ΜΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ «ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ»

κατάλογοςΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

Η κατανόηση της ιστορίας

 

Χρειαζόμαστε μια μαρξιστική κριτική του μαρξισμού, μια υλιστική κριτική του ιστορικού υλισμού όπως αυτός αναπτύχθηκε από τους θεωρητικούς της Δεύτερης Διεθνούς καθώς και από μια κριτική της δογματικής κωδικοποίησής του που πραγματοποίησε η Τρίτη Διεθνής και διαφύλαξε ευλαβικά ο Στάλιν.[1] Πρέπει να κατανοήσουμε τον μαρξισμό ως ένα τέκνο της εποχής του. Πράγματι, δεν υπάρχει κανένας λόγος, τουλάχιστον όχι από μαρξιστική σκοπιά, για τον οποίον αυτός δεν θα μπορούσε να διαφύγει από την επίδραση του τρόπου σκέψης και από την κοινωνική πρακτική της περιόδου κατά την οποία εμφανίστηκε. Δέχθηκε επιδράσεις από τον Διαφωτισμό, την ιδεολογία της προόδου, τον χριστιανικό μεσσιανισμό καθώς επίσης και από την σχεδόν θρησκευτική πίστη στην ικανότητα της επιστήμης να γνωρίζει, να εξηγεί και να επιλύει τα πάντα. Δέχθηκε επίσης επιδράσεις από τις αλλαγές που συντελούνταν στον τρόπο παραγωγής κατά τη μετάβασή του στην εκμηχανισμένη παραγωγή. Η ανάπτυξη της μηχανικής τεχνολογίας συνοδεύτηκε από μια μηχανιστική κοσμοθεώρηση, η οποία θεωρούσε την πραγματικότητα ως έναν σύνθετο μηχανισμό που διέπεται από τους νόμους της μηχανικής και εξίσωνε την πρόοδο με την τεχνολογία. Επίσης, εκείνη την περίοδο η οικονομία αναδείχθηκε πραγματικά σε κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Η αύξηση της παραγωγής κατέστη ο κυρίαρχος κοινωνικός στόχος, διαμορφώνοντας την ιδεολογία και την κοινωνική πρακτική. Το γεγονός αυτό δημιούργησε την πεποίθηση ότι τα πράγματα ήταν πάντοτε έτσι. Όμως, η συνεχής έμφαση στην παραγωγικότητα ήταν, στην πραγματικότητα, μια έμφαση στη συσσώρευση αξίας[2], και, ως εκ τούτου, αφορούσε ειδικά τον τρόπο παραγωγής που βασίζεται στην αξία.

Ο μαρξισμός δέχτηκε αυτές τις επιδράσεις. Όμως, απηχούσε επίσης και την πάλη του προλεταριάτου εντός του καπιταλισμού και εναντίον του, και την ανάγκη του να καταλάβει πού βρίσκεται και να δει πού βαδίζει. Ο μαρξισμός ουδέποτε προσποιήθηκε ότι είναι μια ουδέτερη επιστήμη, αλλά τάχθηκε εξαρχής με το μέρος της εργατικής τάξης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι παρωπίδες βγήκαν, η θολούρα έφυγε και η πραγματικότητα έγινε σαφέστερη. Λέγοντας «πραγματικότητα» δεν εννοούμε την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά την υποκειμενική πραγματικότητα της τάξης που δημιουργεί την αξία, της τάξης από την εκμετάλλευση της οποίας εξαρτάται ο καπιταλισμός και της τάξης που διαθέτει δυνητικά τη δύναμη να τον τερματίσει.

3. Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο μαρξισμός είναι ένα έργο εν εξελίξει και ότι η εξέλιξη της συνείδησης είναι μια σύνθετη διαδικασία που δεν μπορεί να αναχθεί σ’ ένα απλουστευτικό σχήμα. Όμως, ο παραδοσιακός μαρξισμός έβγαλε τα αντίθετα συμπεράσματα.

Αντί να αναγνωρίσει την πολυπλοκότητα της συνείδησης και τον ρόλο του απροόπτου στην ιστορία, τη σύνθετη αλληλεπίδραση των ποικίλων κοινωνικών παραγόντων –οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών- στην ιστορική εκτύλιξη των κοινωνικών σχέσεων, ο παραδοσιακός μαρξισμός διαιρεί τον κόσμο σε μια «βάση» -τις παραγωγικές δυνάμεις, που γίνονται χονδροειδώς αντιληπτές ως υλικές παραγωγικές δυνάμεις, και τις κοινωνικές σχέσεις που αυτομάτως αυτές δημιουργούν- και ένα «εποικοδόμημα». Όλα τα άλλα, όλες οι άλλες εκδηλώσεις της ανθρώπινης σκέψης και αλληλεπίδρασης προσδιορίζονται μονομερώς από τη βάση. Έτσι, ενώ ο παραδοσιακός μαρξισμός διακηρύσσει ότι η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, φρονεί ότι η ταξική πάλη είναι αποτέλεσμα της αυτοτελούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι, θεωρεί αυτή την ανάπτυξη ως την πραγματική κινητήρια δύναμη της ιστορίας.[3] Αυτό καθιστά πολύ απλό το ζήτημα περί του πώς η συνείδηση μπορεί να εξελιχθεί έως το σημείο της πραγματοποίησης του κομμουνισμού. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα φροντίσει γι’ αυτό. Οι πιο συνεπείς υποστηρικτές αυτού του δογματικού ιστορικού υλισμού είναι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές[4], οι οποίοι πιστεύουν ότι η πολιτική οργάνωση, εφόσον αποτελεί στοιχείο του «εποικοδομήματος», δεν μπορεί να ασκήσει καμία επίδραση πάνω στην ιστορία, αφού η κοινωνία καθορίζεται αποκλειστικά από τη «βάση», η οποία επιβάλλει νέες κοινωνικές σχέσεις όταν η εξέλιξή της το απαιτεί. Έτσι, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αφήσουμε την ιστορία να ακολουθήσει την πορεία της.

Αντί να αναγνωρίσει ότι ο μαρξισμός ήταν και είναι ένα έργο εν εξελίξει, ο παραδοσιακός μαρξισμός, υπό την καθοδήγηση του Ένγκελς, του Κάουτσκι, του Λένιν και άλλων, μετατράπηκε σε ένα κλειστό και αύταρκες σύστημα σκέψης που εξηγεί το παν. Μετέτρεψαν τον μαρξισμό σε ιδεολογία, σε μια ψευδοεπιστήμη που βασίζεται στην προϋπόθεση ότι το μέλλον εμπεριέχεται ήδη στο παρελθόν και, επομένως, ότι είναι αναπόφευκτο∙ ότι ολόκληρη η ιστορία πραγματοποιήθηκε όπως πραγματοποιήθηκε, επειδή έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο∙ ότι ολόκληρη η ιστορία αποτελεί μια προετοιμασία για τη στιγμή κατά την οποία οι παραγωγικές δυνάμεις δεν θα μπορούν πλέον να αναπτυχθούν εντός του καπιταλισμού και, με τον τρόπο αυτό, θα επιβάλλει τον σοσιαλισμό. Μια τέτοια αντίληψη της ιστορίας, η οποία εξελίσσεται με βάση μία και μοναδική αρχή ή αιτία, έχει περισσότερα κοινά με ιδεαλιστικές και μεταφυσικές φιλοσοφίες παρά με τον υλισμό, ο οποίος βασίζεται στις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις των ανθρωπίνων όντων και τις ιστορικές συνθέσεις που δημιουργούν με την εργασία και την πράξη τους.

Το όλο πρόβλημα εκκινεί από την επιστημολογία[5] του παραδοσιακού μαρξισμού, δηλαδή την απάντησή του στο ερώτημα περί του πώς τα ανθρώπινα όντα γνωρίζουν τον κόσμο, τόσο τον κοινωνικό όσο και τον φυσικό. Ο Ένγκελς, ο οποίος καταπιάστηκε με αυτό το πλέγμα θεμάτων σε μια σειρά κλασσικών κειμένων, ήταν πεπεισμένος ότι η θεωρία της αντανάκλασης της συνείδησης[6] που είχε επεξεργαστεί εγγυάται μια ορθή γνώση του «πραγματικού κόσμου»∙ θέση την οποία επανέλαβε ο Λένιν στο κλασσικό του έργο «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός»[7]. Αυτό που αγνόησαν ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο παραδοσιακός μαρξισμός είναι ότι το ανθρώπινο ον δεν βρίσκεται έξω από τον κόσμο, οπότε η σκέψη του θα ήταν μια απλή αντανάκλαση της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά βρίσκεται μέσα στον κόσμο και δρα ως ενεργός και συνειδητός παράγοντας που διαμορφώνεται και εξελίσσεται ιστορικά. Στην πρώτη από τις «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» ο Μαρξ επικρίνει αυτή την «αντικειμενική» αντίληψη, λέγοντας ότι αυτή «αντιλαμβάνεται το πράγμα (Gegenstand), την πραγματικότητα, τον αισθητό κόσμο (Sinnlichkeit) μόνο με τη μορφή του αντικειμένου (Objekt) ή με τη συγκεκριμένη μορφή της εποπτείας (Anschauung) και όχι σαν ανθρώπινη συγκεκριμένη δράση, σαν πράξη, όχι υποκειμενικά».[8] Όμως, αυτή η προσέγγιση διαμόρφωσε τον παραδοσιακό μαρξισμό και πέρασε και στην ιστορική κομμουνιστική αριστερά. Μαζί μ’ αυτήν ήρθαν και ισχυρισμοί περί της επιστημονικής γνώσης του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Ο χυδαίος οικονομικός ντετερμινισμός σε συνδυασμό με την εγελιανή τελεολογική αντίληψη της ιστορίας -την ύπαρξη ενός γενικού σκοπού στην ιστορία, ενός «τελικού σκοπού του κόσμου»- διαμόρφωσαν το σύστημα των πεποιθήσεων του παραδοσιακού μαρξισμού βάσει ενός δόγματος σύμφωνα με το οποίο η ανθρωπότητα είναι προορισμένη για τον κομμουνισμό∙ ότι κάθε τρόπος παραγωγής, όπως αυτός έχει συντελεστεί στη Δυτική Ευρώπη, είναι ένα αναγκαίο σκαλοπάτι προς αυτόν τον σκοπό∙ ότι η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης είναι πάντοτε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία πραγματοποιείται μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία κατά τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, και η οποία, στη συνέχεια, υποκινεί την ταξική πάλη, η οποία οδηγεί σ’ έναν νέο, πιο αναπτυγμένο τρόπο παραγωγής, και ούτω καθεξής, έως την έλευση του κομμουνισμού.[9]

Η αντίληψη αυτή χαρακτηρίζεται από παραγωγισμό, από την πεποίθηση σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι εξ ορισμού προοδευτική και ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός όσο εξακολουθεί να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν τον καπιταλισμό όσο αυτός αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις (οι οποίες γίνονται στενά αντιληπτές ως μηχανήματα και τεχνολογία). Συνεπάγεται επίσης την αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις από τον καπιταλισμό προκειμένου αυτές να μπορέσουν ν’ αναπτυχθούν παραπέρα και μια αντίληψη που θεωρεί την επιστήμη και την τεχνολογία που δημιουργούν αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις ως ουδέτερα εργαλεία της Προόδου, χωρίς να διαθέτουν οι ίδιες ταξικό περιεχόμενο, ώστε να μπορούν άνετα να χρησιμοποιηθούν σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.

4. Η κριτική που ασκούμε στον «ιστορικό υλισμό» και στη δογματική του κωδικοποίηση δεν σημαίνει απόρριψη του υλισμού ή των ιστορικών διαστάσεων που προσλαμβάνουν οι κοινωνικοί σχηματισμοί. Η βασική αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι υλικές συνθήκες καθορίζουν την ανθρώπινη κοινωνία και ότι σε αυτές τις υλικές συνθήκες πρέπει να στραφούμε για να δούμε τη δυνατότητα της κοινωνικής αλλαγής, εξακολουθεί να ισχύει. Όμως, η συνείδηση δεν είναι ένα στοιχείο του εποικοδομήματος που αποτελεί απλώς μια αντανάκλαση της οικονομικής βάσης. Είναι από μόνο του μια υλική δύναμη, η οποία αποκτά χειροπιαστή υπόσταση με την ανθρώπινη πράξη. Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα, τα οποία, διαμέσου της αλληλεπίδρασής τους τόσο με τη φύση όσο και μεταξύ τους, δημιουργούν τον δικό τους κόσμο και φτιάχνουν τη δικιά τους ιστορία. Οι επιλογές που κάνουν, οι πεποιθήσεις τις οποίες ασπάζονται, η κατανόηση που αναπτύσσουν και οι απρόβλεπτες εξελίξεις που εμπεριέχονται σε μια τέτοια σύνθετη πραγματικότητα, όλα αυτά διαμορφώνουν αυτόν τον κόσμο, όπως ακριβώς και τα χαρακτηριστικά των παραγωγικών δυνάμεων.

Η κριτική που ασκούμε στην τελεολογία των σταδίων δεν συνεπάγεται άρνηση της συνέχειας μεταξύ διαφορετικών ιστορικών περιόδων, μεταξύ διαφορετικών μορφών κοινωνίας. Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η εμφάνιση μιας νέας κοινωνίας συνδέονται προφανώς με τα εμπόδια που αντιμετώπιζε η παλιά κοινωνία καθώς επίσης και με τις δυνατότητες που αυτή δημιούργησε. Όμως, αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι συνέβη, συνέβη επειδή έπρεπε να συμβεί: ότι, δηλαδή, ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» έπρεπε να οδηγήσει στη δουλοκτητική κοινωνία, η οποία έπρεπε να οδηγήσει στον φεουδαλισμό, ο οποίος έπρεπε να οδηγήσει στον καπιταλισμό, ο οποίος πρέπει να οδηγήσει στον κομμουνισμό. Άλλα μέρη ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που ακολούθησε η Δυτική Ευρώπη. Πράγματι, η εμφάνιση του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη ήταν μια ιστορική ιδιομορφία, η οποία οφείλετο σε ένα πλέγμα τυχαίων ιστορικών παραγόντων, πολιτικών, ιδεολογικών όσο και οικονομικών.

Δεν υπονοούμε ότι όλα γίνονται κατά τύχη. Μερικά πράγματα ασφαλώς ναι, αλλά υπάρχουν φαινόμενα που είναι προβλέψιμα, αν καταλάβουμε τι είναι αυτό που τα κινεί. Όμως, το να αναγάγουμε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία σε μια μοναδική αιτιακή αλυσίδα, όπως κάνει η θεωρία των σταδίων του παραδοσιακού μαρξισμού, δεν αντέχει σε μια υλιστική κριτική.

Διαφορετικές αιτιακές αλυσίδες προκαλούν προβλέψιμα αποτελέσματα, αλλά αναμιγνύονται μεταξύ τους με τρόπους που καθιστούν την όλη εξέλιξη απρόβλεπτη. Το απρόοπτο διαμορφώνει την ιστορία όσο και το αναγκαίο. Λέγοντας «απρόοπτο» δεν εννοούμε κάτι τυχαίο ή δίχως αιτία, αλλά εννοούμε ότι η αιτία παραμένει εξωτερική ως προς το φαινόμενο ή ότι το απρόοπτο φαινόμενο είναι το αποτέλεσμα μιας σύγκλισης μεταξύ δύο ή πολλών αναγκαίων αλλά ασύνδετων μεταξύ τους γεγονότων. Ένα τεχνολογικό δημιούργημα που είναι αποτέλεσμα μιας αιτιακής αλυσίδας μπορεί να έρθει σε επαφή με ένα πολιτικό γεγονός που είναι αποτέλεσμα μιας διαφορετικής αιτιακής αλυσίδας, τα γεγονότα αυτά να συγχωνευτούν και να προκαλέσουν ένα απρόοπτο γεγονός. Το απρόοπτο γεγονός δεν είναι αποτέλεσμα κανενός από τα δύο προηγούμενα γεγονότα (ή δεν εμπεριέχεται σ’ αυτά), τα οποία αποτελούν δυο ξεχωριστές αιτιακές αλυσίδες, αλλά προκαλείται μονάχα από τη σύγκλισή τους.

Η θεωρία των σταδίων του παραδοσιακού μαρξισμού είναι ουσιαστικά μια αναγωγική ερμηνεία της δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας που έχει μετατραπεί σε καθολικό νόμο. Εάν υπήρχε ένας τέτοιος καθολικός νόμος, θα υπήρχε μια αιτιακή ενότητα κάθε μετάβασης από τον έναν τρόπο παραγωγής και από τον έναν κοινωνικό σχηματισμό στον άλλο. Στην πραγματικότητα, οι αιτίες είναι διαφορετικές και ιδιαίτερες για κάθε μετάβαση. Όσον αφορά επίσης το μέλλον, διαφορετικοί δρόμοι είναι δυνατοί. Είναι αλήθεια ότι το ανθρώπινο γένος βρίσκεται αντιμέτωπο με το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», αλλά, στην πραγματικότητα, είναι αδύνατον να προβλέψουμε τι σημαίνουν αυτοί οι γενικοί όροι και καμία από αυτές τις δυνατότητες δεν είναι αναπόφευκτη.

Η κριτική που ασκούμε στον παραγωγισμό δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως άρνηση της σημασίας των παραγωγικών δυνάμεων και της παραγωγικότητας, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διαμόρφωση της κοινωνίας και τη δημιουργία των συνθηκών για την αλλαγή της. Όμως, αποτελεί απόρριψη της παραδοσιακής μαρξιστικής τελεολογικής αφήγησης της ιστορίας τους και απόρριψη της αντίληψης ότι η ανάπτυξή τους σημαίνει εξ ορισμού πρόοδο για την ανθρωπότητα. Αποτελεί απόρριψη της άποψης ότι η επιστήμη και η τεχνολογία είναι ταξικά ουδέτερες και ευχερώς εφαρμόσιμες στον μετακαπιταλιστικό κόσμο. Μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Στην πραγματικότητα, αντί να είναι προοδευτική, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έχει ορισμένες φορές -και ειδικά τον τελευταίο αιώνα όπου η καταστροφή έχει καταστεί συστατικό στοιχείο του κύκλου ανάπτυξής τους- γίνει οπισθοδρομική, προκαλώντας φρίκη και δεινά σε πρωτοφανή κλίμακα. Είναι αλήθεια ότι κατά την ίδια περίοδο η ανάπτυξη αυτή έχει δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για τη μετάβαση στον μετακαπιταλισμό, στον κομμουνισμό. Ταυτόχρονα, όμως, έχει επιδεινώσει αυτές τις συνθήκες, κατά πρώτο λόγο ως προς τις συνέπειες που έχει στο φυσικό μας περιβάλλον. Εάν η ανθρωπότητα εξακολουθήσει να αφήνει τις παραγωγικές δυνάμεις να αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, μπορεί κάλλιστα να αυτοκαταστραφεί. Όμως, είναι επίσης αλήθεια ότι η ανάπτυξη αυτή έχει δημιουργήσει μια γιγάντια παραγωγικότητα που αποτελεί μια υπόσχεση για το ότι μπορεί να καλυφθούν οι ανάγκες όλων των ανθρώπων. Έχει δημιουργήσει μια απίστευτα κοινωνικοποιημένη, αλληλένδετη και διεθνοποιημένη διαδικασία παραγωγής. Μια διαδικασία παγκόσμιας συνεργασίας που έχει γεννήσει τον «συλλογικό εργάτη», της οποίας οι συγκεκριμένοι όροι εμπεριέχουν τόσο τη δυνατότητα όσο και την αναγκαιότητα της επανάστασης. Έχει δημιουργήσει μια παραγωγή που απαιτεί πολύ λίγο χρόνο εργασίας και, ενώ αυτό είναι ολέθριο για μια κοινωνία που μετρά τον πλούτο με τον εργάσιμο χρόνο, μας επιτρέπει να συλλάβουμε τον πλούτο με διαφορετικό τρόπο και, ως εκ τούτου, να συλλάβουμε την εργασία διαφορετικά, για να δώσουμε τέλος στην αλλοτριωτική, ανιαρή και εξευτελιστική εργασία και να την αντικαταστήσουμε μια μεστή νοήματος, δημιουργική και κοινωνική δραστηριότητα. Έχουν βελτιώσει αυτές και άλλες συνθήκες τα τελευταία 100 χρόνια. Όμως, το να αποκαλεί κανείς αυτή την εποχή «πρόοδο» αποτελεί μια ύβρη έναντι τόσων εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που πέθαναν σε πολέμους και ολοκαυτώματα αλλά και έναντι δισεκατομμυρίων ανθρώπων που διήγαν και διάγουν μια άθλια ζωή αποφεύξιμου πόνου. Η «βαρβαρότητα» δεν είναι κάτι που πρόκειται να συμβεί κάποια στιγμή στο μέλλον. Ήδη λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή ένα παγκόσμιο ολοκαύτωμα. Βρίσκεται ακόμη σε ένα πρώιμο στάδιο. Τα πράγματα μπορούν να γίνουν κατά πολύ χειρότερα. Όμως, μπορεί επίσης αυτή η πορεία προς τον όλεθρο να σταματήσει. Το μέλλον είναι απροσδιόριστο.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα δεν είναι ότι ο καπιταλισμός εμποδίζει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το πρόβλημα είναι ότι διαμορφώνει αυτή την εξέλιξη μ’ έναν τρόπο που μας οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Η επιστήμη και η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερες, αλλά προσδιορίζονται βαθιά από την αξία. Η λογική της αξίας είναι αυτή που τις κάνει τόσο απίστευτα καταστροφικές και αλλοτριωτικές. Δεν καθορίζει μοναχά τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται αλλά επίσης το περιεχόμενο και τη δομή τους. Η επιστήμη και η τεχνολογία που έχουν ιστορικά εξελιχθεί και o εργαλειακός ρόλος στον οποίον έχουν προσδεθεί μπορούν να διαχωριστούν από τον εξαναγκασμό στη συσσώρευση[10] και στην υποταγή της ζωντανής στη νεκρή εργασία, που είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλισμού. Όχι μόνο η επιστήμη και η τεχνολογία χρησιμοποιούνται για τη διεύρυνση της εμπορευματικής παραγωγής, αλλά η ίδια η έννοια του εμπορεύματος συνδέεται άμεσα με τον διαχωρισμό μεταξύ διανοητικής και σωματικής εργασίας, πάνω στον οποίο στηρίζεται ο καπιταλισμός, και στην έννοια της καθαρής επιστημονικής δραστηριότητας. Η επιστήμη όχι μόνο δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη, αλλά, αυτή καθαυτήν, συνδέεται με την κεντρική έννοια που καθορίζει τη διαδικασία της παραγωγής και της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν γίνει τα μέσα δια των οποίων αναπαράγεται η αξία, τόσο στα εμπορεύματα όσο και στα ανθρώπινα μυαλά. Όμως, και εδώ επίσης απορρίπτουμε τον ντετερμινισμό και, άρα, την ιδέα ότι ο ανθρώπινος νους απλώς διαμορφώνεται από την τεχνολογία που χρησιμοποιεί. Η σχέση είναι πιο σύνθετη. Η επιστήμη και η τεχνολογία είναι επίσης πιο σύνθετες. Ακόμη κι αν αυτές διαμορφώνονται από την αξία διαθέτουν, όπως και όλα τα άλλα πεδία της ανθρώπινης πράξης, μια δική τους δυναμική και έτσι έχουν μια σχετική αυτονομία, ακόμη και σήμερα. Όπερ σημαίνει ότι η ανάπτυξή τους εμπεριέχει πλευρές με τις οποίες ο καπιταλισμός ενισχύει την κυριαρχία του, όπως επίσης και πλευρές που ευνοούν την αντίσταση απέναντί του και την αντικατάστασή του. H ομάδα μας ανέλυσε κάπως λεπτομερέστερα αυτό το γεγονός αναφορικά με την τεχνολογία της πληροφορικής. Δεν προσυπογράφουμε τη θεωρία του «λευκού χάρτη»[11] [tabularasa], σύμφωνα με την οποία η μετακαπιταλιστική κοινωνία θα καταργήσει όλη την υπάρχουσα επιστήμη και τεχνολογία και θα ξεκινήσει από την αρχή. Πιστεύουμε ότι θα πραγματοποιηθεί μια επανάσταση στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας που δεν θα σχετίζεται μονάχα με τον σκοπό και τη χρήση τους αλλά με την ίδια τη φύση τους.

Κατανοώντας την αξία

5. Η έννοια της αξίας αποτελεί τον πυρήνα της αντίληψης του Μαρξ για τον καπιταλισμό και για τη δυνατότητα υπέρβασής του. Δεν ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι στην καπιταλιστική κοινωνία ο πλούτος, ενώ λαμβάνει τη μορφή αγαθών και χρήματος, στην πραγματικότητα είναι κάτι άλλο: (αφηρημένος) χρόνος εργασίας. Συγκρίνοντας τον μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή προϊόντων η αγορά οργανώνει την ανταλλαγή τους και κατ’ αυτόν τον τρόπο προσανατολίζει την παραγωγή. Οι θεμελιωτές της «κλασσικής» αστικής πολιτικής οικονομίας, Άνταμ Σμιθ και Ντέιβιντ Ρικάρντο, είχαν ήδη καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Ο Μαρξ συμφώνησε μαζί τους, αλλά κατέδειξε και τις συνέπειές του: τη διαφορά μεταξύ της αξίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» και της αξίας των εμπορευμάτων που αυτή παράγει, δηλαδή την υπεραξία, ως βάση του καπιταλιστικού συστήματος, ενός συστήματος νόμιμης ληστείας.

Αυτό το τμήμα της ανάλυσης του Μαρξ ενστερνίστηκε και ο κλασσικός μαρξισμός. Όμως, ανήγαγε τη θεωρία της αξίας σε μια κριτική της κλοπής. Η αξία θεωρήθηκε η πραγματική, εσωτερική ουσία του εμπορεύματος, μέρος του οποίου κλέβεται από τους καπιταλιστές. Ο σοσιαλισμός, επομένως, επιστρέφει αυτό το κλεμμένο μέρος στον νόμιμο ιδιοκτήτη του, την εργατική τάξη. Αυτός ο «σοσιαλισμός» δεν αξιώνει την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του χρήματος και του κεφαλαίου. Ζητεί απλώς οι «εκπρόσωποι» της εργατικής τάξης (το κόμμα, το κράτος, τα εργατικά συμβούλια) να αποφασίζουν πώς και με ποιες μορφές θα συσσωρεύεται η αξία (πάντοτε, βεβαίως, «προς όφελος της εργατικής τάξης»). Σε αντίθεση με αυτή την κριτική μιας συγκεκριμένης μορφής ιδιοκτησίας, η θεωρία της αξίας του Μαρξ, η οποία επισκιάστηκε από τον κλασσικό μαρξισμό, αποτελεί κριτική της ιδιοκτησίας αυτή καθαυτήν. Έτσι, ενώ ο παραδοσιακός μαρξισμός εστιάζει στη διανομή του πλούτου, η θεωρία του Μαρξ για την αξία εστιάζει στην παραγωγή του πλούτου και στις κοινωνικές σχέσεις με βάση τις οποίες η αφηρημένη εργασία μπορεί να αποσπαστεί από τον συλλογικό εργάτη.

Η θεώρηση της αξίας ως πραγματικής και διιστορικής ουσίας όλων των προϊόντων της εργασίας προέρχεται από τον Σμιθ. Ο Μαρξ μπορεί να την είχε αποδεχθεί στην αρχή, αλλά στη συνέχεια προέβη σε μια βαθύτερη ανάλυση, με την οποία κατέστησε σαφές ότι η αξία μετατρέπεται σε εσωτερική ουσία των πραγμάτων μονάχα όταν αυτή καταστεί ο σκοπός της παραγωγής τους. Ενώ το χρήμα, η ατομική ιδιοκτησία, η συσσώρευση αγαθών και η αγορά υπήρχαν πριν από τον καπιταλισμό, χρειάστηκε η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης για να αναδειχθεί η αξία σε οργανωτική αρχή της κοινωνίας και να πρέπει να συσσωρεύεται εις το διηνεκές επί ποινή οικονομικού θανάτου.

Ενώ ο Σμιθ είδε την αξία ως φυσικό φαινόμενο που αντικατοπτρίζει την ίδια την ανθρώπινη φύση, για τον Μαρξ η αξία είναι το ιστορικά συγκεκριμένο προϊόν των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και στηρίζεται στην ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική μορφή της αφηρημένης εργασίας ως μέτρο και ουσία του πλούτου. Είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντίληψης των πραγμάτων και ένα είδος ανθρωπίνων σχέσεων που αναφύονται σ’ έναν ιδιαίτερο χρόνο και τόπο και εξαπλώνονται σαν ιός, εξαιτίας της κατακτητικής δύναμης της παραγωγικότητας που προκάλεσαν.

Είναι «πραγματική»;

Τα πράγματα είναι αληθινά, οι άνθρωποι είναι πραγματικοί. Η αξία αναγάγει τα πράγματα και τους ανθρώπους σε μια ποσότητα χρήματος, δηλαδή σε μια ποσότητα χρόνου αφηρημένης εργασίας, αλλά ούτε τα πράγματα ούτε οι άνθρωποι έχουν αντικειμενικές ποιότητες που τα προσδιορίζουν ανεξάρτητα από την αξία τους. Υπό αυτή την έννοια η αξία δεν είναι πραγματική: καμία μικροσκοπική εξέταση ή χημική ανάλυση δεν μπορεί να αποκαλύψει την αξία που περιέχει ένα εμπόρευμα. Δεν είναι πραγματική, υπό την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τον νου των ανθρώπων, όπως η γλυκύτητα ενός ώριμου φρούτου ή ο ήχος ενός δέντρου που πέφτει ή ο καιρός. Και όντως μοιάζει με τον καιρό. Ακολουθεί τη δικιά του δυναμική, έχει τους δικούς της νόμους, τους οποίους ο άνθρωπος προσπαθεί να ελέγξει προς όφελός του, αλλά στον οποίον τελικά ο άνθρωπος υποτάσσεται, δίχως άλλη επιλογή από το να υφίσταται τις επιπτώσεις του. Το γεγονός αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με μια εξωτερική κατάσταση, με ένα αντικειμενικό γεγονός, το οποίο, ωστόσο, είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα. Έτσι, την αποκαλούμε «πραγματική» ή «αντικειμενική αφαίρεση».

Η πραγματικότητα της αξίας έγκειται στο ότι αυτή είναι ένα κοινωνικό πράγμα, το προϊόν πραγματικών κοινωνικών σχέσεων. Το εμπόρευμα αποκρύπτει αυτό το γεγονός. Την κάνει να εμφανίζεται σαν μια σχέση μεταξύ πραγμάτων που βασίζονται στις αυτόνομες ποιότητές τους. Όμως, στην πραγματικότητα, κάθε εμπόρευμα, όντας προϊόν εργασίας -η οποία υπολογίζεται με βάση τον χρόνο και της οποίας ένα μέρος ιδιοποιείται το κεφάλαιο ως υπεραξία- είναι, ουσιαστικά, μια κοινωνική σχέση, μια σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης. Η σύγκριση εμπορευμάτων είναι σύγκριση διαφορετικών ποσοτήτων, στις οποίες αυτή η σχέση ενσωματώνεται στα προϊόντα.

Όλα είναι μέσα στο μυαλό μας. Μονάχα ο ανθρώπινος νους θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο επινόημα. Η αξία εμπορευματοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, τις μετατρέπει σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, σε σχέσεις μεταξύ εμπορευμάτων. Όμως, αυτή καθαυτήν η σχέση μεταξύ εμπορευμάτων είναι, στην πραγματικότητα, μια ανθρώπινη σχέση, μια σχέση που έχει δημιουργήσει θαύματα, αλλά έχει προκαλέσει και φρίκη, και που όλο και περισσότερο προκαλεί τη δεύτερη. Όμως, ο λόγος για τον οποίον είναι τόσο δύσκολο να αλλάξει η ανθρώπινη σχέση, που είναι και η αιτία αυτής της φρίκης, είναι η πίστη στο ότι ο κύκλος της αξίας είναι όντως μια σχέση μεταξύ πραγμάτων, ένα φυσικό δεδομένο που δεν μπορεί ν’ αλλάξει.

Ο Μαρξ αυτό το ονόμασε «φετιχισμό του εμπορεύματος». Όπως γράφει:

«η εμπορευματική μορφή και η αξιακή σχέση των προϊόντων εργασίας με την οποία εμφανίζεται δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την υλική φύση του εμπορεύματος (…) Δεν είναι τίποτε άλλο από τη συγκεκριμένη κοινωνική σχέση μεταξύ των ίδιων των ανθρώπων η οποία προσλαμβάνει εδώ τη φανταστική μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων. Προκειμένου να βρούμε μια αναλογία πρέπει να καταφύγουμε στο ομιχλώδες βασίλειο της θρησκείας. Εδώ τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού εμφανίζονται σαν να είναι αυτόνομες μορφές προικισμένες με μια δική τους ζωή οι οποίες συνάπτουν σχέσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με το ανθρώπινο είδος. Το ίδιο γίνεται και στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό, που συνδέεται με τα προϊόντα της εργασίας μόλις αυτά αρχίσουν να παράγονται ως εμπορεύματα, και ο οποίος γι’ αυτό τον λόγο είναι αδιαχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή».[12]

Σύμφωνα με τον Ισαάκ Ρούμπιν ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι ο πυρήνας της θεωρίας του Μαρξ για την αξία.[13] Συμφωνούμε. Όλα τα υπόλοιπα, όλοι οι νόμοι και οι τάσεις του κεφαλαίου και οι αντιφάσεις από τις οποίες σπαράσσεται απορρέουν εντελώς λογικά απ’ αυτόν. Για τον παραδοσιακό μαρξισμό αυτή είναι απλώς μια αφηρημένη θεωρία. Όμως, οι επιπτώσεις είναι ξεκάθαρες. Αφενός ο κόσμος της αξίας δεν είναι ο μόνος δυνατός κόσμος. Είναι μια παγίδα από την οποία μπορούμε να βγούμε, γιατί εμείς τη δημιουργήσαμε. Αφετέρου δεν μπορούμε να βγούμε από την παγίδα όσο τα «προϊόντα της εργασίας παράγονται ως εμπορεύματα». Τουτέστιν, για όσον καιρό επιβιώνουν οι κατηγορίες της αφηρημένης εργασίας, της μισθωτής εργασίας και του χρήματος, θα επιβιώνει επίσης και η αξία και θα αναπαράγεται. Ακόμα κι αν αναδιανεμηθεί το εισόδημα, θα βρισκόμαστε ακόμη μέσα στην παγίδα και ο νόμος της αξίας θα επιβάλλεται και μαζί μ’ αυτόν ο εξαναγκασμός της συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης και ούτω καθεξής.

Ο Μαρξ διέκρινε τον πλούτο υπό τη μορφή της αξίας από τον «πραγματικό πλούτο». Ο πρώτος είναι αφηρημένος και αποτελεί ένα κοινό μέτρο των πραγμάτων, ενώ ο δεύτερος είναι απτός και όχι απλώς μετρήσιμος. Ο πρώτος θα εξανεμιζόταν, εάν ξαφνικά σταματούσαμε να πιστεύουμε σ’ αυτόν και να τον αναπαράγουμε (και τεράστιες ποσότητες αυτού του πλούτου πρέπει να εξανεμίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα με τις οικονομικές κρίσεις προκειμένου αυτός να εξακολουθήσει να υφίσταται και να αναπαράγεται). Ο δεύτερος δεν εξαρτάται από την πίστη μας στην εσώτερη ουσία του και είναι αυτός που είναι. Όμως, στον καπιταλισμό η αύξηση του πραγματικού πλούτου και οι μορφές που αυτός λαμβάνει εξαρτώνται από την αύξηση του πλούτου υπό τη μορφή της αξίας. Η διεύρυνση του πραγματικού πλούτου είναι μονάχα ένα μέσο για τη διεύρυνση του πλούτου υπό τη μορφή της αξίας και όταν ο πρώτος δεν εξυπηρετεί αυτό τον σκοπό τότε γενικώς δεν υφίσταται. Η εγγενής δυναμική της επιστήμης και της τεχνολογίας, ακόμα κι αν αυτές διαμορφώνονται με σκοπό τη διεύρυνση της αξίας, δημιουργεί επίσης τρομερές δυνατότητες για τη διεύρυνση του πραγματικού πλούτου. Όμως, αυτές ματαιώνονται, παρεμποδίζονται, διαστρέφονται και παραμορφώνονται από την υποταγή τους στη αξία. Η εξωφρενική και αυξανόμενη αντίθεση μεταξύ αυτού που ο πραγματικός πλούτος θα μπορούσε να είναι και της άθλιας ζωής που ζούμε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του πλούτου που έχει τη μορφή της αξίας είναι ένας ουσιαστικός παράγοντας που καθορίζει τις συγκρούσεις και τις επιλογές μέσα στην κοινωνία, τονίζοντας την ανάγκη ενός κόσμου χωρίς ανταλλακτική αξία.

Η «υποστασιολογική» [‘substantialist’] αντίληψη της αξίας ως αληθινής εσώτερης ουσία των προϊόντων της εργασίας ταίριαζε καλύτερα στην παραδοσιακή μαρξιστική ιδεολογία. Συμφωνούσε με την αντίληψή της ότι η ανθρώπινη συνείδηση καθορίζεται μονομερώς από εξωτερικές συνθήκες. Όμως, η αξία δεν είναι ένας εξωτερικός όρος αλλά απλώς εμφανίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η αντίληψη του Μαρξ για την αξία δεν αναγνωρίστηκε από τον παραδοσιακό μαρξισμό. Εάν την αναγνώριζε, τότε θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το είδωλό του ήταν, με τους δικούς του όρους, «ιδεαλιστικό». Για τη θεωρία του Μαρξ η αξία, που αποτελεί την ίδια τη βάση του καπιταλισμού, είναι ένας φετιχοποιημένος τρόπος κοινωνικής ύπαρξης, ο οποίος δημιουργείται από την πράξη μας και διαιωνίζεται με την πίστη μας στην ουσιαστικότητά της. Είναι ένας φετιχισμός που μας κάνει να νομίζουμε ότι βρίσκεται μέσα στα προϊόντα της εργασίας μας. Η αξία είναι ένας εύλογος και λογικός τρόπος για να τα μετράμε και να τα συγκρίνουμε, αλλά η λογικότητα αυτή αποκρύπτει την εκμεταλλευτική κοινωνική σχέση μέσω της οποίας αυτή δημιουργείται. Αυτή δε η κοινωνική σχέση αναπαράγεται εις το διηνεκές διαμέσου της διεύρυνσης της αξίας.

Κατανοώντας τον Μαρξ

 

6. Μολαταύτα, ο παραδοσιακός μαρξισμός δεν αποτέλεσε μια ρήξη με τις ιδέες του Μαρξ. Όπως κάθε άλλος έτσι και ο Μαρξ ήτανε τέκνο της εποχής του. Είχε αφομοιώσει την τελεολογική αντίληψη της ιστορίας και την πίστη σε μηχανικούς νόμους που διέπουν την πρόοδο. Ορισμένες φορές αυτές οι αντιλήψεις του τον οδήγησε σε σοβαρά λάθη, όπως η τάση του να βρίσκει πάντα μια πλευρά για να υποστηρίξει σε πολέμους (μια πλευρά που ήταν πάντοτε περισσότερο ευεπίφορη από την άλλη να προωθήσει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και ως εκ τούτου θα οδηγούσε εγγύτερα στον σοσιαλισμό) ανεξάρτητα από τις συνέπειες τους για τους προλετάριους.

Ο Μαρξ δεν τάχθηκε με το μέρος της εργατικής τάξης επειδή ήταν ο ίδιος εργάτης, όχι επειδή πίστευε ότι η εργατική τάξη είναι ηθικά ανώτερη από τις άλλες τάξεις, αλλά επειδή συνειδητοποίησε ότι η κοινωνική επανάσταση χρειάζεται μια κοινωνική δύναμη που βρίσκει στις υλικές συνθήκες της επιβίωσής της την έμπνευση και τον εξαναγκασμό για την πραγματοποίησή της. Μια κοινωνική δύναμη που ταυτόχρονα διαθέτει δυνητικά τη δυνατότητα και εμφορείται από την πιεστική ανάγκη για να επιδιώξει την κοινωνική αλλαγή. Γι’ αυτόν αυτή η κοινωνική δύναμη ήταν η εργατική τάξη, λόγω της φτώχειας στην οποία είναι βυθισμένη καθώς επίσης και λόγω της κοινωνικοποιημένης ύπαρξής της, λόγω της εξάρτησης του καπιταλισμού από αυτήν για τη δημιουργία της αξίας, όπως επίσης και λόγω της κοινωνικής της παραγωγικότητας, της ικανότητάς της να παράγει πραγματικό πλούτο, ως μια συλλογική οντότητα, ως συλλογικός εργάτης (Gesamtarbeiter). Ο αγώνας του ήταν το κλειδί για να αποδεσμεύει την κρυμμένη δύναμή του.

Ο Μαρξ συμμετείχε έντονα σ’ αυτό το εγχείρημα. Ήθελε να εφοδιάσει το προλεταριάτο με μια επιστημονική θεωρία που θα το καθοδηγούσε στον δρόμο για τον σοσιαλισμό και θα το διαβεβαίωνε ότι η νίκη του είναι βέβαιη. Σε αυτή τη θεωρία εξελίχθηκε ο παραδοσιακός μαρξισμός και ο Μαρξ έθεσε τα θεμέλιά του με έργα του όπως «Η αγία οικογένεια», ο πρόλογος στη «Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας», ακόμη και με το περίφημο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».

Με την πάροδο των ετών λιγόστευε και η πολιτική του ανάμιξη επειδή ήταν όλο και περισσότερο απορροφημένος με το θεωρητικό του έργο. Αφού συνειδητοποίησε την κεντρική σημασία της αξίας για τον καπιταλισμό, άρχισε να την ξεδιαλύνει όλο και περισσότερο. Αυτό τον οδήγησε στη συγγραφή των Grundrisse, του «Κεφαλαίου» και άλλων έργων, στα οποία ανέλυσε τον καπιταλισμό μέχρι το μεδούλι, δείχνοντας με κάθε λεπτομέρεια πώς αυτός λειτουργεί ως σύστημα συσσώρευσης αξίας, πώς αναπαράγεται και πώς διευρύνεται, πώς αναπτύσσει αντιφάσεις και μεταβάλλεται. Ο Μαρξ τόνιζε ότι το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση ή «μια αντίφαση εν εξελίξει», η οποία στηρίζεται στην ιστορικά συγκεκριμένη τάση του να «μειώνει τον εργάσιμο χρόνο στο ελάχιστο», να αντικαθιστά τη ζωντανή με νεκρή εργασία, τεχνολογία και μηχανήματα, ενώ, ταυτόχρονα, «θέτει την εργασία ως μοναδικό μέτρο και ως μοναδική πηγή πλούτου»[14], αναγνωρίζοντας την απεριόριστη κίνηση του κεφαλαίου να συσσωρεύει αφηρημένη αξία και την αξεπέραστη εξάρτησή του από τη ζωντανή εργασία, τον συλλογικό εργάτη, για την ίδια του την ύπαρξη.

Αποκάλυψε τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου και τις εγγενείς τους τάσεις, τις αιτίες των επιτυχιών του, τις αναπόφευκτες κρίσεις του και την ανάγκη να θέσουμε τέρμα σ’ αυτόν. Το έργο αυτό έχει περάσει τη δοκιμασία του χρόνου εκπληκτικά καλά.

Όσο βάθαινε την ανάλυσή του για την αξία, τόσο γινόταν κριτικός σε άλλες πλευρές, οι οποίες θα εξελίσσονταν στον παραδοσιακό μαρξισμό: στον ντετερμινισμό, στο αίτημα διατύπωσης καθολικών νόμων, στην αντίληψη ότι οι άνθρωποι υπακούουν απλώς σε σταθερούς νόμους της ιστορίας. Η θέση του Μαρξ ήταν πάντοτε λιγότερο σχηματική από αυτή του παραδοσιακού μαρξισμού, και, με την πάροδο των ετών, κατανοούσε την πολυπλοκότητα με την οποία εξελίσσεται η ιστορία. Όμως, αυτές οι κριτικές ιδέες δεν συγχωνεύτηκαν. Εν τω μεταξύ, τα κόμματα της Πρώτης Διεθνούς, ενώ έπλεκαν το εγκώμιο του μαρξισμού, βρίσκονταν καθ’ οδόν, ειδικά αφότου αποπέμφθηκαν οι αναρχικοί, στο να εξελιχθούν σε αυτό που θα γινόντουσαν αργότερα: σε μαζικά κόμματα, τα οποία, εν ονόματι του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού, διαχειρίζονται ή συνδιαχειρίζονται το κράτος, τη συσσώρευση της αξίας. Το 1875, όταν οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, με τους οποίους συνδέονταν στενά ο Μαρξ και ο Ένγκελς, επρόκειτο να υιοθετήσουν ένα πρόγραμμα εθνικισμού, «δίκαιων μισθών», «δημοκρατικών δικαιωμάτων», «ελεύθερου κράτους» κτλ.[15], ο Μαρξ έγραψε μια καυστική κριτική, αποδοκιμάζοντας τον εθνικισμό τους και τις αυταπάτες τους για το κράτος, και υποστήριξε ότι ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι οι «δίκαιοι μισθοί» αλλά η κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» έγραψε την περίφημη φράση που συνοψίζει το κομμουνιστικό πρόγραμμα: «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Όμως, θεωρούσε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό βραχυπρόθεσμα και υποστήριξε μια ενδιάμεση μορφή, μια «κατώτερη φάση του κομμουνισμού», στην οποία η αξία θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Η ανάλυσή του, όμως, υποδηλώνει ότι, όσο ακόμη τα πράγματα είναι έτσι οι βασικές κατηγορίες του καπιταλισμού παραμένουν άθικτες. Αυτές πρέπει να καταστραφούν σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Έτσι, ενώ ο Μαρξ απέφυγε να εφαρμόσει τη θεωρία του έως τα τελικά συμπεράσματά της, η άποψή του ήταν πολύ ριζοσπαστική για το κόμμα του. Ο Μαρξ αντιλήφθηκε τη φθίνουσα επιρροή του τελειώνοντας το κείμενό του με την πικρή παρατήρηση: «Εγώ μίλησα κι έσωσα την ψυχή μου».[16] Όμως, κανένας άλλος, όπως φαίνεται η ρήση αυτή να υποδηλώνει. Στο συνέδριο στο οποίο εγκρίθηκε αυτό το πρόγραμμα, το κείμενό του δεν διανεμήθηκε στους συνέδρους, πλην ελαχίστων. Δεν δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και το ίδιο ισχύει, δυστυχώς, και για άλλα κείμενα στα οποία ο Μαρξ διαφωνεί κατηγορηματικά με τη μαρξιστική ιδεολογία και καταδεικνύει ότι η ίδια η αξία δημιουργεί και διαμορφώνει τον καπιταλισμό, ούτως ώστε ο δεύτερος να μην μπορεί να τερματισθεί χωρίς την κατάργηση της πρώτης.

Μερικά από τα αδημοσίευτα κείμενά του δημοσιεύθηκαν αργότερα από τον Ένγκελς και τον Κάουτσκι. Στην περίπτωση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ αυτολογοκρίθηκε υπό την πίεση των άλλων, υποτίθεται για να κάνει το βιβλίο περισσότερο βατό. Μονάχα τον εικοστό αιώνα (και σε μεγάλο βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες) δημοσιεύθηκαν όλα τα «οικονομικά» χειρόγραφα του Μαρξ (Grundrisse, «Άμεσα αποτελέσματα της παραγωγικής διαδικασίας»[17] -αρχικά αποτελούσε μέρος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου») και άλλα, όπως τα χειρόγραφα για τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου». Αυτό βοηθάει στο να εξηγηθεί η αναγωγική εννοιολόγηση της αξίας από τον παραδοσιακό μαρξισμό. Σ’ αυτά τα χειρόγραφα βρίσκονται πολλές έννοιες καίριας σημασίας για την κατανόηση της μεθόδου του Μαρξ και της ανάλυσής του για την πορεία ή τη λογική του κεφαλαίου, που επιβεβαιώθηκαν, εν τω μεταξύ, από την ιστορική εμπειρία.

Η πολιτική χρήση της παραδοσιακής μαρξιστικής ιδεολογίας

 

7. Η υιοθέτηση του προγράμματος της Γκότα δεν ήταν παρά μονάχα ένα βήμα στη διαδικασία που οδήγησε στην ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στη διαχείριση του καπιταλισμού. Το υπόβαθρο αυτής της διαδικασίας ήταν μια επανάσταση εντός του ίδιου του τρόπου παραγωγής, μια μετάβαση σε αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο».[18] Θα επανέλθουμε σε αυτό στο δεύτερο μέρος αυτού του κειμένου. Εδώ θέλουμε να επισημάνουμε ότι αυτή η επανάσταση σήμαινε μια τεράστια διεύρυνση της αξίας, τόσο εντός της εργασιακής διαδικασίας αλλά και της κοινωνίας εν γένει. Ως γενική τάση η αξία εισβάλει σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, απορροφά όλους τους πολιτικούς θεσμούς και τους ενσωματώνει στη διαδικασία αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Επίσης, ως γενική τάση, όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί εξυπηρετούν είτε άμεσα είτε έμμεσα τη δημιουργία της αξίας (και στην πορεία εσωτερικεύουν την αξία, τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας) ή εξαφανίζονται. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή το αποφάσισαν κάποιοι μακιαβελικοί ηγεμόνες, αλλά επειδή η κατάκτηση ολόκληρης της κοινωνίας από την αξία έχει ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση των πάντων στο δίκτυο των αγοραίων της σχέσεων, την καταστροφή σχέσεων μη εμπορευματοποιημένων και την άρση της σχετικής αυτονομίας που διατηρούσε ακόμα η κοινωνική τους έκφραση, όταν η κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας ήταν ακόμη «τυπική» και όχι «πραγματική», τουτέστιν όταν ο ιός της αξίας δεν είχε ακόμη εξαπλωθεί παντού. Αυτή η βαθμιαία διαδικασία, περισσότερο από τις θεωρητικές ελλείψεις, εξηγεί γιατί τα μαζικά κόμματα και τα συνδικάτα που αναδείχθηκαν από την εργατική τάξη απορροφήθηκαν βαθμιαία από την καπιταλιστική κοινωνία και, στη συνέχεια, από το καπιταλιστικό κράτος.

Ο παραδοσιακός μαρξισμός έπαιξε αποφασιστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, η οποία ευνόησε τον αναγωγή του σε δόγμα, την αποστέωση και την ιδεολογικοποίησή του. Όμως, τα καίρια στοιχεία που κατέστησαν δυνατή τη χρήση του παραδοσιακού μαρξισμού σ’ αυτή τη μετάβαση υπήρχαν ήδη: η τελεολογική και σχηματική αντίληψη της ιστορίας και το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού, η εξίσωση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων με την πρόοδο, η αντίληψη ότι η αξία είναι η αληθινή ουσία των κοινωνικών προϊόντων και ότι ο σοσιαλισμός εκκινεί με την αναδιανομή της υπεραξίας για το κοινό καλό… Με αυτές τις θέσεις οι σοσιαλδημοκράτες επινόησαν μια θεωρητική δικαιολόγηση της ρεφορμιστικής τους πράξης. Στο κάτω-κάτω αν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στον σοσιαλισμό, δεν είναι παράλογο να ισχυριστούμε ότι η σταδιακή τους αλλαγή μπορεί να βαδίζει χέρι-χέρι με τον σταδιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Επιδείκνυαν τις κατακτήσεις των εργατικών αγώνων και τις εκλογικές νίκες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ως τεκμήριο του ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί μέσα στον καπιταλισμό με βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις. Διατείνονταν ότι θα κατακτούσαν το κράτος και θα το χρησιμοποιούσαν για την επίτευξη του σοσιαλισμού. Όμως, στην πραγματικότητα το κράτος ήταν αυτό που τους κατακτούσε και τους χρησιμοποιούσε για την εδραίωση του καπιταλισμού.

Το βάθος του εκφυλισμού τους αποκαλύφθηκε όταν ο καπιταλισμός ενεπλάκη σε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η συντριπτική πλειοψηφία των αποκαλούμενων μαρξιστών της Δεύτερης Διεθνούς τάχθηκε με το μέρος του κράτους τους, διευκολύνοντας έτσι ένα λουτρό αίματος που κόστισε τη ζωή 50 εκατομμυρίων προλετάριων. Αφού έγιναν μέρος του πολιτικού συστήματος, το κύριο μέλημά τους ήταν η προάσπιση του εθνικού συμφέροντος. Το έθνος ήταν το θέατρο των σχεδίων τους για τη «σοσιαλιστική» αναδιανομή του πλούτου και την αστικοποίηση του κύριου πλεονεκτήματός τους: της επιρροής τους στην εργατική τάξη. Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» διακήρυξε ότι οι εργάτες δεν έχουνε πατρίδα, αλλά αυτός ο διεθνισμός δεν ήταν πλέον συμβατός με την πράξη της σοσιαλδημοκρατίας. Όταν ήρθαν σε σύγκρουση τα πλέον ζωτικά συμφέροντα των εργατών και του εθνικού κεφαλαίου, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απέδειξαν ότι είχαν μετατραπεί σε εχθρούς της εργατικής τάξης, σε εμπόδιο για την προοπτική που υποτίθεται ότι ενστερνίζονταν.[19]

8. Μια μειοψηφία μαρξιστών αντιστάθηκε σε αυτόν τον εκφυλισμό. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο Λένιν. Όπως και ο Μαρξ, πίστευε ότι η εμπειρία του προλεταριακού αγώνα (συγκεκριμένα της Παρισινής Κομμούνας του 1871) είχε καταδείξει ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να κατακτηθεί και ότι πρέπει να ανατραπεί. Όπως και ο Μαρξ, ήταν αταλάντευτος διεθνιστής, όσο κι αν ο διεθνισμός ήταν αντιδημοφιλής την εποχή του πολέμου. Ο ηγετικός του ρόλος στην, αρχικά επιτυχημένη, επανάσταση στη Ρωσία τού προσέδωσε τέτοιο κύρος ώστε το είδος του μαρξισμού που πρέσβευε έγινε συνώνυμο του «κομμουνισμού» σε ολόκληρο τον κόσμο. Ό,τι αργότερα έγινε γνωστό ως «μαρξισμός-λενινισμός» ήταν μια παραμόρφωση των θέσεων του Λένιν και απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την ουσία της σκέψης του Μαρξ. Ο Λένιν ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό ένας παραδοσιακός μαρξιστής υπό την έννοια που περιγράψαμε παραπάνω: σχηματικός, δογματικός, ντετερμινιστής, παραγωγιστής. Γι’ αυτόν ο στόχος δεν ήταν η κατάργηση της αξίας αλλά η χρησιμοποίηση της υπεραξίας προς όφελος της νέας κοινωνίας. Σε μια ομιλία του το 1920 δήλωσε ότι «κομμουνισμός ίσον σοβιετική εξουσία συν εξηλεκτρισμός ολόκληρης της χώρας». Επιπλέον, είχε ήδη περιορίσει τον ορίζοντά του σε εθνικά πλαίσια. Γι’ αυτόν ο «εξηλεκτρισμός» συμβόλιζε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με βάση τη μισθωτή εργασία. Το κίνητρο της παραγωγής παρέμενε η συσσώρευση αξίας διαμέσου της απόσπασης υπεραξίας από την εργατική τάξη. Ασφαλώς, ήταν αναγκαίος ο εξηλεκτρισμός και η αύξηση της παραγωγής. Σύμφωνα με τον Λένιν αυτό σημαίνει ότι η αξία ήταν εξίσου αναγκαία. Το κατά πόσον αυτό ήταν αλήθεια την εποχή εκείνη και σε εκείνο το μέρος είναι συζητήσιμο, αλλά ασφαλώς απέκλειε τη δυνατότητα του κομμουνισμού. Το εάν ο κρατικός καπιταλισμός, στην οικοδόμηση του οποίου συνεισέφερε, ήταν περισσότερο ή λιγότερο αποδοτικός απ’ ότι ο «ιδιωτικός» καπιταλισμός για την ανάπτυξη της παραγωγής δεν αποτελεί το ζήτημα του κειμένου μας. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν πραγματικές διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων. Ο λενινιστικός δρόμος σημαίνει μια ριζική χειραγώγηση του νόμου της αξίας, η οποία θα μπορούσε να επιταχύνει τις εξελίξεις, αλλά που επίσης τις παρεμπόδισε και έδωσε χώρο στη διαφθορά, στην αναποτελεσματικότητα και στη γραφειοκρατική βλακεία. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε, από τη σκοπιά της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα καθενός από αυτούς τους δύο δρόμους, τα οποία εξαρτώνται από τις διαφορετικές χρονικές και τοπικές συνθήκες. Όμως, το ζήτημα είναι ότι αυτοί είναι δρόμοι για τη διαχείριση της αξίας. Η λενινιστική εκδοχή του παραδοσιακού μαρξισμού μάς κρατά εγκλωβισμένους στην παγίδα της αξίας, με όλες τις καταστροφικές συνέπειές της.

Όσον αφορά τη «σοβιετική εξουσία» είδαμε τι τελικά συνέβη. Η «σοβιετική εξουσία» μετατράπηκε σε εξουσία του Κόμματος, κατόπιν σε εξουσία της Κεντρικής Επιτροπής και στο τέλος σε εξουσία του ίδιου του Λένιν. Γι’ αυτό επίσης ο Λένιν βασιζόταν στην παραδοσιακή σχηματική αντίληψη της συνείδησης. Σύμφωνα με τη θεωρία του η εργατική τάξη, λόγω της σκληρών υλικών συνθηκών ζωής της, της υποταγής της στην άρχουσα τάξη και, συνεπώς, στις ιδέες της, δεν μπορεί να προχωρήσει στην επαναστατική πράξη δίχως τη βοήθεια της λενινιστικής ηγεσίας.

Ασφαλώς, χαρακτηριστικά που συνδέονται με τον καπιταλισμό -εξουθενωτικά σκληρή δουλειά, υποταγή στην εξουσία, καταστολή, στρατιωτικοποίηση της εργασίας κτλ.- όχι μονάχα επιβίωσαν στον «κομμουνισμό» αλλά έγιναν ισχυρότερα. Αν οι εργατικοί αγώνες είχαν μεγαλύτερη επιτυχία κάπου αλλού, ώστε η Ρωσία να μην είχε μείνει απομονωμένη, οι ιδέες του Λένιν θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά ή θα είχαν εξουδετερωθεί από τις ιδέες άλλων μέσα στο μαρξιστικό κίνημα. Όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ο Λένιν έγινε ο ηγέτης ενός έθνους, ο επικεφαλής μιας οικονομίας που στηριζόταν στην αξία, στην οποία το κόμμα του ανέλαβε τις λειτουργίες της αστικής τάξης διαχειριζόμενη την απόσπαση και τη συσσώρευση υπεραξίας. Ο στόχος του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» ήταν ήδη παρόν προτού ο Στάλιν τον καταστήσει επίσημο. Ενώ ο Λένιν δεν μπορεί να κατηγορηθεί για όλες τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν εξ ονόματός του, υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ της εκδοχής του παραδοσιακού του μαρξισμού με τη φρίκη που προκάλεσε αργότερα ο «μαρξισμός-λενινισμός».

9. Οι αριστεροί κομμουνιστές απέρριψαν τόσο τη ρεφορμιστική όσο και τη λενινιστική ερμηνεία του μαρξισμού. Στάθηκαν πλάι-πλάι με τον Λένιν στην αντιπολίτευση κατά του πολέμου και υποστήριξαν ολόψυχα την επανάσταση στη Ρωσία πιστεύοντας ότι αυτή μπορεί να επιτύχει εάν θριαμβεύσει κι αλλού. Όταν αυτό δεν συνέβη είχαν το θάρρος να αναγνωρίσουν ότι η επανάσταση είχε αποτύχει, ότι ο καπιταλισμός είχε επιβιώσει στη Ρωσία, ότι ο «μαρξισμός» είχε μετατραπεί σε μια ιδεολογία στην υπεράσπιση του κεφαλαίου.

Όμως, η από μέρους τους στηλίτευση των θέσεων τόσο των λενινιστών όσο και των σοσιαλδημοκρατών δεν σήμαινε και απόρριψη του παραδοσιακού μαρξισμού. Απεναντίας, στηριζόταν πάνω σ’ αυτόν. Δεν τον υπερέβαινε. Και για αυτούς επίσης η μαρξιστική θεωρία ήταν η «προλεταριακή επιστήμη» που αποκάλυψε το νόημα της ιστορίας, την αναπόφευκτη πορεία της προς τον κομμουνισμό, η οποία ωθείται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό ισχύει τόσο για την ιταλική όσο και για τη γερμανο-ολλανδική αριστερά, τους δύο κύριους πόλους της κομμουνιστικής αριστεράς. Στα πρώτα κείμενα-ορόσημα της ιταλικής κομμουνιστικής αριστεράς, που γράφτηκαν ως επί τον πλείστον από τον Αμαντέο Μπορντίγκα, όπως οι «Θέσεις της Ρώμης», η σχηματικότητα και ο οικονομικός ντετερμινισμός είναι αρκετά σαφή. Η αντίληψη της γερμανο-ολλανδικής αριστεράς ήταν πιο εκλεπτυσμένη και αρκετά κριτική προς τον χυδαίο υλισμό. Αλλά ακόμα κι αν αυτή καυτηρίασε τις πιο χονδροειδείς ερμηνείες της ντετερμινιστικής εκδοχής της σχέσης μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος, ο Άντον Πάνεκουκ, ίσως ο πιο σημαίνων εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος, σε κείμενά του όπως «Τα εργατικά συμβούλια»[20], «Ο ιστορικός υλισμός» και «Ο Λένιν ως φιλόσοφος»[21], διαβεβαίωνε την πίστη του προς αυτόν τον χυδαίο υλισμό. Και γι’ αυτόν επίσης ο μαρξισμός ήταν η «φυσική επιστήμη της κοινωνίας. Αφού η κοινωνία, ακριβώς όπως και η φύση, καθορίζεται από φυσικούς νόμους…»[22] και ο κομμουνισμός είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Όμως, οι αριστεροί κομμουνιστές υποστήριξαν ότι, αν πράγματι οι παραγωγικές δυνάμεις ωθούν την κοινωνία πέρα από τον καπιταλισμό, έχει ύψιστη σημασία η επαναστατική τάξη, οι εργάτες, να δράσουν αυτόνομα από το κεφάλαιο με όλες του τις εκφράσεις. Αυτή η έμφαση στην ανάγκη του αυτόνομου προλεταριακού αγώνα είναι αυτό που τους ενοποιούσε πέρα από τις διαφορές τους και αυτό που τους χώριζε από τους σοσιαλδημοκράτες και τους λενινιστές. Συμμεριζόμαστε κι εμείς αυτή την πεποίθηση και ταυτιζόμαστε με τον αγώνα που διεξήγαγαν οι αριστεροί κομμουνιστές κατά του εκφυλισμού της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς. Εν αντιθέσει με αυτές η θεωρία των αριστερών κομμουνιστών δεν εκφυλίστηκε, αλλά τελματώθηκε. Σημαντικοί λόγοι για τους οποίους διέγραψαν αυτή την πορεία ήταν η αμυντική θέση στην οποία βρέθηκαν μέσα στο πλαίσιο του θριάμβου της αντεπανάστασης καθώς και η έλλειψη πρόσβασης στα αδημοσίευτα κείμενα του Μαρξ, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης του παραδοσιακού μαρξισμού. Λιγότερο κατανοητό είναι το γιατί, ακόμη και σήμερα, οι αριστεροί κομμουνιστές παραμένουν προσκολλημένοι σ’ αυτόν. Καμία από τις διάφορες οργανώσεις που διεκδικούν την κληρονομιά της κομμουνιστικής αριστεράς δεν έχει σημειώσει κάποια σημαντική θεωρητική εξέλιξη. Το θεωρητικό τους έργο συνίσταται στην προσαρμογή των εμπειρικών δεδομένων ώστε να επιβεβαιώνουν και να εκσυγχρονίζουν τα δόγματά τους, αλλά, κατά βάση, παραμένουν θεωρητικά στάσιμες στις αρχές του 20ού αιώνα. Το γεγονός αυτό τις καθιστά ανίκανες να κατανοήσουν την πραγματική πορεία που διαγράφει ο καπιταλισμός, όπως θα δούμε στο δεύτερο μέρος αυτού του κειμένου.

Η ομάδα μας, αντιθέτως, έχει διαρρήξει τις σχέσεις της με τον παραδοσιακό μαρξισμό. Για ‘μας ο μαρξισμός δεν είναι μια επιστήμη της κοινωνίας, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι κατ’ ανάγκην το μέτρο της ιστορικής προόδου, δεν είναι προοδευτική ολόκληρη η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό, η τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί δεν είναι ουδέτερη μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών, το μοντέλο βάση-εποικοδόμημα δεν αντανακλά ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο των γεγονότων και των διαδικασιών στην καπιταλιστική κοινωνία συνδέονται αιτιωδώς, ούτε όλα αυτά τα γεγονότα καθορίζονται από συγκεκριμένους οικονομικούς λόγους, ενώ κομμουνισμός δεν σημαίνει αναδιανομή της υπεραξίας, αλλά το τέλος της αξίας.

Πηγή: A Marxist Critique of ‘Marxism’, Internationalist Perspective No. 57, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2012, σ. 20-32.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Το Ένζυμο», τεύχος 1, Φθινόπωρο 2014.

 

https://engymo.wordpress.com/

[1] Σ’ αυτή θα πρέπει να προστεθεί η δογματική κωδικοποίηση του διαλεκτικού υλισμού -η προέλευση της οποίας βρίσκεται στον Ένγκελς, σε κείμενά του όπως η «Διαλεκτική της φύσης»- ο οποίος καθιερώθηκε από «σοβιετικούς» (sic) θεωρητικούς την εποχή του Λένιν και του Στάλιν. Η δογματική κωδικοποίηση του ιστορικού υλισμού -με την ιστορική και τελεολογική της αντίληψη για την ιστορία και τον χυδαίο οικονομικό ντετερμινισμό της- και η δογματική κωδικοποίηση του διαλεκτικού υλισμού -η οποία αποτελεί μια παρωδία του υλισμού, ενός υλισμού φυσιοκρατικού, με τους υποτιθέμενους «νόμους» του- αποτελούν θεωρητικές αποποιήσεις της διαλεκτικής υποκειμένου-αντικειμένου και της ιστορικής ιδιαιτερότητας του καπιταλισμού και επιβάλλουν ένα σύνολο νεκρών αφαιρέσεων στη φύση.

[2] Σε ολόκληρο το κείμενο η αξία έχει πάντοτε την έννοια της ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή της αξίας που έχει ένα εμπόρευμα ως αντικείμενο ανταλλαγής, αγοραπωλησίας, και όχι ως αξία χρήσης, δηλαδή ως προϊόν που ικανοποιεί μια οποιαδήποτε ανάγκη. (Σ.τ.Μ.)

[3] Ενώ ο Ένγκελς, για παράδειγμα, επεχείρησε να μετριάσει τον ωμό οικονομικό ντετερμινισμό αυτής της αντίληψης, αναγνωρίζοντας τον ρόλο των άλλων παραγόντων που παραβλέφθηκαν σε πολλά κείμενα λόγω έλλειψης χρόνου, χώρου και ευκαιριών. Αυτή η απόχρωση απουσίαζε από τα κείμενα του παραδοσιακού μαρξισμού της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς. Η απουσία αυτή φανερώνει την ανικανότητα του «ορθόδοξου μαρξισμού» να ξεφύγει από τον ντετερμινισμό μέσα στον οποίο είναι παγιδευμένος.

[4] Ο «συμβουλιακός κομμουνισμός» είναι ρεύμα της κομμουνιστικής αριστεράς που απορρίπτει το επαναστατικό κόμμα ως οργάνωση πρωτοπορίας και υποστηρίζει την άμεση αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης σε συμβούλια, τα οποία θα αποτελέσουν τον πυρήνα της μελλοντικής εργατικής εξουσίας. Για μια εκτενή ανάλυση αυτής της αντίληψης βλ. Άντον Πάνεκουκ, Τα εργατική συμβούλια, μτφ. Θέμις Μιχαήλ, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1996. (Σ.τ.Μ.)

[5] Στις αγγλοσαξωνικές χώρες ο όρος «επιστημολογία» (epistemology) σημαίνει γενικά τη μελέτη ή την επιστήμη της γνώσης, κυρίως με την έννοια των αισθητηριακών προϋποθέσεων της γνωστικής δύναμης του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, ταυτίζεται ουσιαστικά με τη θεωρία της γνώσης (theoryofknowledge), τον κλάδο της φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο της έρευνάς του τη μελέτη του προβλήματος της γνώσης, τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο. (Σ.τ.Μ.)

[6] Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή η ανθρώπινη συνείδηση αποτελεί αντανάκλαση του υλικού αντικειμενικού κόσμου. Ενδεικτικά, ο Ένγκελς αναφέρει: «Η λεγόμενη αντικειμενική διαλεκτική δεσπόζει σ’ ολόκληρη τη φύση και η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική, η διαλεκτική σκέψη, είναι απλώς η αντανάκλαση της κίνησης που συντελείται με αντιθέσεις…» (Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεκτική της φύσης, σ. 189, μτφ. Ευτύχης Μπιτσάκης, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1985). (Σ.τ.Μ.)

[7] Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά: Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 18 («Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός»), εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». (Σ.τ.Μ.)

[8] Κ. Μαρξ, Θέσεις για τον Φόυερμπαχ, περιλαμβάνεται στο Φρίντριχ Ένγκελς, «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», σ. 67, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1984. (Σ.τ.Μ.)

[9] Ενώ η τελεολογία στην ιστορία και οι καταβολές της στη φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ πρέπει να απορριφθούν, ο ίδιος ο Χέγκελ στη «Λογική» του αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας «περιορισμένης τελεολογικής σκοπιάς» σε αντίθεση με μια σκοπιά υπερβατολογική. Οι σκοποί τίθενται από προσωρινά συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα μέσα στις κοινωνικές τους σχέσεις και τις παραγωγικές διαμεσολαβήσεις τους με τον φυσικό κόσμο. Η ανθρώπινη πράξη, επομένως, ενέχει μια ορισμένη τελεολογική σκοπιά, ακόμη κι αν αυτή αποκλείει την τελεολογία από τη ίδια την ιστορική διαδικασία. [βλ. GeorgW.F. Hegel, Η επιστήμη της λογικής, σ. 416-432, μτφ. Γιάννης Τζαβάρας, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα-Γιάννινα, 1991. (Σ.τ.Μ.)].

[10] Δηλαδή η συσσώρευση του κεφαλαίου. (Σ.τ.Μ.)

[11] Με τον όρο «λευκός χάρτης» ή «λευκός πίνακας» δηλώνεται η κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής κατά τη στιγμή της γέννησής του. Η ψυχή του ανθρώπου όταν γεννιέται θεωρείται εντελώς κενή παραστάσεων και ιδεών κι έτσι μοιάζει με λευκό άγραφο χάρτη ή πίνακα. Πάνω σ’ αυτή εγγράφονται οι αντιλήψεις και τα βιώματα που διαμορφώνει ο άνθρωπος υπό την επίδραση του κόσμου που τον περιβάλλει διαμέσου των αισθήσεών του. Υποστηρικτές αυτής της θεωρίας υπήρξαν κατά την αρχαιότητα οι στωικοί και κατά τα νεώτερα χρόνια ο Τζων Λοκ. (Σ.τ.Μ.)

[12]KarlMarx, Capital, τόμος πρώτος, σ. 165, Peguin. Για την ελληνική απόδοση στην τρέχουσα έκδοση του έργου βλ. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, «Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του», σ. 85-86 μτφ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1978.

[13] βλ. I. I. Rubin, EssaysonMarxsTheoryofValue.

[14]Marx, EconomicManuscriptsof 1857-58 [TheGrundrisse], KarlMarx/Fredereick Engels, Collected Works, τόμος 29, σ. 91, International Publishers, ΝέαΥόρκη.

[15] Το πρόγραμμα αυτό αποτέλεσε τη θεωρητική βάση για την ένωση του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (υπό την ηγεσία του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ και του Μπέμπελ, το οποίο ιδρύθηκε το 1869 στο Άιζεναχ και υποτίθεται ότι ακολουθούσε τις αντιλήψεις του Μαρξ και του Ένγκελς) με τη Γενική Εργατική Ένωση (που ιδρύθηκε το 1863 από τον Λασσάλ). Το ενοποιητικό συνέδριο έγινε στην πόλη Γκότα.΄(Σ.τ.Μ.)

[16]Dixietsalvarianimammeam. (Σ.τ.Μ.)

[17] Για την ελληνική έκδοση του έργου βλ. Καρλ Μαρξ, Αποτελέσματα του άμεσου προτσές παραγωγής, μτφ. Ειρήνη Μιγάδη, εκδόσεις Α/συνέχεια. (Σ.τ.Μ.)

[18] Τυπική και πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο είναι όροι που χρησιμοποιεί ο Μαρξ για να περιγράψει τους τρόπους με τους οποίους υφίσταται η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η εξέλιξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο είναι η μορφή της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής που στηρίζεται στην απόλυτη υπεραξία, δηλαδή στην άντληση υπεραξίας διαμέσου της απλής αύξησης της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, κατά την οποία οι αστικές σχέσεις παραγωγής μετασχηματίζουν προϋπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο αντιστοιχεί στον αναπτυγμένο ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, εφόσον ο καπιταλισμός δεν στηρίζεται απλώς στην οικονομική εκμετάλλευση με τη μορφή της υπερεργασίας αλλά ουσιωδώς στην αγορά, στη γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή, στη συσσώρευση του κεφαλαίου και στη συνεχή ανάπτυξη των μέσων παραγωγής και των τρόπων οργάνωσης του καταμερισμού εργασίας. Έτσι, η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο πραγματοποιείται διαμέσου της απόσπασης σχετικής υπεραξίας, δηλαδή της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας -διαμέσου της τεχνολογίας και της οργάνωσης της εργασίας- με αποτέλεσμα την αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας (κατά τον οποίον παράγεται η υπεραξία) και της μείωσης του αναγκαίου χρόνου εργασίας (κατά τον οποίο παράγεται ο μισθός). Το γεγονός αυτό δεν επιφέρει απλώς μια αλλαγή στον τρόπο άντλησης της υπεραξίας, αλλά οδηγεί τελικά στην κυριαρχία του κεφαλαίου σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, τόσο στη διαδικασία της παραγωγής όσο και σε όλες τις διαδικασίες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (ανανέωση της ικανότητας εργασίας) και της ανταλλακτικής αξίας (η αξία ενός οποιουδήποτε προϊόντος όταν γίνεται αντικείμενο αγοραπωλησίας). Εν ολίγοις, κατά την περίοδο της πραγματικής υπαγωγής το κεφάλαιο προσαρμόζει ολόκληρη την κοινωνία στις ειδικές του ανάγκες, την αφομοιώνει. Για το ίδιο ζήτημα βλ. το άρθρο της ίδιας ομάδας υπό τον τίτλο «Πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και ταξική συνείδηση» δημοσιευμένο σε ελληνική μετάφραση στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://engymo.wordpress.com/. Για τη διάκριση μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής στο μαρξικό έργο βλ. κυρίως Καρλ Μαρξ, Αποτελέσματα του άμεσου προτσές παραγωγής, μτφ. Ειρήνη Μιγάδη, εκδόσεις Α/συνέχεια. (Σ.τ.Μ.)

[19] Οι Σέρβοι σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι ψήφισαν κατά των πολεμικών πιστώσεων και κατά της υπεράσπισης της «πατρίδας», και οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία, που απέρριψαν την υπεράσπιση της «μητέρας» Ρωσίας όταν ξέσπασε ο πόλεμος, υπήρξαν φωτεινές εξαιρέσεις σ’ αυτή την προδοσία του διεθνισμού.

[20] Το έργο κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο: Άντον Πάνεκουκ, Τα εργατική συμβούλια, μτφ. Θέμις Μιχαήλ, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα (Σ.τ.Μ.)

[21] Το έργο κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο: Άντον Πάνεκουκ, Ο Λένιν σαν φιλόσοφος, μτφ. Ζαχαρίας Δεμαθάς, Γιώργος Σιούνας, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα.

[22]Anton Pannekoek, Lenin as Philosopher,σ. 43, Merlin Press, Λονδίνο, 1975.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: