ΑΓΚΟΥΣΤΙΝ ΓΚΙΓΙΑΜΟΝ: Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ

Spain-barricadeΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Η ιστορία είναι ένα ακόμη πεδίο μάχης μεταξύ των πολλών που υπάρχουν στον ταξικό πόλεμο. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα ανάκτησης της μνήμης των ταξικών αγώνων του παρελθόντος αλλά και μια μάχη για την ιστορία από επαναστατική σκοπιά, δηλαδή από την σκοπιά της υπεράσπισης των ιστορικών συμφερόντων του προλεταριάτου, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την θεωρητικοποίηση των ιστορικών εμπειριών του διεθνούς εργατικού κινήματος. Ούτε η οικονομία, ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε η πολιτική, ούτε η ιστορία, ούτε οποιοσδήποτε άλλος τομέας του πολιτισμού δεν είναι ουδέτερος, ούτε άλλωστε μπορεί ποτέ να είναι, σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις, επειδή καθένας από αυτούς αποτελεί ένα πεδίο μέσα στο οποίο διεξάγεται μια ανελέητη μάχη.

Ομιλούμε για την κατανόηση και την υπεράσπιση των ιστορικών συμφερόντων του προλεταριάτου, τόσο εδώ όσο και στο Πεκίνο, στην Νέα Υόρκη, στην Σενεγάλη, σε όλα γενικώς τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ομιλούμε για τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, έως την εξαφάνισή του ως τάξη. Ομιλούμε για την δικιά μας ιστορία, την προλεταριακή, που είναι μια ιστορία πραγματική και υλιστική, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με την δικιά τους ιστορία, την αστική, που είναι παραποιημένη κα ιδεαλιστική.

Δεν πρόκειται μονάχα για την ανάκτηση της μνήμης των ηττημένων του Εμφυλίου Πολέμου, ούτε για την απότιση φόρου τιμής στα θύματα του φρανκισμού, ούτε για την τοποθέτηση αναμνηστικών πλακών, την ανέγερση μνημείων ή για την δημιουργία χώρων μνήμης και περισυλλογής, ούτε καν για την αποκάλυψη των διαστρεβλώσεων της Δεξιάς (του είδους της νεοφρανκικής ιστοριογραφίας ενός Ρίο Μόα ή της καταλανικής εθνικιστικής ιστοριογραφίας ενός Μικέλ Μιρ) ή των διαφόρων κατασκευασμάτων της Αριστεράς περί επανεγκαθίδρυσης της δημοκρατίας (του είδους της φιλελεύθερης ιστοριογραφίας ενός Άνχελ Βίνιας ή της νεοσταλινικής ενός Φεράν Γκαγιέγο). Ούτε πρόκειται για την κατασκευή προλεταριακών υπερανθρώπων ή ειδώλων, ούτε για την συνέχιση της αυλικής ιστορίας των βασιλέων και των ευγενών, λησμονώντας της αγροτικές εξεγέρσεις, ούτε, κατά το σημερινό πρότυπο των σκιτσογραφημένων διηγημάτων, πρόκειται για μια αφήγηση περί καλών και ηρωικών εργατικών ηγετών που παλεύουν εναντίον κακών προδοτών γραφειοκρατών, εν μέσω νωθρών και άμορφων μαζών. Το σημαντικότερο δε γεγονός αυτού του είδους της διαπραγμάτευσης είναι ότι τελικά καταλήγει στο συμπέρασμα είτε να δικαιολογεί τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν από τους φρανκιστές κατά τον πόλεμο εξόντωσης στον οποίον επιδόθηκαν είτε στον καθαγιασμό και στην εξύμνηση «της δοξασμένης, ηρωικής και φοβερής» ήττας των αντιφασιστών, πλέκοντας πάντοτε το εγκώμιο της καταστολής των επαναστατών, αν και η πιο αποτελεσματική και συνήθης πρακτική είναι η υποτίμηση ή ακόμη και η άρνηση της ύπαρξής τους.

Το ζήτημα δεν είναι η λατρεία μύθων του παρελθόντος, είτε αυτοί ονομάζονται Νιν[1] ή Ντουρουτι, ή η ανέγερση βωμών επάνω στους οποίους θα θυσιαστούν νέοι ήρωες, ενός Μπαλιούς[2] ή ενός Αγίου τάδε. Είναι σημαντικότερο να καταδείξουμε τα λάθη που διέπραξαν ή να αποκαλύψουμε τις ανεπάρκειές τους, οι οποίες ήταν και οι ανεπάρκειες του επαναστατικού κινήματος της εποχής τους. Ο μύθος του Νιν ή του Ντουρούτι δεν μας χρησιμεύει σε τίποτα. Μας είναι χρήσιμες όμως οι ανεπάρκειες και τα λάθη τους, διότι αυτά έχουν κάτι να μας διδάξουν. Οι μύθοι του παρελθόντος είναι οι αλυσίδες του παρόντος. Η αποκάλυψη των λαθών τους μάς επιτρέπει να προχωρήσουμε πέρα από εκεί που εκείνοι απέτυχαν.

Η συγγραφή της ιστορίας ή ο στοχασμός πάνω σ’ αυτήν είναι πράγματα τόσο σημαντικά και τόσο απλά όσο και η άντληση των διδαγμάτων του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, τα οποία αφορούσαν την επαναστατική εναλλακτική λύση του προλεταριάτου το 1936. Για να το θέσουμε διαφορετικά, πρόκειται για την θεωρητικοποίηση των ιστορικών εμπειριών του προλεταριάτου. Γιατί; Διότι το προλεταριάτο μπορεί να διδαχθεί μονάχα από την ίδια του την εμπειρία, από τους αγώνες του, αφού δεν υπάρχει καλύτερο σχολείο από το εργαστήριο της ιστορίας. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό: η θεωρητικοποίηση των ιστορικών εμπειριών του προλεταριάτου και της ύπαρξής του ως τάξης που αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσα στον καπιταλισμό, παρότι πολύ πιθανόν να υπάρχουν κι αυτοί που πιστεύουν ότι ο μαρξισμός είναι οι ιερές γραφές ενός μεγαλοφυούς ατόμου που έζησε τον δέκατο ένατο αιώνα και όχι η μέθοδος ανάλυσής του.

 

Ποια διδάγματα μπορούμε να βγάλουμε από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο;

 

Πρώτον, το καπιταλιστικό κράτος, είτε με την φασιστική είτε με την δημοκρατική του μορφή, πρέπει να καταστραφεί. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να συνάψει συμφωνία με την δημοκρατική αστική τάξη για να νικήσει την φασιστική αστική τάξη, διότι μια τέτοια συμφωνία προϋποθέτει ήδη την ήττα της επαναστατικής εναλλακτικής λύσης και την αποποίηση του επαναστατικού προγράμματος του προλεταριάτου (και των μορφών πάλης που προσιδιάζουν σ’ αυτό) προς χάριν της υιοθέτησης ενός προγράμματος αντιφασιστικής ενότητας με την δημοκρατική αστική τάξη εν ονόματι της νίκης στον πόλεμο κατά του φασισμού.

Δεύτερον, το επαναστατικό πρόγραμμα του προλεταριάτου συνίσταται στην διεθνοποίηση της επανάστασης, στην κοινωνικοποίηση της οικονομίας, στην δημιουργία στέρεων βάσεων για την κατάργηση της αξίας[3] και της μισθωτής εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, στον έλεγχο της διεξαγωγής του πολέμου και στην διεύθυνση των πολιτοφυλακών από το ίδιο το προλεταριάτο, στην συμβουλιακή οργάνωση της κοινωνίας και στην δικτατορία του προλεταριάτου επί των αστικών και μικροαστικών κοινωνικών στρωμάτων, και στην συντριβή της ένοπλης απάντησης της αντεπανάστασης, μιας αντεπανάστασης που πρέπει να θεωρείται βεβαία. Η κύρια θεωρητική κατάκτηση των «Φίλων του Ντουρούτι»[4] είναι η διαπίστωση του ολοκληρωτικού χαρακτήρα της προλεταριακής επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση είναι ολοκληρωτική, δηλαδή καθολική, επειδή πραγματοποιείται σε όλους τους τομείς: στον κοινωνικό, τον οικονομικό, τον πολιτικό και τον πολιτιστικό τομέα, και μάλιστα σε όλες τις χώρες, υπερβαίνοντας όλα τα εθνικά σύνορα, και επιπλέον είναι αυταρχική, επειδή βρίσκεται αντιμέτωπη στρατιωτικά με τον ταξικό εχθρό.

Τρίτον, η απουσία ενός κόμματος ικανού να υπερασπιστεί το ιστορικό πρόγραμμα του προλεταριάτου ήταν καθοριστική, διότι επέτρεψε σε όλες τις εργατικές οργανώσεις να αναλάβουν το αστικό πρόγραμμα της αντιφασιστικής ενότητας (την ιερή ενότητα της εργατικής τάξης με την δημοκρατική αστική τάξη) με μοναδικό σκοπό την νίκη του πολέμου κατά του φασισμού. Οι επαναστατικές πρωτοπορίες που εμφανίστηκαν το έκαναν πολύ αργά και αναποτελεσματικά και συνετρίβησαν στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν μια επαναστατική εναλλακτική λύση που να είναι ικανή να έρθει σε ρήξη με το αστικό δίλλημα μεταξύ φασισμού και αντιφασισμού, την οποία κατάφεραν μονάχα να σκιαγραφήσουν.

Έτσι λοιπόν η κριτική του Φερέιρο στον Ντεβέσα[5] είναι πολύ ενδιαφέρουσα ως προς ορισμένες βασικές της πτυχές (απολυτοποίηση του ρόλου της ηγεσίας), αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις στρέφεται σε πεδία που δεν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε παρά ιδεαλιστικά. Αφετέρου δε, ομολογούμε ότι υπάρχουν εκφράσεις που δεν τις κατανοούμε. Δεν αντιλαμβανόμαστε τι εννοεί όταν λέει ότι η εξουσία «είναι μια κοινωνική έκφραση της κυρίαρχης υποκειμενικότητας συνολικά και η εξέλιξή της διαμέσου της ψυχοκοινωνικής αλληλεπίδρασης, διαμέσου της πράξης». Ποιος το καταλαβαίνει αυτό; Είναι σαν να έχει γραφτεί στα σανσκριτικά. Και αν λέει αυτό που νομίζουμε ότι λέει, τότε πρόκειται για μια ταυτολογία.

Ούτε καταλαβαίνουμε τι εννοεί με την έκφραση «η ιστορική συγκρότηση της προλεταριακής υποκειμενικότητας». Τι εννοεί όταν λέει ότι «το πρόβλημά μας» δεν είναι «η εξημέρωση της μνήμης» (Ντεβέσα), αλλά η εξημέρωση του πνεύματός μας». Δεν καταλαβαίνω καλά αυτήν την εμμονή με την εξημέρωση, είτε αυτή επηρεάζει την μνήμη ή το πνεύμα. Αυτό που μας ενδιαφέρει (από την σκοπιά της υλιστικής και ιστορικής κοσμοθεωρίας) είναι ο ίδιος ο ταξικός πόλεμος, ο οποίος μπορεί να διεξαχθεί σε διάφορα πεδία της μάχης, μεταξύ των οποίων πρέπει να διαλέξουμε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, χωρίς να αρνηθούμε κανένα, διότι πρόκειται για την ιστορία του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Δεν μπορώ να καταλάβω αυτό το ζήτημα περί εξημέρωσης, το οποίο ακούγεται σαν να αφορά πράγματα που έγιναν στην νεολιθική εποχή: η εξημέρωση του σκύλου, του αλόγου, της αγελάδας, του γαϊδάρου κτλ. Οι εξημερώσεις ιδεαλιστικού τύπου, είτε της μνήμης είτε του πνεύματος, είναι εντελώς ακατανόητες και ξένες (με την άδεια του Ντίτσγκεν[6]) σε έναν άθεο υλιστή, όπως δηλώνει ο συγγραφέας αυτού εδώ του κειμένου.

Ο Ρόι λοξοδρομεί σε ένα σημαντικό ζήτημα, το οποίο θέτει μεν με σαφήνεια, αλλά δεν καταφέρνει να το επιλύσει. Το ζήτημα αυτό είναι η συνείδηση της εργατικής τάξης και η συγκρότηση της σε κόμμα. Ο Φερέιρο λέει, με την ιδιαίτερη νεωτεριστική και ελιτίστικη γλώσσα του, ότι «η επαναστατική συνείδηση που αναπτύσσεται σε αυτόν τον αγώνα για ένα αυθεντικό επαναστατικό κίνημα (…) εκκινεί από μία μειοψηφία (…). Έτσι ανακύπτει η ανάγκη και το πρόβλημα σχετικά με το πώς θα συγκροτηθεί αυτή η μειοψηφία σε μια δύναμη ικανή να υπερβεί την αυτοαλλοτρίωση των μαζών και ως εκ τούτου και του προβλήματος σχετικά με το πώς θα τις οργανώσει. Κατά συνέπεια, ανάμεσα στην αναγνώριση του προβλήματος και της επίλυσής του μεσολαβεί μια ολόκληρη περίοδος ανάπτυξης της συνείδησης, τόσο από πλευράς αναγνώρισης της υφιστάμενης πραγματικότητας όσο και από πλευράς δημιουργικής προβολής των υποκειμενικών αναγκών, κατά την οποία εκδηλώνονται μορφές δράσης που συνάδουν με τους συνειδητούς τους σκοπούς. Εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα ζήτημα-κλειδί: η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια της κλιμάκωσης της επανάστασης δίχως να καταστεί εύκολος στόχος για τις αντεπαναστατικές δυνάμεις. Δεν υπάρχει λοιπόν χρόνος για μια τέτοια ωρίμανση (ας δούμε την περίπτωση των ‘Φίλων του Ντουρούτι’, για να δώσουμε ένα παράδειγμα), ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι η εξέλιξη της υποκειμενικότητας έχει προχωρήσει πολύ ώστε να πραγματοποιηθεί αυτό το βήμα». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτή η μειοψηφία περί της οποίας ομιλεί ο Φερέιρο είναι αυτή που η μαρξιστική θεωρία ονομάζει «οργάνωση των επαναστατών» ή «κόμμα». Επίσης, δίχως αμφιβολία, ο Φερέιρο έχει δίκιο στην κριτική που ασκεί στον Ντεβέσα αλλά όχι και στα συμπεράσματα τα οποία βγάζει.

Στην πραγματικότητα η συνείδηση της εργατικής τάξης είναι προϊόν της πάλης των τάξεων, η οποία καθορίζεται από τον ανταγωνισμό υλικών συμφερόντων, και η ανάπτυξη αυτής της συνείδησης είναι παράλληλη με την πάλη των τάξεων. Το κόμμα (ή καλύτερα τα διάφορα κόμματα, οι διάφορες ομάδες ή πρωτοπορίες του κόμματος του προλεταριάτου) δεν μπορεί να ξεπροβάλλει σε μια αντεπαναστατική περίοδο. Η εργατική τάξη είναι επαναστατική ή δεν είναι τίποτα.[7]

Το κόμμα είναι το διαλεκτικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης της συνείδησης της εργατικής τάξης και, κατά συνέπεια, ένας ενεργός παράγοντας αυτής της διαδικασίας. Το κόμμα αναδεικνύεται ως αναγκαιότητα κατά την διαδικασία ανάπτυξης της συνείδησης της τάξης. Παρ’ όλο που το κόμμα και η τάξη βρίσκονται σε οργανική σχέση και σε σχέση αλληλοσυμπλήρωσης μεταξύ τους, δεν ταυτίζονται ούτε πρέπει να συγχέονται. Το κόμμα αποτελεί την πιο υψηλή έκφραση της συνείδησης της τάξης του προλεταριάτου, τόσο από απόψεως ιστορικής όσο και πολιτικής. Το κόμμα του προλεταριάτου είναι μοναχά ένα τμήμα της τάξης, και συγκεκριμένα εκείνο το τμήμα που αναλύει την κατάσταση με την μεγαλύτερη ενάργεια. Για να το πούμε απλούστερα: το κόμμα δεν είναι κάτι διαφορετικό από την αναγκαία οργάνωση των επαναστατών, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μέσα σε μια επαναστατική κατάσταση εμφανίζονται διάφορες οργανώσεις, τάσεις ή ομάδες συγγένειας προς το προλεταριάτο, οι οποίες αποτελούν εν συνόλω το κόμμα του προλεταριάτου στον αγώνα κατά του κόμματος του κεφαλαίου και του κράτους (το οποίο αποτελείται επίσης από διάφορες ομάδες και οργανώσεις).

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των υλιστικών και των ιδεαλιστικών επιλογών έγκειται στην διαφορετική αντίληψη του κόμματος και των λειτουργιών του.  Για τους υλιστές το κόμμα είναι μεν παράγων αλλά ταυτοχρόνως και προϊόν της ιστορίας (Μαρξ). Για τους ιδεαλιστές το κόμμα είναι ένας παράγοντας για την αλλαγή της κοινωνίας και της ιστορίας, το οποίο είναι κατ’ ουσίαν ξένο προς την άμεση κοινωνική και ιστορική κατάσταση· το κόμμα είναι πάνω απ’ όλα η βούληση των αγωνιστών του (Τρότσκι). Από το γεγονός αυτό απορρέει αφενός η αιτιοκρατία[8] των υλιστών και αφετέρου η βουλησιοκρατία[9] των ιδεαλιστών.

Στην «Γερμανική Ιδεολογία»[10] ο κομμουνισμός ορίζεται ως «το κίνημα που υπερβαίνει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων», ενώ η επαναστατική συνείδηση προσδιορίζεται ως απορρέουσα από την ίδια την ύπαρξη μιας επαναστατικής τάξης, ως ιστορική συνείδηση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου μέσα στον καπιταλισμό. Στην συνέχεια, στις «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» αναφέρεται ρητά ότι «ο παιδαγωγός πρέπει και ο ίδιος να διαπαιδαγωγηθεί»[11]. Στα δύο αυτά έργα ο Μαρξ απορρίπτει όλους τους «σωτήρες» του προλεταριάτου, όλους αυτούς που πιστεύουν ότι η κομμουνιστική και επαναστατική συνείδηση τροφοδοτείται στους ταπεινούς εργάτες έξωθεν της εργατικής τάξης από διανοουμένους ή ήρωες που τις είναι αναγκαίοι. Στην καλύτερη περίπτωση οι ήρωες αποτελούν καρπό της αδυναμίας ή της ήττας της εργατικής τάξης. Η εξύψωση ή η αγιοποίηση των προλεταρίων ηρώων οδηγεί μονάχα στην ενδυνάμωση και στην παγίωση των σφαλμάτων και των αδυναμιών του εργατικού κινήματος, ενώ το σημαντικό και το επιτακτικό ζήτημα είναι να μελετηθούν αυτά τα λάθη και αυτές οι αδυναμίες, να διορθωθούν και να εξαλειφθούν.

Απορρίπτουμε λοιπόν τον μεσσιανισμό του κόμματος και αρνούμαστε ότι αυτό έχει το καθήκον της διεύθυνσης, το οποίο πάντοτε καταλήγει στην υποκατάσταση της τάξης από το κόμμα. Υπογραμμίζουμε τον κατεξοχήν παιδαγωγικό, παραδειγματικό, ιστορικό, ανώνυμο[12] και καθολικό χαρακτήρα του κόμματος που αναδύεται από τους κόλπους του προλεταριάτου, το οποίο πρέπει, μεταξύ των άλλων καθηκόντων, να αναλάβει την θεωρητικοποίηση των επαναστατικών εμπειριών της πάλης των τάξεων, τόσο των παρελθουσών όσο και των τρεχόντων.

Η δύναμη αυτής της συνείδησης εντός του προλεταριάτου εμποδίζεται διαρκώς από το βάρος των ιδεολογιών της άρχουσας τάξης, η οποία σε οποιοδήποτε τομέα του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας, διαθέτει όλα τα μέσα που της παρέχουν το κράτος, τα πανεπιστημιακά και τα ερευνητικά ιδρύματα, ο τύπος και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι εκδοτικοί οίκοι, οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος[13], τα δίκτυα έκδοσης και διανομής, η εκδοτική βιομηχανία κτλ., κτλ, για να επιβάλλει, στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, την επίσημη ιστορική εκδοχή σαν μοναδική και «αυθεντική» ιστορία. Διατείνεται πως ό,τι η ιστοριογραφία αγνοεί ούτε υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Αν η ακαδημαϊκή ιστοριογραφία αρνείται την ύπαρξη μιας επαναστατικής κατάστασης στην Ισπανία του 1936, θα έρθει κάποια στιγμή κατά την οποία, απούσης της γενιάς που έζησε τον εμφύλιο πόλεμο, ο ισχυρισμός αυτός θα μετατραπεί σε αδιαμφισβήτητο δόγμα, με συνειδητό σκοπό να εξαφανίσει ένα σημαντικό επεισόδιο της επαναστατικής ιστορίας του προλεταριάτου. Το ίδιο συμβαίνει και σε κάθε άλλο ιδεολογικό και πολιτιστικό πεδίο. Στην Ισπανία υπάρχουν δύο αστικές ιστοριογραφίες, οι οποίες αντιμάχονται η μία την άλλη, αλλά ταυτίζονται ως προς τις βασικές τους αντιλήψεις, δηλαδή στην υπεράσπιση του αστικού κράτους και της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για την νεοφρανκική και την νεοσταλινική-φιλελεύθερη ιστοριογραφία. Μεταξύ αυτών υπάρχουν διάφορες υποκατηγορίες, όπως η εθνικιστική καταλανική και η ρεπουμπλικανική ιστοριογραφία, αλλά και αυτές διατηρούν επίσης τον οφειλόμενο σεβασμό προς το αστικό κράτος και την καπιταλιστική κοινωνία. Τόσο οι σταλινικοί και οι φιλελεύθεροι όσο και οι νεοφρανκιστές υπερασπίζονται την δημοκρατία, παρ’ όλο που οι τελευταίοι δικαιολογούν την αναγκαιότητα ή την ιστορική αξία του φρανκισμού. Όλοι τους, σε περίπτωση κατά την οποία βρεθούν σε κίνδυνο οι δημοκρατικοί και εν γένει οι κρατικοί θεσμοί, θα υποστήριζαν την προσφυγή στον ολοκληρωτισμό και στην καταστολή του προλεταριάτου, και παραμένουν ενωμένοι μέσα στην ίδια ιστοριογραφική σχολή που έμβλημά της είναι «η δημοκρατική ιδεολογία στην υπεράσπιση του καπιταλισμού».

Ασφαλώς, υπάρχουν μεταξύ τους επιμέρους διαφορές. Οι φιλελεύθεροι-σταλινικοί, οι ρεπουμπλικάνοι και οι σοσιαλδημοκράτες θα πρότειναν επιλεκτικά ή προσωρινά κατασταλτικά μέτρα, ενώ οι άλλοι, οι νεοφρανκιστές και οι φασίστες θα συνηγορούσαν υπέρ της εφαρμογής μέτρων γενικευμένης και πάγιας καταστολής. Όμως, αμφότερες οι φράξιες του καπιταλισμού, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά, ταυτίζονται θεμελιωδώς ως προς την δημοκρατική και αντεπαναστατική υποστήριξη του καπιταλιστικού συστήματος διαμέσου της άγριας καταστολής του εργατικού επαναστατικού κινήματος. Επιπλέον είναι πολύ πιθανή, όχι στο πολύ μακρινό μέλλον -λόγω της ανεργίας και της οικονομικής ύφεσης και ως απάντηση στην σημερινή βαθιά οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση- μια αλλαγή του καθεστώτος, μια αλλαγή ρεπουμπλικανικού τύπου στην οποία θα λάβουν μέρος όλοι οι υπερασπιστές του καπιταλισμού όταν θα έχουν ξεπεραστεί οι παλιές διαφορές μεταξύ φρανκιστών και αντιφρανκιστών, λόγω της χρονικής απομάκρυνσης από την εποχή του εμφυλίου πολέμου και της φρανκικής δικτατορίας, με κοινό στόχο την καταστολή των επαναστατών. Μια τέτοια παρέκκλιση των αγώνων του προλεταριάτου σε αγώνα αντιμοναρχικό (1931), αντιφασιστικό (1936) ή αντιφρανκικό (1976) αποτελεί ένα σύνηθες μέσο που συνήθως στέφεται με μια αρχική επιτυχία, τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο. Η αριστερά και η δεξιά του κεφαλαίου πάντοτε συμπλήρωναν η μία την άλλη, σαν σφύρα και άκμων, στην καταστολή του προλεταριάτου.

Η συγκρότηση του προλεταριάτου σε κόμμα είναι μια ιστορική διαδικασία αγώνων, εντός των οποίων το προλεταριάτο μπορεί να εμφανισθεί ως μια επικουρική δύναμη προς την επαναστατική αστική ή προοδευτική αστική τάξη στον αγώνα κατά των φεουδαλικών κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων, αλλά μπορεί επίσης και να αναδειχθεί ως δύναμη καταστροφής του αστικού κράτους δημιουργώντας τα δικά της όργανα εργατικής εξουσίας: σοβιέτ στην Ρωσία (1905 και 1917), συμβούλια στην Γερμανία (1919 – 1920), επιτροπές που αποτέλεσαν φορείς δυαδικής εξουσίας στην Ισπανία (1936 – 1937).

Η εξαφάνιση του προλεταριάτου μέσα σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις δεν είναι παρά μονάχα ένα αποτέλεσμα της συγκρότησής της σε κυρίαρχη τάξη. Όπως όμως υπάρχει η αισιόδοξη υπόθεση, η οποία δεν είναι αναπόφευκτη, υπάρχει και η απαισιόδοξη υπόθεση μιας καταστροφικής έκβασης: της βαρβαρότητας.

Η ιστορία της συγκρότησης της τάξης σε κόμμα είναι η ιστορία των κομμάτων, ομάδων ή πρωτοποριών του προλεταριάτου. Για τον Φερέιρο η επανάσταση το 1936 απέτυχε γιατί δεν υπήρχε κόμμα, πράγμα το οποίο είναι ανακριβές, διότι το ίδιο το κόμμα δεν είναι ένα στοιχείο απροσδιόριστο. Η επανάσταση του 1936 στην Ισπανία απέτυχε επειδή η διαπάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και την ισπανική αστική τάξη δεν ήταν αρκετά έντονη και ενσυνείδητη κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και του 1930 για να προκαλέσει την ανάδυση ενός κόμματος της προλεταριακής επανάστασης και για να καταστήσει δυνατή την συμβουλιακή οργάνωση της κοινωνίας. Οι ισχνές επαναστατικές μειοψηφίες που εμφανίστηκαν αναδείχθηκαν πολύ αργά και αναποτελεσματικά, οι επιτροπές δεν κατόρθωσαν να συντονιστούν και να προβάλλουν ως μια έγκυρη επαναστατική εναλλακτική λύση. Αφετέρου, αυτή η αδυναμία του προλεταριάτου οφείλετο στο ότι η παγκόσμια επαναστατική διαδικασία που ξεκίνησε το 1905 είχε ηττηθεί διεθνώς ήδη από την δεκαετία του 1920.

Ο Φερέιρο μάς λέει ότι «το ζήτημα δεν είναι να γνωρίζει κανείς την ιστορία αλλά να κάνει ιστορία» και επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι δεν πρέπει να διαχωρίζεται η θεωρία από την πράξη. Όταν, όμως, ο Φερέιρο λέει ότι το ζήτημα δεν είναι να γνωρίζει κανείς ιστορία αλλά να την κάνει, διαχωρίζει ο ίδιος την θεωρία από την πράξη. Ποιοι άλλοι κάνουν ιστορία για τις σημερινές γενεές από αυτούς που την γράφουν; Ο Φερέιρο φυσικά ομιλεί για την ενεργό πρωταγωνιστική συμμετοχή στην ιστορία, που διαχωρίζει την πράξη από την θεωρία. Ο Φερέιρο όμως δεν αντιλαμβάνεται ότι η κατανόηση, η εκλαΐκευση και η εμβάθυνση της γνώσης της επαναστατικής ιστορίας, η αναίρεση των πλανών και των διαστρεβλώσεων της αστικής ιστοριογραφίας, η αποκάλυψη της αυθεντικής ιστορίας της ταξικής πάλης, που είναι γραμμένη από την σκοπιά του επαναστατικού προλεταριάτου, είναι ήδη αυτή η ίδια μια μάχη για την ιστορία· μια μάχη που αποτελεί μέρος της πάλης των τάξεων, όπως κάθε άγρια απεργία[14] ή όπως η συγγραφή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», η κατάληψη των εργοστασίων, μια επαναστατική εξέγερση ή η συγγραφή του «Κεφαλαίου». Για να ιδιοποιηθεί το παρελθόν του το προλεταριάτο χρειάζεται να αντιπαλέψει τις σταλινικές, εθνικιστικές καταλανικές, φιλελεύθερες και νεοφρανκικές απόψεις. Η μάχη του προλεταριάτου για την γνώση της ίδια του της ιστορίας είναι μια μάχη, μεταξύ πολλών άλλων, του σημερινού ταξικού πολέμου. Δεν είναι μια μάχη καθαρά θεωρητική, ούτε μια μάχη αφηρημένη ή ήσσονος σημασίας, διότι αποτελεί μέρος της ίδιας της συνείδησης της εργατικής τάξης και ορίζεται ως θεωρητικοποίηση των ιστορικών εμπειριών του προλεταριάτου.

Το προλεταριάτο για να νικήσει χρειάζεται να έχει κάθε φορά μια μεγαλύτερη, ανώτερη και διεισδυτικότερη συνείδηση της πραγματικότητας και της εξέλιξής της. Μονάχα μια κριτική συνείδηση, η οποία διαμορφώνεται με την ενδελεχή μελέτη των εμπειριών των αγώνων του παρελθόντος, μπορεί να προωθήσει το προλεταριάτο προς την πραγματοποίηση των σκοπών του. Η ανάμνηση του θανάτου των αγωνιστών ή των σφαγών του προλεταριάτου δεν μπορεί να είναι ποτέ για τους επαναστάτες μια θρησκευτική πράξη ή μια απλή πράξη απότισης φόρου τιμής ή ζήτημα προσωπικής μνήμης. Το σημαντικό είναι να αντλήσουμε τα διδάγματα των αιματηρών ηττών του προλεταριάτου, επειδή οι ήττες αυτές αποτελούν τα ορόσημα της νίκης.

Το προλεταριάτο ρίχνεται στην ταξική πάλη από την ίδια του την φύση ως η τάξη των μισθωτών και των θυμάτων της εκμετάλλευσης χωρίς να χρειάζεται να του μάθει κανείς τίποτα. Αγωνίζεται, γιατί πρέπει να ζήσει.

Όταν το προλεταριάτο συγκροτείται σε κόμμα που αντιμάχεται το κόμμα του κεφαλαίου είναι απαραίτητο να έχει αφομοιώσει τις εμπειρίες της ταξικής πάλης προκειμένου να αποκτήσει συνείδηση ​​από αυτές, να στηριχτεί στις ιστορικές του κατακτήσεις, τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, και να αποφύγει τα αναπόφευκτα λάθη, να διορθώσει κριτικά τα σφάλματα που διαπράχθηκαν, να ενισχύσει τις πολιτικές του θέσεις διαμέσου της συνειδητοποίησης των ανεπαρκειών και των ελλείψεών του και να συμπληρώσει το πρόγραμμά του. Τέλος, είναι απαραίτητο να επιλύσει τα προβλήματα του παρόντος που έχουν παραμείνει άλυτα· πρέπει να αντλήσει τα διδάγματα που μας δίδει η ίδια η ιστορία. Και αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο διαμέσου της πράξης της ταξικής πάλης στην οποία συμμετέχουν οι ομάδες συγγένειας ή τα πολιτικά κόμματα.

Ο οικονομικός και ο πολιτικός αγώνας δεν χωρίζονται μεταξύ τους με σινικά τείχη. Κάθε οικονομικός αγώνας είναι ταυτόχρονα, μέσα στην σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, και ένας αγώνας πολιτικός, και ταυτόχρονα ένας αγώνας για την συγκρότηση της ταξικής ταυτότητας. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας όπως και η κριτική της επίσημης ιστορίας, η κριτική ανάλυση του παρόντος, το σαμποτάζ ή η άγρια απεργία αποτελούν μάχες του ιδίου ταξικού πολέμου. Σε όλες αυτές τις μάχες και σε καθεμία ξεχωριστά αναπτύσσεται η ταξική συνείδηση και η διαδικασία του μετασχηματισμού της τάξης σε κόμμα ανταγωνιστικό προς το κόμμα του κεφαλαίου.

Κατά συνέπεια, η ανάλυση του Ντεβέσα αποτελεί μια καλή κριτική της επίσημης ιστορίας και του τρόπου με τον οποίο αναχαιτίστηκε η επαναστατική διαδικασία στην Ισπανία το 1936, κυρίως μέσω του διλήμματος «ή δημοκρατία ή φασισμός». Οι κριτικές του Φερέιρο για τον Ντεβέσα είναι χρήσιμες και απαραίτητες ιδίως όσον αφορά την «υπεραπλουστευτική» εστίαση του Ντεβέσα στο ζήτημα της «ηγεσίας» όπου αποδίδει εσφαλμένα την επαναστατική αποτυχία στην «προδοσία» εκ μέρους των ηγετών. Στην ανάλυση του Φερέιρο, ωστόσο, δεν γίνεται αντιληπτό ότι ο αγώνας για την επαναστατική ιστορία δεν είναι απλώς ένα σχολαστικό, θεωρητικό και αφηρημένο ζήτημα, αλλά αποτελεί μία ακόμα μάχη του ταξικού πολέμου ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Η ύπαρξη προηγείται της συνείδησης. Δίχως την θεωρητικοποίηση των ιστορικών εμπειριών του προλεταριάτου δεν υπάρχει ούτε επαναστατική θεωρία ούτε θεωρητική πρόοδος. Μεταξύ θεωρίας και πράξης μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα -το οποίο, όταν πρόκειται για μια αντεπαναστατική περίοδο, μπορεί να διαρκέσει και ολόκληρες δεκαετίες- αλλά αυτό δεν σημαίνει τον απόλυτο και ανυπέρβλητο διαχωρισμό μεταξύ θεωρίας και πράξης. Ο επαναστατικός μαρξισμός είναι μια μέθοδος ανάλυσης της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας που μετατρέπει τα όπλα της κριτικής σε κριτική των όπλων. Οι επαναστατικές θεωρίες δοκιμάζονται και μπορούν να επαληθευτούν στο εργαστήριο της ιστορίας. Το κόμμα του προλεταριάτου δεν είναι μοναχά ένα πρόγραμμα· είναι και η υπεράσπισή του από τα άτομα εκείνα που δρουν με κίνητρο την επαναστατική αναγκαιότητα και το επαναστατικό πάθος και βρίσκονται οργανωμένα σε πρωτοπορίες ή ομάδες που υποστηρίζουν διαφορετικές τακτικές.

Ενδεχομένως ο Ντεβέσα και ο Φερέιρο θα μπορούσαν να αποδεχτούν ότι η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ισπανία σήμερα είναι μια μάχη κατά της επίσημης ιστορίας του φιλελεύθερου-σταλινικού μανδαρινάτου ή της εμπορικής ζήτησης των νεοφρανκιστών. Αυτή η μάχη για την ιστορία θα τελειώσει μόνο όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι τάξεις, μετά την νίκη του προλεταριάτου, το οποίο στην συνέχεια θα γίνει ένα με την ανθρωπότητα. Αυτό που ξεκίνησε ως μια μάχη για την ιστορία του προλεταριάτου μπορεί να ολοκληρωθεί μονάχα ως ιστορία της μάχης για τον κομμουνισμό και την κατάργηση όλων των τάξεων, γεγονός το οποίο προϋποθέτει την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του νόμου της αξίας, των εθνικών συνόρων και όλων των κρατών μαζί με τους στρατούς και τις αστυνομίες τους. Όλα αυτά τα είχε ήδη γράψει ο Μαρξ στην «Γερμανική Ιδεολογία»: «η τάξη που κυριαρχεί από πλευράς υλικής δύναμης στην κοινωνία είναι ταυτόχρονα κυρίαρχη και από πλευράς πνευματικής δύναμης». Τουτέστιν, όποιοι διαθέτουν την οικονομική δύναμη υπαγορεύουν την ιστορία τους, η οποία, κατά συνέπεια, είναι παραποιημένη και εξιδανικευμένη, και αποτελεί πάντα την επίσημη και την επικρατούσα ιστορία. Αυτή η επίσημη αστική ιστορία θεωρείται ότι είναι, και η ίδια εξάλλου ισχυρίζεται ότι είναι, η μόνη έγκυρη ιστορία, και έτσι παρουσιάζει μια ελιτίστικη επαγγελματική απαξίωση και άγνοια όσον αφορά την ιστορία του προλεταριάτου. Πάνω απ’ όλα αυτό που την χαρακτηρίζει είναι η επαγγελματική της άγνοια, εκτός ελαχίστων και σπάνιων εξαιρέσεων.

Όπως γράφτηκε πριν από δέκα χρόνια στην διακήρυξη «Στην μάχη για την Ιστορία»[15]:

«Με την άγνοια, την παράλειψη ή την υποτίμηση των ποικίλων αποχρώσεις των προλεταριακών και επαναστατικών τάσεων που αναδείχθηκαν και έδρασαν κατά περίοδο της Δημοκρατίας και του εμφυλίου πολέμου, η επίσημη ιστορία αντιστρέφει τα πάντα, σύμφωνα με το καθήκον που επιβλήθηκε από τους κύριους εντολείς της να ξαναγραφτούν τα πάντα και να ολοκληρωθεί έτσι η απαλλοτρίωση της ιστορικής μνήμης ως μια ακόμη πράξη της διαδικασίας απαλλοτρίωσης της εργατικής τάξης. Στο κάτω-κάτω η ιστοριογραφία είναι εκείνη που γράφει ιστορία. Εάν, παράλληλα με την εξαφάνιση της γενιάς που έζησε τον πόλεμο, τα βιβλία και τα εγχειρίδια της επίσημης ιστορίας αγνοούν την ύπαρξη ενός μεγαλειώδους αναρχικού και επαναστατικού κινήματος, σε δέκα χρόνια θα αποτολμήσουν να αποφανθούν ότι δεν υπήρξε καν ένα τέτοιο κίνημα. Οι μανδαρίνοι πιστεύουν ακράδαντα ότι κάτι για το οποίο δεν έχουν γράψει δεν υπήρξε ποτέ. Εάν η ιστορία αμφισβητεί το παρόν, εκείνοι το αρνούνται.

Υπάρχει μια κατάφωρη αναντιστοιχία ανάμεσα στην ίδια την λειτουργία της ανάκτησης της ιστορικής μνήμης και στο επάγγελμα των υπαλλήλων της επίσημης ιστορίας, οι οποίοι πρέπει να ξεχάσουν και να διαγράψουν την ύπαρξη κατά το παρελθόν, και επομένως την πιθανή ύπαρξή του στο μέλλον, ενός τρομερού μαζικού επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην λειτουργία και το επάγγελμα επιλύεται μέσω της άγνοιας του τι γνωρίζει κανείς ή του τι θα έπρεπε να γνωρίζει. Το γεγονός δε αυτό τους καθιστά ξεροκέφαλους. Ακριβώς για τον λόγο αυτό η επίσημη ιστορία χαρακτηρίζεται από απόλυτη αδυναμία ακρίβειας, αντικειμενικότητας και καθολικότητας· είναι κατ’ ανάγκην αποσπασματική και δεν μπορεί παρά να υιοθετεί την οπτική της αστικής τάξης· ευνοεί κατ’ ανάγκην τον αποκλεισμό, και αποκλείει το παρελθόν, το μέλλον και το παρόν της εργατικής τάξης. Η επίσημη κοινωνιολογία προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει πια ούτε εργατική τάξη ούτε ταξική πάλη. Η επίσημη ιστορία προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν υπήρξε ποτέ. Ένα συνεχές, αυτάρεσκο και άκριτο παρόν ευτελίζει το παρελθόν και καταστρέφει την ιστορική συνείδηση.

«Οι ιστορικοί της αστικής τάξης πρέπει να ξαναγράψουν το παρελθόν όπως το έκανε επανειλημμένα ο Μεγάλος Αδερφός. Πρέπει να αποκρύψουν ότι ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ταξικός πόλεμος. Όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει και το παρελθόν, και όποιος ελέγχει το παρελθόν αποφασίζει για το μέλλον. Η επίσημη ιστορία είναι η ιστορία της αστικής τάξης, και σημερινή της αποστολή είναι να εξιδανικεύσει τον εθνικισμό, την φιλελεύθερη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς, προκειμένου να μας πείσει ότι είναι όλα αυτά είναι αιώνια, αμετάβλητα και αξεπέραστα».

Εν τω μεταξύ, η μάχη για την ιστορία σήμερα διαδραματίζεται διαμέσου της θεωρητικοποίησης των ιστορικών εμπειριών του διεθνούς προλεταριάτου, που πραγματοποιήθηκε στην εποχή τους από την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Χέρμαν Γκόρτερ, τον Άντον Πάνεκουκ, τον Μπορντίγκα, και τους συντάκτες του Bilan[16] -μεταξύ άλλων τον Ζοζέπ Ρεμπούλ[17] και τον Μούνις[18]. Κανένας από αυτούς δεν ήταν ιστορικός. Όλοι τους ήταν επαναστάτες αγωνιστές, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να μελετήσουν και να θεωρητικοποιήσουν τις ιστορικές εμπειρίες του επαναστατικού προλεταριάτου, διότι γι’ αυτούς η μάχη για την επαναστατική ιστορία ήταν μια ουσιαστική μάχη του ταξικού πολέμου. Διότι το ζήτημα γι’ αυτούς δεν ήταν απλώς και μόνον να γράψουν ορθολογικά την ιστορία ώστε αυτή να βασίζεται στην πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των συγκεκριμένων ανθρωπίνων εμπειριών, αλλά επίσης, και κυρίως, να συλλάβουν, να βελτιώσουν, να υπερασπιστούν και να θεμελιώσουν την επαναστατική θεωρία.

Agustín Guillamón
Balance, Τεύχος 34, 6 Φεβρουαρίου 2010

Πηγή:

www.kaosenlared.net/noticia/teorizacion-experiencias-historicas


[1] Αντρές Νιν (Andres Nin Pérez, 1892 – 1937): Κομμουνιστής ηγέτης, γεννημένος στην Καταλωνία, ο οποίος υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της αριστεράς στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Αναμείχθηκε ενεργά στο εργατικό κίνημα από την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα και πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας (PCE). Εργάστηκε στην Κομμουνιστική Διεθνή και στην Κόκκινη Διεθνή των Εργατικών Ενώσεων (Προφιντέρν) στην Σοβιετική Ένωση και κατά την εκεί παραμονή του εντάχθηκε στην αριστερή φράξια του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος που αντιμαχόταν την σταλινική ηγεσία. Συνεργάστηκε με τον Τρότσκι αλλά ήρθε τελικά σε ρήξη μαζί του λόγω έντονων πολιτικών διαφωνιών με αποκορύφωμα την συμμετοχή του Νιν στην δημοκρατική κυβέρνηση. Το 1935 ίδρυσε το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενότητας (POUM). Κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, ύστερα από την εθνικιστική καταλανική εξέγερση του 1934, η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας αναγνώρισε στην Καταλωνία την ανεξαρτησία της το 1936 της προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξή της στον αγώνα κατά του Φράνκο. Στην αυτόνομη καταλανική κυβέρνηση (Χενεραλιτάτ) ο Νιν διορίστηκε Υπουργός Δικαιοσύνης. Όταν η Σοβιετική Ένωση άρχισε να αναμειγνύεται ενεργά στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και η θέση του ΚΚ Ισπανίας αναβαθμίστηκε στο εσωτερικό της δημοκρατικής κυβέρνησης, στην οποία είχαν προσχωρήσει και οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT, ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον των επαναστατών που τηρούσαν συνεπή ταξική θέση έναντι του δημοκρατικού αστικού μπλοκ όσο και κατά των αντισταλινικών κομμουνιστών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η παραίτηση του Νιν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης τον Δεκέμβριο του 1936 και η τελική κήρυξη του POUM εκτός νόμου τον Μάιο του 1937. Οι περισσότεροι ηγέτες του POUM, ανάμεσά τους και ο Νιν, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Ο Νιν στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Μαδρίτη και εκεί εκτελέστηκε ύστερα από φρικτά βασανιστήρια (γδάρθηκε ζωντανός) από τους πράκτορες της NKVD (αρχικά της διαβόητης μυστικής αστυνομίας του Στάλιν) που δρούσαν στην Ισπανία ως σύμβουλοι και πάτρωνες της δημοκρατικής κυβέρνησης με κοινό στόχο την συντριβή των επαναστατών από την ισπανική δημοκρατική αντίδραση. (Σ.τ.Μ.)

[2] Ένας εκ των ιδρυτικών και ηγετικών στελεχών των «Φίλων του Ντουρούτι», βλ. σχετική υποσημείωση παρακάτω. (Σ.τ.Μ.)

[3] Σε ολόκληρο το κείμενο η αξία έχει πάντοτε την έννοια της ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή της αξίας που έχει ένα εμπόρευμα ως αντικείμενο ανταλλαγής, αγοραπωλησίας, και όχι ως αξία χρήσης, δηλαδή ως προϊόν που ικανοποιεί μια οποιαδήποτε ανάγκη. (Σ.τ.Μ.)

[4] Οι «Φίλοι του Ντουρούτι» (Agrupación de los Amigos de Durruti) ήταν μια μεγάλη αναρχική οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε στην Ισπανία στις 15 Μαρτίου του 1937, από τον Χάιμε Μπαλιούς, τον Φέλιξ Μαρτίνεθ και τον Παμπλο Ρουίθ, σε αντίθεση με την προσχώρηση της αναρχοσυνδικαλιστικής CNT στην δημοκρατική κυβέρνηση. Τα μέλη της οργάνωσης ήταν μαχητές της «Φάλαγγας Ντουρούτι», οι οποίοι αντιτάχθηκαν στην «στρατιωτικοποίηση» που προωθούσε η δημοκρατική κυβέρνηση προκειμένου να διαλύσει τις ένοπλες οργανώσεις που πολεμούσαν στο μέτωπο και να επιβάλλει το μονοπώλιο του ανασυγκροτημένου αστικού στρατού. Οι μαχητές αυτοί διατήρησαν τα όπλα και πήγαν στην Βαρκελώνη για να πολεμήσουν για την επανάσταση. Εκεί ενώθηκαν με άλλους αναρχικούς που διαφωνούσαν κι εκείνοι με την συμμετοχή της CNT στην καταλανική και την ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση. Οι «Φίλοι του Ντουρούτι» διέσωσαν την τιμή του αναρχισμού παραμένοντας συνεπείς στις αρχές τους και προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια νέα επαναστατική πρωτοπορία ενάντια στην συνεργασία των αναρχικών με τις δημοκρατικές και σταλινικές οργανώσεις, στον κυβερνητισμό και στην ανασυγκρότηση του κράτους. Για μια πλήρη ιστορία αυτής της οργάνωσης δες το βιβλίο του συγγραφέα αυτού του άρθρου:

Agustín Guillamon, La Agrupación de los Amigos de Durruti 1937 – 1939, www.hommodolars.org. Σε αγγλική μετάφραση: The Friends of Durruti Group: 1937-1939, http://libcom.org/.(Σ.τ.Μ.)

[5] Βλ. το άρθρο του Αντρές Ντεβέσα, Ισπανία 1936: Ο εξορκισμός του φαντάσματος της επανάστασης

(Andrés Devesa “España, 1936. El fantasma de la Revolución conjurado”) .

http://fcuatrocincouno.blogspot.com/2006_05_01_archive.html

Για την κριτική του Ρόι Φερέιρο στον Ντεβέσα, με τίτλο Κριτικές σημειώσεις στο κείμενο «Ισπανία 1936: Ο εξορκισμός του φαντάσματος της επανάστασης» του Αντρές Ντεβέσα (Roi Ferreriro, “Apuntes críticos al texto “España, 1936. El fantasma de la Revolución conjurado” de Andrés Devesa” βλ. στο τμήμα κριτικής κειμένων και βιβλίων στην ιστοσελίδα:

http://cai.xtreemhost.com/cica/indice.htm

[6] Γιόζεφ Ντίτσγκεν (Joseph Ditzgen, 1828 – 1888): Γερμανός υλιστής φιλόσοφος, ο οποίος, υπό την επίδραση του Φόυερμπαχ, διατύπωσε μια υλιστική και διαλεκτική φιλοσοφική θεωρία συναφή με τις αντίστοιχες αντιλήψεις που ανέπτυξαν αργότερα ο Μαρξ και ο Ένγκελς αλλά ανεξάρτητα και ενωρίτερα από αυτούς. Ο Ντίτσγκεν άσκησε ιδιαίτερη επίδραση σε ορισμένους θεωρητικούς της άκρας αριστεράς του μεσοπολέμου όσον αφορά την θεωρία που ανέπτυξε για το ζήτημα της γνώσης και την συμπερίληψη της συνείδησης στην ύλη. (Σ.τ.Μ.)

[7] Αναφορά στην γνωστή ρήση του Ένγκελς. (Σ.τ.Μ.)

[8] Η αιτιοκρατία (ντετερμινισμός) είναι φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει πως οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο πραγματοποιείται σύμφωνα με τον νόμο της αιτιότητας (γενετική και αναγκαία σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος), σύμφωνα με τον οποίο ένα φαινόμενο κάτω από πλήρως καθορισμένες συνθήκες παράγει κατ’ ανάγκη κάποιο άλλο φαινόμενο. (Σ.τ.Μ.)

[9] Η βουλησιαρχία (βολονταρισμός) είναι φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει την πρωτοκαθεδρία της βούλησης κατ’ αντιδιαστολή με τον λόγο. (Σ.τ.Μ.)

[10] Αναφορά στο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς. (Σ.τ.Μ.)

[11] Πρόκειται για το έργο του Καρλ Μαρξ «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ, και συγκεκριμένα για την 3η Θέση, η οποία αναφέρει τα εξής: «Η υλιστική διδασκαλία σχετικά με την αλλαγή των συνθηκών και την αγωγή λησμονεί ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται από τους ανθρώπους και ότι ο παιδαγωγός πρέπει και ο ίδιος να διαπαιδαγωγηθεί. Η διδασκαλία αυτή πρέπει, επομένως, να χωρίζει την κοινωνία σε δύο μέρη, εκ των οποίων μάλιστα το ένα βρίσκεται υπεράνω της κοινωνίας. Η σύμπτωση της μεταβολής των συνθηκών και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της αυτο-αλλαγής μπορεί να γίνει αντιληπτή και να κατανοηθεί ορθολογικά μονάχα ως επαναστατική πράξη» (Karl Marx, Theses On Feuerbach [η μετάφραση είναι δική μας] Marx-Engels, ‘Selected Works’, τόμος 1, σ. 13-15, www.marxists.org). (Σ.τ.Μ.)

[12] Αναφορά στην αντίληψη περί επαναστατικής ανωνυμίας, σύμφωνα με την οποία η παντοειδής συμμετοχή των επαναστατών στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης αποτελεί μια εθελούσια, ενσυνείδητη και ανυστερόβουλη πράξη η οποία τελείται εντός ενός ιστορικού κοινωνικού κινήματος και μιας επαναστατικής συλλογικότητας και αντιστρατεύεται την εξιδανίκευση και την μετατροπή τους σε υπερανθρώπους, μεσσίες ή σωτήρες. (Σ.τ.Μ.)

[13] Ο όρος «οργανικοί διανοούμενοι» διατυπώθηκε από τον Αντόνιο Γκράμσι, τους οποίους προσδιορίζει ως την «ιδεολογική και πνευματική πρωτοπορία της εργατικής τάξης» που είναι επιφορτισμένοι με την πολιτική, πολιτιστική και πνευματική καθοδήγηση του προλεταριάτου. Εν γένει οι διανοούμενοι δεν είναι μόνο πνευματικοί παραγωγοί και συζητητές αλλά διαδραματίζουν οργανωτικό και ενίοτε διευθυντικό ρόλο στην διαμόρφωση της κουλτούρας, ενώ οι συστημικοί διανοούμενοι παράγουν την ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης μέσω των «ιδεολογικών μηχανισμών» (εκπαίδευση, τύπος κτλ.). (Σ.τ.Μ.)

[14] «Άγρια απεργία» ονομάζεται γενικώς η απεργία που γίνεται με πρωτοβουλία των ίδιων των εργατών χωρίς να προσφεύγουν στην έγκριση της ηγεσίας του συνδικάτου και συχνά εναντίον της. (Σ.τ.Μ.)

[15] Combate de la Historia Manifiesto: Διακήρυξη που συνυπέγραψαν τον Ιούλιο του 1999 στην Βαρκελώνη δεκάδες ιστορικοί, συλλογικότητες και περιοδικά για το ζήτημα της ιστορίας από προλεταριακή σκοπιά ως πεδίο της πάλης των τάξεων ενάντια στην «επίσημη» ιστορία. (Σ.τ.Μ.)

[16] Bilan («Απολογισμός») ήταν η ονομασία της επιθεώρησης που εξέδιδε η εξόριστη ιταλική κομμουνιστική επαναστατική αριστερά την περίοδο του μεσοπολέμου και του β΄ παγκοσμίου πολέμου, που αμέσως μετά την επικράτηση του φασισμού βρέθηκε σε διάφορες χώρες και κυρίως στην Γαλλία. (Σ.τ.Μ.)

[17] Ο Zοζέπ Ρεμπούλ (Josep Rebull Cabré, 1906 – 1999) ήταν πολιτικός αγωνιστής, μέλος του POUM και αντίπαλος την συμμετοχής του κόμματος στην δημοκρατική κυβέρνηση της Καταλωνίας κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Για μια εκτενή βιογραφία του βλ. Agustín Guillamón, A biographical sketch of Josep Rebull, http://libcom.org/. (Σ.τ.Μ.)

[18] Ο Γκραντίσο Μούνις (Grandizo Munis, 1912 – 1989) ήταν επαναστάτης, ο οποίος κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου αγωνίστηκε από τις γραμμές του τροτσκισμού και αντιτάχθηκε στην δημοκρατική κυβέρνηση «λαϊκού μετώπου». Η μικρή τροτσκιστική οργάνωση που δρούσε εκείνη την περίοδο (Seccion Bolshevik-Leninista) προσπαθούσε να επηρεάσει την βάση του POUM, συνεργάστηκε στενά με τους αναρχικούς της «Φάλαγγας Ντουρούτι» και έλαβε ενεργά μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1937 στην Βαρκελώνη, η οποία κατεστάλη από την δημοκρατική κυβέρνηση, στην οποία κατείχαν δεσπόζουσα θέση οι σταλινικοί. Ο Μούνις συνελήφθη για την επαναστατική του δράση, φυλακίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και κατάφερε να δραπετεύσει λίγο πριν από την πτώση της Βαρκελώνης. Για ένα εκτενές άρθρο αναφορικά με την ζωή και το έργο του βλ. Γκραντίσο Μούνις (1912 – 1989): Οι θέσεις και η διαδρομή ενός επαναστάτη, περιοδικό «Το Ένζυμο», τεύχος 1, Οκτώβριος 2013.  (Σ.τ.Μ.)

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: