ΤΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΤΣΑΒΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΜΑΔΟΥΡΟ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Η Βενεζουέλα, μία από τις αναδυόμενες καπιταλιστικές χώρες, βρίσκεται οικονομικώς και πολιτικώς στο χείλος της καταστροφής. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε κρίση, όλοι οι υπουργοί έχουν παραιτηθεί και η αντιπολίτευση επανέρχεται πιο ενισχυμένη σε ολόκληρη την χώρα. Για τους αστούς αναλυτές όλα είναι αποτέλεσμα της «τρέλας» του σοσιαλιστή Μαδούρο να συνεχίσει την πολιτική του προηγούμενου προέδρου Τσάβες, ο οποίος πέθανε τον περασμένο Μάρτιο.[1] Με άλλα λόγια, πιστεύουν ότι η σοβαρή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα ανάγεται σε μια παράλογη οικονομική πολιτική, η οποία δίδει προτεραιότητα στο κράτος προνοίας και η οποία έχει σχεδόν σπαταλήσει πλήρως τα έσοδα που προέρχονται από το πετρέλαιο, «γονατίζοντας» την χώρα, πλήττοντας ακόμη και τους ίδιους τους αποδέκτες της κρατικής γενναιοδωρίας και εκμηδενίζοντας μικροαστούς επιχειρηματίες και εμπόρους. Το επιχείρημά τους είναι ότι ο ουτοπικός «μπολιβαριανός σοσιαλισμός» προκάλεσε ανυπολόγιστη ζημιά στην εθνική οικονομία κυνηγώντας το όνειρο της ισότητας, ένα όνειρο που δεν είναι βιώσιμο για καμία οικονομική πραγματικότητα, πολύ περισσότερο για την Βενεζουέλα. Τούτο προσδίδει αξιοπιστία στο διττό ψέμα κατά το οποίο αυτή η χώρα της Νοτίου Αμερικής αποτελεί πράγματι πεδίο εφαρμογής ενός σοσιαλιστικού πειράματος και ότι κάθε οικονομικό σύστημα που δεν είναι καπιταλιστικό δεν μπορεί να είναι εφικτό, επειδή αρνείται τα γεγονότα καθώς και ολόκληρη την οικονομική λογική.

Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα η Βενεζουέλα είναι μια καπιταλιστική χώρα με την μόνη διαφορά ότι το πετρέλαιο, ο πιο σημαντικός τομέας από οικονομικής απόψεως, βρίσκεται στα χέρια του κράτους, το οποίο δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της κρίσης, η οποία εξακολουθεί να προκαλεί καταστροφές διεθνώς σε κάθε μήκος και πλάτος του καπιταλιστικού πλέγματος. Τα στατιστικά στοιχεία είναι απολύτως σαφή. Η κρίση έχει μειώσει σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου (-2% τον Δεκέμβριο του 2013) και κατά συνέπεια τους οικονομικούς πόρους της χώρας. Το οικονομικό σύστημα έχει επηρεαστεί συνολικά, καθώς τα έσοδα από το πετρέλαιο είναι η μόνη πηγή του ΑΕΠ και ο κύριος μοχλός της εθνικής οικονομίας. Η υποτίμηση του μπολίβαρ, η οποία έφθασε το 36% έναντι του δολαρίου, έχει «γονατίσει» γενικώς τις εισαγωγές και ειδικώς τις εισαγωγές τροφίμων, που αντιπροσωπεύουν το 96% των εγχώριων αναγκών. Το επίσημο ποσοστό ανεργίας έχει φθάσει το 8%, αλλά το πραγματικό είναι πολύ πιο πάνω από 10%, χωρίς σε αυτό το ποσοστό να περιλαμβάνονται οι εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν όπως μπορούν στις φτωχογειτονιές του Καράκας και του Μαρακαΐμπο. Ο πληθωρισμός έχει φθάσει στο ολέθριο ποσοστό του 56% που κατατρώει τους εργατικούς μισθούς και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Τα τελευταία δύο χρόνια οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 39%. Ταυτόχρονα, στις μεγάλες πόλεις σημειώνονται συσκοτίσεις από τις συνεχείς διακοπές ρεύματος, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια επιμερίζεται. Εν τω μεταξύ, έχει δημιουργηθεί μαύρη αγορά για οποιοδήποτε είδος, από καταναλωτικά προϊόντα μέχρι την ενέργεια καθώς και για βασικές ανάγκες, όπως ρουχισμός, τρόφιμα, οικιακά σκεύη, ακόμη και χαρτί υγείας. Η φτώχεια, η οποία ενδημεί και δεν επιλύθηκε ως ζήτημα ακόμη και τα δεκατέσσερα χρόνια παραμονής του Τσάβες στην εξουσία, έχει αυξηθεί και ταυτόχρονα η αρωγή του κράτους έχει μειωθεί ακόμη και για τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, τα οποία πάντοτε αποτελούσαν την εκλογική βάση του προεδρικού κόμματος. Προς το παρόν, «το πλοίο εξακολουθεί να επιπλέει» χάρις στην προμήθεια αργού πετρελαίου προς την Κίνα και στα ευνοϊκά δάνεια που παρέχει το Πεκίνο (δύο δισεκατομμύρια δολάρια το 2013).

Η πρώτη συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η δημιουργία μεγάλων ρηγμάτων εντός της άρχουσας τάξης. Πολύ πριν από τον θάνατο του Τσάβες και με γεωμετρική πρόοδο τους τελευταίους μήνες, στο Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας (PSUV) πραγματοποιείται ένας αγώνας για την εξουσία μεταξύ του στρατιωτικού και του πολιτικού του βραχίονα, ο οποίος φιλοδοξεί να ανέλθει στην κορυφή αποβλέποντας σε όλα τα οφέλη που αυτή θα του δώσει. Υπάρχουν ισχυρά συμφέροντα που δεν αφορούν μονάχα την πνευματική κληρονομιά του εκλιπόντος ηγέτη, μια απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου κανείς να εποφθαλμιά την εξουσία, αλλά επίσης και μια κατανομή των υπουργικών θέσεων και ειδικά των πετρελαϊκών εσόδων των Πετρελαίων της Βενεζουέλα Α.Ε.[2] Η εταιρεία συμμετοχών ελέγχεται με σιδηρά πυγμή από τον στρατό στο πρόσωπο του Ραφαέλ Ραμίρες, ο οποίος ταυτόχρονα είναι υπουργός πετρελαίου και πρόεδρος της εθνικής εταιρείας ενέργειας. Ο πρόεδρος Μαδούρο, ο οποίος προέρχεται από την ίδια στρατιωτική κάστα –όπως και ο προηγούμενος πρόεδρος ο οποίος τον όρισε δελφίνο, όπως συμβαίνει σε όλα τα μοναρχικά καθεστώτα- έκρινε σκόπιμο, δεδομένου ότι διαχειριζόταν τις δημόσιες υποθέσεις σε πλήρη απομόνωση επί 12 μήνες, να θεσπίσει νόμους χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου, να μειώσει τις εξουσίες του υπουργού Οικονομικών, του μη-στρατιωτικού Νέλσον Μερέντες προς όφελος του στρατηγού Χέμπερτ Γκαρσία Πλάσα, ο οποίος έχει στενές σχέσεις με τον Ραμίρες.

Κατά δεύτερο λόγο υπάρχει μεγάλη καταστολή από την μεριά της κυβέρνησης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες άνθρωποι να χάσουν την ζωή τους και εκατοντάδες να τραυματιστούν. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δυνάμεις της «δημοκρατικής» Δεξιάς, οι οποίες έχασαν με διαφορά στήθους από τον Μαδούρο στις εκλογές, κατέβηκαν στους δρόμους. Ύστερα από αυτές κατέβηκαν η φασιστική και φιλοπραξικοπηματική Δεξιά, έμποροι και επιχειρηματίες καθώς και ένας μικρός αριθμός, ο οποίος υπολογίζεται μόλις στο 15%, φοιτητών. Εν ολίγοις, πρόκειται για την διαμαρτυρία της επιχειρηματικής αστικής τάξης και της εμπορικής μικροαστικής τάξης, οι οποίες εμφορούνται από την επιθυμία τους για εκδίκηση, επειδή θεωρούν ότι είναι αποκλεισμένες από την πολιτική εξουσία και επειδή δεν βλέπουν την προοπτική της οικονομικής τους βιωσιμότητας και κυρίως επειδή αισθάνονται αποκλεισμένες από τα οφέλη των εσόδων που προέρχονται από το πετρέλαιο, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί μονοπώλιο της κυβέρνησης, του στρατού και της κρατικής γραφειοκρατίας, που είναι το ένα και το αυτό. Οι νεαροί φοιτητές που κατέβηκαν στους δρόμους είναι, ασφαλώς, τα παιδιά της αστικής τάξης. Αποβλέπουν σε ένα μέλλον που «ταιριάζει» στις φιλοδοξίες τους, δίχως ένα σύστημα κρατικού καπιταλισμού, το οποίο, όπως πιστεύουν, είναι ένα κάλυμμα του σοσιαλισμού.

Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και ένα εξωτερικό στοιχείο: ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Τον Ιούνιο του 2013 σε μια πόλη της Κολομβίας στα σύνορα με την Βενεζουέλα πραγματοποιήθηκε συνάντηση δύο εταιρειών «παροχής συμβουλών» οι οποίες συνδέονται ευθέως με την κυβέρνηση του πρώην κολομβιανού Προέδρου, Αλβάρο Ουρίμπε, και της αμερικανικής FTIConsulting. Το θέμα της συνάντησης ήταν ένα «πρόγραμμα σχεδιασμού για την αποσταθεροποίηση της Βενεζουέλας» διαμέσου της εκμετάλλευσης της οικονομικής κρίσης και των διαδηλώσεων που είχαν ήδη ξεκινήσει. Η πρώτη προσέγγιση αφορούσε την προσπάθεια δημιουργίας μιας τεχνητής έλλειψης τροφής. «Ειδικευμένες» ομάδες θα επέδραμαν σε σουπερμάρκετ και θα έπαιρναν τόνους εμπορευμάτων, θα τα μετέφεραν σε αποθήκες στην Κολομβία και στην συνέχεια θα τα μεταπωλούσαν στην Βενεζουέλα σε πολύ υψηλές τιμές. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση θέσπισε νόμο για την συγκράτηση των αυξήσεων των τιμών, το εν λόγω σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή και τις αμέσως επόμενες ημέρες κατά τις οποίες ο νόμος θα εφαρμόζετο ξέσπασαν οι πρώτες οργανωμένες ταραχές.

Η δεύτερη φάση του σχεδίου τέθηκε σε εφαρμογή με τα σαμποτάζ κάποιων δημοσίων εγκαταστάσεων, όπως της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ήδη ήταν σε κακό χάλι, του συστήματος μέσων μαζικής μετακίνησης, και ειδικά των γραμμών των μεσοαστικών προαστίων, καθώς επίσης και μερικών κέντρων υγείας στα οποία εργάζονται Κουβανοί γιατροί καθώς και παραϊατρικό προσωπικό. Σκοπός ήταν η δημιουργία κοινωνικού χάους, για το οποίο μετά θα κατηγορείτο η κυβέρνηση.

Το τελικό όπλο, το πιο κλασσικό, αυτό που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποιούσε πάντα στην Λατινική Αμερική, είναι η οργάνωση και η κινητοποίηση φασιστικών ομάδων, η γνωστότερη από τις οποίες απαντάει στο όνομα «Λευκή Χειρ» και δημιουργήθηκε από το USAID, μια ομάδα η οποία συνδέεται με την CIA και δρα στην Βενεζουέλα ήδη από το 2007.

Ό,τι συνέβαινε μέσα και έξω από τα σύνορα της Κολομβίας γινόταν με την πρόθυμη συμφωνία του Αλβάρο Ουρίμπε και των παραστρατιωτικών του δομών. Ο πρώην πρόεδρος της Κολομβίας, ο οποίος εμπλέκεται σε δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών και είναι συνεργάτης των ΗΠΑ σε υποθέσεις που αφορούν την Βενεζουέλα, εξακολουθεί να αναμιγνύεται στα εσωτερικά της χώρας του διαμέσου του προέδρου Σάντος, ο οποίος δεν είναι παρά ένα ενεργούμενό του. Αυτός έκανε μια συμφωνία με την κυβέρνηση Ομπάμα για την παροχή αμνηστίας για την εγκληματικές του δραστηριότητες με αντάλλαγμα την διάθεση των εγκαταστάσεων επιμελητείας και παραστρατιωτικής δράσης προς υποστήριξη των αμερικανικών βλέψεων κατά της Βενεζουέλας.

Είναι πέρα για πέρα σωστό να καταφέρεται κανείς κατά των ιμπεριαλιστικών μηχανορραφιών των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας, τόσο για τον ρόλο τους στην διεθνή στρατηγική για την διαχείριση του πετρελαίου όσο και για την εκστρατεία «επανάκτησης» της Νοτίου Αμερικής, αρχής γενομένης από την ευπειθή κολομβιανή τους βάση. Θα πρέπει, ωστόσο, να ειπωθεί ότι κάθε έκφραση δυσαρέσκειας κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού θα πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρεται και στον ρόλο του ψευδεπίγραφου σοσιαλισμού της λεγόμενης Μπολιβαριανής Επανάστασης. Εάν υπάρξει μια κινητοποίηση των μαζών –των πραγματικών και όχι αυτών που αποτελούν υποχείρια αλλότριων συμφερόντων- θα πρέπει να στραφούν τόσο εναντίον των μηχανορραφιών των ΗΠΑ όσο και εναντίον της κυβέρνησης Μαδούρο και της πολιτικής της ελίτ. Αυτή η ελίτ είναι οι στρατιωτικοί, οι οποίοι ζουν από τα έσοδα που προέρχονται από το πετρέλαιο, αφήνοντας τα ψιχία αυτών των εσόδων στον πληθυσμό ως μέσον για την εκλογική υποστήριξη της κυβέρνησης και όχι με σκοπό την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών. Οι μάζες και το βενεζουελανό προλεταριάτο πρέπει να διεξάγουν διμέτωπο ταξικό αγώνα, τόσο εναντίον των έξωθεν ιμπεριαλιστικών βλέψεων όσο και εναντίον της «δικιάς τους» «αριστερής» κυβέρνησης. Το να περιοριστούν στην απλή υποστήριξη της εγχώριας κυβέρνησης κατά της εξωτερικής επιθετικότητας θα ήταν στρατηγικό λάθος, σε συνδυασμό με το ψέμα περί της ανάγκης υπεράσπισης ενός υποτιθέμενου σοσιαλιστικού κράτους, το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, την στιγμή που είναι φανερό ότι αυτό στηρίζεται στην χρήση των υφιστάμενων κρατικοκαπιταλιστικών δομών εντός των οποίων το στρατιωτικό κατεστημένο εξακολουθεί να παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Για να κάνουν έναν βήμα προς τα εμπρός, προς την κατεύθυνση μιας αποτελεσματικής επαναστατικής λύσης πρέπει να δημιουργήσουν τους ανάλογους πολιτικούς όρους: ένα επαναστατικό κόμμα, ένα πρόγραμμα που δεν καλεί για την υποστήριξη της «δικής τους» αστικής τάξης, επειδή είναι δήθεν «αριστερή και προοδευτική», αλλά ένα πρόγραμμα που θα ζητεί την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής. Διαφορετικά όλα θα μείνουν όπως ή σχεδόν όπως πριν.

 

Fd

26 Φεβρουαρίου 2014

 

 

Πηγή: http://www.leftcom.org


[1]Βλ. leftcom.org (άρθρομετίτλο: Hugo Chávez: Neither Socialist Nor Anti-Imperialist).

 

[2]PetroleosdeVenezuelaSA: Η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία συμμετοχών (holdingcompany), της οποίας ο κύκλος εργασιών ανέρχεται σε έναν ετήσιο προϋπολογισμό 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: