ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ; ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Το Κράτος κατέχει το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας και ως εκ τούτου διεκδικεί το μονοπώλιο της βίας, τον ορισμό της νομιμότητας και την απονομή της δικαιοσύνης. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτού του μονοπωλίου της βίας θεωρείται έγκλημα και παραβιάζει τους νόμους και την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.

Μπορούμε να συναντήσουμε χιλιάδες διαφορετικούς ορισμούς για το Κράτος, αλλά κατά βάση αυτοί ανάγονται σε δύο. Ο ένας είναι ευρύτερος και αναφέρεται εσφαλμένα στο Κράτος των αρχαίων πολιτισμών της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου και αργότερα της Ελλάδας και της Ρώμης. Δεν θα κάνουμε χρήση αυτού του ορισμού, διότι δεν ενδείκνυται για να μπορέσουμε να μελετήσουμε την καπιταλιστική κοινωνία στην οποία ζούμε. Πρόκειται για έναν ορισμό όπου, εν πάση περιπτώσει, το Κράτος χαρακτηρίζεται με βάση τον υφιστάμενο τρόπο παραγωγής: δουλοκτητικό κράτος, φεουδαλικό κράτος δούλων και καπιταλιστικό κράτος. Ο δεύτερος ορισμός είναι λιγότερο ευρύς και χρησιμοποιεί την σημερινή αντίληψη για το Κράτος, το καπιταλιστικό κράτος ή το σύγχρονο κράτος, θεωρώντας το ως την μοναδική, κυρίαρχη και απόλυτη εξουσία που επικρατεί σε κάθε χώρα. Εμείς θα κάνουμε χρήση αυτού του δεύτερου ορισμού.

Το Κράτος αποτελεί μια πρόσφατη ιστορική μορφή της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας που έκανε την εμφάνισή της πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια σε ορισμένες χώρες, με το τέλος της φεουδαρχίας, την άνοδο του μερκαντιλισμού[1] και τα πρώτα δείγματα της καπιταλιστικής παραγωγής. Η εμφάνιση του Κράτους σήμαινε την εξαφάνιση των φεουδαλικών μορφών πολιτικής οργάνωσης.

Η έννοια του Κράτους γεννιέται με την ιστορική εμφάνιση της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι η πιο ενδεδειγμένη πολιτική οργάνωση για τον καπιταλισμό. Η απόδοση αυτής της έννοιας στους αρχαίους πολιτισμούς αποτελεί έναν άγονο και συγκεχυμένο αναχρονισμό.

Στην φεουδαλική κοινωνία η κυριαρχία νοείτο ως μια ιεραρχική σχέση ανάμεσα σε μια πληθώρα εξουσιών. Η εξουσία του βασιλιά βασιζόταν στην αφοσίωση των άλλων αρχόντων και οι βασιλικές εξουσίες ήταν εξαγοράσιμες, δηλαδή μπορούσαν να πωληθούν ή να εκχωρηθούν στην αριστοκρατία. Η απονομή της δικαιοσύνης, η στρατολόγηση στρατευμάτων, η είσπραξη φόρων, οι επισκοπές, κτλ. μπορούσαν είτε να πωληθούν σε όποιον πρόσφερε τα περισσότερα είτε να εκχωρηθούν διαμέσου ενός σύνθετου πλέγματος που περιελάμβανε εύνοιες και προνόμια. Η κυριαρχία εδράζετο σε μια πληθώρα εξουσιών που υποτάσσονταν ή μία στην άλλη ή ανταγωνίζονταν μεταξύ τους.

Στην καπιταλιστική κοινωνία το Κράτος μετατρέπει την κυριαρχία σε μονοπώλιο. Το Κράτος αποτελεί την μοναδική πολιτική εξουσία σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή. Το Κράτος κατέχει το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας και ως εκ τούτου διεκδικεί το μονοπώλιο της βίας, τον ορισμό της νομιμότητας και την απονομή της δικαιοσύνης. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτού του μονοπωλίου της βίας θεωρείται έγκλημα και παραβιάζει τους νόμους και την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και, ως εκ τούτου, διώκεται, τιμωρείται και εκμηδενίζεται.

Στην φεουδαλική κοινωνία οι κοινωνικές σχέσεις βασίζονταν στην προσωπική εξάρτηση μεταξύ των ανθρώπων και στα προνόμια. Στην καπιταλιστική κοινωνία οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να αναπτυχθούν μονάχα μεταξύ ατόμων που είναι νομικώς ελεύθερα και ίσα. Αυτή η νομική ελευθερία και ισότητα (η οποία δεν ισχύει, ωστόσο, σε επίπεδο ιδιοκτησίας) είναι απαραίτητες για την συγκρότηση και την ύπαρξη ενός προλεταριάτου το οποίο παρέχει φθηνό εργατικό δυναμικό ούτως ώστε να λειτουργήσουν οι νέες παραγωγικές επιχειρήσεις. Ο εργάτης πρέπει να είναι ελεύθερος και επίσης απαλλαγμένος από κάθε ιδιοκτησία ώστε να μπορεί να είναι διαθέσιμος και έτοιμος να προσληφθεί από τον εργοστασιάρχη για έναν μισθό. Πρέπει να είναι ελεύθερος και απαλλαγμένος από κάθε εξάρτηση από γη και περιουσία ώστε να μπορεί -εξαιτίας της πείνας, της φτώχειας και της δυστυχίας- να εξωθηθεί προς τα νέα βιομηχανικά συγκροτήματα, εκεί όπου θα έχει την δυνατότητα να πωλήσει το μόνο εμπόρευμα που έχει: τα χέρια του, δηλαδή την εργατική του δύναμη.

Σε αυτές τις νέες κοινωνικές σχέσεις, που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, αντιστοιχεί μια νέα, διαφορετική από την φεουδαλική, πολιτική οργάνωση: ένα Κράτος που μονοπωλεί όλες τις πολιτικές σχέσεις. Στον καπιταλισμό όλα τα άτομα είναι, από νομικής απόψεως, ελεύθερα και ίσα μεταξύ τους και κανείς δεν έχει σχέσεις πολιτικής εξάρτησης από τον φεουδάρχη του παρελθόντος ή από τον εργοστασιάρχη του παρόντος. Όλες οι πολιτικές σχέσεις μονοπωλούνται από το Κράτος.

Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής οι παραγωγικές σχέσεις ήταν επίσης σχέσεις κυριαρχίας. Ο δούλος βρισκόταν στην ιδιοκτησία του κυρίου του, ο δουλοπάροικος ήταν δεμένος με τη γη στην οποία εργαζόταν και εξαρτάτο από τον κύριό του. Αυτή η εξάρτηση εξαφανίστηκε στον καπιταλισμό. Το Κράτος είναι λοιπόν προϊόν των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το Κράτος αποτελεί την συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Υπάρχει ένας ριζικός διαχωρισμός ανάμεσα στην οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική σφαίρα.

Στις κοινωνίες όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής το Κράτος κατέχει το μονοπώλιο της εξουσίας, της βίας και των πολιτικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων. Εν αντιθέσει με ό,τι συνέβαινε στους προκαπιταλιστικούς πολιτικούς θεσμούς το Κράτος δεν αποτελεί μια σχέση παραγωγής. Στο σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής το κεφάλαιο δεν είναι μόνο το χρήμα ή τα εργοστάσια ή τα μηχανήματα· το κεφάλαιο αποτελεί επίσης και μια κοινωνική σχέση παραγωγής. Συγκεκριμένα, είναι η σχέση μεταξύ των προλετάριων -δηλαδή όσων πωλούν την εργατική τους δύναμη για ένα μισθό- και των καπιταλιστών, οι οποίοι αγοράζουν το εμπόρευμα «εργατική δύναμη». Το Κράτος οφείλει να εγγυηθεί την διατήρηση και την αναπαραγωγή των συνθηκών που επιτρέπουν την ύπαρξη αυτών των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή την πώληση του εμπορεύματος εργατική δύναμη.

Το Κράτος εμφανίστηκε πρόσφατα, πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια, και θα εξαφανιστεί μαζί με τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Το Κράτος, λοιπόν, δεν αποτελεί κάτι αιώνιο· οι καταβολές του είναι πολύ πρόσφατες και το τέλος του θα έρθει λίγο-πολύ σύντομα.

Η πολιτική θεωρία για το Κράτος γεννήθηκε στην Αγγλία τον δέκατο έβδομο αιώνα με τον Χομπς[2], παράλληλα με την ιστορική διαδικασία που είναι γνωστή ως Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Χομπς δεν είναι μονάχα ο πρώτος θεωρητικός από χρονολογικής απόψεως, αλλά και όλη η σύγχρονη προβληματική σχετικά με το Κράτος ανάγεται στον Χομπς (και τον Λοκ[3]).

Από τον Πλάτωνα μέχρι τον Μακιαβέλι η «προ-κρατική» πολιτική θεωρία χαρακτηρίζει την πολιτική εξουσία και την κοινότητα ως κάτι φυσικό και ταυτίζει την κοινότητα των πολιτών με την πολιτική κοινότητα. Από τον Χομπς και μετά η πολιτική θεωρία ορίζει το Κράτος ως μια τεχνητή οντότητα, διαχωρίζει τις έννοιες της κοινότητας των πολιτών (κοινωνία των πολιτών) και της πολιτικής κοινότητας (Κράτος) και θέτει το ζήτημα της αναπαραγωγής της πολιτικής εξουσίας.

Το Κράτος αναδεικνύεται από μια αντίφαση, που του προσδίδει την προέλευση και τον λόγο ύπαρξης. Πρόκειται για την αντίφαση ανάμεσα στην θεωρητική υπεράσπιση του κοινού ή γενικού καλού και στην πρακτική υπεράσπιση των συμφερόντων μιας μειονότητας· την αντίφαση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση της υπεράσπισης του γενικού συμφέροντος και την πραγματική υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Ο λόγος ύπαρξης του Κράτους έγκειται απλώς στην εξασφάλιση της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Κράτος δεν μπορεί να υπερβεί την υφιστάμενη αντίφαση μεταξύ της υπεράσπισης, αφενός, του γενικού (και ιστορικού) συμφέροντος και του συμφέροντος της κοινωνίας (και του ανθρώπινου είδους) και, αφετέρου, των άμεσων συμφερόντων του κεφαλαίου και της αναπαραγωγής του, που αποτελούν επί του πρακτέου τον πρωταρχικό και μοναδικό σκοπό του. Το Κράτος δεν μπορεί να ομολογήσει ούτε την αδυναμία του να αντεπεξέλθει στα άμεσα συμφέροντα της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ούτε στην διαρκή αναγκαιότητα της προώθησης του κύκλου αξιοποίησης του κεφαλαίου ο οποίος έχει ως συνέπεια την εξάντληση των φυσικών πόρων, την ρύπανση του πλανήτη σε βαθμό αυτοκαταστροφής και την υποθήκευση του μέλλοντος μέλλον των επερχόμενων γενεών και θέτει σε κίνδυνο την διαιώνιση του ανθρώπινου είδους.

Ωστόσο, το Κράτος ενσαρκωμένο διαμέσου των θεσμών του αποτελεί το προσωπείο της κοινωνίας· εμφανίζεται ως μια δύναμη που βρίσκεται έξωθεν της κοινωνίας και που εκκινεί από έναν ανώτερο ορθολογισμό, ενσαρκώνει μια δίκαιη τάξη πραγμάτων και παίζει τον ρόλο ενός ουδέτερου επιδιαιτητή. Αυτή η φετιχοποίηση του Κράτους από τη μια πλευρά επιτρέπει στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής να εμφανίζονται σαν απλές οικονομικές μη-εξαναγκαστικές σχέσεις, ενώ από την άλλη απαλείφεται ο καταπιεστικός χαρακτήρας των κρατικών θεσμών. Στην αγορά εργαζόμενοι και εργοδότες εμφανίζονται σαν ελεύθερα άτομα που πραγματοποιούν μια «αμιγώς» οικονομική ανταλλαγή· δηλαδή ο εργαζόμενος πωλεί την εργατική του δύναμη με αντάλλαγμα τον μισθό. Σε αυτήν την ελεύθερη ανταλλαγή, που είναι «αποκλειστικά» οικονομική, εξαφανίζεται κάθε εξαναγκασμός και το Κράτος δεν παρεμβαίνει καθόλου· όχι μόνο δεν παρεμβαίνει, αλλά εξαφανίζεται τελείως.

Ο διαχωρισμός μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, γιατί μονάχα έτσι μπορούν να παρουσιάζονται σαν ελεύθερες συμφωνίες μεταξύ νομικώς ελευθέρων και ίσων ατόμων, και μονάχα τότε η βία η οποία μονοπωλείται από το Κράτος μπορεί να εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Έτσι ανακύπτει μια αντίφαση μεταξύ του Κράτους ως φετίχ[4] και από την άλλη του Κράτους ως οργανωτή της κοινωνικής συναίνεσης και ως εγγυητή της νομιμότητας.[5]

Σε περίπτωση που ξεσπάσει μια κρίση το καπιταλιστικό κράτος σπεύδει να παρουσιαστεί πάνω από όλα σαν εθνικό κράτος και σαν κράτος του λαού ή των πολιτών. Ο εξαναγκαστικός ρόλος του Κράτους, που συνδέεται με την ταξική κυριαρχία, είναι η θεμελιώδης ουσία του, η οποία αποκαλύπτεται όταν η κοινωνική συναίνεση και η νομιμότητα του κράτους θυσιάζονται στον βωμό της υπαγωγής του προλεταριάτου στην εκμετάλλευση του κεφαλαίου.

Το Κράτος αναδύεται από αυτήν την αντιφατική σχέση. Στόχος του είναι να συγκαλύψει τον κατασταλτικό του ρόλο ως εγγυητή της ταξικής κυριαρχίας διαμέσου της άσκησης του μονοπωλίου της βίας, όταν θέλει να εμφανιστεί ως οργανωτής της συναίνεσης της κοινωνίας των πολιτών, η οποία, με την σειρά της, νομιμοποιεί το Κράτος ως ουδέτερο επιδιαιτητή. Έτσι το Κράτος ενισχύει περαιτέρω την ιδεολογική του κυριαρχία και προσλαμβάνει μια πιο ολοκληρωμένη και συγκαλυμμένη κυριαρχία επί της κοινωνίας των πολιτών. Το Κράτος, φυσικά, ποινικοποιεί κάθε πολιτική βία (επαναστατική ή μη) που ασκείται, πέρα ​​από το δικό του μονοπώλιο.

Οι θεμελιώδεις θεσμοί του Κράτους είναι ο μόνιμος στρατός και η γραφειοκρατία. Τα καθήκοντα του στρατού είναι η προάσπιση των εδαφικών συνόρων απέναντι στα άλλα Κράτη, η προάσπιση των ιμπεριαλιστικών κατακτήσεων που αποσκοπούν στην επέκταση των αγορών και την άντληση πρώτων υλών, και πάνω από όλα η απόλυτη διασφάλιση της καθεστηκυίας τάξης έναντι μιας ενδεχόμενης ανατροπής της από τις προλεταριακές εξεγέρσεις. Καθήκον της γραφειοκρατίας είναι η διαχείριση όλων των λειτουργιών που η αστική τάξη έχει αναθέσει στο Κράτος: της παιδείας, της αστυνομίας, της δημόσιας υγείας, των φυλακών, των ταχυδρομείων, των σιδηροδρόμων, των αυτοκινητόδρομων… Ο υπάλληλος του Κράτους -από τον δάσκαλο ενός σχολείου μέχρι τον καθηγητή πανεπιστημίου, από τον αστυνομικό μέχρι τον υπουργό, από τον ταχυδρόμο μέχρι τον γιατρό- ασκούν λειτουργίες που είναι απαραίτητες για την ομαλή διεξαγωγή των υποθέσεων της αστικής τάξης, ενώ εν περιπτώσει που δεν ανταποκρίνονται στα συμφέροντά της, οι υπηρεσίες αυτές ιδιωτικοποιούνται.

Το Κράτος είναι η πολιτική οργάνωση του μόνιμου εξαναγκασμού και της οικονομικής εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από το κεφάλαιο.

Το Κράτος δεν λοιπόν μπορεί να αποτελέσει έναν μηχανισμό ή ένα μέσον που μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπό μια διττή έννοια: όπως στο παρελθόν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκμετάλλευση του προλεταριάτου έτσι και στο μέλλον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την χειραφέτηση του προλεταριάτου και την καταπίεση της αστικής τάξης. Δεν είναι ένας μηχανισμός που μπορεί να κατακτηθεί ή να λειτουργήσει κατά την επιθυμία αυτού που κρατάει τα ηνία. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να κατακτήσει το Κράτος, επειδή αυτό αποτελεί την πολιτική οργάνωση του κεφαλαίου, αλλά πρέπει να το καταστρέψει. Εάν ένα κόμμα ενδυναμώνει ή ανοικοδομεί το Κράτος ή απλά αρκείται να το κατακτήσει, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με προλεταριακή επανάσταση αλλά με μια διαφορετική μορφή καπιταλισμού. Το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα είναι ο κρατικός καπιταλισμός της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Το Κράτος δεν μπορεί να καταργηθεί εν μία νυκτί με ένα «επαναστατικό» διάταγμα ή με μια κοινωνική συμφωνία της πλειοψηφίας της κοινωνίας, επειδή είναι η πολιτική οργάνωση της κεφαλαίου και των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής. Αυτές οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής πρέπει να καταστραφούν καθώς και η πολιτική τους οργάνωση που είναι το Κράτος. Το Κράτος δεν μπορεί να αντικατασταθεί ή να χρησιμοποιηθεί εν μέρει (ως εργατικό ημικράτος) από το προλεταριάτο ενάντια στο κεφάλαιο σε ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού περιμένοντας να σβήσει σαν μια φλόγα χωρίς οξυγόνο. Και τούτο διότι το Κράτος είναι η πολιτική οργάνωση του κεφαλαίου και εγγυάται τις κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Δεν υπάρχει μια ημιοργάνωση του κεφαλαίου ούτε ημιεγγύηση των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έχουμε ήδη πει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να μισοχρησιμοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός, ούτε σήμερα για να εκμεταλλευθεί ή να ημιεκμεταλλευτεί το προλεταριάτο ούτε αύριο για να το χειραφετήσει ή να το μισοχειραφετήσει. Το Κράτος είναι η γενική και ολοκληρωτική πολιτική οργάνωση του κεφαλαίου (και της μόνιμης αναπαραγωγής του) που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε να μισοχρησιμοποιήσει το Κράτος αποβλέποντας στην εξαφάνισή του. Δεν μπορεί ούτε να το καταργήσει διαμέσου κάποιου διατάγματος ή μιας αμοιβαίας συμφωνίας ή ψηφοφορίας. Μπορεί μονάχα να το καταστρέψει.

Το προλεταριάτο πρέπει να καταστρέψει το Κράτος, διότι αυτό αποτελεί την πολιτική οργάνωση της οικονομικής εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας. Η καταστροφή του Κράτους είναι η απαρχή της προλεταριακής επανάστασης.

Με τι αντικαθίσταται το Κράτος; Με την διαχείριση των πραγμάτων και των προτεραιοτήτων της κοινωνίας στον κομμουνισμό. Όμως η προλεταριακή επανάσταση δεν είναι ούτε ζήτημα των κομμάτων ούτε ζήτημα οργάνωσης. Δεν κάνουν οι οργανώσεις την επανάσταση, απεναντίας η επανάσταση είναι εκείνη που δημιουργεί τις κατάλληλες μορφές ταξικής οργάνωσης. Αυτό που καθορίζει τον κομμουνισμό ως δυνατότητα είναι ένας υψηλός βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων καθώς και η ύπαρξη μιας εκτεταμένης εργατικής τάξης. Τα οργανωτικά ζητήματα δεν μπορούν να προκύψουν ανεξάρτητα από το ποιος τα οργανώνει και ανεξαρτήτως των προβλημάτων που ανακύπτουν ανά πάσα στιγμή. Δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχουν μαγικές φόρμουλες, δεν υπάρχουν εγγυήσεις κατά της γραφειοκρατίας και της αντεπανάστασης. Οι γραφειοκράτες τείνουν να εξειδικεύονται στην οργάνωση για προσωπικό τους όφελος ανεξάρτητα από το γενικό συμφέρον της κοινωνίας. Η ιστορική εμπειρία του προλεταριάτου καταδεικνύει τα ρωσικά Σοβιέτ του 1905 και του 1917, τα γερμανικά συμβούλια της περιόδου 1918 – 1920 και τις ισπανικές επιτροπές του 1936, δηλαδή την οργάνωση του προλεταριάτου σε εργατικά συμβούλια ως την επαναστατική οργανωτική μορφή της εργατικής τάξης.

Επομένως δεν γίνεται λόγος για κάποια συγκεκριμένη οργάνωση υπό την μορφή του συμβουλίου ή της επιτροπής αλλά για την συμβουλιακή οργάνωση της κοινωνίας. Τα συμβούλια δεν αποτελούν φορείς εκπροσώπησης των εργατών· είναι το ίδιο το οργανωμένο προλεταριάτο· αποτελούν όργανο ταξικής πάλης. Δεν συνιστούν πολιτικό όργανο, και επομένως αυτό το όργανο δεν είναι ούτε δημοκρατικό ούτε δικτατορικό, αλλά κείται πέραν της πολιτικής και αποτρέπει τον διαχωρισμό μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, το οποίο χαρακτηρίζει πρωτίστως τον καπιταλισμό.

Τα σοβιέτ, τα συμβούλια και οι επιτροπές απέτυχαν στο παρελθόν, αλλά η ύπαρξή τους απέδειξε την ικανότητα του προλεταριάτου να διευθύνει και να διαχειρίζεται εργοστάσια, να κυβερνά πόλεις και χώρες, καταδεικνύοντας επίσης τα όρια, τα σφάλματα και τους περιορισμούς των εγχειρημάτων αυτών. Τα όργανα αυτά εμφανίζονται πάντα όταν το επαναστατικό προλεταριάτο υψώνει το ανάστημά του απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αποτέλεσαν δε περισσότερο την εργατική απάντηση στο κενό που άφησε η αστική τάξη παρά προϊόν της ριζοσπαστικοποίησης του αγώνα.

Η συμβουλιακή ιδεολογία θεωρεί τα συμβούλια και σκοπό και όχι μονάχα μια στιγμή της μετάβασης στον κομμουνισμό. Οι συμβουλιακοί[6] αντικατέστησαν το «κόμμα» των λενινιστών με το «συμβούλιο». Αμφότερες οι ιδεολογίες είναι άγονες, διότι, σύμφωνα με το παλιό και προεξάρχον σύνθημα της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, η χειραφέτηση των εργαζομένων ή θα πραγματοποιηθεί από τους ίδιους τους εργαζόμενους ή δεν θα πραγματοποιηθεί καθόλου. Τα συμβούλια ή οι οργανώσεις που δημιουργεί κάθε φορά το προλεταριάτο θα διεξάγουν απλά τον αγώνα για την καταστροφή του Κράτους και την επίτευξη του κομμουνισμού.

Κάνουμε λόγο για την συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη και επομένως σε αυτόνομο επαναστατικό σώμα που είναι ανεξάρτητο από την αστική τάξη και αντιτίθεται στο αντεπαναστατικό κόμμα του κεφαλαίου, και το οποίο στρέφει όλες τις προσπάθειές του προς την πλήρη και οριστική καταστροφή του Κράτους, δηλαδή προς την καταστροφή της πολιτικής οργάνωσης του καπιταλισμού, η οποία θα αντικατασταθεί από μια νέα πολιτική οργάνωση της κομμουνιστικής κοινωνίας που θα οδηγήσει στην εξάλειψη όλων των κοινωνικών τάξεων.

Αγκουστίν Γκιγιαμόν


[1]Ο μερκαντιλισμός, η κυρίαρχη οικονομική θεωρία του δεκάτου έκτου και του δέκατου έβδομου αιώνα, ενθάρρυνε τις κυβερνήσεις να παρεμβαίνουν στην οικονομική ζωή, σε μια προσπάθεια προαγωγής των εξαγωγών και περιορισμού των εισαγωγών (Σ.τ.Μ.)

 

[2]Τόμας Χομπς (1588 – 1679): Άγγλος φιλόσοφος, εκ των θεμελιωτών της νεωτερικής πολιτικής θεωρίας, την οποία διατύπωσε αναλυτικά στο έργο του υπό τον τίτλο «Λεβιάθαν». Ο Χομπς θεώρησε ως κίνητρο της ηθικής συμπεριφοράς των ανθρώπων το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο ώθησε τους ανθρώπους να συγκροτήσουν κοινωνία. Στην φυσική τους κατάσταση οι άνθρωποι ευρίσκοντο σε έναν διαρκή «πόλεμο όλων εναντίον όλων», με αποτέλεσμα να ζουν υπό την πάγια απειλή του αφανισμού. Ωστόσο, χάρη στην λογική ικανότητα που διαθέτουν, αποφάσισαν να δημιουργήσουν κοινωνία προκειμένου να αποφύγουν τα μειονεκτήματα της φυσικής τους κατάστασης και υπό τον φόβο του θανάτου ανέθεσαν εν λευκώ σε μια αυθεντία να φροντίσει ώστε να διασφαλιστεί η μεταξύ τους ειρήνη και ασφάλεια. Το κράτος δημιουργείται έτσι βάσει ενός κοινωνικού συμβολαίου που συνάπτουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, με το οποίο συμφωνούν να υποτάξουν την ατομική τους βούληση στην βούληση και την κρίση ενός κυρίαρχου, ο οποίος αναλαμβάνει την τήρηση των όρων του συμβολαίου και είναι επιφορτισμένος με απόλυτη εξουσία γι’ αυτόν τον σκοπό. Με τον τρόπο αυτό οι άνθρωποι εκχωρούν την ελευθερία τους με αντάλλαγμα την ασφάλειά τους. (Σ.τ.Μ.)

[3]Τζων Λοκ (1632 – 1704): Άγγλος εμπειριστής φιλόσοφος και μέγας νεωτερικός πολιτικός στοχαστής, εκ των θεμελιωτών του πολιτικού φιλελευθερισμού. Ο Λοκ υποστήριξε την θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου επί τη βάσει του φυσικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο, οι άνθρωποι έχουν ως φυσικά δικαιώματα την ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία. Το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κυβερνωμένων και κυβερνώντων θεμελιώνεται με βάση την προστασία αυτών των δικαιωμάτων. Σε αυτή την συμβολαιοκρατική θεωρία αναμφισβήτητος κυρίαρχος είναι ο λαός, ο οποίος έχει δικαίωμα να μην υποστηρίζει, ή ακόμα και να ανατρέπει, μια κυβέρνηση που δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, δηλαδή στην προστασία των φυσικών δικαιωμάτων των πολιτών. (Σ.τ.Μ.)

 

[4]Το οποίο πρέπει να συγκαλύψει το μονοπώλιο της βίας και του καταναγκασμού που ασκείται σε μόνιμη βάση επί του προλεταριάτου, με στόχο την διασφάλιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή την τήρηση των όρων εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από το κεφάλαιο.

[5]Το οποίο διοργανώνει ελεύθερες εκλογές, επιτρέπει την ύπαρξη κομμάτων και εργατικών συνδικάτων, νομοθετεί εργατικές κατακτήσεις, όπως υγειονομική περίθαλψη, συντάξεις, ωράριο και ούτω καθεξής.

[6]Ο «συμβουλιακός κομμουνισμός» είναι ρεύμα της κομμουνιστικής αριστεράς που απορρίπτει το επαναστατικό κόμμα ως οργάνωση πρωτοπορίας και υποστηρίζει την άμεση αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης σε συμβούλια, τα οποία θα αποτελέσουν τον πυρήνα της μελλοντικής εργατικής εξουσίας. Για μια εκτενή ανάλυση αυτής της αντίληψης βλ. Άντον Πάνεκουκ, Τα εργατική συμβούλια, μτφ. Θέμις Μιχαήλ, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1996. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements
This entry was posted in ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.