από αυτή την τεχνολογική επανάσταση για τη διεύρυνση της παραγωγής, με  την ταυτόχρονη χρήση του ίδιου σταθερού κεφαλαίου, προκάλεσε την απαξίωσή του, η οποία, με τη σειρά της, επηρέασε το ποσοστό κέρδους. Ένα παράδειγμα είναι η κατάσταση που δημιουργήθηκε στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας πριν από λίγα χρόνια με τη συνεργασία της Fiat και της Ford. Οι δύο βιομηχανίες συμφώνησαν να παραγάγουν τα αυτοκίνητα Ka και Panda στην Πολωνία.

Σε ένα και μοναδικό κτίριο, με μισθούς χαμηλότερους από αυτούς που ίσχυαν σε εθνικό επίπεδο και χάρη στη διευρυμένη παραγωγή, τα ίδια μηχανήματα, ήταν σε θέση να παραγάγουν το σασί των δύο αυτοκινήτων, εξοικονομώντας τουλάχιστον 40% στο κόστος συναρμολόγησης.

Παραμένοντας στο θέμα της υποτίμησης του σταθερού κεφαλαίου, έχουμε την προσπάθεια αναδιοργάνωσης των αποθεμάτων των πρώτων υλών και των ημικατεργασμένων προϊόντων. Μετά την επιβολή της άρσης της εργασιακής ασφάλειας στο μεταβλητό κεφάλαιο, με βάση την αντίληψη «χρησιμοποιήστε το εργατικό δυναμικό και μετά πετάξτε το», ή διατυπώνοντάς το καλύτερα, χρησιμοποιώντας την εργατική δύναμη μόνο όταν υπάρχουν κρίσιμες περίοδοι στην παραγωγή, ένα παρόμοιο σύστημα έχει δημιουργηθεί για να μειωθεί το κόστος ενός μέρους του σταθερού κεφαλαίου. Η καθιέρωση της κατάλληλης στιγμής, δηλαδή της παραγγελίας των ανταλλακτικών και των πρώτων υλών ακριβώς κατά τη στιγμή που θα χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή, έχει μεταβάλει το κόστος αποθήκευσης και συντήρησης και έχει μειώσει τον κίνδυνο καταστροφής των αποθεμάτων. Τέτοιου είδους καινοτομίες είναι σίγουρα λογικές και συμβάλλουν στη μείωση του κόστους παραγωγής, αλλά είναι το απότοκο μιας επιτακτικής ανάγκης: της ανάγκης συγκράτησης της ζημίας που προκαλείται από την πτώση των κερδών -στην προκειμένη περίπτωση με υποτίμηση της ποσόστωσης του κυκλοφορούντος μέρους του σταθερού κεφαλαίου. Αυτό το είδος αναδιοργάνωσης ενός από τους παράγοντες της παραγωγής εντάσσεται στις γενικότερες προσπάθειες αύξησης της εργασιακής ευελιξίας που οδηγεί στην εργασιακή ανασφάλεια. Για το κεφάλαιο οι πρώτες ύλες και η εργατική δύναμη είναι απλώς εμπορεύματα που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία παραγωγής με το ελάχιστο δυνατό κόστος και – προκειμένου το κεφάλαιο να παραμείνει ανταγωνιστικό και να διατηρήσει την κερδοφορία του- μόνο σε περιόδους που αυτά παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο στην αξιοποίησή του.

Η μείωση του κόστους των πρώτων υλών μπορεί επίσης να βοηθήσει στη μείωση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου. Στη σημερινή εποχή, όπου η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχει φτάσει στο απόγειό της, ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στα λεγόμενα περιφερειακά κέντρα επιτρέπουν στα πρώτα να επιβάλλουν απολύτως άνισους όρους στα δεύτερα όταν πρόκειται για την προμήθεια και την πληρωμή πρώτων υλών.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η πολιτική του χρέους. Απέχοντας πολύ από το να ανεμίζουν τη σημαία του νεοφιλελευθερισμού, του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μια ελεύθερη αγορά, οι ισχυρότεροι και οι πιο επιθετικοί ιμπεριαλιστές είναι αυτοί που καταφέρνουν να επισπεύσουν τον στόχο τους ασκώντας εμπορικό εκβιασμό στις χρεωμένες χώρες. Στην αρχή ο εκβιασμός συνίσταται στην αναδιαπραγμάτευση των εμπορικών όρων με τις χώρες αυτές που είναι πλούσιες σε πρώτες ύλες, αλλά είναι χρεωμένες μέχρι το λαιμό. Μπορούν να επιτύχουν είτε νέους όρους για το χρέος είτε να παρατείνουν την περίοδο αποπληρωμής, εφ’ όσον δεχθούν κάποιους πρόσθετους όρους.

