ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ – Η ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ

chessboardΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Ο ρυθμός με τον οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα ανά τον κόσμο είναι έντονος και ραγδαίος. Μέσα σε λίγες ημέρες ο αγώνας για την εξουσία στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μια εκρηκτική διεθνή διαμάχη. Η ανθρωπότητα βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές διαμάχες ύστερα από την λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Εκατό χρόνια μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την λεγόμενη δημιουργική καταστροφή του 20ου αιώνα, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι το «μεγάλο παιχνίδι» των μεγάλων δυνάμεων για την διεκδίκηση ζωνών εξουσίας και επιρροής οδηγεί, για άλλη μια φορά, σε μια κρίσιμη δυναμική.

Ουκρανία: Μια φτωχή χώρα που αποτελεί αντικείμενο σφοδρών διεκδικήσεων

Εξαιτίας της στρατηγικής γεωγραφικής της θέσης η Ουκρανία, μια χώρα που απαρτίζεται από διάφορες εθνότητες, υπήρξε ανέκαθεν μια περιοχή έντονων διεκδικήσεων των μεγάλων δυνάμεων. Ως ένας από τους χώρους στους οποίους διεξήχθησαν ο Πρώτος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος η χώρα γνώρισε μια οδυνηρή ιστορία. Οι περιφερειακές και κοινωνικο-πολιτισμικές διαφορές που σήμερα έρχονται στο φως έχουν βαθιές ρίζες. Με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ η χώρα βρέθηκε πάλι στο επίκεντρο των διεκδικήσεων της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Το ζήτημα του οικονομικού και πολιτικού προσανατολισμού της Ουκρανίας απέκτησε ακόμη πιο επείγουσα σημασία. Φαινομενικώς, η «διαδικασία του δημοκρατικού μετασχηματισμού» ολοκληρώθηκε στην Ουκρανία, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι παλιές και νέες κρατικές και κομματικές ελίτ έβαλαν χέρι στα καλύτερα κομμάτια της οικονομίας, τα μοίρασαν μεταξύ τους και δημιούργησαν ένα πολύπλοκο σύστημα νεποτισμού και διαφθοράς. Τα χρόνια αυτά της μετάβασης σημαδεύτηκαν από ραγδαία βιομηχανική ύφεση. Το ΑΕΠ καταβαραθρώθηκε, σημειώνοντας μια πτώση της τάξεως του 60 %. Μόλις το 1999 η παραγωγή επανήλθε στο επίπεδο του 1989. Από το 2000 έως το 2007 σημειώθηκε μια σύντομη φάση οικονομικής ανάκαμψης. Όμως, οι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξεως του 7% που καταγράφονταν τότε βασίζονταν κατ’ ουσίαν στην έκρηξη των τιμών των πρώτων υλών, η οποία εσημειώνετο σε γενικές γραμμές εκείνη την περίοδο, και ιδίως στις υψηλές τιμές του χάλυβα στην παγκόσμια αγορά (ο χάλυβας αποτελεί το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της Ουκρανίας). Κατά την διετία 2007-8, όταν έσκασε η κερδοσκοπική φούσκα, χάθηκε και το αγαπημένο όνειρο, τόσο των φιλελευθέρων όσο και των εθνικιστών, περί ουκρανικής οικονομικής κυριαρχίας. Η κρίση έπληξε την χώρα πάρα πολύ έντονα. Ο πληθωρισμός ανήλθε από 12,8% (το 2007) σε 25,2% (το 2008), η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 34% και το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε σε αστρονομικά επίπεδα. Μόνο διαμέσου των πιστώσεων δισεκατομμυρίων από το ΔΝΤ, που συνδυάζονταν με απαιτήσεις δραστικών περικοπών στον προϋπολογισμό, θα μπορούσε να αποφευχθεί η πλήρης οικονομική κατάρρευση της χώρας, τουλάχιστον προσωρινά. Το τίμημα, όπως γίνεται πάντα, το πλήρωσε η εργατική τάξη. Σήμερα, πάνω από το 30% του πληθυσμού ζει με εισόδημα κάτω από το ελάχιστο όριο διαβίωσης. Αυτό πλήττει ιδίως τα ηλικιωμένα άτομα. Το 80% των συνταξιούχων πρέπει να τα βγάλει πέρα με την κατώτατη σύνταξη των 81€, ποσό το οποίο, όπως λέει και η παροιμία, δεν είναι αρκετό ούτε για να ζήσει ούτε για να πεθάνει κανείς. Η Ουκρανία έχει εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση για τους ξένους επενδυτές ως προνομιακό πεδίο εκμετάλλευσης του ανθρώπινου μόχθου. Με μέσο μισθό μόλις 300€ και κατώτατο μισθό της τάξεως των 110€, το επίπεδο των μισθών είναι τρεις φορές χαμηλότερο από ότι στην Πολωνία.
Οι επιδοτήσεις ενοικίου και ενεργειακών δαπανών, που επί του παρόντος αποτελούν πεδίο διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελούν ουσιαστικά το τελευταίο ανάχωμα στην απόλυτη εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Επιπλέον, υπάρχει μια σαφής εισοδηματική ανισότητα ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία καθώς και μεταξύ των διαφόρων περιοχών της χώρας. Υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο κατ’ εξοχήν αγροτικό δυτικό τμήμα και στο βιομηχανικό ανατολικό τμήμα της χώρας (όπως, για παράδειγμα, η περιφέρεια του Ντονέτσκ). Όλα τα παραπάνω ενθαρρύνουν τις τοπικιστικές τάσεις, οξύνοντας τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές διαφορές και βαθαίνοντας τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Η αυξανόμενη φτώχεια και εξαθλίωση του πληθυσμού έρχεται σε αντίθεση με τον πλούτο και την απεριόριστη εξουσία των ολιγαρχών . Οι πενήντα ισχυρότεροι ολιγάρχες ελέγχουν πάνω από τα δύο τρίτα του πλούτου. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου βρίσκεται τοποθετημένο σε φορολογικούς παραδείσους του εξωτερικού. Ωστόσο, δίχως τις ολιγαρχικές κλίκες σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει στην ουκρανική πολιτική. Αυτές πάντοτε γνώριζαν πώς να διεκδικούν και πώς να πιέζουν για τα συμφέροντά τους εις βάρος της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού. Στο ζήτημα του προσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο, οι απόψεις τους ποικίλλουν ανάλογα με τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Από την μια μεριά, οι ολιγάρχες στον τομέα της ενέργειας ποντάρουν στην Ρωσία, ενώ άλλοι προσδοκούν κέρδη επωφελούμενοι από την σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές οι συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κλίκες αποτελούν τα τελευταία χρόνια καθοριστικό παράγοντα για τα πολιτικά γεγονότα στην Ουκρανία, που έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός μωσαϊκού κυβερνήσεων και την αυξανόμενη πολιτική αστάθεια.

Μεταξύ Βρυξελλών και Μόσχας: O Γιανούκοβιτς βαδίζει σε αναμμένα κάρβουνα

Προσωρινά φάνηκε ότι ο τωρινός έκπτωτος Πρόεδρος Γιανούκοβιτς θα μπορούσε τουλάχιστον να συμβιβάσει τα διιστάμενα συμφέροντα των διαφόρων ολιγαρχών. Ο Γιανούκοβιτς παρουσιάζεται συχνά ως φίλα διακείμενος προς την Ρωσία. Ωστόσο, αυτό αληθεύει μόνον όσον αφορά το γεγονός ότι ο απατεωνίσκος Γιανούκοβιτς ήταν ένα πολιτικό δημιούργημα του φιλορώσου ολιγάρχη Ρινάτ Αχμέτοφ. Από απόψεως εξωτερικής πολιτικής, ο Γιανούκοβιτς προσπάθησε διαρκώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Μόσχα. Η τακτική αυτή είχε ως απώτερο στόχο την εκμετάλλευση της γεωστρατηγικής θέσης της Ουκρανίας –ως την σημαντικότερη γραμμή μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Ανατολή προς την Δύση- για την αποκόμιση ζεστού χρήματος· πολιτική η οποία τελικώς απέτυχε ή μάλλον έπρεπε να αποτύχει. Οι ελιγμοί ανάμεσα στην συνθήκη σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την αναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών για το φυσικό αέριο με την Ρωσία είχε ως αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο την αύξηση της πίεσης και από τις δύο πλευρές. Έτσι, από την μια μεριά η Ρωσία απείλησε να κλείσει την βάνα παροχής του φυσικού αερίου και σποραδικά εξαπέλυσε έναν κανονικό εμπορικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας, ενώ από την άλλη μεριά η Ευρωπαϊκή Ένωση επέμενε στην αυστηρή τήρηση των όρων παροχής του πακέτου διάσωσης του ΔΝΤ. Μεταξύ αυτών των όρων συγκαταλέγονται το πάγωμα των μισθών, η μείωση των επιδοτήσεων της ηλεκτρικής ενέργειας, δραστικές περικοπές των δημοσίων δαπανών καθώς και αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου και της ενέργειας κατά 40%. Πρόκειται για όρους οι οποίοι, σε μια ήδη φτωχή χώρα όπως η Ουκρανία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Γιανούκοβιτς δεν ήταν ούτε είναι κανένας φιλάνθρωπος. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην εξουσία εξαπέλυσε μια σειρά δραστικών περικοπών στην κοινωνική ασφάλιση. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος αντελήφθη ότι δεν ήταν σε θέση, όσον αφορά την εσωτερική του πολιτική, να εφαρμόσει το πρόγραμμα περικοπών στον βαθμό που αυτό απαιτείτο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ως εκ τούτου βρισκόταν σε μια όλο και πιο περίπλοκη κατάσταση. Ενώ το εξωτερικό χρέος διπλασιάστηκε φθάνοντας τα 75 δις δολάρια, τα αποθέματα χρυσού της Ουκρανίας μειώθηκαν από 37 σε 15 δις δολάρια. Η θέση ενός οικονομικά βιώσιμου ενδιάμεσου κράτους μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Αυτή ήταν η στιγμή που ο Πούτιν έκανε μια επιδέξια στροφή παρέχοντας επείγουσες πιστώσεις και ευνοϊκές τιμές φυσικού αερίου προς την Ουκρανία. Στην ακύρωση της συμφωνίας σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση η Μόσχα κατήγαγε μια σημαντική νίκη «στα σημεία». Ωστόσο, η απάντηση των Βρυξελών και της Ουάσιγκτον δεν άργησε να έλθει.

Η πλατεία Μεϊντάν

Λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς της αστυνομίας, οι αρχικές και ουδόλως θεαματικές διαμαρτυρίες εναντίον της μη επίτευξης συμφωνίας σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησαν μια ιδιαίτερη δυναμική. Η οργή εξαιτίας της καταστολής σε συνδυασμό με την κοινωνική δυσαρέσκεια και την ευρεία δυσπιστία προς τις διεφθαρμένες πολιτικές ελίτ είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός ευρέως κινήματος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Το παράδοξο, ωστόσο, ήταν ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν, σε πρώτη φάση, σαφώς εκπεφρασμένα σε πολιτικό επίπεδο ή μάλλον δεν θα μπορούσαν να εκφρασθούν πολιτικά στην πλατεία Μεϊντάν. Τα κοινωνικά αιτήματα δεν έπαιξαν σχεδόν κανένα ρόλο στο κίνημα. Μηδαμινή ήταν επίσης η παρέμβαση της εργατικής τάξης στα γεγονότα υπό την μορφή μιας ανεξάρτητης και οργανωμένης δύναμης. Αντιθέτως, στην πολιτική σκηνή κυριάρχησαν οι εκπρόσωποι των φιλοδυτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να υπολογίζουν στην αδρά οικονομική στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την δήλωση της Αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών Νούλαντ, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επενδύσει περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια από το 1991 στην προοπτική μιας «ευημερούσας και δημοκρατικής Ουκρανίας». Το αντίστοιχο ποσό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι μέχρι στιγμής διαθέσιμο. Διαμέσου των πολυδιαφημιζόμενων επισκέψεων αλληλεγγύης υψηλόβαθμων εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολιτικών, όπως παραδείγματος χάριν του γερουσιαστή των ΗΠΑ Τζον Μακέιν, του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και του Γερμανού ευρωβουλευτή Έλμαρ Μπροκ (χριστιανοδημοκράτες, CDU) και της Ρεβέκκα Χαρμς (Πράσινοι), η όλη υπόθεση απέκτησε διεθνή γεωπολιτική διάσταση. Με αυτόν τον τρόπο η κατάσταση στην πλατεία Μεϊντάν κλιμακώθηκε. Αυτό οδήγησε στην επόμενη, αποφασιστικής σημασίας, στιγμή στην Μεϊντάν: την μαζική άφιξη των φασιστικών δυνάμεων, όπως του κόμματος Σβόμποντα και οργανωμένων παραστρατιωτικών ομάδων του Δεξιού Τομέα. Η άφιξή τους βασίστηκε σε πολυετή και συστηματική προπαρασκευή. Οι φασίστες βρήκαν και βρίσκουν στην Ουκρανία ένα ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος όπου έχουν την δυνατότητα να επωφεληθούν από την δυσαρέσκεια του κόσμου και την έλλειψη προοπτικών. Η μετατόπιση του πολιτικού λόγου προς τα δεξιά, η αποκατάσταση και η εξιδανίκευση του ουκρανού φασίστα ηγέτη Στεπάν Μπαντέρα, στον οποίο απονεμήθηκε μετά θάνατον η τιμητική διάκριση του «Ήρωα της Ουκρανίας» από την «πορτοκαλί» κυβέρνηση του Προέδρου Γιουστσένκο στις 22 Ιανουαρίου 2010, προσδίδει στους φασίστες μεγαλύτερο κύρος. Οι δεξιές και υπερεθνικιστικές θέσεις είναι ευρέως διαδεδομένες στο πολιτικό κατεστημένο της Ουκρανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το κόμμα UDAR του πυγμάχου Βιτάλι Κλίτσκο, που δημιουργήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Konrad Adenauer, το οποίο βρίσκεται κοντά στο CDU, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συμμαχήσει επισήμως με το φασιστικό Σβόμποντα. Όμως οι φασίστες δεν έχουν μόνο ούριο άνεμο αλλά, πάνω από όλα, μια καλή οργανωτική και χρηματοδοτική υποδομή. Έτσι, ήταν σε θέση να πληρώσουν τα ταξίδια με λεωφορείο των υποστηρικτών τους και να τους δίνουν μια χρηματική ημερήσια αποζημίωση, επιτυγχάνοντας την εκδίωξη μικρότερων ομάδων και φιγουράροντας ως «υπερασπιστές του κινήματος κατά των αστυνομικών δυνάμεων» κάνοντας χρήση εκπαιδευμένων κομάντο με πείρα στις οδομαχίες. Με τους θανάσιμους πυροβολισμούς στην πλατεία Μεϊντάν επιτεύχθηκε ένας βαθμός κλιμάκωσης που οδήγησε τελικά σε μια κρίσιμη καμπή. Μέχρι σήμερα δεν είναι εξακριβωμένο το ποιος βρισκόταν πίσω από τους πυροβολισμούς. Στην πραγματικότητα, όμως, σε αυτή την φάση ήταν όλο και πιο σαφές ότι ο Γιανούκοβιτς δεν ήταν πλέον σε θέση να ελέγξει την κατάσταση. Εξαιτίας αυτού είχε όλο και λιγότερη στήριξη από τους ολιγάρχες που τον είχαν υποστηρίξει. Στον βαθμό που αυτοί διαχώρισαν την θέση τους από αυτόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση, και κυρίως η γερμανική κυβέρνηση, ξεκίνησαν μια διπλωματική επίθεση για να αντλήσουν οφέλη από την όλη κατάσταση, υπό το πρόσχημα της «πολιτικής αποκλιμάκωσης».

Ολιγάρχες, φασίστες και φιλοδυτικοί: μια Ράντα με τις ευλογίες της Μέρκελ

Η έκβαση αυτής της προσπάθειας ήταν η δημιουργία της λεγόμενης «μεταβατικής κυβέρνησης» υπό τον Αρσένι Γιατσένιουκ, παρατρεχάμενου της εκατομμυριούχου ολιγάρχη Γιούλια Τιμοσένκο. Όσον αφορά την εσωτερική πολιτική, ο κυβερνητικός ανασχηματισμός ήταν μια μικρή αναπροσαρμογή της σύνθετης δομής της εξουσίας των ολιγαρχών. Σε αυτούς που κινούν τα νήματα της νέας κυβέρνησης συγκαταλέγονται η «πριγκίπισσα του φυσικού αερίου» Γιούλια Τιμοσένκο, ο μεγιστάνας του χάλυβα Σεργκέι Ταρούτα, ο βασιλιάς της σοκολάτας Πέτρο Ποροσένκο, ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Βίκτορ Πιντσούκ, καθώς και ο Ιγκορ Κολόμ, ο οποίος μαζί με τον Γενάντι Μπογκολιούμποφ ελέγχει την μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, η περιουσία του εκτιμάται σε 6,5 δις δολάρια και αποτελεί τον τέταρτο στην λίστα των πιο πλούσιων Ουκρανών. Ο Ρινάτ Αχμέτοφ –με περιουσία που ανέρχεται στα 11 δις δολάρια, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ουκρανίας, ο οποίος ελέγχει το 50% της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα καθώς και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας- έκανε μια γρήγορη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών προς την Δύση: «Η έξωθεν χρήση βίας και η άσκηση ανομίας είναι απαράδεκτες», δήλωσε ο Αχμέτοφ. Ο όμιλός του, «με 300.000 εργαζόμενους, που εκπροσωπεί την Ουκρανία από τη Δύση ως την Ανατολή και από Βορρά ως Νότο» θα κάνει τα πάντα για να διατηρηθεί η ακεραιότητα της χώρας. Αυτό κατέστησε σαφές στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν αξίζει να του επιβάλλει κυρώσεις.
Το γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά το 1945, δεδηλωμένοι φασίστες συμμετέχουν σε μια κυβέρνηση που αναγνωρίζεται και προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα νέο ποιοτικό στοιχείο. Μέσω της μαζικής παρουσίας τους στην πλατεία Μεϊντάν οι φασίστες έγιναν μια αποφασιστική πολιτική δύναμη στην Ουκρανία. Επέβαλαν την από μεριάς τους ανάληψη πολλών υπουργείων και τον έλεγχο σημαντικών τμημάτων του κρατικού και κατασταλτικού μηχανισμού. Αυτό ενθαρρύνει τους παραστρατιωτικούς τους να ασκούν βία σε άλλες πολιτικές δυνάμεις και να δημιουργούν μια αληθινή ατμόσφαιρα πογκρόμ. Εν μέσω αυτού του κλίματος φόβου εβραϊκές οργανώσεις υποχρεώθηκαν να παράσχουν έκτακτη βοήθεια στους Εβραίους που ζουν στην Ουκρανία. Μερικοί ραβίνοι έκαναν έκκληση στις κοινότητές τους να εγκαταλείψουν το Κίεβο. Μαζί με την απαγόρευση των ρωσικών ως δεύτερη επίσημη γλώσσα οι φασίστες έφεραν στην Ράντα πρόταση κατάργησης από τον ουκρανικό ποινικό κώδικα του άρθρου βάσει του οποίου τιμωρείται η άρνηση των εγκλημάτων του φασισμού. Όλα αυτά τα μέτρα έχουν θέσει τις ρωσόφωνες περιοχές της χώρας στο ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας σε κατάσταση συναγερμού.
Οι φόβοι αυτοί δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Το Σβόμποντα, το οποίο ιδρύθηκε το 1991 ως «εθνικό κοινωνικό κόμμα», ουδέποτε κράτησε κρυφές τις απόψεις του. Ένας από τους κεντρικούς στόχους του είναι η δημιουργία μιας «εθνικώς αμιγούς Ουκρανίας». Κάτι τέτοιο συνεπάγεται την κατάργηση της αυτονομίας της Κριμαίας ή την ενσωμάτωσή της στο ουκρανικό κράτος, την κατάργηση των «συμβόλων του μπολσεβικισμού», την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την αποκατάσταση του κύρους της χώρας ως πυρηνικής δύναμης. Σύμφωνα με ανακοίνωση στο επίσημο φόρουμ του κόμματος το 2010 «για να δημιουργήσουμε μια πραγματικά ουκρανική Ουκρανία στις πόλεις της Ανατολής και του Νότου… πρέπει να καταργήσουμε τον κοινοβουλευτισμό, να θέσουμε εκτός νόμου όλα τα πολιτικά κόμματα, να εθνικοποιήσουμε ολόκληρη την βιομηχανία και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να απαγορεύσουμε την εισαγωγή κάθε είδους φιλολογίας στην Ουκρανία από την Ρωσία… να αντικαταστήσουμε πλήρως τους επικεφαλής της δημοσίας διοίκησης, της εκπαίδευσης, του στρατού (ειδικά στην Ανατολή), να εξοντώσουμε όλους τους ρωσόφωνους διανοουμένους και όλους τους αντιουκρανούς (αμέσως, χωρίς δίκη, ο προσδιορισμός των αντιουκρανών μπορεί να γίνει από κάθε μέλος του Σβόμποντα), να εκτελέσουμε όλα τα μέλη των αντιουκρανικών πολιτικών κομμάτων…». Μαζί με την απόδοση τιμής στον φασίστα ηγέτη Στεπάν Μπαντέρα τα ηγετικά στελέχη του κόμματος αρέσκονται να παρελαύνουν με στολές των SS. Τον Απρίλιο του 2013 το Σβόμποντα παρήλασε στον Λβοφ εις μνήμην της μεραρχίας των SS στην Γαλικία. Στην συνέχεια πρώην άνδρες των SS απένειμαν μετάλλια στο Δημαρχείο του Λβοφ. Παρ’ όλα αυτά, για τον πρέσβη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ουκρανία το κόμμα αποτελεί «ισότιμο εταίρο στις συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση». Η γερμανική κυβέρνηση επίσης δεν διστάζει να έχει επαφές με το Σβόμποντα. Το Σβόμποντα είναι μεν ένα δεξιό, λαϊκιστικό και εθνικιστικό κόμμα, το οποίο έχει ακροδεξιές θέσεις, αλλά στο κοινοβουλευτικό του έργο δεν διαπιστώνονται εμφανείς ακροδεξιές τάσεις, σύμφωνα με μια απάντηση της κυβέρνησης σε σχετική επερώτηση που κατατέθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ο Έλμαρ Μπροκ, επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, εξέφρασε παρόμοιες απόψεις. Το Σβόμποντα δεν είναι το κόμμα που του αρέσει, αλλά αυτό που μπορεί να καταστήσει δυνατή την ανατροπή του Γιανούκοβιτς, δήλωσε ο χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, ο οποίος παρενέβη δυναμικά στα γεγονότα της Μεϊντάν μιλώντας στο ειδησεογραφικό μαγκαζίνο Panorama: «Όσο το κόμμα αυτό παρεμβαίνει για την εγκαθίδρυση ενός εννόμου κράτους και καθιστά δυνατή την δημοκρατία στην Ουκρανία» όλα είναι εντάξει. «Αυτό είναι, πιστεύω, που έχει σημασία και όχι παρελθούσες φραστικές διατυπώσεις». Στο πλαίσιο της αλλαγής πορείας προς μια «πιο αποφασιστική εξωτερική πολιτική», που διακήρυξε ο πρόεδρος της Γερμανίας, Γκάουκ, τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έβριθαν επαίνων για την «γερμανική διπλωματική επίθεση» που πραγματοποιείται στο Κίεβο. Η Γερμανία, στο πρόσωπο του υπουργού των εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στάινμεϊερ, «ανταποκρίνεται στον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη», επιχαίρει η συντηρητική εφημερίδα-διαμορφωτής της κοινής γνώμης Frakfurter Allgemeine Zeitung (FAZ). Δίχως «το επίμονο έργο της πειθούς από τους υπουργούς εξωτερικών Γερμανίας, Γαλλίας και Πολωνίας, η Ουκρανία θα πλησίαζε όλο και πιο κοντά προς τον βάραθρο ενός ανοικτού εμφυλίου πολέμου· πράγμα το οποίο θα μπορούσαν να διαπιστώσουν επίσης και οι ίδιοι οι Αμερικανοί» . Σύμφωνα με πληροφορίες που δόθηκαν από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, υπήρχαν καλά στρατηγικά κίνητρα για αυτό το «επίμονο έργο της πειθούς». «Η Ουκρανία διαθέτει μια σειρά γεωγραφικών πλεονεκτημάτων: έχει έναν πληθυσμό 45,6 εκατομμυρίων κατοίκων, μια σχετικά μεγάλη εσωτερική αγορά, μερικούς υψηλά ανεπτυγμένους τομείς εξειδίκευσης, όπως αεροναυπηγική και κατασκευή πυραύλων, γεωγραφική εγγύτητα προς τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης, μια μεγάλη δυνητική αγορά καταναλωτικών προϊόντων και επενδύσεων, καλές φυσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της γεωργίας καθώς επίσης και έναν συγκριτικά χαμηλό επίπεδο μισθών για ένα υψηλά εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό». Περισσότερο ωμά και σαφώς κατανοητά ακόμη και για τον πιο ανόητο η διαδικτυακή πύλη της Tagensshau συνοψίζει με λίγα λόγια τα γερμανικά συμφέροντα: η Ουκρανία έχει επίσης «στρατιωτικό ενδιαφέρον» για την Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς «ο ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας αγκυροβολεί στην Κριμαία». Ως το δεύτερο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό κράτος σε έκταση (μετά την Ρωσία) είναι η «σιταποθήκη» της Ευρώπης και, επιπλέον, αποτελεί «σημαντικό μέρος του ρωσικού σχεδίου για την δημιουργία μιας Ευρασιατικής Ένωσης». Η Γερμανία, στην προσπάθειά τους να προσδέσει την Ουκρανία στο σχεδιαζόμενο Σύμφωνο Ελευθέρου Εμπορίου θα μπορούσε, ωστόσο, «να διευρύνει τις αγορές της και να επιτύχει ευκολότερη πρόσβαση στις πρώτες ύλες και τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας». Τούτου θυμίζει τις παραδοσιακές γερμανικές στρατηγικές επέκτασης. Επικαλούμενος το παράδειγμα του πορτοκαλιού το οποίο υπό την σημερινή οπτική γωνία είναι πρόσφορο, ο τότε ιθύνων νους του γερμανικού υπουργείου εξωτερικών, Πάουλ Ρόρμπαχ (1869-1956), εξηγούσε τους στόχους της Ostpolitik προς την Ρωσία ως ακολούθως: «Όπως αυτό το φρούτο αποτελείται από μεμονωμένα στοιχεία τα οποία εύκολα μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους, έτσι και η Ρωσική Αυτοκρατορία αποτελείται από διαφορετικά τμήματα: τις βαλτικές χώρες, την Ουκρανία, την Πολωνία κ.ο.κ». Εάν αυτά τα κομμάτια μπορούν επιτυχώς «να αποχωρισθούν το ένα από το άλλο και να τους δοθεί ένας ορισμένος βαθμός αυτονομίας», τότε «θα είναι εύκολο να προετοιμάσουμε το τέλος της Μεγάλης Ρωσικής Αυτοκρατορίας». Σήμερα, ωστόσο, αυτού του είδους οι «θεωρίες αποδόμησης» σκοντάφτουν σε ένα πραγματικό εμπόδιο: τα αποχωρισθέντα τμήματα του πορτοκαλιού είναι αρκετά σάπια. Η Ουκρανία είναι οικονομικώς εξαντλημένη και, στην πραγματικότητα, βρίσκεται αντιμέτωπη με την χρεωκοπία. Ως εκ τούτου, η εκστρατεία επέκτασης προς Ανατολάς αποδεικνύεται επικίνδυνη όσο και δαπανηρή. Επιπλέον, εξακολουθεί να μένει να αποδειχθεί ότι η «ευρωπαϊκή ηγετική δύναμη», η Γερμανία, δεν μπλοφάρει όταν κλιμακώνει περαιτέρω την διαμάχη της με την Ρωσία.

Ο αγώνας για την Ευρασία – Η κρίσιμη φάση του Μεγάλου Παιχνιδιού

Η εμφάνιση των διαφόρων «δυνάμεων αυτοάμυνας» και οι κοζάκικοι σχηματισμοί που θέτει σε κίνηση η Μόσχα στην Κριμαία μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο αυθεντικοί, αλλά απαιτείται λιγότερος αυτοσχεδιασμός για να προκληθεί αντίδραση στις νοτιοανατολικές περιφέρειες της Ουκρανίας. Τα γεγονότα στο Κίεβο προκάλεσαν εντάσεις και αυτονομιστικές βλέψεις. Με ένα διάχυτο μίγμα προπαγάνδας αποτελούμενης από «αντιφασιστική» φρασεολογία, σοβιετική νοσταλγία και μεγαλορωσικό εθνικισμό, η Μόσχα επιχειρεί να καταστήσει ακόμη θερμότερο αυτό το κλίμα και να περάσει στην επίθεση. Η Κριμαία ειδικά έχει μεγάλη αξία ως εθνικιστικό σύμβολο και επιπλέον έχει μεγάλο στρατηγικό ενδιαφέρον. Η απώλεια της Κριμαίας και της Σεβαστούπολης ως σημείο στήριξης του ναυτικού θα περιόριζε αποφασιστικά τα περιθώρια ελιγμών της Ρωσίας στην σφαίρα της Μεσογείου και στην περιοχή του Καυκάσου. Ακόμα και το 2008, κατά την διάρκεια του πολέμου στην Γεωργία, η Κριμαία ήταν το αντικείμενο έντονης διαμάχης όταν ο τότε φιλοδυτικός Ουκρανός πρόεδρος Γιουστσένκο απείλησε να μην ανανεώσει την συνθήκη που διέπει την στάθμευση του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Όμως, αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ περισσότερο από την Κριμαία. Η παρούσα κρίση είναι απλώς το σημείο κορύφωσης μιας μακράς σειράς ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων.
«Γνωρίζουμε ότι η ένταξη της ενωμένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ δημιουργεί περίπλοκα ζητήματα. Για εμάς, ωστόσο, ένα πράγμα είναι βέβαιον: το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς Ανατολάς… κατά τα άλλα όσον αφορά την μη-επέκταση του ΝΑΤΟ, αυτό ισχύει εντελώς γενικά», σύμφωνα με τον τότε Γερμανό υπουργό εξωτερικών Γκένσερ, όταν έδινε διαβεβαιώσεις στον τότε Σοβιετικό διαπραγματευτή Σεβαρντνάτζε στο περιθώριο της διάσκεψης για την συνθήκη «Δύο συν τέσσερις». Αυτό καταγράφτηκε στα πρακτικά της 10ης Φεβρουαρίου του 1990 και κρατήθηκε για πολύ καιρό μυστικό. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο. Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς πραγματοποιείται έκτοτε συστηματικά. Το 1999 η Πολωνία, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Ουγγαρία έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ. Πέντε χρόνια μετά οι Δημοκρατίες της Βαλτικής, Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία, ακολούθησαν μαζί με την Βουλγαρία, την Σλοβακία και την Σλοβενία. Το 2009 η Αλβανία και η Κροατία εντάχθηκαν στον δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό. Τα σχέδια για την εγκατάσταση αμερικανικής πυραυλικής ομπρέλας στην Ευρώπη, οι πόλεμοι στο Ιράκ, η διαμάχη για την Συρία και το θέαμα των πολύχρωμων επαναστάσεων -όπως η «ροζ επανάσταση» στην Γεωργία το 2003, η «πορτοκαλί επανάσταση» το 2004 στην Ουκρανία και η «επανάσταση της τουλίπας» το 2005 στο Κιργιστάν- αποτελούν επιπλέον αιτίες διαμάχης. Η Ρωσία αντέδρασε σε αυτήν την περικύκλωση με το σχέδιο δημιουργίας μιας Ευρασιατικής Ένωσης. Ακολουθώντας το πρότυπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα σχέδια του Κρεμλίνου, η Λευκορωσία, η Αρμενία, το Καζαχστάν, το Τατζικιστάν, το Κιργιστάν και η Ουκρανία θα δημιουργήσουν ένα κοινό οικονομικό μπλοκ. Η πρώην υπουργός εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Χίλαρυ Κλίντον, αποκάλεσε εύλογα αυτό το σχέδιο ως «ανασύσταση της Σοβιετικής Ένωσης». Με την Ευρασιατική Ένωση μια νέα δύναμη, με την δικιά της στρατιωτική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, υπό την αιγίδα της Ρωσίας, θα αναδειχθεί μεταξύ Κίνας και «Δυτικού Κόσμου», αν μη τι άλλο επειδή ο γεωστρατηγικός έλεγχος σημαντικών πρώτων υλών και ενεργειακών οδών θα δημιουργούσε ένα δύσκολα αντιμετωπίσιμο αντίβαρο στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στους τσετσενικούς πολέμους η Μόσχα έχει ήδη αποδείξει την αποφασιστικότητά της να προασπίσει τα σύνορα στην περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας του Καυκάσου με όλες της τις δυνάμεις. Ύστερα από τον πόλεμο στην Γεωργία το 2008 οι δυτικές βλέψεις θα μπορούσαν να συναντήσουν μια σαφή άρνηση και θα μπορούσαν να σημειωθούν επί μέρους νίκες κατά των ΗΠΑ στην διπλωματική διελκυστίνδα για την Συρία. Ωστόσο, στο ουκρανικό ζήτημα, το οποίο παίζει βασικό ρόλο στα σχέδια για μια μελλοντική Ευρασιατική Ένωση, τα πράγματα είναι πάρα πολύ σοβαρά. Δίχως την Ουκρανία η Ρωσία δεν είναι πλέον ευρασιατική δύναμη, σύμφωνα με την αυτού αγιότητα της αμερικανικής γεωπολιτικής, τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, στο βιβλίο του «Η μεγάλη σκακιέρα – Η αμερικανική υπεροχή και οι γεωστρατηγικές της επιταγές». Καθώς, σύμφωνα με αυτόν, η απλή ύπαρξή της ως ανεξάρτητο κράτος συμβάλλει στον μετασχηματισμό της Ρωσίας, η Ουκρανία είναι ένα γεωπολιτικό επίκεντρο και, ακριβώς στην παρούσα κατάσταση απαιτείται από την Δύση ένας αποφασιστικός χειρισμός. Προκειμένου να είναι προετοιμασμένο για όλες τις περιπτώσεις το ΝΑΤΟ θα πρέπει να εφαρμόσει τα επείγοντα σχέδιά του και να εγκαταστήσει περισσότερα στρατεύματα στην Κεντρική Ευρώπη. «Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί στα σοβαρά να διαδραματίσει έναν ρόλο στον κόσμο, πρέπει να ξεκινήσει από εδώ», αναφέρει ο Μπρεζίνσκι. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πολιτικής μπορεί να συνοψιστεί σε μία απλή φόρμουλα: αυτός που κυριαρχεί στην Ευρασία κυριαρχεί και στον κόσμο. Γι’ αυτόν τον λόγο η επιρροή της Ρωσίας θα πρέπει να αναχαιτιστεί και τελικά να εξοβελιστεί. Η Ρωσία λογικά δεν θα μείνει αμέτοχη περιμένοντάς το να συμβεί. Η απώλεια της Ουκρανίας θα είναι μια μεγάλη οπισθοχώρηση των βλέψεών της ως Μεγάλη Δύναμη. Η Μόσχα επομένως θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα πολιτικής ισχύος για να εμποδίσει εντελώς την ενσωμάτωση της Ουκρανίας στην Δύση και την προσχώρησή της στο ΝΑΤΟ και θα προχωρήσει στον περαιτέρω διαμελισμό της Νοτίου και Ανατολικής Ουκρανίας παράλληλα με την απόσχιση της Κριμαίας.

Οι συμμαχίες και η γεωπολιτική δυναμική της κρίσης

Λαμβάνοντας υπόψη την σκληρή στάση της Ρωσίας, εμφανίζονται κενά μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ. Ενώ οι ΗΠΑ και οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, Πολωνία, Λιθουανία, Εσθονία και Λετονία, επιμένουν σε σκληρότερη δράση κατά της Ρωσίας, η γερμανική κυβέρνηση ακολουθεί μια πιο μετριοπαθή γραμμή. Αυτό οφείλεται στις γερμανικές προσπάθειες για την απόκτηση «διπλωματικής ελευθερίας κινήσεων», αλλά αυτός δεν είναι ο αποκλειστικός λόγος. Η Γερμανία λαμβάνει το 40% του φυσικού της αερίου και το 35% του πετρελαίου της από την Ρωσία. Ο όγκος των γερμανικών εταιρειών στην Ρωσία ανέρχεται σε 22 δισεκατομμύρια δολάρια. Υπάρχει, επομένως, κάτι που διακυβεύεται σε αυτό το παιχνίδι. Ο υπολογισμός όσον αφορά την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσδεσης της Ουκρανίας στην Δύση όσο το δυνατόν ταχύτερα και αθόρυβα απεδείχθη ότι μπορεί να αποβεί μια μοιραία και λανθασμένη πεποίθηση. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Γερμανία προσπαθεί να διατηρήσει το κόστος όσο το δυνατόν χαμηλότερο και να αναλάβει τον ρόλο του μεσάζοντος με σκοπό να κερδίσει πολιτικό έδαφος. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναγνωρίσει ότι, υπό το φως των δεδομένων που η ίδια δημιούργησε στο Κίεβο, δεν μπορεί κανείς να έχει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο». «Πάντοτε είχα στον νου μου το στάδιο νούμερο τρία. Οι τωρινές εξελίξεις έχουν καταστήσει αυτήν την απόφαση ακόμη πιο σταθερή», δήλωσε η καγκελάριος Μέρκελ όταν η έκτακτη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Μαρτίου αποφάσισε ένα σχέδιο πολλαπλών κυρώσεων κατά της Μόσχας για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ είναι σε θέση να παραμένουν αδιάφορες απέναντι στις οικονομικές και πολιτικές ανησυχίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικά εκείνων της Γερμανίας. Οι ίδιες δεν είναι ιδιαίτερα συνυφασμένες με την Ρωσία είτε ως προς την ενεργειακή τους πολιτική είτε οικονομικώς και, ύστερα από τις παλινδρομήσεις τους στην σύγκρουση στην Συρία και τα προβλήματά τους με την υπόθεση της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA), βλέπουν τώρα την ευκαιρία να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Η αμφισημία αυτής της πλειάδας συμφερόντων της δυτικής κοινότητας δεν καθιστά παρά πιο επικίνδυνη την κατάσταση. Το γεγονός ότι η Κίνα αύξησε κατακόρυφα τον στρατιωτικό της προϋπολογισμό στο γιγαντιώδες ποσό των 95 δις δολαρίων μαρτυρά την εκρηκτικότητα της τρέχουσας γεωπολιτικής δυναμικής της κρίσης. Μέχρι τώρα η Κίνα έχει εκφραστεί μάλλον συγκρατημένα. Από μακροπρόθεσμη σκοπιά, ωστόσο, η πρόσδεση της Ουκρανίας στην Δύση θα επηρεάσει και τα σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα του Πεκίνου. Η Κίνα έχει επενδύσει δισεκατομμύρια σε σχέδια στην Ουκρανία και, στο πλαίσιο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης , ακολουθεί μια πολιτική στενής οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας με την Ρωσία προκειμένου να αποκρούσει την επιρροή των ΗΠΑ στην Κεντρική Ασία. Επομένως, δεν πρέπει να αναμένεται το Πεκίνο να υιοθετήσει μια ουδέτερη θέση σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης της σύγκρουσης.

Δεν υπάρχει «σωστή πλευρά» σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Η σημερινή φιλολογία σχετικά με «κυρώσεις», «διπλωματικές λύσεις» και «στρατιωτικές αντιδράσεις» οδηγεί σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Σε ένα παιχνίδι με μεγάλα διακυβεύματα και μεταβαλλόμενες συμμαχίες. Ένα παιχνίδι όπου ο καθένας είναι υποψήφιος για να υποστεί επιπτώσεις. Τα συνθήματα «εδαφική ακεραιότητα», «εθνική αυτοδιάθεση» και «εθνική κυριαρχία» αποτελούν, όπως πάντα, την ιδεολογική μουσική υπόκρουση του παιχνιδιού. Ο ρυθμός δίδεται από την κρίση, η οποία, παρ’ όλες τις επίσημες δηλώσεις, εντείνεται και σήμερα κλιμακώνει τον αγώνα των μεγάλων δυνάμεων για ζώνες εξουσίας και επιρροής. Έτσι, το σημερινό αδιέξοδο δεν είναι απλώς έργο μερικών κρατών ή ασύνετων πολιτικών, αλλά «το προϊόν της παγκόσμιας εξέλιξης του καπιταλισμού σε μια δοσμένη στιγμή της ωρίμανσής του. Είναι από την ίδια του την φύση ένα διεθνές φαινόμενο, ένα αδιάσπαστο σύνολο που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε παρά μόνο μέσα στις αμοιβαίες σχέσεις απ’ τις οποίες καμιά χώρα δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί».
Θα ήταν, επομένως, ολέθριο να διανοηθούμε ότι μπορούμε να επιλέξουμε μια «σωστή πλευρά» ή να ελπίζουμε ότι αυτή μπορεί να αποτελεί το «μικρότερο κακό». Εάν υπάρχουν «αριστεροί» που επιλέγουν πλευρά στο ουκρανικό παιγνίδι ισχύος και διαλέγουν ανάλογα με το γούστο τους την «διαδικασία της ‘δημοκρατίας από τα κάτω’» της Μεϊντάν, το «δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση» ή το δήθεν «αντιφασιστικό» περιεχόμενο της πολιτικής του Πούτιν, τότε το μόνο που καταδεικνύουν για μια ακόμη φορά είναι ότι αποτελούν μέρος του προβλήματος. Αυτό το είδος «τακτικής υποστήριξης» είναι στενά συνυφασμένο με τους σκοπούς των κρατούντων και συμβάλει στην ιδεολογική ενίσχυση των σημερινών συνθηκών. Η υπεράσπιση του «έθνους» και της «πατρίδας» σημαίνει παντού και πάντα την υπεράσπιση του καπιταλισμού, ενός κοινωνικού συστήματος που οδηγεί την ανθρωπότητα ακόμη πιο κοντά στο χάος, τον πόλεμο και την βαρβαρότητα. Δεν υπάρχει εθνικισμός που να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο «προοδευτικός» ή «υγιής». Ο εθνικισμός μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, αλλά πάντοτε και παντού μας οδηγεί στην ταύτισή μας με τους εκμεταλλευτές μας. Η μοναδική διέξοδος από το δίλλημα είναι η απελευθέρωση «από την κηδεμονία της αστικής τάξης, όπως αυτή εκφράζεται με την επιρροή της εθνικιστικής ιδεολογίας» (Ρόζα Λούξεμπουργκ), δίχως να κοιτάμε έθνος και χώρα και αναλαμβάνοντας τον αγώνα για τα δικά μας συμφέροντα. Απεργίες και κοινωνικά κινήματα που μπορούν να διαφύγουν από τον έλεγχο των του κράτους και των συνδικάτων αποτελούν πάντοτε το μοναδικό ρεαλιστικό έργο για την επίτευξη της ειρήνης. Αυτό απαιτεί μια οργανωμένη πολιτική δύναμη, απαιτεί την συγκρότηση μιας διεθνούς και διεθνιστικής κομμουνιστικής οργάνωσης η οποία είναι σε θέση να δώσει πνοή σε μια προοπτική πέρα από τον θανάσιμο καπιταλιστικό φαύλο κύκλο της κρίσης και του πολέμου. Αυτή δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά, μπροστά στις ξέφρενες δυνάμεις του καπιταλισμού δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. «Η τρέλα θα σταματήσει και οι αιματηροί δαίμονες της κολάσεως θα χαθούν μονάχα όταν οι εργάτες… ξυπνήσουν τελικά από τον λήθαργό τους, τείνουν αδελφικά το χέρι ο ένας στον άλλον και πνίξουν την διαπεραστική κραυγή των καπιταλιστικών υαινών με την παλιά δυνατή ιαχή του κόσμου της εργασίας: Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!». Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραφε πριν από σχεδόν εκατό χρόνια εν μέσω της θύελλας του ιμπεριαλιστικού Παγκοσμίου Πολέμου. Λόγια που ειδικά σήμερα εξακολουθούν να είναι επίκαιρα.

JW

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά
War Games – Ukraine as the focus of Imperialist Conflict
http://www.leftcom.org/en

Τίτλος πρωτοτύπου:
War Games: Die Ukraine im Fokus der imperialistischen Konflikte
http://gis.blogsport.de/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: