ΜΑΝΤΕΛΑ: ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF 

Σήμερα στο Γιοχάνεσμπουργκ πραγματοποιείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση ηγετών του παγκόσμιου καπιταλισμού για να τιμήσουν τον Νέλσον Μαντέλα. Τον χώρο έχουν ήδη κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για να κολακέψουν εν χορώ τον ίδιο και τα επιτεύγματά του. Νυν και πρώην πολιτικοί ηγέτες έχουν σπεύσει για να τον γεμίσουν με επαίνους και να τον επιδείξουν ως πρότυπο για τις επόμενες γενεές. Η μπόχα της υποκρισίας βρίσκεται φυσικά παντού, αλλά αυτή την αποπνέει εντονότερα ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον. Το 1985 ήταν ηγετικό μέλος της Ομοσπονδίας Συντηρητικών Σπουδαστών, η οποία λάνσαρε αφίσες και μπλουζάκια προς υποστήριξη του απαρτχάιντ με το σύνθημα «Κρεμάλα στον Μαντέλα». Ο ίδιος το 1989 γιόρτασε τα 26 χρόνια του Μαντέλα στη φυλακή ταξιδεύοντας στη Νότιο Αφρική ύστερα από πρόσκληση της κυβέρνησης Μπότα[1] για να συζητήσει μαζί της το πώς θα μπορούσαν να αρθούν οι κυρώσεις εις βάρος του απαρτχάιντ.[2] Σε συνέντευξή του σήμερα το πρωί στο Ράδιο 4 του Γιοχάνεσμπουργκ δεν τον αποκάλεσε αυτή τη φορά «τρομοκράτη» αλλά «Μαντίμπα»[3]. Είναι πράγματι να σου έρχεται εμετός.[4]

Ο Μαντέλα υπήρξε ένας ξεχωριστός και, από πολλές απόψεις, αξιοθαύμαστος άνθρωπος, αν μη τι άλλο για τη γενναιότητά του, τη σταθερή προσήλωση στον αγώνα του τα 27 ολόκληρα χρόνια που ήταν φυλακισμένος και την οξεία πολιτική του διορατικότητα. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που πραγματικά εξυμνούν σήμερα σ’ αυτόν οι ηγέτες του κόσμου είναι ο ρόλος που έπαιξε στη διάσωση του νοτιοαφρικανικού καπιταλισμού από το αδιέξοδο του απαρτχάιντ, εμποδίζοντας την χώρα να κατρακυλήσει στο λουτρό αίματος του εμφυλίου πολέμου και συνεπώς για την υπηρεσία που πρόσφερε στον δυτικό ιμπεριαλισμό.

 Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ταξικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης που αποκαλύπτει την κτηνωδία του με τη γυμνή βία όταν οι μισθωτοί του δούλοι επιμένουν να του προβάλλουν αντίσταση. Οι ηγέτες που αναδεικνύει, όπως αυτοί που τώρα εξυμνούν τον Μαντέλα, είναι κατά γενικό κανόνα ευτελείς υποκριτές. Όμως το σύστημα έχει και την ανάγκη ηρώων. Χρειάζεται ηγέτες που μπορούν τεχνητά να αποκρύψουν την πρωταρχική καταπίεση των μισθωτών δούλων του με την άρση ορισμένων μη ουσιαστικών μορφών καταπίεσης, όπως η φυλετική και η σεξουαλική καταπίεση. Το σύστημα χρειάζεται ηγέτες που μπορούν να αποκρύψουν την πρωταρχική καταπίεση που υφίσταται η εργατική τάξη, που βασίζεται στη μισθωτή εργασία, με όμορφα ηχηρά λόγια όπως δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα για όλους. Ηγέτες που μπορούν να το κάνουν αυτό, όπως ήταν ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και ο Νέλσον Μαντέλα, γίνονται οι ήρωές του. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρεται διόλου για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτά είναι φτιασίδια με τα οποία στολίζεται από καιρού εις καιρόν. Ας θυμηθούμε μονάχα πόσο πρόθυμα οι αμερικανοί, βρετανοί και ευρωπαίοι ηγέτες υποστήριζαν το καθεστώς του απαρτχάιντ επί σαράντα χρόνια, όταν η δημοκρατία, η ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνταν με τον πιο ανοιχτό κατάφωρο τρόπο. Τα καθεστώτα της Δύσης παρείχαν στρατιωτικό εξοπλισμό και στρατιωτικές πληροφορίες στο καθεστώς για να το βοηθήσουν να πατάξει τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς του εχθρούς, όπως το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο[5] (ANC) και τον ίδιο τον Μαντέλα, και ήταν επίσης πρόθυμοι να αφήνουν τους εθνικιστές αφρικανούς ηγέτες, που διακινδύνευαν την ζωή τους για τον αγώνα τους να σαπίζουν στη φυλακή. Σήμερα ο Μαντέλα αναδεικνύεται σε μια κοσμική αγιότητα και εξαίρεται επειδή συγχώρεσε τους εχθρούς του, μεταξύ των οποίων ασφαλώς συγκαταλέγονται και αυτοί οι παγκόσμιοι ηγέτες που πλέκουν το εγκώμιό του. Επιδεικνύεται ως παράδειγμα του πώς οι αγώνες για μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού μπορούν να οδηγήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο.

 Έχουν περάσει 19 χρόνια από τότε που το ANC βρίσκεται στην εξουσία στη Νότιο Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος του μύθου του «Έθνους του Ουρανίου Τόξου»[6] για μια καλύτερη ζωή για όλους, δικαιοσύνη και ισότητα έχει ξεφτίσει. Παρ’ όλα αυτά η ακτινοβολία του Μαντέλα και ο ηρωικός αγώνας για ελευθερία παρέχουν το κάλυμμα για το καθεστώς του ANC, που επιβάλλει στην αφρικανική εργατική τάξη μια συνεχή καταπίεση και εκμετάλλευση. Με τον θάνατο του Μαντέλα αυτή η ακτινοβολία θα ξεθωριάσει. Ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος μιας φάσης της ιστορίας της Νοτίου Αφρικής.

 

Η ζωή του Μαντέλα

 Η ζωή του Μαντέλα ήταν ξεχωριστή από κάθε άποψη. Γεννήθηκε το 1919 και υπήρξε τέκνο ενός ελάσσονος αρχηγού Ξόσα,[7] ο οποίος δεν ήταν ανεξάρτητος αλλά διορισμένος από το νοτιοαφρικανικό κράτος. Ο Μαντέλα φοίτησε σε ένα σχολείο μεθοδιστών ιεραποστόλων και παρέμεινε χριστιανός για όλη του τη ζωή. Σπούδασε νομικά, πρώτα στο Πανεπιστήμιο Φορτ Χέαρ, από το οποίο αποφοίτησαν πολλοί ηγέτες εθνικών αγώνων σε ολόκληρη τη νοτιοαφρικανική ήπειρο, και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Βέτβατερσραντ στο Γιοχάνεσμπουργκ. Από της ιδρύσεώς του το ANC κυριαρχείτο από δικηγόρους και δημοσιογράφους που είχαν σπουδάσει στη Δύση και γυρνούσαν την πλάτη τους στη φυλετική κοινωνία και ζητούσαν ίσα δικαιώματα μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι ο Μαντέλα προσελκύστηκε από το ANC και προσχώρησε σ’ αυτό το 1943. Η αξιοσύνη και το μαχητικό πνεύμα του Μαντέλα σύντομα αναγνωρίστηκαν και ανερχόταν ραγδαία στην ιεραρχία της οργάνωσης. Ήταν, ωστόσο, γενικά δυσαρεστημένος με την άνευρη ηγεσία του ANC και το 1944 ήταν εκ των πρωταγωνιστών της ίδρυσης της νεολαίας της οργάνωσης διαμέσου της οποίας προσπαθούσε να προωθήσει μια πιο ριζική αντίσταση. Το 1947 εξελέγη στην εκτελεστική επιτροπή του ANC στο Τράνσβααλ. Η άνοδος στην εξουσία των εθνικιστών Αφρικάνερ[8] το 1948 αποτέλεσε την αφετηρία της νομοθετικής κατοχύρωσης του απαρτχάιντ καθιστώντας έτσι ακόμη χειρότερη την κατάσταση της αφρικανικής πλειοψηφίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ενόσω ήταν ασκούμενος δικηγόρος, ο Μαντέλα μαζί με άλλους ηγέτες του ANC προσπάθησε να αντιταχθεί στο σύστημα του απαρτχάιντ διαμέσου της παθητικής διαμαρτυρίας τύπου Γκάντι. Παρ’ όλα αυτά οι ειρηνικές διαμαρτυρίες των αρχών της δεκαετίας του ’50 δεν κατάφεραν τίποτα παρά κατεστάλησαν.

 Το 1955 διατυπώθηκε το βασικό προγραμματικό ντοκουμέντο του ANC, η «Χάρτα Ελευθερίας», το οποίο υιοθετήθηκε από την οργάνωση το επόμενο έτος. Το 1956 βρίσκει τον Μαντέλα, μαζί με άλλους 155, υπόδικο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας λόγω βίαιης απόπειρας ανατροπής του κράτους. Η δίκη κράτησε 6 χρόνια και τελείωσε με την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων, φέροντας το καθεστώς σε μεγάλη αμηχανία. Το 1960 πραγματοποιήθηκε η διαβόητη σφαγή του Σάρπβιλ[9]. Η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε 69 άοπλους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν κατά του συστήματος των εσωτερικών διαβατηρίων, το οποίο υποχρέωνε όλους τους μαύρους να φέρουν μαζί τους μια άδεια εισόδου προκειμένου να τους περιορίσει στις περιοχές που μπορούσαν να μείνουν και να εργαστούν. Την σφαγή ακολούθησε η κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και η απαγόρευση του ANC. Τα γεγονότα αυτά έπεισαν τον Μαντέλα ότι η ειρηνική αντίσταση στο καθεστώς ήταν μάταιη. Έτσι ταξίδεψε στο εξωτερικό για να οργανώσει την ένοπλη αντιστασιακή πτέρυγα του ANC. Με την επιστροφή του στη Νότιο Αφρική συνελήφθη, κατά τα φαινόμενα καθ’ υπόδειξιν της CIA προς την αστυνομία της Νοτίου Αφρικής, και καταδικάστηκε με σχετικά ελάσσονες κατηγορίες, όπως η παράνομη έξοδος από τη χώρα και η υποκίνηση των εργατών σε απεργία. Κατά το διάστημα της φυλάκισής του κατηγορήθηκε εκ νέου για προδοσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περίφημη δίκη της Ριβόνια την περίοδο 1963 – 64. Κατά τη διάρκεια της δίκης υπερασπίστηκε τον εαυτό του αποδεχόμενος τις κατηγορίες και μετατρέποντας τη δίκη σε ένα κατηγορώ κατά των αδικιών του απαρτχάιντ και των εγκλημάτων του καθεστώτος. Στην περίφημη απολογία του εξέφρασε τη μεγάλη του αγάπη προς τα ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας, στην οποία όλοι θα είναι ίσοι, και διακήρυξε ότι αυτό είναι ένα ιδανικό για το οποίο ήταν έτοιμος να πεθάνει. Αντί να καταδικαστούν σε θάνατο, ο Μαντέλα και οι συγκατηγορούμενοί του καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη, με αποτέλεσμα ο Μαντέλα να παραμείνει τα επόμενα 27 χρόνια έγκλειστος στη διαβόητη φυλακή της νήσου Ρόμπεν Άιλαντ του Κέιπ Τάουν.

 Τη δεκαετία του ’70 και του ’80 η κοινωνική κατάσταση στη Νότιο Αφρική υπέστη ραγδαία επιδείνωση. Οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν αλλά και η καταστολή και η δολοφονία διαδηλωτών σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα από τη σφαγή του Σάρπβιλ, χωρίς όμως να επιφέρουν την εξομάλυνση της κατάστασης. Από οικονομικής απόψεως οι κυριότερες μερίδες της αστικής τάξης της Νοτίου Αφρικής θεωρούσαν σαφές ότι το σύστημα εργασίας που βασιζόταν στη μετανάστευση αλλά και γενικότερα το απαρτχάιντ οδηγούσαν τη χώρα στην καταστροφή. Η αυξημένη ένταση κεφαλαίου[10] του καπιταλισμού της Νοτίου Αφρικής σήμαινε ότι απαιτείτο η ύπαρξη μιας πάγιας ειδικευμένης εργατικής τάξης. Η στρατηγική των καπιταλιστών ήταν η δημιουργία μιας αφρικανικής μεσαίας τάξης, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σύμμαχος κατά της εργατικής τάξης. Αυτό στόχευαν να το πραγματοποιήσουν μέσω ενός οργανισμού που είχε την ονομασία Urban Foundation και, ταυτόχρονα, με τη δημιουργία αφρικανικών εργατικών σωματείων, τα οποία ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να ελέγξουν την ταξική πάλη. Ασφαλώς αυτή η στρατηγική σήμαινε την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους Αφρικανούς όπως επίσης και άλλων δικαιωμάτων που είχαν χορηγηθεί στους εργάτες των μητροπολιτικών χωρών. Μια μονάχα δύναμη μπορούσε να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, και αυτή ήταν το ANC. Ένα από τα προβλήματα που προκαλούσε το ANC στην κυβέρνηση ήταν η αποδοχή της «Χάρτας Ελευθερίας», η οποία προέβλεπε μια σειρά μέτρων κρατικού καπιταλισμού, όπως η εθνικοποίηση της γης, των τραπεζών και των ορυχείων. Το κεφάλαιο της Νοτίου Αφρικής θεωρούσε αυτά τα μέτρα καταστροφικά κατά την περίοδο της παγκοσμιοποίησης. Επομένως, προτού νομιμοποιηθεί το ANC οι στρατηγικοί τομείς του κεφαλαίου της χώρας, και ειδικά οι μεταλλευτικές εταιρείες, διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις με την ηγεσία του ANC κατά τη διάρκεια των οποίων εξασφαλίστηκε ότι τα μέτρα της εθνικοποίησης που αναφέρονταν στη Χάρτα δεν επρόκειτο να εφαρμοστούν. Το έδαφος τώρα είχε προετοιμαστεί για τη νομιμοποίηση του ANC και την απελευθέρωση των ηγετών του, πράγμα που έγινε το 1990. Ο Μαντέλα βγήκε από τη φυλακή τον Φεβρουάριο του 1990 και έτσι ξεκίνησε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων η οποία οδήγησε στις περίφημες εκλογές του 1994 και σε ένα δημοκρατικό σύνταγμα. Εις αναγνώριση του ρόλου του στην αποφυγή ενός εμφυλίου πολέμου και ενός λουτρού αίματος ο Μαντέλα βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1993. Το 1994 οι εκλογές οδήγησαν στη νίκη του ANC και στην ανακήρυξη του Μαντέλα στον πρώτο δημοκρατικό εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας. Παρέμεινε πρόεδρος έως το 1999 και κατόπιν απεσύρθη.

 

Το ANC και η εργατική τάξη της Νοτίου Αφρικής

Το ANC εμφανιζόταν πάντα ως εθνικό αφρικανικό κίνημα, δηλαδή ως κίνημα που εκπροσωπεί τα συμφέροντα ολόκληρου του αφρικανικού λαού. Στην πραγματικότητα ο πληθυσμός κάθε χώρας αποτελείται από τάξεις. Οι κύριες τάξεις είναι η αστική τάξη και εργατική τάξη, εκ των οποίων η πρώτη ζει από την εκμετάλλευση της δεύτερης. Οι τάξεις αυτές έχουν διαμετρικώς αντίθετα συμφέροντα. Είναι λοιπόν απλώς απάτη το να διατείνεται κανείς ότι ένα πολιτικό κίνημα μπορεί να εκπροσωπεί τα συμφέροντα ενός έθνους εν συνόλω. Στην πραγματικότητα, το ANC ήταν πάντα ένα κόμμα που εκπροσωπούσε την ανερχόμενη αφρικανική αστική τάξη και αυτό το απέδειξε από τότε που ανήλθε στην εξουσία.[11] Η ερωτοτροπία του ANC με την αφρικανική εργατική τάξη ήταν ένας κυνικός ελιγμός για να στρατολογήσει εργάτες και να τους χρησιμοποιήσει ως απλούς στρατιώτες για να χτυπήσει το καθεστώς του απαρτχάιντ και τον εθνικισμό των Αφρικάνερ. Από τότε που ανήλθε στην εξουσία, το 1994, το ANC ανέλαβε τη διαχείριση του καπιταλισμού της Νοτίου Αφρικής και πραγματοποίησε αυτό το καθήκον όπως κάθε άλλη καπιταλιστική κυβέρνηση εκείνης της περιόδου. Οι περίφημες εθνικοποιήσεις που υπόσχετο η «Χάρτα Ελευθερίας» έμειναν στα χαρτιά και ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Όμως πραγματοποιήθηκαν ιδιωτικοποιήσεις και άνοιγμα της χώρας στο διεθνές κεφάλαιο. Το βιοτικό επίπεδο των εργατών έχει υποβαθμιστεί ενώ η ανεργία αυξάνεται. Όποτε οι εργάτες προσπάθησαν να προβάλλουν αντίσταση βρέθηκαν αντιμέτωποι με σκληρή κρατική καταστολή. Η πιο επαίσχυντη περίπτωση είναι η σφαγή των απεργών ανθρακωρύχων του Μαρικάνα στις 16 Αυγούστου του 2012, όπου η αστυνομία του ANC πυροβόλησε και σκότωσε 34 απεργούς ανθρακωρύχους σε μια επίδειξη απροκάλυπτης και σκόπιμης ταξικής βίας. Ταυτόχρονα, η κρατική εξουσία χρησιμοποιείται για την προαγωγή της κομματικής ελίτ του ANC στα υψηλά κλιμάκια της αστικής τάξης διαμέσου του περιβόητου προγράμματος Οικονομικής Ενδυνάμωσης των Μαύρων (BEE). Το πρόγραμμα αυτό δημιούργησε μια χούφτα μαύρων εκατομμυριούχων διαμέσου της τοποθέτησής τους σε θέσεις εξουσίας σε διάφορες εξορυκτικές και άλλες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το καθεστώς προσπαθεί να παρουσιάσει την εν λόγω διαδικασία ως αποζημίωση για τις αμαρτίες του περασμένου αιώνα και ταυτόχρονα ως απόδειξη για τη βελτίωση της θέσης του αφρικανικού λαού. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την ανέλιξη αυτών των λίγων σε ανώτερα κλιμάκια της καπιταλιστικής ιεραρχίας, δημιουργείται μία ολοένα αυξανόμενη κατώτερη τάξη στις αστικές περιοχές που η επιβίωσή της εξαρτάται από τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας και διευρύνεται το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Η δημιουργία μιας μαύρης αστικής τάξης ήταν, φυσικά, πάντα στο πρόγραμμα του ANC, αλλά καλλιεργήθηκε το ψέμα ότι αυτό θα ωφελούσε με κάποιο τρόπο την αφρικανική εργατική τάξη. Αυτό το ψέμα ξεσκεπάστηκε με πολύ σκληρό τρόπο. Το ANC έχει δημιουργήσει μια κατάσταση όπου από τη μια πλευρά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, το 9% του κεφαλαίου των εταιρειών εξόρυξης βρίσκεται στα χέρια μαύρων καπιταλιστών, ενώ από την άλλη πλευρά:

 §    Το 40% του ενεργού πληθυσμού είναι άνεργο. Αυτό αντιπροσωπεύει 6 εκατομμύρια εκ των οποίων τα 2,8 εκατ. είναι ηλικίας μεταξύ 18 και 24 ετών.

 §     Η κατώτερη τάξη στις αστικές περιοχές -που επιβιώνει χάρη στα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας- έχει αυξηθεί. Από 2,5 εκατομμύρια που ήταν το 1999 αυξήθηκε σε 12,5 εκατομμύρια το 2012!

 §     Το 50 % του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η περίφημη ισότητα που ευαγγελιζόταν το ANC έχει δημιουργήσει στη Νότιο Αφρική μια κοινωνική κατάσταση τέτοια που, μαζί με τη Βραζιλία, αποτελούν τις χώρες με τη μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο. (Σύμφωνα με την Oxfam[12]).

Ο Μαντέλα ήταν, φυσικά, γνώστης της καπιταλιστικής φύσης του πολιτικού προγράμματος του ANC, κάτι το οποίο είχε αναφέρει στη δίκη του το 1964, όπου περιέγραψε τη «Χάρτα Ελευθερίας» ως εξής:

 «Η Χάρτα αποτελεί μοιραίο πλήγμα στα οικονομικά μονοπώλια και στα μονοπώλια εξόρυξης χρυσού που επί αιώνες έχουν λεηλατήσει τη χώρα και έχουν καταδικάσει το λαό σε υποτέλεια. Η διάλυση και ο εκδημοκρατισμός αυτών των μονοπωλίων θα ανοίξει νέους τομείς για την ανάπτυξη μιας ευημερούσας μη ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Για πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της χώρας μια μη ευρωπαϊκή αστική τάξη θα έχει την ευκαιρία να έχει στην ιδιοκτησία της διάφορες μονάδες και εργοστάσια. Μ’ αυτόν τον τρόπο το εμπόριο και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θα «ανθίσουν» άνευ προηουμένου».

Το τι ακριβώς θα συνεπαγόταν αυτή η δήλωση φάνηκε στο Μαρικάνα[13].

 

 Η εργατική τάξη και ο εθνικός αγώνας

 Σήμερα αποτελεί μαρξιστικό αξίωμα το ότι η εργατική τάξη δεν θα πρέπει να υποτάξει τις πολιτικές της δυνάμεις σε εκείνες της αστικής τάξης, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των εθνικιστικών αστικών δυνάμεων τύπου ANC. Όσον αφορά τη Νότιο Αφρική έχουμε επισημάνει επανειλημμένα τον κίνδυνο που ενέχει η υπαγωγή της ταξικής πάλης στις απαιτήσεις ενός εθνικού αγώνα. Έχουμε τονίσει ότι μόλις πετύχει ο εθνικός αγώνας, η εθνική αστική τάξη θα στρέψει τα πυρά της πάνω στην εργατική τάξη. Αυτό συνέβη με εκδικητικό τρόπο στη Νότιο Αφρική και όχι μόνο στο Μαρικάνα. Ο καθένας μπορεί να δει τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εργαζόμενοι της Νοτίου Αφρικής. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα πρόσφατο κείμενο του συνδέσμου «Abahlali Basemjondolo»[14]. Έχει τίτλο «Η στεγαστική λίστα ενάντια στη λίστα θανάτου»:

 «Υποτίθεται ότι ζούμε σε μια δημοκρατική χώρα, σε μια χώρα όπου υπάρχει δικαιοσύνη, όπου ο καθένας θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινο ον. Ωστόσο, υπάρχει τεράστια ανισότητα, οικονομική, χωροταξική και πολιτική. Παραμένουμε διαιρεμένοι σε πλούσιους και φτωχούς. Ζούμε σε διαφορετικά μέρη που προορίζονται για διάφορες κατηγορίες ανθρώπων. Έχουμε διαφορετικές ευκαιρίες, τρόπους ζωής και δικαιώματα. Παραμένουμε διαιρεμένοι σε εκείνους που έχουν την ελευθερία έκφρασης και σε εκείνους που αντιμετωπίζουμε όλα τα είδη εκφοβισμού και καταστολής στην περίπτωση που διαπράξουμε το έγκλημα να πούμε την αλήθεια για τη ζωή μας.

 Για τους φτωχούς η χώρα αυτή είναι μια δημοκρατική φυλακή. Μας επιτρέπεται να ψηφίσουμε για το ποιοι θα είναι οι δεσμοφύλακές μας, αλλά πρέπει να παραμένουμε πάντα φυλακισμένοι. Πρέπει να σιωπούμε όταν οι παραγκουπόλεις μας καταστρέφονται και εμείς μένουμε στον δρόμο. Πρέπει να σιωπούμε όταν απομακρυνόμαστε δια της βίας και μας μεταφέρουν σε προσωρινά στρατόπεδα παραμονής που ταιριάζουν μόνο σε ζώα. Πρέπει να σιωπούμε όταν μας λένε να επιστρέψουμε στη Lusikisiki[15] ή σε ανθρώπινες χωματερές που βρίσκονται πολύ μακριά από τις πόλεις. Πρέπει να σιωπούμε όταν απειλούμαστε, υφιστάμεθα κακοποίηση, όταν μας πυροβολούν και μας σκοτώνουν. Οι πολιτικοί πιστεύουν ότι όταν αρνούμαστε να σιωπήσουμε και αντιστεκόμαστε στην καταστολή μπορούν να μας φιμώσουν ρίχνοντάς μας ένα κομμάτι κρέας. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια νομίζουν ότι είμαστε σκυλιά. Δεν είμαστε σκυλιά. Είμαστε άνθρωποι. Θα συνεχίσουμε να επαναστατούμε μέχρι να μας αντιμετωπίσουν ως ανθρώπινα όντα». (30/10/13)

Άλλη μια δήλωση, η οποία γνωστοποιήθηκε από το BBC, προέρχεται από έναν μηχανικό που ονομάζεται Ntshimane Nolala. Εκφράζει την άποψη ότι οι μαύροι εργάτες εξαπατήθηκαν, υποστήριξαν το ANC και τελικά όλες οι θυσίες που έγιναν στο όνομα του εθνικού αγώνα αποδείχθηκαν μάταιες. Αυτά που λέει είναι πάνω-κάτω όλα όσα είχαμε γράψει στα προηγούμενα άρθρα μας προαγγέλλοντας τότε αυτό που θα μπορούσε να συμβεί. Ο ίδιος δήλωσε στο BBC ότι:

 «Το μόνο πράγμα που κέρδισαν οι μαύροι ήταν η δυνατότητα να ψηφίζουν μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια καθώς και η προαγωγή μιας χούφτας μαύρων [πολιτική ελίτ] σε υψηλές θέσεις πλάι στον Μαντέλα και τους ομοίους του, κάτι το οποίο αποτελεί εκπλήρωση των φιλοδοξιών τους.

 Σήμερα δουλεύω ως μηχανικός, δεν έχω κάποια τυπικά προσόντα. Επισκευάζω ταξί, αλλά όσα ξέρω τα έχω μάθει μόνος μου. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση των μαύρων δεν νοιάζεται για μένα, δεν έχει χρόνο για μένα.

 Μπορεί να είμαστε ελεύθεροι να πάμε όπου θέλουμε χωρίς να φοβόμαστε αλλά δεν είμαστε ακόμη ελεύθεροι με οικονομικούς όρους.

 Σήμερα στη Νότιο Αφρική μια χούφτα μαύρων λεηλατεί τα υπολείμματα από το «τσιμπούσι» που έκαναν εκείνοι που ελέγχουν την οικονομία. Οι ηγέτες μας πλουτίζουν ενώ η πλειοψηφία δεν έχει τίποτα. Αυτό είναι το κληροδότημα της ελευθερίας μας.

 Κατά τη γνώμη μου, εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους αγωνιζόμενοι για αυτή την ελευθερία δυστυχώς πέθαναν για το τίποτα». (6/12/13)

 Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας υπέρ της υποστήριξης του εθνικού αγώνα, που έγινε από σταλινικούς και τροτσκιστές, ξεκίνησε από την άποψη ότι το απαρτχάιντ ήταν απαραίτητο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Νότιο Αφρική και κατά συνέπεια η κατάργησή του θα οδηγούσε και στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Με τη σειρά του αυτό θα οδηγούσε στην αποδυνάμωση του δυτικού καπιταλισμού, θα δημιουργούσε μια κρίση στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κτλ. Όλη αυτή η επιχειρηματολογία αποδείχθηκε σκέτη ανοησία. Αντίθετα, χάρη στην κατάργηση του απαρτχάιντ, ο καπιταλισμός της Νοτίου Αφρικής ενδυναμώθηκε, ο δυτικός ιμπεριαλισμός ενισχύθηκε και τα ταξικά ζητήματα είναι περισσότερο συγκεχυμένα από ό,τι ήταν προηγουμένως.

 Τα πολιτικά επιχειρήματα που υπερασπίζονται αυτές οι ομάδες υπέρ μιας επανάστασης σε δύο στάδια ή υπέρ μιας διαρκούς επανάστασης το πρώτο στάδιο της οποίας είναι ο κρατικός καπιταλισμός είναι εξίσου λανθασμένα. Κάθε πολιτική οργάνωση η οποία αναλαμβάνει τα καθήκοντα της διαχείρισης του καπιταλισμού προς όφελος -υποτίθεται- των συμφερόντων της εργατικής τάξης, το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να μοιράσει το πλεόνασμα που παράγεται από το σύστημα με έναν πιο δίκαιο τρόπο. Το σύστημα παραμένει καπιταλιστικό, οι εργαζόμενοι παραμένουν θύματα της εκμετάλλευσης, αποκομμένοι από τα μέσα παραγωγής και αλλοτριωμένοι. Εν τω μεταξύ, οι απαιτήσεις για καπιταλιστική συσσώρευση παραμένουν. Το ίδιο το σύστημα επιβάλλεται αναπόφευκτα στο πολιτικό εποικοδόμημα και οι διαχειριστές του συστήματος σχηματίζουν μια νέα τάξη εκμεταλλευτών, όπως συνέβη στη Ρωσία τη δεκαετία του 1920.

 Η Διεθνιστική Κομμουνιστική Τάση (ICT) έχει υποστηρίξει με συνέπεια ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να επιδιώκουν τα δικά τους ταξικά συμφέροντα -όταν προασπίζονται τους μισθούς και τις συνθήκες διαβίωσής τους- ανεξάρτητα από τους αστούς εθνικιστές. Στη Νότιο Αφρική κάτι τέτοιο θα είχε επιτρέψει να διαφανούν τα εμπλεκόμενα ταξικά ζητήματα με σαφή τρόπο. Αντ’ αυτού τα ζητήματα αυτά επισκιάστηκαν εξαιτίας, αρχικά, του φιλελευθερισμού και της ηθικής καταδίκης του ρατσισμού και στη συνέχεια της προδοτικής στάσης του ANC. Όλα αυτά έχουν επιφέρει ως αποτέλεσμα μια μεγάλη σύγχυση. Σχέδια που προτείνονται όσον αφορά την αλλαγή ηγεσίας στο ANC ή μια επιστροφή στον κρατικό καπιταλισμό της «Χάρτας της Ελευθερίας» -όπως, π.χ. από τον Malema, τον πρώην ηγέτη της νεολαίας του ANC, και την οργάνωση που τον υποστηρίζει «Μαχητές Οικονομικής Ελευθερίας»- αποτελούν τεράστιο χάσιμο χρόνου.

Η μόνη μάχη που μπορεί να ωφελήσει την εργατική τάξη σε βάθος χρόνου είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και η δημιουργία ενός ανώτερου κοινωνικού συστήματος κοινωνικής παραγωγής, δηλ. του κομμουνισμού που δεν έχει καμία σχέση με το σύστημα του κρατικού καπιταλισμού που εφαρμόστηκε στη Ρωσία. Προσπάθειες μεταρρύθμισης του υπάρχοντος συστήματος προς όφελος της εργατικής τάξης σπέρνουν αυταπάτες στον αγώνα. Ο αγώνας των εργαζομένων παγκοσμίως πρέπει να στραφεί σε μια επαναστατική κατεύθυνση. Αυτός ο αγώνας είναι παγκόσμιος και για την υλοποίησή του η παγκόσμια εργατική τάξη χρειάζεται μια πολιτική οργάνωση.

 Όπως είχαμε γράψει όταν έγινε η σφαγή του Μαρικάνα:

«Η τραγωδία είναι ότι η δολοφονική βία του κεφαλαίου δεν έχει σύνορα. Τα ίδια πράγματα συμβαίνουν στην Κίνα, στη Βραζιλία και σε πολλές άλλες χώρες της λεγόμενης περιφέρειας του καπιταλισμού, ενώ στη «δημοκρατική» Δύση δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν διαφαίνεται κάποιο ξαναζωντάνεμα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, με την πρώτη σημαντική ένδειξη ανταπάντησης εκ μέρους της εργατικής τάξης, ο πέλεκυς της καταστολής θα πέσει αμείλικτα ακόμη και στα δικά μας πολιτικά γεωγραφικά πλάτη. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, ένα νομικό οπλοστάσιο έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Επίσης έχουν ήδη διεξαχθεί ολοκληρωμένα επιτόπια πειράματα άσκησης (στη Γένοβα το 2001) ακόμη και αν αυτό δεν είχε γίνει τότε αντιληπτό.

 Δεν αρκεί πλέον «μόνο» να καταγγέλλουμε το σκάνδαλο στο Μαρικάνα και να θρηνούμε τους νεκρούς της διεθνούς εργατικής τάξης. Ήρθε η ώρα να κάνουμε μια πραγματική προσπάθεια με στόχο την οργάνωση ενός ταξικού κόμματος με επαναστατικό πρόγραμμα, έτσι ώστε το μελλοντικό ξαναζωντάνεμα της ταξικής πάλης να μην αποσκοπεί μόνο στην καταστολή της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης, αλλά να έχει ως πολιτικό του στόχο την ανατροπή αυτής της ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας, την καταστροφή της άδικης σχέσης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου και του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγικότητας. Το τραγικό επεισόδιο της Λόνμεν[16] και οι 34 σφαγιασθέντες εργάτες δεν αποτελεί την τοπική ιστορία ενός βάναυσου γεγονότος στη μακρινή Νότιο Αφρική. Πρόκειται για μία πράξη ενός δράματος που θα παίζεται παντού όπου η εργατική τάξη προσπαθεί να ορθώσει το ανάστημά της».

CP

10 Δεκεμβρίου 2013

 Πηγή: http://www.leftcom.org/

Τίτλος πρωτοτύπου: «Mandela – A Hero for Capitalism».

                      


[1] Ο Πίτερ Βίλεμ Μπότα ήταν πολιτικός της Νοτίου Αφρικής (διετέλεσε πρωθυπουργός τα έτη 1979-84 και Πρόεδρος τα έτη 1984-89). Υπήρξε οπαδός του Εθνικού Κόμματος και θερμός υποστηρικτής του απαρτχάιντ. (Σ.τ.Μ.)

                                                                  

[2] Απαρτχάιντ (apartheid): όρος που προέρχεται από τη γλώσσα Αφρικάανς και τα ολλανδικά και σημαίνει διάκριση. Ο φυλετικός διαχωρισμός στη Νότιο Αφρική ξεκίνησε κατά την αποικιοκρατία. Ως επίσημη κρατική πολιτική εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1948 από το Εθνικό Κόμμα των Αφρικάνερ. O πληθυσμός της χώρας χωρίστηκε σε φυλετικές κατηγορίες και οριοθετήθηκαν συγκεκριμένες περιοχές διαβίωσης για την κάθε φυλή, κάτι που οδήγησε σε βίαιες μετοικήσεις. Το 1970 καταργήθηκε η πολιτική εκπροσώπηση όσων δεν ήταν λευκοί και έγινε περιορισμός τους σε απομονωμένες «νησίδες γης», τα λεγόμενα εθνικά κρατίδια μπαντουστάν. Διακρίσεις υπήρχαν στον τομέα της εκπαίδευσης, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και άλλων δημοσίων παροχών και υπηρεσιών. (Σ.τ.Μ.)

 

[3] Madiba: το όνομα της φυλής στην οποία ανήκε ο Μαντέλα. Το όνομα της φυλής θεωρείται πιο σημαντικό από το επώνυμο ενός προσώπου, καθώς αναφέρεται στον πρόγονο από τον οποίο κατάγεται. «Μαντίμπα» ήταν το όνομα του αρχηγού της φυλής Thembu, που ηγείτο στο Τράνκσεϊ, τον 18ο αιώνα. Θεωρείται ιδιαίτερα ευγενής εκείνος που το φέρει. (Σ.τ.Μ.)

 [4] Μην θέλοντας να υστερήσει σε υποκρισία ο Μπλερ –πράγμα διόλου περίεργο- είπε στο Ράδιο 4 ότι ο Μαντέλα υπήρξε πάντοτε μεγαλόψυχος έναντι της «κυρίας Θάτσερ» (η οποία καταδίκαζε τον Μαντέλα ως «τρομοκράτη» αλλά υποστήριζε τον χασάπη Πινοσέτ) όταν στην πραγματικότητα είχε αρνηθεί να την συναντήσει. Ίσως, όμως, η υποκρισία αυτών που παρευρέθηκαν στην τελετή μπορεί να συγκριθεί με την υποκρισία εκείνων που δεν παρέστησαν. Ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου δεν παρευρέθηκε, επικαλούμενος το κόστος. Αυτό το λέει ο άνθρωπος που εγκατέστησε ένα κρεβάτι αξίας 180.000 δολαρίων στο πρωθυπουργικό αεροσκάφος του Ισραήλ για να το χρησιμοποιήσει κατά την διάρκεια του ταξιδιού του στον Λονδίνο προκειμένου να παρευρεθεί στην κηδεία της Θάτσερ. Ούτε λόγος να γίνεται για το γεγονός ότι το Ισραήλ ήταν ένας από τους σταθερότερους συμπαραστάτες και υλικούς υποστηρικτές του καθεστώτος του απαρτχάιντ, έχοντας άλλωστε εγκαταστήσει ένα δικό του απαρτχάιντ στα εδάφη του.

 [5] Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο (AfricanNationalCongress). Ιδρύθηκε το 1912 ως πολιτική οργάνωση με στόχο την κατάργηση του απαρτχάιντ και την προώθηση ίσων πολιτικών δικαιωμάτων για όλες τις φυλετικές ομάδες, αλλά και κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Η αρχική σύνθεση της οργάνωσης ήταν κυρίως μικροαστική και απέρριπτε τη βίαιη διεκδίκηση των στόχων της, ευνοώντας ειρηνικές μορφές πάλης. Με την ίδρυση της νεολαίας της οργάνωσης (1944), ένας εκ των πρωταγωνιστών της οποίας ήταν ο Νέλσον Μαντέλα, ο χαρακτήρας της έγινε πιο μαχητικός. Το 1949 η οργάνωση υιοθέτησε ένα πρόγραμμα αγωνιστικής δράσης που προέβλεπε μαχητικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, το οποίο προσέλκυσε σταδιακά και προοδευτικούς λευκούς Νοτιοαφρικανούς. Το 1955 το ANC διατύπωσε τη Χάρτα Ελευθερίας, το βασικό προγραμματικό του ντοκουμέντο, όπου διακήρυττε ότι η Νότιος Αφρική ανήκε σε όλους όσοι ζούσαν σε αυτήν, μαύρους και λευκούς. Τα χρόνια που ακολούθησαν οι μαζικές εξεγέρσεις κορυφώθηκαν. Ύστερα από την αιματηρή διαδήλωση στο Σάρπβιλ (1960) η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τα επόμενα 30 χρόνια το ANC έδρασε στην παρανομία, με τους περισσότερους ηγέτες και πάρα πολλά στελέχη του στις φυλακές. Η αιματηρή καταστολή της εξέγερσης των μαθητών και σπουδαστών στο Σοβέτο το 1976 προκάλεσε ένα κίνημα αντίστασης. Ο στρατός επενέβη πολλές φορές και η χώρα κηρύχτηκε επανειλημμένα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ωστόσο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε κάποια φιλελεύθερα μέτρα, που περιλάμβαναν τη νομιμοποίηση του ΑΝC και άλλων οργανώσεων, και την απελευθέρωση των αγωνιστών (1990). Το ANC άρχισε να οργανώνεται σε πολιτική βάση, εξέλεξε πρόεδρό του τον Μαντέλα, και στις πρώτες ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές της χώρας (1994) το ANC απέσπασε την πλειοψηφία με ποσοστό 62,6% και ανέλαβε την εξουσία. (Σ.τ.Μ)

 [6] Η Νότια Αφρική αναφέρεται συχνά ως Έθνος Ουράνιο Τόξο -όρος που επινοήθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Ντέσμοντ Τούτου και χρησιμοποιήθηκε από τον τέως πρόεδρο Νέλσον Μαντέλα ως μεταφορά για την περιγραφή της πολυπολιτισμικής απάντησης στον ρατσισμό της ιδεολογίας του απαρτχάιντ. (Σ.τ.Μ.)

 [7] Οι Κόσα (Xhosa) ή Ξόσα (xosa) αρχικά ζούσαν στο Τρανσκέι, κοντά στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, της Νοτίου Αφρικής, και είναι μία από τις πολλές φυλές των Νότιων Νγκούνι, των λαών που μιλούν γλώσσες Μπαντού. Τον 18ο-19ο αιώνα είχαν συνεχείς συγκρούσεις με τους ευρωπαίους αποίκους του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Ήταν ένας από τους διαρκέστερους αγώνες των αφρικανικών λαών ενάντια στην ευρωπαϊκή εισβολή. (Σ.τ.Μ.)

[8] Όταν έφθασαν οι πρώτοι αποικιοκράτες στη Νότιο Αφρική (17ος αιώνας), σύντομα «αποκήρυξαν» το ευρωπαϊκό τους παρελθόν και διεκδίκησαν την «αφρικανικότητά» τους. Αντιτάχθηκαν στους Βρετανούς αποικιοκράτες, οι οποίοι κατέφτασαν το 19ο αιώνα και διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τη μητέρα πατρίδα. Έτσι το 1918 ιδρύεται στο Γιοχάνεσμπουργκ η Αδελφότητα των Αφρικάνερ, η οποία στο τέλος οδηγήθηκε σε ένα εθνικιστικό κίνημα. Η νίκη του Εθνικού Κόμματος της Νοτίου Αφρικής το 1948 εξέφρασε τη νίκη των Αφρικάνερ έναντι στην αγγλοσαξωνική πολιτιστική αλλοτρίωση. Όμως το ζήτημα  δεν ήταν πλέον η προάσπιση της ταυτότητας των Αφρικάνερ διότι ο κίνδυνος της κυριαρχίας των Άγγλων είχε αποφευχθεί και είχε πραγματοποιηθεί η ενότητα όλων των Αφρικάνερ. Παρέμενε ωστόσο η απειλή της δημογραφικής ισχύος των Αφρικανών, κάτι που έγινε γνωστό ως «Μαύρη Απειλή». Πάνω σ’ αυτό στηρίχθηκε η πολιτική του απαρτχάιντ. (Σ.τ.Μ.)

[9]Η σφαγή του Sharpeville  (69 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες) συνέβη στις 21 Μαρτίου 1960 και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως αργία από τη δημοκρατική κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής (Σ.τ.Μ.)

[10] Στη μέθοδο παραγωγής έντασης κεφαλαίου ο συντελεστής παραγωγής κεφάλαιο κυριαρχεί (χρησιμοποιείται περισσότερο) επί των άλλων συντελεστών στην παραγωγική διαδικασία. (Σ.τ.Μ.)

 [11] Βλ. leftcom.org

[12] Η Oxfam είναι μια διεθνής συνομοσπονδία 17 οργανισμών που εργάζονται σε περίπου 90 χώρες σε όλο τον κόσμο με στόχο την εξεύρεση λύσεων για τη φτώχεια και την αδικία σε παγκόσμιο επίπεδο. (Σ.τ.Μ.)

 [13] Βλ. leftcom.org.

Το συγκεκριμένο άρθρο καθώς και εκείνο που αναφέρθηκε στην υποσημείωση αρ. 11 περιέχονται σε μια μπροσούρα με τίτλο «Η νέα αναταραχή στη Νότια Αφρική» (“TheNewTurmoilinSouthAfrica”).

 [14]Πρόκειται για τη μεγαλύτερη οργάνωση όσων ζουν σε παράγκες στη Νότιο Αφρική, γνωστή για τις εκστρατείες της κατά των εξώσεων και γενικότερα υπέρ της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών και τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας από τα κάτω. (Σ.τ.Μ.)

 [15] Μια μικρή πόλη στην ανατολική επαρχία Cape.

[16] Η Lonmin είναι η βρετανική μεταλλευτική εταιρεία η οποία κατέχει το ορυχείο λευκόχρυσου στο Μαρικάνα. Στο διοικητικό της συμβούλιο έχει μέλη του ANC.

 

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: