ΑΜΑΝΤΕΟ ΜΠΟΡΝΤΙΓΚΑ – ΑΟΥΣΒΙΤΣ: ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΛΛΟΘΙ

χιροσίμα

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

MAZI ME ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ

 

Ο αριστερός τύπος, για άλλη μια φορά, καταδεικνύει ότι ο ρατσισμός, και πρωτίστως ο αντισημιτισμός, αποτελεί το μέγα άλλοθι του αντιφασισμού. Αυτό είναι το λάβαρο που προτιμά καλύτερα να ανεμίζει και, ταυτοχρόνως, το τελευταίο του αποκούμπι ως προς τη διαπραγμάτευση του όλου ζητήματος. Ποιος μπορεί να μην φέρνει στον νου του τα στρατόπεδα εξόντωσης και τα κρεματόρια; Ποιος δεν κλίνει την κεφαλή μπροστά σε έξι εκατομμύρια δολοφονημένους Εβραίους; Ποιος δεν φρίττει μπροστά στον σαδισμό των ναζί; Και όμως, αυτή είναι η πιο σκανδαλώδης φενάκη του αντιφασισμού, και έχουμε χρέος να την καταδείξουμε.

Μια τελευταία αφίσα του MRAP[1] αποδίδει την ευθύνη για τον θάνατο 50 εκατομμυρίων ανθρώπων[2], εκ των οποίων τα 6 εκατομμύρια ήταν Εβραίοι, στον ναζισμό. Τούτη η θέση -η οποία είναι πανομοιότυπη με την άποψη των λεγόμενων κομμουνιστών, σύμφωνα με την οποία ο «φασισμός είναι πολεμοκάπηλος»- είναι μια τυπικά αστική θέση. Επειδή αρνούνται να δουν τον ίδιον τον καπιταλισμό ως την αιτία των κρίσεων και των μεγάλων καταστροφών που πλήττουν ανά περιόδους τον κόσμο, οι αστοί και οι ρεφορμιστές ιδεολόγοι προσποιούνται ότι τις εξηγούν με την κακοήθεια του ενός ή του άλλου. Εδώ διαπιστώνουμε την ουσιαστική ταυτότητα μεταξύ της φασιστικής και της αντιφασιστικής ιδεολογίας, αν μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι. Αμφότερες διακηρύσσουν ότι οι σκέψεις, οι ιδέες και η βούληση των ανθρωπίνων ομάδων είναι αυτές που καθορίζουν τα κοινωνικά φαινόμενα. Εν αντιθέσει προς τις ιδεολογίες τις οποίες αποκαλούμε «αστικές» -επειδή είναι ιδεολογίες που βρίσκονται στην υπεράσπιση του καπιταλισμού- και προς αυτούς τους παρελθόντες, σημερινούς και μελλοντικούς ιδεαλιστές, ο μαρξισμός έχει αποδείξει, απεναντίας, ότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι αυτές που καθορίζουν τα ιδεολογικά κινήματα.

Αυτή είναι η βάσις του μαρξισμού και, για να συνειδητοποιήσουμε σε ποια έκταση οι λεγόμενοι μαρξιστές την έχουν απορρίψει, αρκεί να δούμε ότι γι’ αυτούς όλα έχουν περάσει στην σφαίρα των ιδεών: η αποικιοκρατία, ο ιμπεριαλισμός, ο ίδιος ο καπιταλισμός δεν είναι πια τίποτε άλλο από νοητικές καταστάσεις. Ξαφνικά δε όλα τα δεινά που υφίσταται η ανθρωπότητα οφείλονται στους δημιουργούς αυτών των δεινών: αυτούς που προκαλούν την φτώχεια, την καταπίεση, τον πόλεμο κ.ο.κ.

Ο μαρξισμός, απεναντίας, έχει αποδείξει ότι η φτώχεια, η καταπίεση, ο πόλεμος και ο όλεθρος δεν είναι διόλου ανωμαλίες που οφείλονται σε σκόπιμες και κακοποιές βουλήσεις, αλλά αποτελούν μέρος της «ομαλής» λειτουργίας του καπιταλισμού. Αυτό ισχύει ειδικά για τους πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού και το οποίο θα διαπραγματευτούμε σε μεγαλύτερη έκταση λόγω της σημασίας που έχει για το ζήτημα που μας απασχολεί, δηλαδή για το ζήτημα του ολέθρου.

Ακόμη κι όταν οι αστοί και οι ρεφορμιστές αναγνωρίζουν ότι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι οφείλονται στην σύγκρουση συμφερόντων, παραμένουν εν τούτοις μακράν του να κατανοούν τον καπιταλισμό. Αυτό το διαπιστώνουμε από την εκ μέρους τους έλλειψη κατανόησης του νοήματος του ολέθρου. Γι’ αυτούς ο σκοπός του πολέμου είναι η νίκη, ενώ η εξόντωση των αντιπάλων και η καταστροφή των εγκαταστάσεων του εχθρού δεν αποτελούν παρά μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού· μάλιστα δε σε τέτοιον βαθμό που υπάρχουν αφελείς οι οποίοι προβλέπουν ότι οι πόλεμοι θα διεξάγονται στο μέλλον με υπνωτικά χάπια. Εμείς, απεναντίας, έχουμε αποδείξει ότι ο όλεθρος είναι ο πρωταρχικός σκοπός του πολέμου. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, που αποτελούν και την άμεση αιτία του πολέμου, αυτοί καθαυτοί  δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης υπερπαραγωγής. Η καπιταλιστική παραγωγή είναι αναγκασμένη να αυξάνεται επειδή η πτώση του επίπεδο του κέρδους και οι κρίσεις γεννώνται από την ανάγκη της ακατάπαυστης επέκτασης της παραγωγής σε συνδυασμό με την αδυναμία πώλησης των εμπορευμάτων. Ο πόλεμος είναι η καπιταλιστική λύση στην κρίση. Η μαζική καταστροφή εγκαταστάσεων, μέσων παραγωγής και εμπορευμάτων επιτρέπει στην παραγωγή να αρχίσει ξανά και η μαζική εξόντωση ανθρώπων εξαλείφει τον περιοδικό «υπερπληθυσμό», ο οποίος βαδίζει χέρι-χέρι με την υπερπαραγωγή. Θα πρέπει να είναι κανείς ένας ανόητος μικροαστός για να πιστεύει ότι οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις θα μπορούσαν να διευθετηθούν με μια παρτίδα «μπουρλότο»[3] ή γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι και ότι αυτός ο τεράστιος όλεθρος και οι θάνατοι δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων οφείλονται μονάχα στην ισχυρογνωμοσύνη, στην μοχθηρία ή στην απληστία κάποιων ανθρώπων.

Το 1844 ο Μαρξ είχε ήδη επικρίνει τους αστούς οικονομολόγους για το ότι θεωρούσαν εξ ορισμού την απληστία εγγενή στην ανθρώπινη φύση αντί να την ερμηνεύσουν και έδειξε πώς και γιατί οι άπληστοι αναγκάζονται να είναι άπληστοι. Ο μαρξισμός κατέδειξε επίσης τις αιτίες του «υπερπληθυσμού» ήδη από το 1844. Ο Μαρξ έγραψε ότι:

«Η ζήτηση ανθρώπων αναγκαστικά ρυθμίζει την παραγωγή των ανθρώπων, όπως και κάθε άλλου εμπορεύματος. Αν η προσφορά υπερβαίνει σημαντικά τη ζήτηση, τότε ένα τμήμα των εργατών βυθίζεται στην επαιτεία ή την πείνα».[4]

Ο Ένγκελς έγραψε επίσης ότι:

 «Υπερπληθυσμός υπάρχει μονάχα όπου υπάρχει γενικώς πληθώρα παραγωγικών δυνάμεων, και [όπως έχουμε δει] η ατομική ιδιοκτησία έχει μετατρέψει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα, η παραγωγή και η καταστροφή του οποίου εξαρτώνται μονάχα από την ζήτηση και ότι ο ανταγωνισμός έχει εξολοθρεύσει, και κάθε μέρα εξολοθρεύει, κατ’ αυτόν τον τρόπο εκατομμύρια ανθρώπους».

Ο τελευταίος ιμπεριαλιστικός πόλεμος όχι μονάχα δεν απέδειξε ότι ο μαρξισμός είναι λανθασμένος -καθιστώντας στην αντίθεση περίπτωση δικαιολογημένο το αίτημα της «ανανέωσής» του- αλλά αντιθέτως απέδειξε την ορθότητα των εξηγήσεών του.

Ήταν απαραίτητο να θυμίσουμε αυτά τα σημεία προτού ασχοληθούμε με την εξόντωση των Εβραίων. Αυτή πραγματοποιήθηκε όντως όχι σε μια τυχαία στιγμή αλλά εν μέσω μιας κρίσης και ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θα πρέπει να ερμηνευθεί ακριβώς μέσα στο πλαίσιο αυτού του γιγάντιου εγχειρήματος του ολέθρου. Έχοντας αυτό κατά νουν το όλο ζήτημα έχει ξεκαθαριστεί. Δεν χρειάζεται πια να πρέπει να εξηγήσουμε τον «καταστροφικό μηδενισμό» των ναζί, αλλά αντιθέτως πρέπει να εξηγήσουμε το γιατί ο όλεθρος επικεντρώθηκε εν μέρει προς τους Εβραίους. Σε αυτό το σημείο οι ναζί και οι αντιφασίστες συμφωνούν: ο αφανισμός των Εβραίων οφείλεται στον ρατσισμό, στο μίσος εναντίον τους, σε ένα αχαλίνωτο και βιαιότατο «πάθος». Όμως εμείς, οι μαρξιστές, γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν ελεύθερα κοινωνικά πάθη και ότι τίποτα δεν είναι πιο καθορισμένο από αυτά τα μεγάλα κινήματα ομαδικού μίσους. Θα δούμε ότι η μελέτη του αντισημιτισμού της εποχής του ιμπεριαλισμού δεν αντικατοπτρίζει παρά αυτήν την αλήθεια.

Δεν είναι τυχαίο που κάνουμε λόγο για «αντισημιτισμό της εποχής του ιμπεριαλισμού», επειδή, αν οι ιδεαλιστές όλων των αποχρώσεων –από τους ναζί έως τους «εβραιολόγους» θεωρητικούς- θεωρούν ότι το μίσος κατά των Εβραίων είναι το ίδιο σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μέρη, εμείς γνωρίζουμε ότι δεν είναι διόλου έτσι τα πράγματα. Ο αντισημιτισμός της σημερινής περιόδου είναι εντελώς διαφορετικός από τον αντισημιτισμό της περιόδου της φεουδαρχίας.[5] Δεν μπορούμε να διαπραγματευθούμε εδώ εις βάθος την ιστορία των Εβραίων, την οποία ο μαρξισμός έχει πλήρως εξηγήσει. Γνωρίζουμε γιατί η φεουδαλική κοινωνία διατήρησε τους Εβραίους ως τέτοιους. Γνωρίζουμε ότι οι ισχυρές αστικές τάξεις -εκείνες που μπόρεσαν να κάνουν νωρίς τις πολιτικές τους επαναστάσεις (Αγγλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία)- είχαν σχεδόν πλήρως αφομοιώσει τους Εβραίους, ενώ οι αδύναμες αστικές τάξεις δεν μπόρεσαν να το κάνουν. Δεν θα εξηγήσουμε εδώ την επιβίωση των Εβραίων αλλά τον αντισημιτισμό της ιμπεριαλιστικής περιόδου. Και δεν θα είναι δύσκολο να τον εξηγήσουμε αν, αντί να εξετάζουμε τον χαρακτήρα των Εβραίων ή των αντισημιτών, εξετάσουμε την θέση τους μέσα στην κοινωνία.

Λόγω της προηγούμενης ιστορίας τους οι Εβραίοι βρίσκονταν στην μεσαία και στην μικρή αστική τάξη. Όμως αυτή η τάξη είναι καταδικασμένη από την ακατανίκητη ανάπτυξη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό εξηγεί την πηγή του αντισημιτισμού, η οποία, όπως είπε ο Ένγκελς, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αντίδραση των φεουδαρχικών κοινωνικών στρωμάτων που είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν απέναντι στην σύγχρονη κοινωνία, η οποία αποτελείται κατ’ ουσίαν από καπιταλιστές και μισθωτούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο αντισημιτισμός εξυπηρετεί μονάχα αντιδραστικούς σκοπούς κάτω από το προσωπείο ενός κάλπικου σοσιαλισμού.[6]

Η Γερμανία του μεσοπολέμου καταδεικνύει αυτή την κατάσταση σε μια ιδιαίτερα οξεία φάση. Ο γερμανικός καπιταλισμός είχε επηρεαστεί βαθιά από την παγκόσμια μεταπολεμική κρίση, καθώς συγκλονίστηκε από τον πόλεμο και την άνοδο του επαναστατικού κινήματος της περιόδου 1918 – 28, το οποίο τον είχε θέσει υπό την συνεχή απειλή της πάλης του προλεταριάτου. Ενώ οι ισχυρότερες νικήτριες αστικές τάξεις (Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, Γαλλία) παρέμειναν σχετικά απρόσβλητες και ξεπέρασαν εύκολα την «κρίση προσαρμογής στην οικονομία εν καιρώ ειρήνης», ο γερμανικός καπιταλισμός περιέπεσε σε κατάσταση πλήρους αποτελμάτωσης. Η μικρή και μεσαία αστική τάξη ήταν ίσως αυτή που υπέφερε περισσότερο, όπως συμβαίνει σε όλες τις κρίσεις, οι οποίες οδηγούν στην προλεταριοποίηση των μεσαίων τάξεων και στην αύξηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου μέσω της εξαφάνισης μιας μερίδας μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Όμως στην περίπτωση που εξετάζουμε ήταν τέτοια η κατάσταση ώστε η κατεστραμμένη, χρεοκοπημένη, καταχρεωμένη και διαλυμένη μικροαστική τάξη δεν μπορούσε καν να εκπέσει στην θέση του προλεταριάτου, το οποίο είχε πληγεί σοβαρά από την ανεργία (επτά εκατομμύρια άνεργοι κατά την χειρότερη φάση της κρίσης), αλλά εξέπιπτε απευθείας σε κατάσταση επαιτείας, καταδικασμένη να πεθάνει από την πείνα καθώς εξαντλούνταν τα αποθέματά της. Ως αντίδραση ακριβώς σε αυτή την φοβερή απειλή η μικροαστική τάξη επινόησε τον αντισημιτισμό -όχι τόσο, όπως λένε οι μεταφυσικοί, για να δώσει μια εξήγηση στις συμφορές που την χτύπησαν, αλλά στην προσπάθειά της να σωθεί επικεντρώνοντας την μήνιν της σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Η μικροαστική τάξη αντέδρασε θυσιάζοντας μία από τις μερίδες της μπροστά στην τρομερή οικονομική πίεση και στην διάχυτη απειλή του αφανισμού των μελών της, ελπίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα σωθεί και να διασφαλίσει την ύπαρξη των υπολοίπων μελών της. Ο αντισημιτισμός δεν προέρχεται από ένα «μακιαβελικό σχέδιο» που απορρέει από «μοχθηρές ιδέες». Απορρέει ευθέως από τον οικονομικό εξαναγκασμό. Το μίσος κατά των Εβραίων, μακράν του να αποτελεί έναν a priori λόγο για τον αφανισμό τους, δεν ήταν παρά η έκφραση της επιθυμίας της γερμανικής μικροαστικής τάξης να περιορίσει και να επικεντρώσει σ’ αυτούς τον δικό της αφανισμό.

Συμβαίνει μερικές φορές οι ίδιοι οι εργάτες να ενδίδουν στον ρατσισμό. Αυτό συμβαίνει όταν, απειλούμενοι από την μαζική ανεργία, προσπαθούν να την αποδώσουν σε ορισμένες ομάδες: Ιταλούς, Πολωνούς ή άλλους «βρωμερούς ξένους», «βρωμο-Άραβες», «νέγρους» κ.ά. Όμως στο προλεταριάτο αυτές οι τάσεις παρουσιάζονται στις χειρότερες στιγμές της εξαχρείωσής του και δεν διαρκούν. Μόλις αρχίσει να αγωνίζεται, το προλεταριάτο βλέπει καθαρά ποιος είναι ο αληθινός εχθρός του, επειδή είναι μια τάξη ομοιογενής, με ιστορική προοπτική και αποστολή.

Αντιθέτως, η μικροαστική τάξη είναι μια τάξη καταδικασμένη. Ταυτόχρονα, είναι επίσης καταδικασμένη να μην καταλαβαίνει τίποτα, να είναι ανίκανη να αγωνίζεται, και δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να τραντάζεται σύγκορμή πιασμένη μέσα στην μέγγενη που την συνθλίβει. Ο ρατσισμός δεν είναι μια διανοητική διαταραχή: είναι και θα είναι η μικροαστική αντίδραση στις πιέσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Η επιλογή μιας «φυλής», δηλαδή μιας ομάδας που θεωρείται ότι πρέπει επιλεκτικά να αφανιστεί, εξαρτάται προφανώς από τις συνθήκες. Στην Γερμανία οι Εβραίοι πληρούσαν τις «απαιτούμενες προϋποθέσεις» και ήταν μάλιστα οι μόνοι που τις πληρούσαν: ήταν σχεδόν αποκλειστικά μικροαστοί και μέσα σ’ αυτήν την μικροαστική τάξη ήταν η μόνη ομάδα που ήταν επαρκώς ευπροσδιόριστη. Μονάχα πάνω σ’ αυτούς η μικροαστική τάξη μπορούσε να στρέψει την καταστροφή που την απειλούσε.

Ήταν πραγματικά απαραίτητος αυτός ο προσδιορισμός της ταυτότητας να μην παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Έπρεπε να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια ποιος θα αφανιστεί και ποιος θα σωθεί. Από το γεγονός αυτό απορρέει η καταμέτρηση των βαφτισμένων προγόνων[7], η οποία -σε κατάφωρη αντίθεση με τις θεωρίες περί φυλής και αίματος- ήταν αρκετή για να καταδείξει την ανακολουθία της. Η λογική όμως δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό. Ο δημοκράτης, που αρκείται να καταδεικνύει τον παράλογο και επαίσχυντο χαρακτήρα του ρατσισμού, χάνει, ως συνήθως, την ουσία του ζητήματος.

Όντας καταταλαιπωρημένη από το κεφάλαιο, η γερμανική μικροαστική τάξη έριξε έτσι τους Εβραίους στα όρνεα προκειμένου να ελαφρύνει την θέση της και να διασωθεί. Όχι ασφαλώς συνειδητά, αλλά αυτό ήταν το νόημα του μίσους της κατά των Εβραίων και της ευχαρίστησης που πήρε με το κλείσιμο και την λεηλασία των εβραϊκών καταστημάτων. Μπορούμε να πούμε ότι από την μεριά του το μεγάλο κεφάλαιο ήταν ευχαριστημένο με αυτό το δώρο: μπορούσε να εξοντώσει μια μερίδα της μικροαστικής τάξης με την συμφωνία της ίδιας της μικροαστικής τάξης. Ακόμη καλύτερα, η ίδια η μικροαστική τάξη ήταν αυτή που μερίμνησε γι’ αυτήν την εξόντωση. Όμως αυτός ο «προσωποποιημένος» τρόπος αναπαράστασης του κεφαλαίου δίνει μια φτωχή εικόνα της κατάστασης: ο καπιταλισμός δεν ξέρει περισσότερο από τους μικροαστούς τι κάνει. Βρίσκεται υπό την επίδραση άμεσων οικονομικών πιέσεων και ακολουθεί παθητικά το μονοπάτι της μικρότερης αντίστασης.

Δεν έχουμε μιλήσει για το γερμανικό προλεταριάτο. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν αναμείχθηκε ευθέως στην υπόθεση. Είχε ηττηθεί και ασφαλώς η εξόντωση των Εβραίων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μονάχα μετά την ήττα του. Όμως οι κοινωνικές δυνάμεις που οδήγησαν σ’ αυτήν την εξόντωση υπήρχαν πριν από την ήττα του προλεταριάτου. Αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί όταν ο καπιταλισμός θα είχε ελεύθερα τα χέρια του.

Ακριβώς δε ύστερα από αυτήν [την ήττα] άρχισε ο οικονομικός αφανισμός των Εβραίων: απαλλοτρίωση κάθε μορφής, αποκλεισμός από τα ελεύθερα επαγγέλματα, τις δημόσιες υπηρεσίες κτλ. Λίγο-λίγο οι Εβραίοι στερήθηκαν οποιοδήποτε μέσο ύπαρξης και ζούσαν από τα αποθέματα που μπόρεσαν να εξοικονομήσουν. Καθ’ όλη την διάρκεια αυτής της περιόδου, η οποία κράτησε έως τις παραμονές του πολέμου, η ναζιστική πολιτική έναντι των Εβραίων συνοψίζετο σε τρεις λέξεις: «Έξω οι Εβραίοι!» (‘Juden raus!’). Οι ναζί προσπάθησαν με κάθε μέσο να διευκολύνουν την μετανάστευση των Εβραίων. Όμως, αν οι ναζί δεν ήθελαν παρά να ξεφορτωθούν τους Εβραίους, μην ξέροντας τι να τους κάνουν, ενώ οι Εβραίοι δεν ζητούσαν τίποτε άλλο από το να φύγουν από την Γερμανία, κανείς άλλος δεν ήθελε να τους επιτρέψει να εισέλθουν στην χώρα του. Δεν υπάρχει δε τίποτα περίεργο σ’ αυτό, αφού κανείς δεν μπορούσε να τους αφήσει να εισέλθουν στην χώρα του. Δεν υπήρχε χώρα που να ήταν θέση να απορροφήσει και να συντηρήσει μερικά εκατομμύρια κατεστραμμένων μικροαστών. Μονάχα μια μικρή μερίδα Εβραίων κατάφερε να φύγει. Οι περισσότεροι έμειναν [στην Γερμανία], παρ’ όλο που τόσο οι ίδιοι όσο και οι ναζί ήθελαν να φύγουν. Κατά κάποιον τρόπο «είχαν μείνει κρεμασμένοι στον αέρα».

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιδείνωσε την όλη κατάσταση τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Ποιοτικά επειδή ο γερμανικός καπιταλισμός, όντας υποχρεωμένος να μειώσει την μικροαστική τάξη προκειμένου να συγκεντρώσει ευρωπαϊκό κεφάλαιο στα χέρια του, επεξέτεινε την εξόντωση των Εβραίων σε ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη. Ο αντισημιτισμός είχε ήδη δείξει τι μπορούσε να κάνει· έπρεπε μονάχα να τεθεί σε εφαρμογή. Αυτό, συμπτωματικά, συμφωνούσε με τον εντόπιο αντισημιτισμό της Κεντρικής Ευρώπης, αν και αυτός ο τελευταίος ήταν πιο σύνθετος (ένα φρικτό μείγμα φεουδαλικού και μικροαστικού αντισημιτισμού, τον οποίο δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ).

Ταυτόχρονα η κατάσταση επιδεινώθηκε ποιοτικά. Οι συνθήκες διαβίωσης έγιναν ακόμη χειρότερες εξαιτίας του πολέμου, τα αποθέματα των Εβραίων εξανεμίζονταν και οι Εβραίοι ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την πείνα.

Σε «ομαλούς» καιρούς, και αν πρόκειται για έναν μικρό αριθμό, ο καπιταλισμός μπορεί να επιτρέψει σ’ αυτούς που τους αποβάλλει από την παραγωγική διαδικασία να πεθάνουν μονάχοι τους. Αυτό όμως ήταν αδύνατον να το κάνει εν μέσω πολέμου και όσον αφορά εκατομμύρια ανθρώπους. Μια τέτοια «αναστάτωση» θα είχε παραλύσει τα πάντα. Ο καπιταλισμός έπρεπε να οργανώσει τον θάνατό τους.

Και δεν τους σκότωσε αμέσως. Πρώτα-πρώτα τους «απέσυρε από την κυκλοφορία», τους  μάζεψε και τους συγκέντρωσε όλους μαζί. Τους ανάγκασε δε να δουλεύουν διατηρώντας τους σε κατάσταση υποσιτισμού, δηλαδή τους υπερεκμεταλλευόταν μέχρι θανάτου. Το να σκοτώνεται ένας άνθρωπος από τη δουλειά είναι μια παλιά μέθοδος του κεφαλαίου. Ο Μαρξ έγραψε το 1844 ότι:

«Προκειμένου ο βιομηχανικός πόλεμος να διεξαχθεί με επιχειρησιακή επιτυχία απαιτεί μεγάλες στρατιές που να μπορεί να τις συγκεντρώνει σ’ ένα σημείο και να τις αποδεκατίζει αφειδώς».[8] Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να καλύψουν τα έξοδα διαβίωσής τους και κατόπιν τα έξοδα του θανάτου τους. Έπρεπε δε να παράγουν υπεραξία για όσο καιρό είχαν αυτήν την ικανότητα. Ο καπιταλισμός δεν εκτελεί τους ανθρώπους που έχει καταδικάσει, εκτός κι αν κερδίζει περισσότερα οδηγώντας τους στον θάνατο.

Ο άνθρωπος όμως είναι ανθεκτικός. Ακόμη κι αν καταντήσει πετσί και κόκαλο δεν πεθαίνει αρκετά γρήγορα. Έτσι έπρεπε να εξοντωθούν αυτοί που δεν μπορούσαν πια να δουλέψουν και μετά όσοι δεν χρειαζόντουσαν πλέον διότι εξαιτίας των μεταπτώσεων του πολέμου η εργασία τους είχε καταστεί άχρηστη.

Ο γερμανικός καπιταλισμός δεν αποδέχθηκε χωρίς δυσκολία να εξοντώσει τελικά τους Εβραίους. Όχι φυσικά λόγω ανθρωπισμού, αλλά επειδή αυτό δεν ήταν επικερδές. Έτσι γεννήθηκε η αποστολή του Ζοέλ Μπραντ[9], για την οποία θα μιλήσουμε επειδή ρίχνει φως στην ευθύνη του παγκόσμιου καπιταλισμού.[10] Ο Ζοέλ Μπραντ ήταν αρχηγός μιας ημιπαράνομης οργάνωσης Ούγγρων Εβραίων. Αυτή η οργάνωση προσπαθούσε να σώσει με οποιονδήποτε τρόπο τους Εβραίους: με την μεταφορά τους σε κρησφύγετα, με την παράνομη μετανάστευση και την εξαγορά των SS. Τα SS του Judenkommando[11] έδειχναν ανοχή σε αυτές τις οργανώσεις, τις οποίες λίγο-πολύ προσπαθούσαν να τις χρησιμοποιήσουν ως «επικουρικές» για επιχειρήσεις συγκέντρωσης και επιλογής Εβραίων.

Τον Απρίλιο του 1944 ο Ζοέλ Μπραντ εκλήθη στο Judenkommando της Βουδαπέστης για να συναντήσει τον Άιχμαν[12], ο οποίος ήταν επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων των SS. Ο Άιχμαν, με την σύμφωνη γνώμη του Χίμλερ[13], του ανέθεσε την ακόλουθη αποστολή: να πάει να δει τους Αγγλοαμερικανούς για να διαπραγματευτεί μαζί τους την πώληση ενός εκατομμυρίου Εβραίων. Τα SS ζητούσαν σε αντάλλαγμα 10.000 φορτηγά, αλλά ήταν διατεθειμένα να παζαρέψουν τόσο για το είδος όσο και για την ποιότητα του εμπορεύματος. Επιπλέον πρότειναν την παράδοση 100.000 Εβραίων με την σύναψη της συμφωνίας ως ένδειξη καλής πίστης. Είχαν πάρει την υπόθεση πολύ σοβαρά.

 Δεν μπορούμε εδώ να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες όσον αφορά τα δεινοπαθήματα του Ζοέλ Μπραντ. Έφυγε για την Τουρκία και κλείστηκε στις αγγλικές φυλακές στην Μέση Ανατολή. Οι Σύμμαχοι αρνήθηκαν να πάρουν στα σοβαρά την υπόθεση και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την θάψουν και να την δυσφημήσουν. Τελικά ο Ζοέλ Μπραντ συνάντησε τον Λόρδο Μόιν, τον βρετανό υπουργό Μέσης Ανατολής, στο Κάιρο. Τον παρακάλεσε να δεχθεί τουλάχιστον μια γραπτή συμφωνία ακόμη κι αν αυτή δεν επρόκειτο να τηρηθεί. Αυτό σήμαινε ότι θα σωζόντουσαν τουλάχιστον 100.000 ζωές.

 «Και ποιος θα είναι ο τελικός αριθμός;»

«Ο Άιχμαν έκανε λόγο για ένα εκατομμύριο»

«Πώς μπορείτε να φαντάζεστε κάτι τέτοιο κύριε Μπραντ; Τι θα κάνω ένα εκατομμύριο Εβραίους; Που θα τους βάλω; Ποιος θα τους δεχτεί;».

«Εάν δεν υπάρχει χώρος για εμάς πάνω στη γη, το μοναδικό που μας απομένει είναι να εξοντωθούμε»[14], είπε ο Μπραντ σε κατάσταση απελπισίας.

Τα SS άργησαν περισσότερο να καταλάβουν. Πίστευαν όντως στην πραγματικότητα των δυτικών ιδεωδών. Μετά την αποτυχία της αποστολής του Ζοέλ Μπραντ και ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η εξόντωση των Εβραίων προσπάθησαν ξανά να πουλήσουν Εβραίους στην Μεικτή Εβραϊκή Επιτροπή[15], καταθέτοντας μια «προκαταβολή» για 1.700 Εβραίους στην Ελβετία. Όμως, εκτός από αυτούς κανένας άλλος δεν ήθελε να ασχοληθεί με την υπόθεση.

Από την δική του μεριά ο Ζοέλ Μπραντ είχε καταλάβει ή μάλλον μισοκαταλάβει. Είχε καταλάβει ποια ήταν η κατάσταση αλλά όχι και το γιατί. Το ζήτημα δεν ήταν ότι δεν υπήρχε χώρος σε ολάκερη τη γη για τους Εβραίους. Το ζήτημα ήταν ότι δεν υπήρχε χώρος γι’ αυτούς στην καπιταλιστική κοινωνία. Και αυτό δεν οφείλετο στο ήταν Εβραίοι, αλλά στο ότι είχαν αποβληθεί από την παραγωγική διαδικασία, στο ότι ήταν άχρηστοι για την παραγωγή.

Ο Λόρδος Μόιν δολοφονήθηκε από δύο Εβραίους τρομοκράτες και ο Ζ. Μπραντ έμαθε αργότερα ότι εκείνος είχε συχνά σπλαχνιστεί τους Εβραίους για την τραγική τους μοίρα. «Η πολιτική του υπαγορεύετο από την απάνθρωπη κυβέρνηση του Λονδίνου» έγραψε. Αλλά ο Μπραντ δεν είχε καταλάβει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν ήταν παρά η κυβέρνηση του κεφαλαίου και ότι αυτό που είναι απάνθρωπο είναι το κεφάλαιο.  Και το κεφάλαιο δεν ήξερε τι να κάνει με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήξερε καν τι να κάμει με τους λίγους διασωθέντες, αυτούς τους «πρόσφυγες πολέμου» που δεν ήξερε κανείς που να τους βάλει.

Οι επιζήσαντες Εβραίοι κατόρθωσαν τελικά να φτιάξουν μια εστία για τον εαυτό τους. Με την αξιοποίηση της διεθνούς συγκυρίας και διαμέσου της ισχύος ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Όμως ακόμη κι αυτό κατέστη δυνατό με τον εκτοπισμό άλλων πληθυσμών. Εκατοντάδες χιλιάδες Άραβες πρόσφυγες έσυραν την άχρηστη για το κεφάλαιο ύπαρξή τους σε στρατόπεδα προσφύγων.

Είδαμε πώς ο καπιταλισμός καταδικάζει σε θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους αποβάλλοντάς τους από την παραγωγή. Είδαμε πώς τους εξοντώνει, αφού προηγουμένως αποσπά από αυτούς την μέγιστη δυνατή υπεραξία. Απομένει να δούμε πώς τους εκμεταλλεύεται ύστερα από τον ίδιο τον θάνατό τους.

Οι ιμπεριαλιστές από το στρατόπεδο των Συμμάχων ήταν αυτοί που πρώτοι χρησιμοποίησαν τους Εβραίους για να δικαιολογήσουν τον πόλεμό τους και για να δικαιολογήσουν μετά την νίκη τους την κατάπτυστη μεταχείριση την οποία άσκησαν στον γερμανικό λαό. Ρίχθηκαν πάνω στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και στα πτώματα, παρουσιάζοντας φριχτές φωτογραφίες και φωνάζοντας: «Κοιτάξτε αυτά τους βρωμογερμαναράδες πόσο καθάρματα είναι! Πόσο δίκιο λοιπόν είχαμε που τους πολεμήσαμε! Πόσο δίκιο έχουμε τώρα που τους κάνουμε να δοκιμάζουν οι ίδιοι μια γεύση αυτών που έκαναν στους άλλους». Αν αναλογιστούμε τα αναρίθμητα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού, αν αναλογιστούμε, για παράδειγμα, ότι την ίδια στιγμή –το 1945- κατά την οποία ο Τορέζ[16] εξυμνούσε την νίκη των Συμμάχων κατά του φασισμού, 45.000 Αλγερινοί (τους οποίους αποκαλούσε «φασίστες προβοκάτορες») έπεφταν νεκροί από την καταστολή.[17] Αν αναλογιστούμε ότι ο διεθνής καπιταλισμός είναι αυτός που είναι υπεύθυνος για τις σφαγές, ο επαίσχυντος κυνισμός αυτής της υποκριτικής ικανοποίησης είναι αρκετός για να μας αηδιάσει.

Την ίδια στιγμή όλοι οι καλοί δημοκράτες αντιφασίστες ρίχνονται πάνω στα πτώματα των Εβραίων. Και την ίδια ακριβώς στιγμή τα κουνάνε κάτω από την μύτη του προλεταριάτου. Γιατί άραγε; Για να του δείξουν άραγε το αίσχος του καπιταλισμού; Όχι. Ακριβώς το αντίθετο. Για να εκτιμήσει την αληθινή δημοκρατία, την αληθινή πρόοδο, την ευημερία που απολαμβάνει μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Η φρίκη του θανάτου μέσα στον καπιταλισμό κάνει το προλεταριάτο να λησμονεί την φρίκη της ζωής μέσα σ’ αυτόν και το γεγονός ότι τα δύο αυτά πράγματα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Τα πειράματα των γιατρών των SS πρέπει να το κάνουν ξεχάσει ότι ο καπιταλισμός πειραματίζεται σε μαζική κλίμακα με καρκινογόνα προϊόντα, με τα αποτελέσματα του αλκοολισμού επί της κληρονομικότητας ή με την ραδιενέργεια των «δημοκρατικών» βομβών. Αν δείχνουν αμπαζούρ φτιαγμένα από ανθρώπινο δέρμα το πράττουν για να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι ο καπιταλισμός μετατρέπει τον ζωντανό άνθρωπο σε αμπαζούρ. Οι σωροί των μαλλιών, των χρυσών δοντιών, των σωμάτων των ανθρώπων που μετατράπηκαν σε εμπορεύματα πρέπει να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι ο καπιταλισμός μετατρέπει σε εμπόρευμα τον ζωντανό άνθρωπο. Η εργασία, η ίδια η ζωή του ανθρώπου,  είναι αυτή που στον καπιταλισμό έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα. Αυτή είναι η αιτία όλων των κακών. Με την χρησιμοποίηση των πτωμάτων των θυμάτων του κεφαλαίου γίνεται προσπάθεια απόκρυψης της πραγματικότητας. Η χρησιμοποίηση των πτωμάτων ως προστασία για το κεφάλαιο είναι ο πιο επονείδιστος τρόπος της, στον μέγιστο βαθμό, εκμετάλλευσής τους.

 

Πηγή: Communist Left, No. 6, Ιούλιος – Δεκέμβριος 1993

Πρώτη δημοσίευση: Programme Communiste, Νο. 11, 1960

Σημείωση: Το κείμενο στην πρωτότυπη δημοσίευσή του είναι ανυπόγραφο. Οι περισσότεροι το αποδίδουν στον Αμαντέο Μπορντίγκα. Ωστόσο, υπάρχει η εκδοχή ότι γράφτηκε από τον γάλλο Martin Axelrad. Επειδή δεν έχουμε την δυνατότητα να διεξάγουμε την ανάλογη ιστορική ή φιλολογική έρευνα, προτιμήσαμε να αποδώσουμε το κείμενο στον Μπορντίγκα με βάση την επικρατέστερη άποψη, που προέρχεται από ανθρώπους που είναι καλύτερα πληφορημένοι από εμάς, προσθέτοντας ωστόσο αυτήν την σημείωση.


[1] Mouvement contre le Racisme, l’Antisémitisme, et pour la Paix («Κίνηση κατά του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και υπέρ της ειρήνης»). Οργάνωση κατά του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και του πολέμου η οποία ιδρύθηκε το 1949 στην Γαλλία. Ήταν από τις λίγες οργανώσεις που αντιτάχθηκε στον πόλεμο της Αλγερίας και στις μεθόδους της γαλλικής αστυνομίας κατά των Αλγερινών μεταναστών. Το 1972 μετονομάστηκε σε «Κίνηση κατά του ρατσισμού και υπέρ της φιλίας των λαών» και επέκτεινε τις δραστηριότητες της στην καταγγελία του απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, του ρατσισμό στις ΗΠΑ και στην υποστήριξη των Μαύρων Πανθήρων. Σήμερα κινητοποιείται κατά των διακρίσεων εις βάρος των μεταναστών και των μειονοτήτων. (Σ.τ.Μ.)

[2] Τα θύματα του β΄ παγκοσμίου πολέμου υπολογίζονται σε 50 εκατομμύρια νεκρούς, 90 εκατομμύρια τραυματίες και 30 εκατομμύρια αναπήρους. (Σ.τ.Μ.)

[3] Δημοφιλές χαρτοπαίγνιο γαλλικής προελεύσεως (γαλλικά belot) το οποίο παίζεται σε πολλές χώρες κυρίως της Ευρώπης και στην Ελλάδα. (Σ.τ.Μ.)

[4] Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, σ. 26, μτφ. Αποστόλης Λυκούργος, Εκδόσεις «Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο», Αθήνα, 2012. (Σ.τ.Μ.)

[5] Το εμπόριο, και ειδικά το εμπόριο που πραγματοποιείτο με την χρήση χρήματος, ήταν ξένο προς την θεμελιώδη δομή της φεουδαλικής κοινωνίας και ανατέθηκε σε ανθρώπους που βρίσκονταν εκτός αυτής της κοινωνίας, και κατά γενικό κανόνα στους Εβραίους. Ο εξοστρακισμός που υπέστησαν οι Εβραίοι από την φεουδαλική κοινωνία έγκειται στο γεγονός ότι τους ανέθεσε αποκλειστικά την ανάληψη αυτών των δραστηριοτήτων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν εάν δεν βρίσκονταν στο περιθώριο της κοινωνίας. Όμως το εμπόριο και η τοκογλυφία ήταν οι πρώτες μορφές κεφαλαίου. Το μίσος κατά των Εβραίων εξέφραζε με έναν φενακισμένο και ανεπαρκή τρόπο την αντίσταση των τάξεων της φεουδαλικής κοινωνίας -από την αγροτιά έως την ελάσσονα αριστοκρατία, καθώς επίσης και τους τεχνίτες των συντεχνιών και τον κλήρο- που αντιτασσόντουσαν στην ακατανίκητη ανάπτυξη της εμποροκρατίας, η οποία διέλυε την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Ακόμη κι όταν ο παραγωγικός καπιταλισμός και η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία άρχισαν να αναπτύσσονται, η μικροαστική «λαϊκή» παράδοση συχνά εξακολουθούσε να ταυτίζει τον Εβραίο με το κεφάλαιο.

[6] βλ. Frederick Engels, On AntiSemitism (Απρίλιος 1890), ‘Karl Marx and Frederick Engels Correspondence 1846-1895’, Λονδίνο, 1934 ή την ιστοσελίδα http://www.marxists.org. (Σ.τ.Μ.)

[7] Σύμφωνα με τους ναζιστικούς φυλετικούς «νόμους της Νυρεμβέργης» οι Εβραίοι δεν ορίζονταν βάσει των ιουδαϊκών θρησκευτικών πεποιθήσεων αλλά επί τη βάσει του οικογενειακού δένδρου. Τουτέστιν όποιος είχε τρεις ή τέσσερις προγόνους εβραϊκής –παππού, προπάππο, γιαγιά, προγιαγιά κτλ.- καταγωγής εθεωρείτο Εβραίος, ασχέτως εάν ασπαζόταν τον ιουδαϊσμό. Έτσι, πολλοί Γερμανοί που δεν είχαν καμία σχέση με τον ιουδαϊσμό ή είχαν βαφτιστεί χριστιανοί χαρακτηρίστηκαν Εβραίοι εάν κάποιος πρόγονός τους ήταν Εβραίος. (Σ.τ.Μ.)

[8] Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, σ. 42, ό.π. Στο σημείο αυτό ο Μαρξ παραθέτει αυτούσιο απόσπασμα στην γαλλική γλώσσα από το βιβλίο του Eugéne Buret, De la misére des classes laborieuses en Agleterre et en France, («Η μιζέρια των εργαζομένων τάξεων στην Αγγλία και στην Γαλλία»), Παρίσι, 1840. (Σ.τ.Μ.)

[9] Ο Ζοέλ Μπραντ (Joel Brand, 1906 – 1964) έμεινε γνωστός για τις προσπάθειές του για την διάσωσή της εβραϊκής κοινότητας της Ουγγαρίας από την αποστολή και την εξόντωσή τους στο Άουσβιτς. Για το ζήτημα αυτό διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον ανώτατο αξιωματικό των SS, Άντολφ Άιχμαν. Ο ναζί δέχθηκαν να αφήσουν τους Εβραίους της Ουγγαρίας να φύγουν από την χώρα υπό τον όρο ότι θα τους αντάλλασσαν με καμιόνια και άλλα εμπορεύματα από τους Συμμάχους, σχέδιο το οποίο έφερε την ονομασία «Αίμα αντί εμπορευμάτων» (‘Blut gegen Waren’).

Ο Μπραντ ήταν μέλος της Επιτροπής Βοήθειας και Διάσωσης, η οποία ήταν μια σιωνιστική οργάνωση της Ουγγαρίας που βοηθούσε τους Εβραίους που ζούσαν σε χώρες κατεχόμενες από την Γερμανία να βρουν καταφύγιο στην Ουγγαρία πριν την γερμανική εισβολή στην χώρα. Μετά την κατάληψη της Ουγγαρίας από την ναζιστική Γερμανία, τον Μάρτιο του 1944, ο Μπραντ κλήθηκε από τις αρχές Κατοχής να συμμετάσχει σε μια συνάντηση με τον Άιχμαν, ο οποίος είχε έρθει στην Βουδαπέστη για να επιβλέψει την απέλαση της εβραϊκής κοινότητας και την μεταφορά της σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο Άιχμαν ζήτησε από τον Μπραντ να μεσολαβήσει εκ μέρους των SS και να ζητήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και από την Βρετανία να αποδεχτούν την ανταλλαγή ενός εκατομμυρίου Εβραίων με την αποστολή 10.000 φορτηγών στο Ανατολικό Μέτωπο και μεγάλων ποσοτήτων σαπουνιού, τσαγιού και καφέ.

Οι βρετανικές αρχές συνέλαβαν τον Μπραντ στην Τουρκία, στην οποία είχε έρθει για να τις πληροφορήσει για την πρόταση του Άιχμαν. Η πρόταση απερρίφθη από την κυβέρνηση της Βρετανίας ούτε έγινε δεκτή από το Εβραϊκό Πρακτορείο του Ισραήλ (σιωνιστική οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε το 1929 και είχε ως αποστολή της την οργάνωση της μετανάστευσης των Εβραίων στην Παλαιστίνη).

Το αποτέλεσμα ήταν η αποστολή 435.000 Εβραίων της Ουγγαρίας στο Άουσβιτς τον Μάιο και τον Ιούλιο του 1944.

Η όλη υπόθεση διέρρευσε στο BBC, το οποίο την δημοσιοποίησε τον Ιούλιο του 1944, ενώ οι βρετανικοί Times έκαναν λόγο για μια από τις πιο φρικτές ιστορίες του β΄ παγκοσμίου πολέμου.

Ο ίδιος ο Ζοέλ Μπραντ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για την υπόθεση σε ένα δικαστήριο στην Ιερουσαλήμ ως εξής:

«Δικαίως ή αδίκως, καλώς ή κακώς, έκτοτε καταριέμαι τους επισήμους ηγέτες του εβραϊσμού. Το γεγονός αυτό θα με στοιχειώνει έως τον θάνατό μου. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από ό,τι ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει». (Σ.τ.Μ.)

[10] βλ. Alex Weissberg, L’Histoire de Joel Brand.

[11] Το Γραφείο Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο. (Σ.τ.Μ.)

[12] Ο Άντολφ Άιχμαν ήταν συνταγματάρχης των SS, επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο. Θεωρείται ο «αρχιτέκτονας» του Ολοκαυτώματος. (Σ.τ.Μ.)

[13] Ο Χάινριχ Χίμλερ ήταν ανώτατο στέλεχος του ναζιστικού καθεστώτος και αρχηγός των SS. Είναι ο κύριος υπεύθυνος της οργάνωσης και της πραγματοποίησης του Ολοκαυτώματος. (Σ.τ.Μ.)

[14] βλ. L’Histoire de Joel Brand, ό.π.

[15] Η Μικτή Εβραϊκή Επιτροπή (Joint Jewish Committee) ήταν μια αμερικανική εβραϊκή οργάνωση. (Σ.τ.Μ.)

[16] Ο Μορίς Τορέζ (1900 – 1964) διετέλεσε γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (PCF) πριν και μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ μεταπολεμικά συμμετείχε στην κυβέρνηση Ντε Γκωλ. Το ΚΚ Γαλλίας υποστήριξε τον «πόλεμο της Αλγερίας», δηλαδή την καταστολή του κινήματος ανεξαρτησίας της Αλγερίας κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. (Σ.τ.Μ.)

[17] Πρόκειται για την αλγερινή εξέγερση που ξεκίνησε από την πόλη Σετίφ της Ανατολικής Αλγερίας, κατά την οποία τα γαλλικά αποικιακά στρατεύματα, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, σκότωσαν 45.000 Αλγερινούς. (Σ.τ.Μ.)

This entry was posted in ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ and tagged , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.