Ο πρώτος μεταξύ αυτών είναι η απαίτηση της εκκαθάρισης των δημόσιων οικονομικών, που είναι ένας αναπόφευκτος προάγγελος της ιδιωτικοποίησης των εθνικών περιουσιακών στοιχείων. Η ιδιωτικοποίηση επιτρέπει στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες να αναλάβουν βασικές βιομηχανίες ή να πάρουν ένα μερίδιο αυτών, ούτως ώστε να έχουν απόλυτο έλεγχο στην εξαγωγή και διανομή των στρατηγικών πρώτων υλών, χωρίς καμία κυβερνητική παρέμβαση.

Στη συνέχεια ακολουθούν οι όροι των συμβάσεων πιστοδότησης που συνήθως δίνουν προτεραιότητα στους πιστωτές στις προμήθειες με αντίστοιχη μείωση στην τιμή αγοράς. Σε άλλες περιπτώσεις, όταν ο ιμπεριαλισμός αποκτά το μονοπώλιο στη ζήτηση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Όταν η πίεση που ασκείται από τον εκβιασμό δεν είναι αρκετή, τότε είναι η ολοκληρωτική δύναμη αυτή που καθορίζει την πρόσβαση στην αγορά και τα επίπεδα των τιμών των πρώτων υλών. Δεν είναι τυχαίο που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, με το αδηφάγο δίκτυο των εθνικών και διεθνών του εταιρειών, με ή χωρίς την υποστήριξη του ΔΝΤ και του ΟΗΕ, έφερε τις αγορές πρώτων υλών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής στα χαμηλότερα επίπεδά τους. Οι ΗΠΑ έχουν εξαπολύσει σειρά πολέμων για το πετρέλαιο και δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει ότι αυτό δεν θα συνεχιστεί, σε άμεση αναλογία με την όξυνση της εθνικής και διεθνούς κρίσης, ακόμη κι αν η ίδια η κυβέρνηση Ομπάμα παρουσιάζεται ως διαφορετική από την προηγούμενη, χωρίς, εντούτοις, να απορρίπτει τους «ηγεμονικούς» της στόχους.

Μπορούμε να τα συνοψίσουμε όλα αυτά λέγοντας ότι η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα προς τις διεθνείς αγορές είναι ευθέως ανάλογη με τη ζημία που προκλήθηκε από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Όσο χαμηλότερα είναι τα κέρδη, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη προσφυγής, μέσω του εκβιασμού ή της ισχύος, σε μια σειρά αντισταθμιστικών μέτρων που επιτρέπουν στον καπιταλισμό μια υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου ούτως ώστε να μπορέσει να γλιτώσει από τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Έτσι, το κόστος πληρώνεται από την περιφέρεια και από τους ασθενέστερους ανταγωνιστές και, πάνω απ’ όλα, από το αντίστοιχο εθνικό και διεθνές προλεταριάτο.

Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα, ακόμα και για όποιον στερείται παρατηρητικότητας. Δεν υπάρχει καμία στρατηγικά σημαντική περιοχή χωρίς την ένοπλη παρουσία των ΗΠΑ, είτε πρόκειται για τον Περσικό Κόλπο, τη Μέση Ανατολή, ή την Κεντρική Ασία. Επιπλέον, ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο, η Ευρώπη, η Ρωσία και η Κίνα παίζουν επίσης έναν επιθετικό ρόλο. Οι πόλεμοι για το πετρέλαιο και για τον έλεγχο των πρώτων υλών συνεχίζονται επί χρόνια χωρίς λύση.

Η παρούσα κρίση δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να επιδεινώνει τις αντιφάσεις που βρίσκονται στην καρδιά του καπιταλιστικού κοινωνικού και παραγωγικού συστήματος. Έτσι όπως είναι τα πράγματα, η κοινωνική παραγωγή μειώνεται. Τα στοιχεία του ΑΕΠ για τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία είναι πολύ κάτω του μηδενός. Ολόκληροι τομείς της παραγωγής βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Το πιστωτικό σύστημα σφαδάζει. Οι κατώτατες κοινωνικές τάξεις δεν μπορούν να καταναλώσουν. Το διεθνές προλεταριάτο υφίσταται επιθέσεις από το κεφάλαιο σε όλα τα μέτωπα -εργασία, υψηλότερη εκμετάλλευση, αυξανόμενη εξαθλίωση- ενώ η κερδοσκοπία και ο παρασιτισμός συνεχίζουν παράλληλα να αυξάνονται, παρ’ όλες τις εκκλήσεις για χρηματοπιστωτική ηθική, λες και αυτή η καταστροφική κρίση του καπιταλισμού θα μπορούσε να αναχθεί στην απουσία κανονισμών και στην ανάγκη για «ηθική» συμπεριφορά. Αυτή η κρίση αποδεικνύει πόσο παρακμασμένος είναι ο καπιταλισμός και πώς οι τεράστιες αντιφάσεις του δημιουργούνται μέσα από το ίδιο το παραγωγικό σύστημα και τους εγγενείς μηχανισμούς του για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, και οι οποίες, λόγω της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, κάνουν το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που τις προκάλεσε ακόμα πιο επιθετικό, για να μην πούμε, θηριώδες.

Μετεγκατάσταση της παραγωγής και εξαγωγή χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου

 

Όπως γίνεται πάντα, τα χαμηλά ποσοστά κέρδους έχουν επιβάλλει μια σχετική υπερπαραγωγή κεφαλαίου στο παραγωγικό σύστημα. Με τη σειρά της, η υπερπαραγωγή κεφαλαίου προϋποθέτει ένα πλεόνασμα εμπορευμάτων. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι έχουν παραχθεί πάρα πολλά προϊόντα και ότι υπάρχει πλεόνασμα της παραγωγικής ικανότητας σε σχέση με τις κοινωνικές ανάγκες ή ακόμα ότι έχει παραχθεί πολύς πλούτος με τη μορφή κεφαλαίου. Αυτό που σημαίνει είναι ότι, μέσα στις στενές και αντιφατικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, τα χαμηλά ποσοστά κέρδους οδηγούν σε μια αυξανόμενη μάζα κεφαλαίου που δεν μπορεί να επενδυθεί παραγωγικά. Αυτό αυξάνει το απόθεμα των εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πωληθούν λόγω του χαμηλού επιπέδου ζήτησης, η οποία δεν μπορεί να τα απορροφήσει στην υφιστάμενη τιμή και οι προμηθευτές πρώτων υλών, τα εργοστάσια, μειώνουν την παραγωγή ή αναγκάζονται να κλείσουν.

Επομένως, μια διέξοδος από την κρίση που δημιουργείται λόγω της πτώσης του ποσοστού κέρδους, εκτός από την κερδοσκοπία, είναι η μεταφορά της παραγωγής στο εξωτερικό, όπου το κόστος των πρώτων υλών, των υποδομών και, πάνω απ’ όλα, της εργατικής δύναμης, είναι κατά πολύ χαμηλότερα. Στη σημερινή εποχή η εξαγωγή κεφαλαίου που συνοδεύεται από τη μετεγκατάσταση της παραγωγής έχει αναπτυχθεί με γεωμετρική πρόοδο. Από τη σοβαρή κρίση της δεκαετίας του ‘70 μέχρι σήμερα, όλες οι υψηλώς βιομηχανοποιημένες χώρες έχουν κάνει έντονες προσπάθειες για την εξεύρεση οικονομικών ζωνών, όπου το κόστος της εργατικής δύναμης είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερο και η συνδικαλιστική προστασία είναι ελάχιστη ή ανύπαρκτη.

Όσο περισσότερο η μετεγκατάσταση επιτυγχάνει να εξεύρει αυτούς τους όρους, τόσο πιο αποτελεσματικό είναι το αντίδοτο στην πτώση του ποσοστού κέρδους.

Κάθε προηγμένο καπιταλιστικό κράτος, ανάλογα με το ιμπεριαλιστικό του βάρος, ψάχνει τη δική του ζώνη, τη δική του σφαίρα επιρροής, αναζητεί ένα φτωχό προλεταριάτο που είναι αναγκασμένο να αποδεχτεί όποιον μισθό του προσφέρουν οι ξένες εταιρείες. Αυτή είναι μία πλευρά της παγκοσμιοποίησης. Για ένα κεφάλαιο που ασφυκτιά από την έλλειψη κερδών, η κατεδάφιση των τελωνειακών φραγμών, η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων, η δυνατότητά του να αποκεντρώνει την παραγωγή όπου αυτό θέλει και να έχει στη διάθεσή του, χωρίς κανέναν συνδικαλιστικό φραγμό, ένα διεθνές προλεταριάτο το κόστος του οποίου είναι τουλάχιστον 10-15 φορές χαμηλότερο από ό,τι εντός συνόρων, αποτελεί το μάννα που κανείς δεν μπορεί να απορρίψει.

Εκτός από τους ιμπεριαλιστικούς γίγαντες, όπως οι ΗΠΑ, -που έχουν αποικιοποιήσει το νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου καθώς και περιοχές της Ασίας όπως η Κίνα- ή η Ιαπωνία, -η οποία έχει καταλάβει την υπόλοιπη Ασία και Κίνα (40% των κινεζικών εξαγωγών γράφουν στις ετικέτες τους “made in the USA” ή “made in Japan” )- η συμμετοχή της γηραιάς Ευρώπης δεν είναι μικρότερη. Η Γαλλία εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται τις πρώην αποικίες της στη βόρειο, κεντρική και δυτική Αφρική. Η Γερμανία έχει λάβει θέση στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και η Ιταλία κατάφερε να αποκεντρώσει την παραγωγή της πέραν της Αδριατικής, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία και στην Πολωνία, καθώς επίσης στη Βραζιλία και στην Αργεντινή.

Ως συνήθως, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Για περισσότερο από έναν αιώνα η αποκέντρωση της παραγωγής πραγματοποιήθηκε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Ωστόσο, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, και με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία είκοσι χρόνια, η ανάγκη αποκατάστασης ανεκτών περιθωρίων κέρδους έχει κάνει τον αγώνα για αγορές εργατικού δυναμικού χαμηλού κόστους ζήτημα ζωής και θανάτου για τις οικονομίες με υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου.

Εκείνοι που αρνούνται ότι η τάση της μείωσης του ποσοστού κέρδους είναι ένα πρόβλημα για τον σύγχρονο καπιταλισμό και οι οποίοι υποστηρίζουν ότι όλες αυτές οι εκδηλώσεις των αντίρροπων τάσεων δεν είναι απολύτως τίποτα καινούργιο και ότι, αντιθέτως, είμαστε μάρτυρες μιας νέας φάσης της οικονομικής επέκτασης όπως καταδεικνύεται από την Κίνα, θα πρέπει να θυμηθούν ότι το ασιατικό οικονομικό θαύμα οφείλεται εν μέρει στο αποτέλεσμα αυτής της καπιταλιστικής αντίφασης. Η εκπληκτική οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, η οποία επέτρεψε στο Πεκίνο να μιλάει για ένα μέσο ποσοστό αύξησης της τάξεως του 10% τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, βασίζεται σε τρεις παράγοντες. Στην πυρετώδη αποκέντρωση της παραγωγής, που συνοδεύεται από τη νέα τεχνολογία, από την πλευρά των χωρών που βρίσκονται σε κρίση λόγω του χαμηλού ποσοστού κέρδους, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και, εν μέρει, η Δυτική Ευρώπη. Βασίζεται επίσης στην άφιξη των τεράστιων ποσών χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από τις παραπάνω χώρες, για τον απλούστατο λόγο ότι στην Κίνα είχαν και εξακολουθούν να έχουν στη διάθεσή τους ένα προλεταριάτο με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, έως και 80-90% χαμηλότερους, μια εργάσιμη ημέρα η οποία μπορεί να φτάσει και τις 14 ώρες, και καμία συνδικαλιστική οργάνωση και καμία κάλυψη για την υγεία και την ασφάλιση είτε για την εργασιακή ασφάλεια.

Είναι αυτονόητο ότι μακροπρόθεσμα η ανάπτυξη σε αυτό το ποσοστό στην Κίνα θα σταματήσει, όπως συνέβη στο παρελθόν στις πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70, όχι επειδή η καπιταλιστική πρόοδος θα φθάσει στο απόγειό της, αλλά επειδή ο κινεζικός καπιταλισμός θα αναγκαστεί να υποστεί τις ίδιες συνέπειες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υψηλώς εκβιομηχανισμένες χώρες. Η ανάπτυξη των χωρών αυτών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τον καπιταλισμό σε φάση επέκτασης, όταν υπήρχαν νέοι τομείς προς ανάπτυξη και οικονομική μεγέθυνση.

Τουναντίον, οι αντίρροπες τάσεις εμπίπτουν εντελώς στη φάση παρακμής του καπιταλισμού, η οποία πλήττει το διεθνές κεφάλαιο λόγω της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Πώς μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο; Μόνο με την αναγέννηση της ταξικής πάλης υπό την καθοδήγηση του επαναστατικού κόμματος, η οποία δεν περιορίζεται σε οικονομικά αιτήματα, είτε αμυντικά ή επιθετικά, ακόμα κι αν αυτά αποτελούν το σημείο εκκίνησης. Αντιθέτως, το κόμμα θα αρχίσει επίσης να αμφισβητεί τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να διασφαλίσει τα οικονομικά και πολιτικά του συμφέροντα. Το να κινηθείς εναντίον του κεφαλαίου σημαίνει πρώτα απ’ όλα αμφισβήτηση των προϋποθέσεων ύπαρξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, των παραγωγικών σχέσεων που είναι υπεύθυνες για την ολοένα και πιο έντονη εκμετάλλευση, για εκατομμύρια εργαζόμενους που υποφέρουν από την ανεργία, για την καταστροφική οικονομική κρίση που συνοδεύει τη δημιουργία πλούτου, η οποία οδηγεί σε πόλεμο για να είναι δυνατή η διαδικασία της συσσώρευσης και της απόσπασης της υπεραξίας που αποτελεί τη βάση της ύπαρξής του. Διαφορετικά, η εργατική τάξη θα παλινδρομεί, καθώς θα προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ασυμβίβαστο, με το κεφάλαιο, το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με τα σημερινά και μελλοντικά συμφέροντα του προλεταριάτου.

Fabio Damen

 

Πηγή: Revolutionary Perspectives Νο 45

Τριμηνιαίο Περιοδικό της Κομμουνιστικής Εργατικής Οργάνωσης (C.W.O.)

Τίτλος πρωτοτύπου: The Fall in the Average Rate of Profit – the Crisis and its Consequences

http://www.leftcom.org

Το κείμενο προδημοσιεύτηκε στα ιταλικά στο περιοδικό Prometeo Νο. 1, Σειρά VII, Ιούλιος 2009,

θεωρητικό περιοδικό της Battaglia Comunista (όργανο του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος – PCInt).


[1] Karl Marx, Capital, Volume III, Chapter XII, ‘The Law as Such’, σ. 619, International Publishers, NY, http://www.marxists.org.

[2] Karl Marx, Capital, Volume III, Chapter XV, ‘Exposition of the Internal Contradictions of the Law’, σ. 619, International Publishers, NY, http://www.marxists.org.

[3] Ο όρος δηλώνει το φεουδαλικό δικαίωμα του άρχοντα να κοιμηθεί με τη γυναίκα ενός υποτελή του την πρώτη νύχτα του γάμου τους. (Σ.τ.Μ.).

[4] Sergio Marchionne: Γενικός Διευθυντής της Fiat.

[5] Maurizio Sacconi, Υπουργός Εργασίας, Υγείας και Κοινωνικής Πολιτικής. Το νομοσχέδιο το οποίο υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο στις 29.2.09, μεταξύ άλλων, στοχεύει να εμποδίσει τις απεργίες που πραγματοποιούνται σε «βασικές υπηρεσίες|» και περιλαμβάνει την απαίτηση για τους εργαζόμενους στις δημόσιες μεταφορές να εγκαταλείψουν το δικαίωμα της απεργίας υπέρ της «εικονικής απεργίας».

Οικονομολόγοι ακαδημαϊκοί και νομικοί εμπειρογνώμονες στην Ιταλία αντιμετωπίζουν χωρίς ιδιαίτερη σοβαρότητα την έννοια της «εικονικής απεργίας» για πάνω από μια δεκαετία. Ακαδημαϊκά μιλώντας, οι εργοδότες έπρεπε να θυσιάσουν το εισόδημα που θα έχαναν αν πραγματοποιείτο μια πραγματική απεργία (κάνοντας μια δωρεά για φιλανθρωπικό σκοπό, για παράδειγμα). Περιττό να πούμε, ότι στην πραγματικότητα η εκδοχή Sacconi δεν συνεπάγεται καμία απώλεια για τους εργοδότες.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: