Γένεση και ανάπτυξη του εργατισμού: Quaderni Rossi («Κόκκινα Τετράδια»)

1969-01-01-offensiva-operaiaΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

Γένεση του εργατισμού

 

Ο εργατισμός (operaismo) είναι ένα πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, στην Ιταλία απέκτησε σάρκα και οστά στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 με τη συνεργασία της ομάδας εργασίας του Ινστιτούτου Ροντόλφο Μοράντι[1] (που δραστηριοποιείτο σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο) και ορισμένων μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου του Τορίνο. Από αυτή τη συνεργασία προέκυψε ένα περιοδικό ανάλυσης και παρέμβασης, τα Κόκκινα Τετράδια. Εκδόθηκαν συνολικά έξι τεύχη και δύο τόμοι. Πρόκειται για τα Γράμματα και τις Σημειώσεις των «Τετραδίων».

 Πρόθεση των εργατιστών ήταν να τεθεί εκ νέου η εργατική τάξη στο επίκεντρο της ανάλυσης -εξ ου και το όνομα εργατισμός– και να αναλυθεί η κατάσταση και η ταξική της συνείδηση μέσα στις τότε συνθήκες (αρχές της δεκαετίας του ‘60). Οι συγγραφείς αποδύθηκαν σε αυτό το εγχείρημα απαλλαγμένοι, κατά το δυνατόν, από την παρέμβαση των καθιερωμένων πολιτικών κομμάτων, από τα οποία προέρχονταν πολλοί από αυτούς και στο εσωτερικό των οποίων ορισμένοι συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την εμπειρία των Κόκκινων Τετραδίων. Μέσω της συνεργασίας τους με συνδικαλιστικά στελέχη συγκέντρωσαν υλικό προς ανάλυση και έρευνα προκειμένου να μετουσιωθεί σε άμεση δράση μέσα στην εργατική τάξη. Η πρόθεση δημιουργίας ενός πυρήνα ανθρώπων μέσα στο εργοστάσιο εκ μέρους του Ινστιτούτου Ροντόλφο Μοράντι το οδήγησε στη στενή συνεργασία του με συνδικαλιστικές οργανώσεις (κυρίως την CGIL[2]). Η επιλογή αυτή οφείλετο ειδικότερα στη σχέση μεταξύ μαρξιστών διανοουμένων και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI), το οποίο είχε προ πολλού πάψει να υπερασπίζεται την εργατική τάξη, έχοντας αναθέσει αυτό το ανεπιθύμητο έργο στο μεγαλύτερο συνδικάτο της Ιταλίας. Οι εργατιστές, ενώ επέκριναν δριμύτατα τα καθιερωμένα κόμματα κατηγορώντας τα ότι περιορίζονται στο να δίνουν μόνο κοινοβουλευτικές μάχες χωρίς να ενδιαφέρονται για τις συνθήκες που επικρατούν μέσα στην ίδια την εργατική τάξη, ωστόσο δεν κατάφεραν –εξαιτίας των διαφορετικών μεταξύ τους απόψεων- να προσδώσουν μια συμβατική μορφή σ’ αυτόν τον επικριτικό λόγο. Έτσι, θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα παρέμειναν άλυτα και αφέθηκαν στην πρωτοβουλία της ίδιας της εργατικής τάξης. Τέτοια ζητήματα αφορούσαν την επαναστατική οργάνωση, τον κοινοβουλευτισμό, τη σοσιαλδημοκρατία και τον προλεταριακό διεθνισμό

Η ιδέα που ενοποιούσε όλους τους εργατιστές (operaisti) ήταν ότι πρέπει να διατυπωθεί μια γραμμή θεωρίας και δράσης για την ιταλική εργατική τάξη εκκινώντας από τις συνθήκες διαβίωσής εκείνης της εποχής. Αυτό ήταν κάτι πολύ χρήσιμο για την περιγραφή κάποιων τάσεων που εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα για το ιταλικό προλεταριάτο, όμως εμπόδιζε μια ευρύτερη άποψη των πραγμάτων, απολυτοποιώντας, κατά τον τρόπο αυτό, τη μεταπολεμική φάση του καπιταλισμού.

Οικονομικό πλαίσιο

 

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 ο καπιταλισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε φθάσει στο απόγειο της μεταπολεμικής φάσης συσσώρευσης (στην Ιταλία αυτό συνέβη μόλις στα τέλη της ίδιας δεκαετίας). Τα υψηλά κέρδη και η πλήρης απασχόληση προοιώνιζαν μια λαμπρή περίοδο για τον καπιταλισμό. Ακόμη και στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 το φορντικό σύστημα[3] ερχόταν στο προσκήνιο. Το σύστημα αυτό εβασίζετο στη σταδιακή αυτοματοποίηση της βιομηχανικής εργασίας και στην επακόλουθη αποειδίκευση του βιομηχανικού εργάτη (γέννηση του «μαζικού εργάτη»[4], δηλαδή του ανειδίκευτου εργάτη που εργάζεται στην αλυσίδα συναρμολόγησης), ο οποίος ωστόσο εστερείτο πολλών κοινωνικών εχεγγύων τα οποία απολάμβαναν οι συνάδελφοί του στις αγγλοσαξωνικές χώρες. Αυτή η ανωμαλία οδήγησε σε μια ιδιαιτερότητα στην ιταλική περίπτωση: τη δυνατότητα ενός ευρέως φάσματος παραχωρήσεων προς τους εργάτες από το κεφάλαιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των συνδικάτων και θα εφαρμόζετο μια κεϋνσιανή πολιτική αλά ιταλικά  (πολύ μεγάλη κρατική παρέμβαση στην οικονομία). Τα μέτρα αυτά ήταν διαφόρων ειδών: μισθολογικές αυξήσεις, κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, συντάξεις), προστασία από τις αυθαιρεσίες μεμονωμένων επιχειρηματιών, εγγυημένη εργασία και ούτω καθεξής. Τα μέτρα αυτά υποτίθεται ότι θα ενσωμάτωναν τους εργάτες στη διαδικασία μετασχηματισμού του καπιταλισμού ώστε να μην ανθίστανται σ’ αυτήν.

Η βασική θέση του «υποκειμενισμού»[5]

 

Η ιδιαιτερότητα αυτή οδήγησε τους εργατιστές να πιστεύουν ότι η ιταλική εργατική τάξη δεν ήταν εντελώς «κατευνασμένη», δεδομένου ότι δεν της είχαν δοθεί ακόμη τα ψίχουλα της νέας ευημερίας˙ ευημερίας που -σύμφωνα με τους εργατιστές της Ιταλίας καθώς και εκείνους της Γερμανίας και των ΗΠΑ- δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου, και ως εκ τούτου μια προσωρινή κατάσταση, αλλά μάλλον μια φάση που αποτελούσε το απόγειο του καπιταλισμού. Ο ιταλικός εργατισμός πήρε την ανάλυσή του από αμερικανούς «νεομαρξιστές» και την προσάρμοσε στην ιταλική περίπτωση. Σύμφωνα με τους εργατιστές, υπήρχε μια αυθόρμητη αντίσταση των εργατών στην καθιέρωση του φορντικού μοντέλου ανάπτυξης, εφόσον ο ιταλικός καπιταλισμός δεν ήταν ακόμη σε θέση να εξασφαλίσει αμέσως στην εργατική τάξη τα εχέγγυα που θα είχαν τη δυνατότητα να την κατευνάσουν, όπως συνέβη σε άλλες χώρες. Είναι σαφές ότι σύμφωνα με αυτή τη θεωρία όταν θα έχει ολοκληρωθεί η αναδιοργάνωση του εργοστασίου, η εργατική τάξη αντικειμενικά δεν θα ανταγωνίζεται πλέον το κεφάλαιο, αλλά θα έχει γίνει ένα γρανάζι του συστήματος. Κατά συνέπεια, θα προκύψει η ανάγκη εξεύρεσης ενός νέου ανταγωνιστικού κοινωνικού υποκειμένου προς το κεφάλαιο. Στις περιπτώσεις όπου θεωρείτο ότι αυτός ο «κατευνασμός» είχε πραγματοποιηθεί, η εργατική τάξη εγκαταλείφθηκε γενικά ως αντικείμενο πολιτικής αναφοράς: βλέπε τον Μαρκούζε και τη Σχολή της Φρανκφούρτης, που ανεύρισκαν αυτό το νέο υποκείμενο στους φοιτητές και στους λαούς του Τρίτου Κόσμου ή τους αμερικανούς «νεομαρξιστές» Μπάραν και Σουίζι, οι οποίοι προσδιορίζουν τους κοινωνικώς περιθωριοποιημένους ως το νέο ανταγωνιστικό προς το κεφάλαιο κοινωνικό υποκείμενο. Είναι προφανές ότι οι θέσεις αυτές σχετικά με τις αιτίες του ανταγωνισμού ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και στο κεφάλαιο βασίζονται σε διαφορετικές εκτιμήσεις από αυτές του επαναστατικού μαρξισμού.

Η θέση των εργατιστών είναι ότι η εργατική τάξη ανταγωνίζεται το κεφάλαιο, επειδή δεν έχει λάβει ακόμη τα κοινωνικά εχέγγυα που παρέχει το φορντικό σύστημα.

Η θέση αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη θέση του Μαρξ σύμφωνα με την οποία η εργατική τάξη είναι αντικειμενικά ανταγωνιστική προς τον καπιταλισμό διότι μέσω της εκμετάλλευσης αποσπάται υπεραξία (η οποία είναι η πηγή του κέρδους και της επακόλουθης διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου). Η σύγκρουση δημιουργείται από το γεγονός ότι το κεφάλαιο, προκειμένου να αυξήσει τα κέρδη του, αναγκάζεται να αποσπά όλο και μεγαλύτερα ποσά υπεραξίας (απλήρωτη εργασία ή υπερεργασία) από τους εργαζόμενους δια της μείωσης του αναγκαίου χρόνου εργασίας (που αντιστοιχεί στον εργάσιμο χρόνο για τον οποίο στην ουσία πληρώνεται ο εργάτης), με την αύξηση της παραγωγικότητας (κάνοντας τους εργάτες να παράγουν περισσότερο με την ίδια αμοιβή), είτε με την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας.

Το σχέδιο του κεφαλαίου

 

Όλη αυτή η έμφαση στο ανταγωνιστικό προς το κεφάλαιο υποκείμενο οφείλεται στην ιδέα -η οποία  είναι θεωρητικώς πρωτίστης σημασίας για αυτή την ιδεολογία, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί- ότι ο καπιταλισμός έχει καταφέρει να ξεπεράσει τις αντιφάσεις του που απορρέουν από ενδοκαπιταλιστικές διαμάχες, δηλαδή έχει ξεπεράσει την αναρχία που κάποτε τον διέκρινε με το να καταστεί κοινωνικός. Με τον τρόπο αυτό κάθε καπιταλιστής δεν σκέφτεται πια για λογαριασμό του αλλά για τα συμφέροντα ολόκληρου του κεφαλαίου, εξαλείφοντας έτσι την αιτία των κυκλικών κρίσεών του καπιταλισμού: την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Αυτή η θέση ορίζεται ως «σχέδιο του κεφαλαίου». Σύμφωνα με τους εργατιστές, ο καπιταλισμός είναι σε θέση να υιοθετήσει έναν παγκόσμιο σχεδιασμό και κατά συνέπεια να εξαλείψει όλες τις αντιφάσεις που οφείλονται στην αναρχία της αγοράς. Για τους εργατιστές, εφόσον το κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζει πια διαρθρωτικές κρίσεις εξαιτίας των αντικειμενικών οικονομικών του αντιφάσεων, μια ενδεχόμενη κρίση μπορεί να οφείλεται μόνο σε υποκειμενικούς λόγους και κατά μείζονα λόγο στην εναντίωση που προέρχεται από την αυθόρμητη αντικαπιταλιστική υποκειμενικότητα. Εφεξής κρίσεις και μετασχηματισμοί στην παραγωγή (αναδιαρθρώσεις, μετεγκαταστάσεις κτλ.) θα αποτελούν συνέπεια της μαχητικής διάθεσης που μπορεί να εκδηλώσει η εργατική τάξη. Το κεφάλαιο δεν θα πραγματοποιεί πλέον αλλαγές στον παραγωγικό μηχανισμό του λόγω της αναγκαιότητας αξιοποίησης του κεφαλαίου και προκειμένου να περιοριστούν οι ενδογενείς αιτίες της συνεχιζόμενης κρίσης, αλλά για να περιορίσει και να ανακόψει τον αγώνα της εργατικής τάξης. Έτσι οι μετεγκαταστάσεις εργοστασίων στη Νοτιοανατολική Ασία δεν πραγματοποιήθηκαν για να αυξηθεί μαζικά το ποσό της αποσπώμενης υπεραξίας από το προλεταριάτο, αλλά αποσκοπούσε στη διαίρεση του αγωνιζόμενου προλεταριάτου στη Δύση.

Πού βρίσκεται όμως αυτό το μαχόμενο προλεταριάτο; Θα ήταν αρκετό να εξετάσει κανείς την παρούσα κατάσταση για να αντιληφθεί πόσο εσφαλμένες είναι οι εν λόγω θεωρίες. Όσο κι αν οι μεγάλες επιχειρήσεις προσπαθούν να σχεδιάσουν -και αυτό αποτελεί σταθερή τους πρόθεση- ο σχεδιασμός είναι αδύνατος σε ένα ανταγωνιστικό οικονομικό σύστημα.

Απόδειξη δε αυτού είναι η διάλυση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο, αφού εξομαλύνει σε κάποιο βαθμό τις ταξικές αντιθέσεις, ουδέποτε θα είχε καταργηθεί εάν η κατάργησή του δεν αποτελούσε αντικειμενική αναγκαιότητα του συστήματος εξαιτίας επιπλέον και της κρίσης που ξέσπασε το 2007. Η κρίση αυτή είναι μια δομική κρίση που προέρχεται από τα σπλάχνα του καπιταλισμού, από τις εσωτερικές αντιφάσεις του, και η οποία δεν υπάρχει περίπτωση να επιλυθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με το ξεπέρασμα του ίδιου του καπιταλισμού. Οπωσδήποτε πάντως η κρίση αυτή δεν προκλήθηκε από το προλεταριάτο και από τη δράση του υποκειμενικού παράγοντα.

Εν ολίγοις, οι εργατιστές ουσιαστικά οδηγούνται σε μια πλήρη ανατροπή της υλιστικής θεώρησης της κοινωνίας και της ιστορίας. Δεν είναι πλέον η αντικειμενική οικονομική δομή με την αντιφατική κίνησή της αυτή η οποία καθορίζει την υποκειμενική δράση και η οποία, με τη σειρά της, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την πραγματικότητα εάν στραφεί προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Αντιθέτως, η υποκειμενική κίνηση είναι αυτή που καθορίζει την κίνηση της οικονομίας. Η συλλογιστική αυτή –η οποία απολυτοποιεί μια συγκεκριμένη φάση της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού- υποθέτει ότι ο καπιταλισμός έχει επιλύσει τις αντιφάσεις του και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια εναλλακτική πολιτική στρατηγική. Δεν υπάρχει πλέον πάλη των τάξεων επειδή η αντικειμενικά ανταγωνιστική τάξη δεν είναι πια ανταγωνιστική. Πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας· αντίθετα, η εργατική τάξη απαιτεί όλο και περισσότερα κοινωνικά εχέγγυα (δικαιώματα, κοινωνικές υπηρεσίες, κατώτατο μισθό κτλ.). Αυτό υλοποιείται μέσω της δημιουργίας μιας αντιτιθέμενης δύναμης απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου. Αυτή η «αντισταθμιστική δύναμη» μπορεί να διευρύνει τα περιθώρια παρέμβασης της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού και η οποία με τη σειρά της θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στη διαχείριση του πλούτου, δηλαδή στη συνδιαχείριση του καπιταλισμού, προκειμένου να πραγματοποιηθεί μια αναδιανομή των κερδών για επωφελείς κοινωνικούς σκοπούς.

Κατά συνέπεια, οι εργατιστές αντί για μια επαναστατική θεωρία προτείνουν μια μόνιμη ριζική μεταρρύθμιση, η οποία δεν λαμβάνει καν υπόψη της τις φάσεις της οπισθοδρόμησης του αγώνα. Αλλά στην πραγματικότητα η πάλη για διεκδικήσεις στέφεται με επιτυχία μόνο σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, όταν η εργοδοσία πρέπει να κάνει παραχωρήσεις. Όμως, από τη στιγμή που τα αφεντικά δεν έχουν άλλα ψίχουλα να προσφέρουν -εξαιτίας της κρίσης των κερδών– ο αγώνας ηττάται και λόγω των διαψεύσεων του κινήματος η εργατική τάξη υποχωρεί.

(συνεχίζεται)

 

JB (RM)

 

 

Το άρθρο προέρχεται από το περιοδικό Amici di Spartaco No 21

 

Το μεταφράσαμε από τα αγγλικά (από την ιστοσελίδα της ICT: http://www.leftcom.org


[1] Ο Rodolfo Morandi (1902-1955), ηγέτης του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ISP). Συμμετείχε στην Αντίσταση, διετέλεσε γενικός γραμματέας (1945-6) και αναπληρωτής γενικός γραμματέας (από το 1949) του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Έγινε γερουσιαστής το 1948. Έγραψε  βιβλία πάνω στην οικονομική ιστορία και τα προβλήματα του εργατικού κινήματος. [Πηγή: The Great Soviet Encyclopedia] (Σ.τ.Μ.)

[2] Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Συνδεόταν κατά παράδοση με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. (Σ.τ.Μ.)

[3] Φορντισμός είναι το παραγωγικό σύστημα που στηρίζεται στην οργάνωση του καταμερισμού εργασίας με βάση την αλυσίδα παραγωγής και την εκτεταμένη χρησιμοποίηση όλο και λιγότερο ειδικευμένης εργατικής δύναμης, με στόχο τη ραγδαία άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και την παραγωγή μεγάλου όγκου φθηνών εμπορευμάτων που προορίζονται για μαζική λαϊκή κατανάλωση. Αυτό το οικονομικό μοντέλο κυριάρχησε στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τη δεκαετία του ’70 και συνδυάστηκε με κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές. (Σ.τ.Μ.)

[4] Ο «εργάτης-μάζα» είναι ένας όρος που διατυπώθηκε τη δεκαετία του ’60 από τους θεωρητικούς της ιταλικής «εργατικής αυτονομίας». Σύμφωνα με αυτούς, από τη δεκαετία του ’20 εμφανίζεται ένας νέος τύπος εργάτη, ο οποίος, λόγω του ειδικού συστήματος οργάνωσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, είναι υποχρεωμένος να εκτελεί μια μηχανική, επαναληπτική, κατατεμαχισμένη και στοιχειώδη εργασία, με αποτέλεσμα να υποβιβάζεται σε εξάρτημα της μηχανής μέσα στο σύγχρονο εργοστάσιο. Έτσι, ο «εργάτης-μάζα» είναι ο τύπος εργάτη που αντιστοιχεί στο φορντικό παραγωγικό μοντέλο, που βασίζεται στην εφαρμογή της αλυσίδας παραγωγής μέσα σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και στην ευρύτατη χρησιμοποίηση εργασίας που απαιτεί όλο και λιγότερες ειδικές γνώσεις. (Σ.τ.Μ.)

[5] Subjectivism (αγγλικά). (Σ.τ.Μ.)1969-01-01-offensiva-operaia

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: