1921: Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ;

 

ISVESTIAΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

«Σήμερα είμαστε μάρτυρες της τραγωδίας μιας κοινωνικής επανάστασης που περιορίστηκε εντός εθνικών συνόρων εξαιτίας της παθητικότητας των λαών της Ευρώπης, που είχαν απέναντί τους ευφυείς και καλά εξοπλισμένες αντιδραστικές δυνάμεις. Έτσι, αυτή περιήλθε σε κατάσταση ασφυξίας και ήταν αναγκασμένη να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο απέναντι στον εχθρό, τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό. Έχουμε δει πολλά λάθη να διαπράττονται, πολλά σφάλματα να αποκαλύπτονται και, από μια ελευθεριακή σκοπιά, πολλές πολύτιμες αλήθειες να επιβεβαιώνονται».

Αυτά έγραφε ο Βικτόρ Σερζ τον Ιούνιο του 1921 στον πρόλογο του έργου του «Οι αναρχικοί και η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης». Το έργο αυτό[1] ήταν μια έκκληση προς τους αναρχικούς ν’ αναγνωρίσουν ό,τι ήταν προλεταριακό και θετικό στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Παρ’ όλο που γράφτηκε πριν από την εξέγερση της Κροστάνδης, τον Μάρτιο του 1921, κατά των μπολσεβίκων, ο Σερζ δεν αναφέρεται καθόλου σ’ αυτή την τραγωδία στον πρόλογό του, που γράφτηκε λίγους μήνες αργότερα. Λέει μάλιστα ότι τα συμπεράσματά του είναι «σήμερα πιο αληθή απ’ ότι ήταν πριν από έναν χρόνο». Αυτό που τονίζεται στο απόσπασμα είναι το γεγονός ότι η απομόνωση της «κοινωνικής επανάστασης» σε μία επικράτεια είχε γίνει τώρα ένα δυσβάστακτο βάρος. Η Κροστάνδη όχι μονάχα έριξε μια «λάμψη φωτός που φώτισε την πραγματικότητα», όπως έγραψε ο Λένιν, αλλά τα γεγονότα του 10ου Συνεδρίου του Κόμματος (υιοθέτηση της ΝΕΠ[2], απαγόρευση των φραξιών), η αποτυχία της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία[3] και η υιοθέτηση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου από το Τρίτο Συνέδριο της Κομιντέρν, κάνει το 1921 μια σημαντική χρονιά σε σχέση με τον εκφυλισμό τόσο της ρωσικής όσο και της διεθνούς επανάστασης. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να αποτιμήσει τη σημασία αυτής της παρακμής που έλαβε χώρα πριν από ογδόντα χρόνια.

Πριν από εκατόν τριάντα χρόνια η Παρισινή Κομμούνα του 1871 έδωσε μια πρώτη ιδέα για το τι η εργατική τάξη μπορεί να πετύχει και για το ότι μπορεί να διοικήσει την κοινωνία. Ύστερα, όμως, από 74 μέρες η Κομμούνα συνετρίβη από την αστική κυβέρνηση του Θιέρσου, με την υποστήριξη της διεθνούς εξουσίας της αστικής τάξης. Επειδή περιορίστηκε σε μία πόλη, απομονώθηκε και ηττήθηκε, με αποτέλεσμα είκοσι χιλιάδες παρισινοί εργάτες να εκτελεστούν εν ψυχρώ μέσα σε μία μόνο εβδομάδα, τον Μάιο του 1871. Ως αντίποινα οι κομμουνάροι εξετέλεσαν τους αστούς που κρατούσαν ομήρους. Ο αριθμός των θυμάτων της άρχουσας τάξης που σκότωσαν οι κομμουνάροι ήταν ογδόντα τέσσερα άτομα. Πάντα η λευκή τρομοκρατία της άρχουσας τάξης υπερβαίνει σε αριθμό και σε φρίκη την κόκκινη τρομοκρατία της εργατικής τάξης. Όπως σημειώνει ο Μαρξ, το πρόβλημα της Κομμούνας ήταν ότι παρέμεινε απομονωμένη σε μία πόλη. Το πρόβλημα του ρωσικού προλεταριάτου ήταν ότι η επανάστασή του απομονώθηκε σε μία χώρα.

Η Ρωσική Επανάσταση του Οχτώβρη του 1917 παραμένει η μοναδική περίπτωση στην ιστορία όπου η εργατική τάξη ανέτρεψε την καπιταλιστική κρατική εξουσία σε μια ολόκληρη επικράτεια. Γι’ αυτό τον λόγο εξακολουθούμε να την μελετούμε και προσπαθούμε να την κατανοήσουμε. Το πρωταρχικό ζήτημα είναι το εξηγήσουμε το πώς από μια επανάσταση που ξεκινά με τη φιλοδοξία να απελευθερώσει την εργατική τάξη, και με τον τρόπο αυτό ολόκληρη την ανθρωπότητα, η κατάσταση τελικά εξελίχθηκε, από το 1928, στη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα τυραννικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα. Ανατρέχοντας στα γεγονότα που συνέβησαν πριν από ογδόντα χρόνια, με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσεως, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το 1921 ήταν το σημείο καμπής για την ήττα της επανάστασης. Εκείνη την περίοδο το γεγονός αυτό δεν έγινε αντιληπτό από πολλούς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στην επανάσταση. Το ότι, όμως, το 1921 ήταν ένα έτος κρίσης μπορούσε να ιδωθεί ξεκάθαρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο ήταν οι νεκροί από τον λιμό που ενέσκηψε ύστερα από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και πολλοί περισσότεροι ήταν οι θάνατοι από τύφο και άλλες ασθένειες. Το ξέσπασμα απεργιών κατά του Συμβουλίου των Λαϊκών Κομισάριων[4] (Σοβναρκόμ) και η εξέγερση της Κροστάνδης κατέδειξαν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Επιπλέον, η παγκόσμια επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε, εν αντιθέσει με τις προσδοκίες των μπολσεβίκων ηγετών, αλλά, απεναντίας, υπέστη ένα καίριο πλήγμα με την ήττα της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία.

Μέλημά μας εδώ δεν είναι απλώς να καταγράψουμε τα γεγονότα, αλλά να δούμε τη σημασία τους για ‘μάς σήμερα. Γνωρίζουμε ότι δεν θα υπάρξει ξανά επανάσταση που θα είναι σαν τη ρωσική. Ούτε εμφορούμαστε από τη «συγκαταβατικότητα του παρόντος»[5], για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του E.Π. Τόμσον[6]. Οι επαναστάτες που επιδιώκουν απλώς να αναπαραγάγουν πιστά ό,τι έγινε στη Ρωσία (όπως κάνουν εκείνοι οι τροτσκιστές που θεωρούν ότι το ζήτημα της ηγεσίας είναι απλώς ζήτημα τοποθέτησης των κατάλληλων ατόμων σε στρατηγικές θέσεις) αξίζουν μονάχα τη χλεύη. Πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί μαρξιστές και επαναστάτες που αντικρίζουν το παρελθόν ως προσχέδιο του μέλλοντος. Ωστόσο, μονάχα μελετώντας αυτό που συνέβη πραγματικά μπορούμε να εξοπλιστούμε για τους αγώνες που έχουμε μπροστά μας. Το πρώτο μας βήμα είναι να εξετάσουμε ποια είναι η σημασία του παρελθόντος.

1918-21

 

Οπωσδήποτε μερικοί «ελευθεριακοί μαρξιστές»[7] και αναρχικοί θα αναφωνήσουν ότι η επανάσταση χάθηκε πολύ πριν από το 1921. Δεν αρνούμαστε ότι η σοβιετική εξουσία στην επικράτεια της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας Σοβιετικών Δημοκρατιών (η ονομασία ΕΣΣΔ δεν υιοθετήθηκε πριν από το 1923) ήταν τέτοια μονάχα κατ’ όνομα ήδη από τα τέλη του 1920 (αν και υπήρχαν ήδη αρνητικές ενδείξεις από το 1919)[8]. Ούτε αρνούμαστε τις υπερβολές της Τσέκα στον Εμφύλιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου μετατράπηκε σε κράτος εν κράτει. Όμως, η Κόκκινη Τρομοκρατία ήταν αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Τον Νοέμβριο του 1917 οι μπολσεβίκοι άφησαν ελεύθερους πρώην τσαρικούς στρατηγούς, οι οποίοι έδωσαν τον λόγο τους ότι δεν θα πάρουν τα όπλα εναντίον τους. Ύστερα από λίγους μήνες οι ίδιοι τσαρικοί στρατηγοί όχι μονάχα βρίσκονταν επικεφαλής στρατιωτικών εισβολών κατά της Ρωσίας, με τον εξοπλισμό του βρετανικού και του γαλλικού ιμπεριαλισμού, αλλά κυριολεκτικά σταύρωναν κάθε εργάτη που υποψιάζονταν ότι συμπαθούσε τους μπολσεβίκους. Παρ’ όλο που σε αυτόν τον ταξικό πόλεμο και οι δύο πλευρές προσέφυγαν στον τρόμο, δεν το έκαναν διόλου στην ίδια κλίμακα. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τη μαρτυρία του Αμερικανού Κυβερνήτη της Σιβηρίας, στρατηγού Γουίλιαμ Σ. Γκρέιβς[9], ο οποίος γράφει σε αναφορά του ότι:

«Ασφαλώς κυριολεκτώ όταν λέω ότι στην Ανατολική Σιβηρία οι αντιμπολσεβίκοι σκοτώνουν εκατό ανθρώπους για κάθε έναν που σκοτώνεται από τους μπολσεβίκους».[10]

Ούτε ισχυριζόμαστε ότι η επανάσταση είχε καταργήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Απεναντίας, όταν οι μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πλήρη οικονομική κατάρρευση. Αφού τουλάχιστον το 60% της βιομηχανίας ήταν αφιερωμένο στην πολεμική παραγωγή, η επίτευξη της ειρήνης σήμαινε ανεργία. Όπως παρατήρησε ο Έντουαρτ Άρνολντ:

«Λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης η χώρα υπέστη μια οικονομική κατάρρευση της ιδίας κλίμακας που θα είχε η εκδήλωση μιας σύγχρονης επιδημίας πανώλης… Η πρωτεύουσα δεν έχασε λιγότερο από ένα εκατομμύριο κατοίκους τους πρώτους έξι μήνες μετά τον Οχτώβρη, καθώς οι εργάτες ξεχύνονταν έξω από την πρωτεύουσα αναζητώντας ψωμί».[11]

Ακόμη και οι εργάτες που είχαν δουλειά έπρεπε να περνούν τον χρόνο τους αναζητώντας τροφή, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις μαζικές κοπάνες. Οι προσπάθειες των μπολσεβίκων εκείνη την περίοδο που είχαν στόχο να ενισχύσουν οι εργοστασιακές επιτροπές την εργασιακή πειθαρχία οδήγησε στην εκλογή νέων αντιπροσώπων που ήταν πιο ενδοτικοί απέναντι στα εργατικά αιτήματα. Τελικά, οι εργοστασιακές επιτροπές άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την εργασιακή πειθαρχία και την παραγωγή. Για την αναρχική-ελευθεριακή δαιμονολογία αυτό οφείλετο, ασφαλώς, στο ότι οι μπολσεβίκοι είχαν καταπνίξει την εργατική πρωτοβουλία μέσα στις εργοστασιακές επιτροπές. Αυτή η άποψη, ωστόσο, είναι πολύ απλουστευτική. Όπως κατέδειξε ο Σ. Σμιθ στο βιβλίο του RedPetrograd:

«(…) δεν μπορεί να δει κανείς σ’ αυτό το γεγονός τον θρίαμβο του μπολσεβίκικου κόμματος επί των εργοστασιακών επιτροπών. Στην αρχή οι επιτροπές είχαν αναλάβει τόσο τη διατήρηση της παραγωγής όσο και τον εκδημοκρατισμό της εργοστασιακής ζωής, αλλά οι συνθήκες που επικρατούσαν στη βιομηχανία ήταν τέτοιες ώστε οι δύο αυτοί στόχοι να συγκρούονται τώρα μεταξύ τους». (σ. 250-1).[12]

Όμως, ο εμφύλιος πόλεμος απαιτούσε τώρα από την επανάσταση έναν ακόμη βαρύτερο φόρο αίματος. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα ήταν το 1917 ένα κόμμα που αποτελούνταν κατεξοχήν από εργάτες. Από το 1920 αυτοί οι εργάτες είχαν γίνει αξιωματούχοι του Κόκκινου Στρατού, της Τσέκα και της γραφειοκρατίας. Το 1922 πάνω από τα δύο τρίτα των μελών του κόμματος κατείχαν κάποιου είδους διοικητική θέση. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος κατά της ιμπεριαλιστικής εισβολής και κατά των Λευκών είχε οδηγήσει σε ύφεση την εσωκομματική ζωή. Οι συζητήσεις στο εσωτερικό του κόμματος έφθιναν και όλο και περισσότερο τα τοπικά αιρετά αξιώματα τα αναλάμβαναν οι κατά τόπους κομματικοί γραμματείς διορίζοντας απλώς αντιπροσώπους για τα ανώτερα όργανα. Η πρακτική του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού εντός του κόμματος, σύμφωνα με την οποία όλα τα κατώτερα όργανα εκλέγουν όλα τα ανώτερα, είχε κατ’ ουσίαν καταργηθεί. Αυτό που απέμεινε ήταν μονάχα ο συγκεντρωτισμός. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να γίνει γραμματέας του κόμματος ένας Στάλιν και να έχει υπό την καθοδήγησή του τους τοπικούς γραμματείς για να πάρει στα χέρια του όλους τους μοχλούς της εξουσίας. Αλλά αυτό ήταν ακόμα ένα μελλοντικό ζήτημα. Όταν ο Σερζ έφθασε τον Ιανουάριο του 1919 στην Πετρούπολη, αφού απελάθηκε από την Γαλλία, αναφέρει τα εξής:

«Μπήκαμε σε έναν κόσμο θανάσιμα παγωμένο. Ο σταθμός της Φιλανδίας που λαμπύριζε από το χιόνι, ήταν έρημος… Μας πρόσφεραν σε ένα κέντρο υποδοχής ελάχιστες μερίδες μαύρου ψωμιού και παστό ψάρι. Ποτέ μέχρι τώρα κανείς από μας δεν είχε γευτεί τέτοια άθλια τροφή. Νεαρές γυναίκες με κόκκινες κορδέλες και νεαροί αγκιτάτορες με γυαλιά μάς συνόψιζαν την κατάσταση: ‘Πείνα, τύφος, αντεπανάσταση παντού. Η παγκόσμια επανάσταση, όμως, θα μας σώσει’».[13]

Η πίστη στην παγκόσμια επανάσταση ήταν, πράγματι, αυτή στην οποία στήριζε όλες τις ελπίδες της η ρωσική εργατική τάξη, ακόμη και στις αρχές του 1921, όταν είχε υποφέρει και εξακολουθούσε να υποφέρει τόσο πολύ. Οι νεαροί οικοδεσπότες του ρώτησαν τον Σερζ «τι περιμένει το γαλλικό προλεταριάτο για να επαναστατήσει;», αλλά το γερμανικό προλεταριάτο ήταν αυτό στο οποίο οι περισσότεροι μπολσεβίκοι στήριζαν τις μεγαλύτερες ελπίδες τους.

Η Τρίτη (Κομμουνιστική) Διεθνής

Το μπολσεβίκικο πρόγραμμα δεν μπορεί να κατανοηθεί στο σύνολό του παρά μόνο σε σχέση με τον διεθνή χαρακτήρα του. Η σταθερή του αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914 ξεχώρισε το Μπολσεβίκικο Κόμμα ως το μοναδικό μείζων ευρωπαϊκό κόμμα που ήταν αντίθετο στον πόλεμο προβάλλοντας επαναστατικές διεκδικήσεις.[14] Οι μπολσεβίκοι ήταν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στη ρήξη με την κεντριστική και την πασιφιστική σοσιαλιστική πλειοψηφία στα συνέδρια του Τσίμερβαλντ και του Κιένταλ.[15] Όταν δε οι μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία συμμερίζονταν εντελώς την αντίληψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ, σύμφωνα με την οποία «το ζήτημα του σοσιαλισμού τέθηκε στη Ρωσία, αλλά δεν μπορεί να λυθεί στη Ρωσία».[16]

Στο Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ, τον Ιανουάριο του 1918, ο Λένιν έλεγε:

«Φυσικά, η τελική νίκη του σοσιαλισμού σε μία χώρα είναι αδύνατη. Το απόσπασμα των εργατών και αγροτών μας που υποστηρίζει τη Σοβιετική εξουσία, είναι ένα από τα αποσπάσματα του παγκόσμιου εκείνου στρατού που τον έχει διαμελίσει τώρα ο παγκόσμιος πόλεμος, μα που επιδιώκει τη συνένωση».[17]

Τον Μάρτιο δε, τη στιγμή της αποδοχής της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ, επαναλάμβανε τα εξής:

«είναι απόλυτα σωστό ότι χωρίς τη γερμανική επανάσταση είμαστε χαμένοι».[18]

Στις «Θέσεις του Απρίλη», το 1917, ο Λένιν είχε θέσει την ανάγκη ίδρυσης μιας νέας Διεθνούς που θα αντικαταστήσει τη Δεύτερη Διεθνή, που τάχθηκε με το μέρος του ιμπεριαλισμού τον Αύγουστο του 1914. Ο ίδιος ο πόλεμος άρχισε να παράσχει τη βάση γι’ αυτήν τη Διεθνή, καθώς οι εργάτες αλλά και πρώην σοσιαλδημοκράτες επέσπευδαν την αντίστασή τους εναντίον των κυβερνήσεών τους. Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επισπεύστηκε από τις απεργίες στη Βιέννη, το Αμβούργο, τη Βρέμη και σε ολόκληρη τη Γερμανία. Όταν τα νέα έφτασαν στη Μόσχα, ο Ράντεκ, ένας από τους μπολσεβίκους ηγέτες, κατέγραψε την αυθόρμητη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε έξω από το Κρεμλίνο.

«Ποτέ δεν έχω δει ένα τέτοιο θέαμα. Εργάτες, άνδρες και γυναίκες, και στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού βάδιζαν έως αργά το βράδυ. Η παγκόσμια επανάσταση έχει έλθει. Οι μάζες του λαού ακούνε το σιδερένιο βήμα της. Η απομόνωσή μας έχει τελειώσει».[19]

Η δήλωση αυτή ήταν κάπως πρόωρη. Μολονότι πολλοί εργάτες και πρώην στρατιώτες σε ολόκληρη την Ευρώπη υποστήριζαν όλο και περισσότερο τη σοβιετική ιδέα, αυτή δεν είχε προσλάβει τη συγκεκριμένη μορφή νέων κομμουνιστικών κομμάτων στις περισσότερες χώρες. Ακόμη και σε μια χώρα όπως η Γερμανία οι επαναστάτες δεν κατάφεραν να διαχωριστούν ξεκάθαρα από τους σοσιαλσωβινιστές. Παρ’ όλο που η Λούξεμπουργκ και ο Λήμπκνεχτ είχαν δημιουργήσει την Ένωση Σπάρτακος, παρέμειναν στο εσωτερικό του γερμανικού κεντριστικού USPD[20] (στο οποίο συμμετείχαν ο Κάουτσκι και ο Μπερστάιν) φοβούμενοι ότι ειδάλλως θα απομονωθούν από τη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργούσε παρά μονάχα σύγχυση στους εργάτες και απομόνωσε τους Σπαρτακιστές από τις μικρότερες αλλά πολιτικά πιο ξεκάθαρες πολιτικές ομάδες όπως η Αριστερά της Βρέμης και οι Διεθνείς Σοσιαλιστές (IKD). Δεδομένου επίσης ότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν αντιτάσσονταν ανοιχτά στα σοβιέτ, αλλά εργάζονταν στα παρασκήνια για να τα καταστρέψουν, οι Σπαρτακιστές δεν ήταν οι μόνοι που θεωρούνταν υποστηρικτές των εργατικών συμβουλίων (όπως, αντίθετα, συνέβη με τους μπολσεβίκους στη Ρωσία). Αν ξαναγυρίσουμε στο απόσπασμα του Βικτόρ Σερζ που παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, η μεγαλύτερη επιτήδευση της δυτικοευρωπαϊκής αστικής τάξης, η οποία περιέλαβε και τους λεγόμενους σοσιαλιστές στην άμυνα που προέβαλε, ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την αποτυχία της επέκτασης της επανάστασης στη Γερμανία και γενικότερα.

Τα νέα σχετικά με το ότι η Δεύτερη Διεθνής ανασυγκροτούνταν, τον Ιανουάριο του 1919, ανάγκασαν τους μπολσεβίκους να αρχίσουν να κάνουν βολιδοσκοπήσεις σχετικά με τη δημιουργία μιας νέας Διεθνούς, για την ίδρυση της οποίας σχεδίαζαν μια πρώτη συνάντηση στο Βερολίνο. Προτού μπορέσουν να συναντηθούν με τον Λήμπκνεχτ προηγήθηκε η εξέγερση των Σπαρτακιστών, την οποία συνέτριψαν οι σοσιαλδημοκράτες σε συμμαχία με τα πρωτοφασιστικά freikorps[21]. Στα αντίποινα που ακολούθησαν εκατοντάδες εργάτες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, ενώ ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκαν βάναυσα. Η προγραμματισμένη πρώτη συνάντηση για τη νέα Διεθνή μεταφέρθηκε τώρα στη Μόσχα. Η μετάθεση ήταν προσωρινή έως ότου η επανάσταση ξεσπάσει στη Δύση. Ωστόσο, αυτό ήταν το πρώτο βήμα της διαδικασίας συνύφανσης της πορείας της Ρωσικής Επανάστασης με την πορεία της νέας Διεθνούς. Επειδή δε το ρωσικό κόμμα ήταν αυτό που αντικειμενικά και ιδεολογικά υπερίσχυε εντός της Διεθνούς, αυτή πολύ γρήγορα έγινε ένα όργανο υπεράσπισης της σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία ό,τι προβλήματα κι αν αυτή αντιμετώπιζε. Τελικά το πρώτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να την ανακηρύξει. Οι πενήντα αντιπρόσωποι που συγκεντρώθηκαν στη Μόσχα δεν είχαν όλοι επίσημη εξουσιοδότηση από τις οργανώσεις τους και αυτό αποτέλεσε έναν παράγοντα που οδήγησε σε περαιτέρω κυριαρχία των μπολσεβίκων επί της νέας οργάνωσης. Η όλη κατάσταση διέφερε κάπως από τον τρόπο με τον την αντιλαμβανόταν ο Λένιν όταν ανακοίνωνε στην Κομμουνιστική Διεθνή ότι:

«Η νέα τρίτη ‘Διεθνής Ένωση Εργατών’ έχει ήδη αρχίσει να ταυτίζεται σε έναν ορισμένο βαθμό με την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών’».[22]

Λέγοντάς το αυτό εννοούσε ότι η διαδικασία με την οποία εκτυλίσσεται η παγκόσμια επανάσταση θα συνοδευόταν από την πρόοδο του σοσιαλισμού στη Ρωσία. Δυστυχώς για το προλεταριάτο αυτή η διαδικασία θα ακολουθούσε την αντίθετη κατεύθυνση. Η ανερχόμενη αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ θα κατέστρεφε επίσης και τον επαναστατικό σκοπό της Τρίτης Διεθνούς.

Αυτό, ωστόσο, δεν μπορούσε να ιδωθεί το 1919, όταν η παγκόσμια επανάσταση και η καπιταλιστική αντεπανάσταση βρίσκονταν σε θανάσιμη διαπάλη και η ύπαρξη της Τρίτης Διεθνούς (όσο ασθενής κι αν ήταν) ήταν το λάβαρο γύρω από το οποίο μπορούσαν να συνταχτούν οι εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις αρχές εκείνης της χρονιάς είχε ξεσπάσει η επανάσταση στη Βαυαρία και στην Ουγγαρία, όπου αμφότερες ανακηρύχθηκαν σοβιετικές δημοκρατίες. Οι συμμαχικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ) αντιμετώπιζαν στάσεις μέσα στους ίδιους τους στρατούς τους που βρίσκονταν στη Ρωσία. Ο βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ ανακοίνωσε ότι η βρετανική επέμβαση όχι μονάχα τελείωσε, αλλά και ότι οι εξεγέρσεις στο Κλάιντ και στη Νότιο Ουαλία εμπνέουν ανησυχίες στο εσωτερικό της χώρας:

«αφότου ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση κατά των μπολσεβίκων, η Αγγλία κινδυνεύει τώρα να γίνει μπολσεβίκικη και να δημιουργηθεί σοβιέτ στο Λονδίνο».[23]

Ο Λένιν χαρακτήριζε τον Ιούλιο του 1919 ως «τον τελευταίο δύσκολο Ιούλιο», αφού μέσα σ’ έναν χρόνο θα επιτευχθεί η νίκη της «διεθνούς σοβιετικής δημοκρατίας». Μολαταύτα, η μεθυστική ατμόσφαιρα που απείλησε τόσο τον καπιταλισμό δεν κράτησε για πολύ. Από τα τέλη Μαΐου η Σοβιετική Δημοκρατία της Βαυαρίας, όντας απομονωμένη ακόμη και μέσα στην ίδια τη Γερμανία, είχε καταρρεύσει. Την ακολούθησε τον Αύγουστο η Σοβιετική Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η οποία υπέκυψε εξαιτίας εσωτερικών διενέξεων και της εισβολής του ρουμανικού στρατού με την υποστήριξη των Συμμάχων. Το φθινόπωρο οι Λευκοί στη Ρωσία είχαν γίνει απειλητικότεροι απ’ όσο ποτέ. Ο Γιουντένιτς βρισκόταν προ των πυλών της Πετρούπολης, ο Κόλτσακ ερχόταν από τη Σιβηρία και ο Ντενίκιν από την Ουκρανία. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο η ύπαρξη του καθεστώτος κρεμόταν από μία κλωστή».[24]

Σε όλη αυτή τη ζοφερή κατάσταση θα πρέπει να προσθέσουμε και ότι το νεότευκτο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα -που είχε χάσει τους καλύτερους ηγέτες του στις σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1919- διασπάστηκε από τον Πάουλ Λέβι τον Οκτώβριο του 1919, στο συνέδριο της Χαϊδελβέργης. Το κόμμα είχε υιοθετήσει την τακτική της χρησιμοποίησης του κοινοβουλίου και των συνδικάτων ως μέσων για την αύξηση της επιρροής του, με μια ελαφρά, όμως, πλειοψηφία. Όντας μη ικανοποιημένος από αυτή του τη νίκη ο Λέβι πρότεινε (σε αντίθεση με τη συμβουλή των μπολσεβίκων) την αποπομπή από το κόμμα όλων όσοι είχαν ψηφίσει κατά της απόφασης. Η αριστερή πτέρυγα, που αποτελούσε το ήμισυ του κόμματος και ήλεγχε τις κομματικές οργανώσεις της Βόρειας Γερμανίας (συμπεριλαμβανομένου και του Βερολίνου), ίδρυσε το Γερμανικό Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (KAPD). Παρόμοιες δυσκολίες υπήρξαν υπό διαφορετικές μορφές σε διάφορες χώρες. Ο Λένιν προσπάθησε να εντάξει στην Τρίτη Διεθνή όλους όσοι απέρριπταν τον σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό, συμπεριλαμβανομένων και αναρχοσυνδικαλιστών. Εκείνη την περίοδο είπε επίσης στις βρετανικές κομμουνιστικές ομάδες να αρχίσουν συνομιλίες για να δημιουργήσουν ένα κόμμα για το οποίο ο ίδιος θα ήταν υπέρ της χρησιμοποίησης συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών τακτικών χωρίς, όμως, να καταδικάζει αυτούς που υποστήριζαν διαφορετικές τακτικές.

Από τα τέλη του 1920 οι μπολσεβίκοι είχαν κερδίσει τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά η Ρωσία παρέμενε απομονωμένη και η ίδια η νίκη που κατήγαγε, όπως είδαμε και στην αρχή αυτού του άρθρου, ήταν πύρρειος. Η βιομηχανική παραγωγή βρισκόταν στο 1/5 του 1913 και η αγροτική παραγωγή είχε μειωθεί κατά το ήμισυ. Ο μπολσεβίκος οικονομολόγος Λεβ Κρίτζμαν χαρακτήριζε την κατάσταση ως μια οικονομική κατάρρευση που «όμοιά της δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας».[25] Η πολιτική της αποστολής στρατιωτικών αποσπασμάτων στην επαρχία, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τη βίαιη επίταξη σιτηρών οδήγησε στο ξέσπασμα 113 αγροτικών εξεγέρσεων (50.000 άτομα ακολούθησαν τον πρώην σοσιαλεπαναστάτη Αντόνωφ μονάχα στην περιοχή του Ταμπώφ). Οι μπολσεβίκοι είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν την κρατική εξουσία, αλλά, όπως ο Μπουχάριν (και άλλα ηγετικά στελέχη των μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν) αναγνώρισαν αργότερα, το 1921, ότι κράτησαν μεν την εξουσία, αλλά έχασαν στην πορεία το προλεταριάτο. Για τον Λένιν αυτό το πραγματικό γεγονός ήταν ο σημαντικότερος λόγος για την εξέγερση της Κροστάνδης τον Μάρτιο του 1921.

Οι απεργίες της Πετρούπολης και η Κροστάνδη

Δεν υπάρχει πιο συγκινησιακό όνομα στην ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης από την Κροστάνδη. Είναι ο δείκτης για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο άρχισε να χάνεται η επανάσταση. Για τους περισσότερους τροτσκιστές και για τους σταλινικούς αυτή ήταν είτε μια συνωμοσία της λευκής αντίδρασης, η οποία εκμεταλλεύτηκε τις φοβερές συνθήκες που επικρατούσαν μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, προκειμένου να υποκινήσει μια εξέγερση εναντίον του προλεταριάτου είτε αυτή πραγματοποιήθηκε (σύμφωνα με την εκδοχή του SWP)[26], επειδή οι ναύτες της Κροστάνδης υποτίθεται ότι ήταν όλοι αγρότες και έτσι επρόκειτο για μια εξέγερση της μικροαστικής τάξης. Για τους αναρχικούς αυτή ήταν η πραγματική «τρίτη επανάσταση», αυτή τη φορά κατά της μπολσεβίκικης δικτατορίας, ενώ για τους αστούς ιστορικούς ήταν ένα διδακτικό επεισόδιο που καταδεικνύει ότι κάθε εναλλακτική λύση απέναντι στον καπιταλιστικό σύστημα δεν οδηγεί παρά σ’ ένα λουτρό αίματος. Ο Ε. Χ. Καρρ αφιερώνει μόνο δύο σειρές στην εξέγερση της Κροστάνδης στον πρώτο τόμο του έργου του The Bolshevik Revolution.[27] Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι το έργο αυτό είναι μια ιστορία του σοβιετικού κράτους και όχι του επαναστατικού προλεταριάτου. Σήμερα οι επαναστάτες δεν μπορούν να αποφύγουν την αποτίμηση αυτών των γεγονότων, γιατί αυτά ορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθεσε η τελευταία επαναστατική εμπειρία.

Από το 1921 η σοβιετική εξουσία είχε μετατραπεί σε κενό γράμμα. Οι εκλογές για τα σοβιέτ διεξάγονταν υπό το άγρυπνο βλέμμα της Τσέκα. Κατά παρόμοιο τρόπο, ένοπλες φρουρές αστυνόμευαν τα εργοστάσια καθώς ο τεϋλορισμός[28] και η μονοπρόσωπη διοίκηση των επιχειρήσεων είχαν επιβληθεί πάνω στην πιο επαναστατική εργατική τάξη της ιστορίας. Οι εργάτες τα δέχονταν όλα αυτά όσο ο εμφύλιος πόλεμος κατά των Λευκών δημιουργούσε μια κατάσταση εξαίρεσης. Ταυτόχρονα, είχαν επίσης αποδεχτεί την κατάργηση της εκλογής των αξιωματικών στις ένοπλες δυνάμεις, καθώς ο Τρότσκι τοποθέτησε στον στρατό παλιούς αξιωματικούς για να νικήσει τους Λευκούς. Όμως, από τη στιγμή που ο τελευταίος Λευκός στρατηγός έφυγε από τη Ρωσία, τον Δεκέμβριο του 1920, υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης επρόκειτο να παραταθεί. Οι επιτάξεις σιτηρών συνεχίζονταν, ο Τρότσκι είχε ανακοινώσει ακόμα ότι οι μέθοδοι του Κόκκινου Στρατού θα έπρεπε να επιβληθούν σε ολόκληρο το εργατικό δυναμικό (η συζήτηση για τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας[29]) και δεν προκηρύσσονταν νέες εκλογές για τα σοβιέτ. Παντού γινόταν λόγος περί «σιδηράς πειθαρχίας» και περισσότερης δικτατορίας. Δεν είναι απορίας άξιον ότι το κόμμα, το οποίο τώρα εξελισσόταν όλο και περισσότερο σε ένα κόμμα αξιωματούχων παρά εργατών, γινόταν έρμαιο της γραφειοκρατικοποίησης. Η γραφειοκρατικοποίηση αυτή, με τη σειρά της, οδήγησε στην εμφάνιση της αντιπολίτευσης που αποτελείτο από προλεταριακές ομάδες εντός του Μπολσεβίκικου Κόμματος∙ ομάδες όπως οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές, με επικεφαλής τον Οσίνσκι και τον Σαπρόνωφ, η Εργατική Αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Σλιάπνικωφ και την Κολοντάι, και η Εργατική Ομάδα του Μιάσνικωφ.[30] Αυτές οι ομάδες της αντιπολίτευσης, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη τους, ζητούσαν την επιστροφή στις επαναστατικές αρχές του 1917. Πράγματι, ο Λένιν έλεγε τον Φεβρουάριο του 1921:

«Πρέπει να έχουμε το κουράγιο να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα. Το κόμμα είναι άρρωστο, το κόμμα ψήνεται στον πυρετό. Κι αν δεν καταφέρει γρήγορα και αποτελεσματικά να θεραπεύσει την ασθένειά του, τότε θα πραγματοποιηθεί μια ρήξη που θα έχει καίριες συνέπειες για την επανάσταση».[31]

Προτού, όμως, αρχίσουν οι αντιπαραθέσεις στο 10ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Μάρτιο οι εργάτες της Πετρούπολης και της Μόσχας κατέβηκαν σε απεργία. Στην Πετρούπολη οι απεργίες ήταν μαζικές και οι απεργοί ζητούσαν ελευθερία του τύπου, απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και επιστροφή στη δημοκρατία μέσα στο κράτος. Μερικοί ζητούσαν το άνοιγμα των τοπικών αγορών τροφίμων για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων ελλείψεων (οι οποίες, τελικά, μετατράπηκαν σε λιμό το 1921). Οι αντεπαναστάτες, επίσης, προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση προωθώντας αιτήματα για την επιστροφή στη Συντακτική Συνέλευση. Οι μπολσεβίκοι αντέδρασαν με πανικό. Έστειλαν στρατό για να διαλύσουν τις απεργιακές συγκεντρώσεις και συνέλαβαν τους ηγέτες των απεργών. Η Τσέκα διέδωσε το ψέμα ότι στο κίνημα επικρατούσαν αγροτικά στοιχεία (ενώ μονάχα ο σκληρός πυρήνας του προλεταριάτου είχε απομείνει εκείνο τον καιρό στην Πετρούπολη). Ο καθοριστικός παράγοντας για τον τερματισμό των απεργιών ήταν η έλευση νέων προμηθειών ψωμιού, αφού η ανακοίνωση για τις περικοπές στη μερίδα του ψωμιού ήταν αυτή που εν πρώτοις έδωσε το έναυσμα για το ξέσπασμα των απεργιών.

Η εξέγερση της Κροστάνδης, που ξέσπασε στην ομώνυμη ναυτική βάση, ήταν ο άμεσος απόηχος των απεργιών της Πετρούπολης και της καταστολής τους. Στις 28 Φεβρουαρίου αντιπρόσωποι από την Πετρούπολη εξέθεσαν την κατάσταση και υιοθετήθηκε το πρόγραμμα των ναυτών του πολεμικού πλοίου «Πέτρος και Παύλος». Το πρόγραμμα αυτό ζητούσε την προκήρυξη νέων εκλογών για τα σοβιέτ και ελευθερία για όλους τους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς. Είναι άξιο προσοχής ότι το πρόγραμμα δεν ζητούσε ελευθερία για την αστική τάξη και οι ναύτες κατά συντριπτική πλειοψηφία απέρριψαν μια αντιδραστική πρόταση για την αποκατάσταση της Συντακτικής Συνέλευσης. Από οικονομικής απόψεως το πρόγραμμα υποστήριζε τη δικαιότερη διανομή των μερίδων που χορηγούνταν με δελτίο, την περιορισμένη χειροτεχνική παραγωγή και τη δυνατότητα των αγροτών να παράγουν ελεύθερα εφόσον δεν χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία. Το πρόγραμμα[32] αυτό ήταν, ουσιαστικά, λιγότερο «καπιταλιστικό» από τη Νέα Οικονομική Πολιτική, την οποία ο Λένιν είχε ήδη εισηγηθεί προτού ξεσπάσει η εξέγερση.

Ο Καλίνιν, ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της ΕΣΣΔ επί Στάλιν, στάλθηκε στην Κροστάνδη και αυτό που έκανε ήταν απλώς να αποδοκιμάσει τους ναύτες (οι οποίοι δεν ήταν ακόμη σε κατάσταση ανοικτής εξέγερσης). Η απάντησή τους ήταν η ανακοίνωση της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Ισβέστια της Κροστάνδης».[33]

Το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ήταν ο κύριος του κράτους, είχε αποσπασθεί από τις μάζες. Αποδείχθηκε ανίκανο να βγάλει τη χώρα από το χάος. Πολυάριθμα περιστατικά είχαν πρόσφατα συμβεί στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, τα οποία έδειχναν ότι το κόμμα είχε απωλέσει την εμπιστοσύνη των μαζών.[34]

Η απάντηση της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ήταν να ανακοινώσει ότι επρόκειτο για «μια συνομωσία λευκοφρουρών» με επικεφαλής έναν πρώην τσαρικό αξιωματικό ονόματι Κοζλόφσκι. Το γεγονός ότι οι εφημερίδες των εμιγκρέδων στο Παρίσι έγραφαν νωρίτερα για ταραχές στην Κροστάνδη παρείχε το ανάλογο πρόσχημα για την καταδίκη της εξέγερσης, παρά τη γνωστή απόρριψη της αντεπανάστασης από τους εξεγερμένους της Κροστάνδης. Ουσιαστικά, οι μπολσεβίκοι θεωρούσαν ότι αντεπανάσταση είναι κάτι που μπορούσε να προέλθει μονάχα από το εξωτερικό και, συνεπώς, πίστευαν ότι οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης εργάζονταν αντικειμενικά για την αντεπανάσταση. Υπήρχαν πολύ σημαντικά στρατηγικά ζητήματα που ενέτειναν τον πανικό των κυβερνητικών κύκλων. Όσο η θάλασσα γύρω από την Κροστάνδη ήταν παγωμένη, η ναυτική βάση μπορούσε να προσεγγιστεί, αλλά εάν το χιόνι έλιωνε με την έλευση της άνοιξης, τότε η Κροστάνδη θα γινόταν απρόσιτη και θα μπορούσε να μετατραπεί σε βάση επιχειρήσεων μιας ξένης καπιταλιστικής δύναμης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα διεξαγωγής μακρών διαπραγματεύσεων. Ο Τρότσκι έστειλε στην Κροστάνδη ένα τελεσίγραφο (το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν περιλάμβανε τη φράση ότι οι ναύτες θα «σκοτωθούν σαν πέρδικες»[35]. Στην πραγματικότητα αυτή η φράση διατυπώνεται σε μια προκήρυξη της Επιτροπής Άμυνας της Πετρούπολης, η οποία τελούσε υπό την καθοδήγηση του Ζηνόβιεφ). Το τελεσίγραφο αυτό απορρίφθηκε στις 7 Μαρτίου 1921, όταν η «Ισβέστια της Κροστάνδης» κατήγγειλε τον Τρότσκι ως «δικτάτορα της σοβιετικής Ρωσίας». Η πρώτη επίθεση πραγματοποιήθηκε την επόμενη μέρα, αλλά απέτυχε, με αποτέλεσμα τον θάνατο 500 στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού.

Το 10ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκοι) άρχισε την ίδια ημέρα. Εάν χρειάζονται περαιτέρω στοιχεία για να καταδειχθεί ότι το 1921 ήταν το σημείο καμπής για την τύχη της σοβιετικής επανάστασης, τότε αυτά μας τα παρέχει αρκούντως το 10ο Συνέδριο. Υπήρχαν τρία μεγάλα ζητήματα σε αυτό το συνέδριο. Το πρώτο ήταν ο ρόλος των συνδικάτων στο σοβιετικό σύστημα. Το δεύτερο ήταν η πολιτική που πρέπει να υιοθετηθεί έναντι των αγροτών, δεδομένου ότι το σύστημα εκτάκτου ανάγκης που είχε επιβληθεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου είχε μειώσει την αγροτική παραγωγή κατά το ήμισυ του 1913. Τέλος, το τρίτο ήταν η απαγόρευση των φραξιών μέσα στο κόμμα.

Στο ζήτημα των συνδικάτων προεξάρχοντα ρόλο έπαιξε η Εργατική Αντιπολίτευση, με επικεφαλής την Αλεξάνδρα Κολοντάι και τον Αλεξάντερ Σλιάπνικοφ.[36] Η Εργατική Αντιπολίτευση ζητούσε τα συνδικάτα να αναλάβουν τη διεύθυνση της παραγωγής, αλλά η πλατφόρμα της με τίτλο «Για τον ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων» απορρίφθηκε, αφού την υποστήριξαν μονάχα καμιά πενηνταριά αντιπρόσωποι. Απεναντίας, αποφασίστηκε ότι τα συνδικάτα θα πρέπει να είναι «σχολεία κομμουνισμού» και, κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να αποτελούν μέρος του κρατικού μηχανισμού. Με το ίδιο σκεπτικό αποφασίστηκε επίσης ότι τα συνδικάτα «είναι ένα χώρος… όπου η επιλογή των ηγετών πρέπει να γίνεται από τις ίδιες τις οργανωμένες μάζες».[37] Τούτο αποτελεί απόδειξη του βαθμό παρακμής της σοβιετικής εξουσίας, αφού αφήνει να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να υπάρξει αναβίωση της σοβιετικής δημοκρατίας.

Στις 15 Μαρτίου το συνέδριο αποδέχθηκε επίσης την ανάγκη υιοθέτησης μιας Νέας Οικονομικής Πολιτικής, ούτως ώστε οι επιτάξεις των σιτηρών να αντικατασταθούν με έναν φόρο σε είδος. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν μια παραχώρηση προς τους αγρότες πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ζητούσαν οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης. Πολλοί μπολσεβίκοι αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν, συμπεριλαμβανομένου και του Οσίνσκι εκ μέρους της ομάδας των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών. Ο Ριαζάνοφ την χαρακτήρισε ως «αγροτικό Μπρεστ»[38], εννοώντας ότι ήταν μια ακόμη παραχώρηση προς τον ταξικό εχθρό. Η απάντηση του Λένιν ήταν ότι «μονάχα μια συμφωνία με τους αγρότες μπορεί να σώσει την επανάσταση».

Στην πραγματικότητα, η ΝΕΠ προοιώνιζε μια ευρείας κλίμακας επίθεση προς την εργατική τάξη, αφού οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση των μικρότερων επιχειρήσεων. Ελλείψει πλέον κρατικής στήριξης αυτές οι επιχειρήσεις απέλυαν εργάτες, με αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και την πτώση των μισθών. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα ήταν τώρα το κυβερνών κόμμα ενός κράτος που προσπαθούσε να κρατηθεί στην εξουσία μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιούσε την αγροτική αντεπανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, όσο το Μπολσεβίκικο Κόμμα παρέμεινε πιστό στην παράδοση της ανοικτής συζήτησης, οι επαναστάτες μπορούσαν ακόμη να διατηρούν κάποια ελπίδα για το μέλλον. Η τελική απόφαση του 10ου Συνεδρίου, ωστόσο, ζητούσε την απαγόρευση των φραξιών (η Εργατική Αντιπολίτευση και οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές αναφέρονταν ονομαστικά στην απόφαση). Παρ’ όλο που αυτή δεν είχε ίσως το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (φράξιες εξακολουθούσαν να εμφανίζονται έως το 1927) δέσμευε πλέον τους μπολσεβίκους ότι θα υπερασπίσουν το κόμμα πιο σθεναρά απ’ όσο ποτέ. Πράγματι, ο Λένιν φαίνεται ότι είχε αντιδράσει υπερβολικά στην απειλή που αποτελούσαν οι διάφορες τάσεις πάνω στη συζήτηση για τα συνδικάτα. Πίστευε εσφαλμένα ότι η Εργατική Αντιπολίτευση υποστήριζε την ιδέα των συνδικάτων κατά του κόμματος. Το πόσο λάθος είχε καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, ενώ οι μπολσεβίκοι της Κροστάνδης υπερασπίστηκαν τη ναυτική βάση, το υπόλοιπο κόμμα κινητοποιήθηκε για να καταστείλει την εξέγερση. Στην καταστολή αυτή συμμετείχε και η αντιπολίτευση, τα μέλη της οποίας αποτέλεσαν μέρος του στρατιωτικού αποσπάσματος των 300 αντιπροσώπων του συνεδρίου που πήραν μέρος στην τελική έφοδο κατά της Κροστάνδης, η οποία στέφθηκε, τελικά, με επιτυχία στις 18 Μαρτίου. Κατά ειρωνεία της τύχης, η καταστολή της Κομμούνας της Κροστάνδης πραγματοποιήθηκε πενήντα ακριβώς χρόνια μετά την ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας. Ο Σερζ βρήκε τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της πεντηκοστής επετείου της Παρισινής Κομμούνας κάπως αηδιαστικές, δεδομένου ότι 10.000 επιτιθέμενοι έχασαν τη ζωή τους πάνω στο χιόνι, ενώ 1.500 υπερασπιστές πέθαναν και 2.500 αιχμαλωτίστηκαν. Ορισμένοι από αυτούς εκτελέστηκαν από την Τσέκα. Ο Σερζ, ωστόσο, υποστήριξε την επίθεση. Η γεμάτη αγωνία εκτίμησή του για την κατάσταση είναι καλύτερη από αυτή που θα μπορούσε να μας δώσει κάθε σύγχρονη παρόμοια απόπειρα:

«Με πολλούς δισταγμούς και με απερίγραπτο άγχος, οι κομμουνιστές φίλιοι μου και εγώ, προσχωρήσαμε τελικά στην άποψη του κόμματος. Και να γιατί. Η Κροστάνδη είχε δίκιο. Η Κροστάνδη ξεκινούσε μια καινούργια απελευθερωτική επανάσταση, την επανάσταση της λαϊκής δημοκρατίας. ‘Η Τρίτη Επανάσταση!’, έλεγαν ορισμένοι αναρχικοί γεμάτοι παιδικές ψευδαισθήσεις. Όμως η χώρα ήταν τελείως εξαντλημένη, η παραγωγή είχε σχεδόν σταματήσει, δεν υπήρχαν πλέον κανενός είδους αποθέματα, ούτε καν ψυχικά, μέσα στις ψυχές των μαζών. Η αφρόκρεμα του προλεταριάτου, διαμορφωμένο καθώς ήταν μέσα από τους αγώνες του παλιού καθεστώτος, ήταν κυριολεκτικά αποδεκατισμένη. Το κόμμα που διευρύνθηκε από τις εισροές των προσκείμενων στην εξουσία, δεν ενέπνεε και πολλή εμπιστοσύνη. Τα άλλα κόμματα δεν διασώζονταν παρά σαν ασθενή πλαίσια, με αμφίβολο δυναμικό… Αν έπεφτε η μπολσεβίκικη δικτατορία, θα ερχόταν σε ελάχιστο χρόνο το χάος, και μαζί με το χάος η πίεση από τους αγρότες, η σφαγή των κομμουνιστών, η επιστροφή των εμιγκρέδων και τελικά μια άλλη αντιπρολεταριακή δικτατορία».[39]

Πολλά από αυτά ειπώθηκαν αργότερα από μπολσεβίκους ηγέτες, ακόμα κι αν αυτοί επανέλαβαν το ψέμα της Τσέκα περί του ότι η Κροστάνδη ήταν δήθεν «μια συνομωσία λευκοφρουρών». Ο Μπουχάριν έγραψε ότι δεν ήταν κάτι τέτοιο, αλλά ότι έπρεπε να καταπνίξουν την εξέγερση των «παραστρατημένων προλετάριων αδελφών μας». Ο Λένιν αργότερα δήλωσε με μεγαλύτερη ακρίβεια ότι οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης δεν ήθελαν ούτε μια κυβέρνηση των Λευκών ούτε μια κυβέρνηση των μπολσεβίκων, αλλά «δεν υπήρχε κάποια άλλη». Η εκδοχή αυτή έγινε εκείνη την περίοδο δεκτή διεθνώς. Ακόμη και το KAPD, που βρισκόταν ήδη στην αντιπολίτευση της Τρίτης Διεθνούς, αποδέχτηκε το 1921 ότι η καταστολή της Κροστάνδης ήταν αναγκαία.

Ωστόσο, θα πρέπει να πούμε ότι, ενώ όλοι οι διεθνιστές της εποχής[40] υποστήριξαν την καταστολή της Κροστάνδης, κάποιοι από αυτούς αρνήθηκαν να αντλήσουν διδάγματα από αυτήν. Ενώ ο Τρότσκι έγραφε στη βιογραφία που έγραψε για τον Στάλιν[41], τον Αύγουστο του 1940, ότι η καταστολή της Κροστάνδης ήταν μια «τραγική αναγκαιότητα», σήμερα μπορούμε να ρίξουμε μια ευρύτερη ματιά στα ιστορικά διδάγματα. Κατ’ αρχάς δεν μπορούμε να εξετάσουμε την Κροστάνδη απομονωμένα. Όπως καταδεικνύεται, οποιαδήποτε πλευρά κι αν νικούσε, αυτή θα κατέληγε σε μια νίκη της αντεπανάστασης. Ωστόσο, ενώ η ήττα των ναυτών της Κροστάνδης ήταν μια ήττα της σοβιετικής εξουσίας εντός της Ρωσίας, η προοπτική της διεθνούς επανάστασης ήταν ακόμη ανοικτή και αυτός ήταν ο κρίσιμος παράγοντας για τις γνώμες των επαναστατών της εποχής.

Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το κόμμα ήταν το κράτος. Το δίδαγμα που μπορούμε να αποκομίσουμε είναι ότι το κόμμα πρέπει να είναι το κόμμα του διεθνούς προλεταριάτου ό,τι κι αν κάνουν τα μέλη του μέσα στα σοβιέτ μιας συγκεκριμένης επικράτειας. Μπορεί να υπάρξει και στο μέλλον μια κατάσταση κατά την οποία τα μέλη του κόμματος, μέσα σε μια επαναστατική κατάσταση, θα μάχονται κατά των υλικών στερήσεων, όπως έγινε και το 1921, αλλά το κόμμα του μέλλοντος θα είναι διεθνές. Και αυτό δεν σημαίνει μονάχα διεθνές ως προς το πνεύμα. Σημαίνει επίσης ότι δεν θα είναι προσδεμένο σε μια εδαφική οντότητα. Αν μιλάμε για σοβιετική εξουσία με την κυριολεκτική σημασία του όρου, τότε σε κάθε περιφέρεια τα σοβιέτ μπορεί να ψηφίζουν τους εκπροσώπους του κόμματος ή να τους απομακρύνουν, αλλά το ίδιο το κόμμα υποστηρίζει μονάχα το πρόγραμμα της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Ούτε είναι το κράτος ούτε ασκεί κρατική εξουσία, ακόμη και στο προσωρινό εργατικό κράτος που βρίσκεται σε μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.[42] Για τους επαναστάτες της εποχής το νεαρό εργατικό κράτος είχε γλιτώσει από μια κρίσιμη στιγμή. Για ‘μας, που διαθέτουμε το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, μπορούμε να δούμε πώς ό,τι κι αν συνέβη στην Κροστάνδη, η αντεπανάσταση βρισκόταν καθ’ οδόν. Υφιστάμεθα ακόμη τις συνέπειές της.

Η Δράση του Μαρτίου και το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

 

Η Κροστάνδη δεν ήταν το μοναδικό γεγονός εκείνου του μήνα που μαρτυρούσε την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος. Στη Γερμανία, όπως είδαμε παραπάνω, οι κομμουνιστές είχαν διασπαστεί το 1919 σε KAPD και KPD[43] και όλες οι προσπάθειες επανενοποίησης έπεφταν στο κενό και από τις δύο πλευρές. Το μεν KPDταλαντευόταν από την ίδρυση ανάμεσα στον πραξικοπηματισμό και την παθητικότητα. Η συμμετοχή του στη λεγόμενη Δράση του Μαρτίου κατέληξε σε μια παταγώδη αποτυχία, η οποία όχι μόνο του κόστισε την απώλεια των 2/3 των μελών του (από 450 χιλιάδες μέλη έμειναν 180 χιλιάδες μέσα σε τρεις μήνες), αλλά υπέσκαψε επίσης το ηθικό και την επαναστατική βούληση της εργατικής τάξης. Αφενός το KPD απάντησε σε μια προβοκάτσια του στρατού (ο οποίος προσπάθησε να αφοπλίσει τους εργάτες), ενώ αφετέρου ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Ράντεκ και του Μπέλα Κουν να σπάσει την απομόνωση της σοβιετικής Ρωσίας και, τέλος, να φανεί ότι δρα πιο αποφασιστικά απ’ ότι είχε κάνει κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος Καπ, όπου είχε αφήσει στο SPD την πρωτοβουλία να οργανώσει απεργίες που οδήγησαν αυτή την απόπειρα πραξικοπήματος που πραγματοποίησε η δεξιά σε αποτυχία. Προς τα τέλη της Δράσης ο ηγέτης του KPD Έμπερλαϊν προσπάθησε να υποκινήσει τους εργάτες να συνεχίσουν τον αγώνα ανατινάζοντας κτήρια του KPD, τακτική που απέβη εις βάρος του όταν αποκαλύφτηκε από την άρχουσα τάξη. Το οριστικό φιάσκο ήρθε όταν εργάτες στο Αμβούργο που ήθελαν να συνεχίσουν τον αγώνα κατέληξαν να πολεμούν εργάτες που θεωρούσαν ότι η Δράση τελείωσε.

Πολύ πριν από την ήττα της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία η Σοβιετική Ρωσία διαπραγματευόταν την επιβίωσή της μέσα στη μεταπολεμική ιμπεριαλιστική κατάσταση πραγμάτων. Τούτο δεν σήμαινε την αυτόματη εγκατάλειψη της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά απλώς την αναγνώριση της αδυναμίας της σοβιετικής οικονομίας και την ανάγκη αποκατάστασης του εξωτερικού εμπορίου. Στις 16 Μαρτίου 1921, δύο μέρες πριν από την τελική καταστολή της Κροστάνδης, η βρετανική κυβέρνηση υπέγραψε το αγγλο-σοβιετικό εμπορικό σύμφωνο, το οποίο προέβλεπε τη ντε φάκτο αναγνώριση της κυβέρνησης των μπολσεβίκων με αντάλλαγμα την αναστολή κάθε προπαγάνδας κατά της Βρετανίας στο Αφγανιστάν και την Ινδία. Επιπλέον, είχαν ήδη ξεκινήσει μυστικές διαπραγματεύσεις με τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική κυβέρνηση, και έτσι, ενώ ελάμβανε χώρα η Δράση του Μαρτίου, μια γερμανική εμπορική αποστολή ερχόταν στη Μόσχα με επικεφαλής τον Ράθεναου[44]. Ο Κρασίν, ο σοβιετικός κομισάριος εξωτερικού εμπορίου, έφθασε στο σημείο να προειδοποιήσει τους Γερμανούς εργάτες σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ότι οι απεργίες τους θα εμπόδιζαν την παράδοση εμπορευμάτων προς τη Σοβιετική Ένωση!

Μια περαιτέρω απόδειξη για το ότι το επαναστατικό κύμα καταλάγιαζε ήταν οι αποφάσεις του Τρίτου Συνεδρίου της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1921. Εκεί ο Τρότσκι είπε στους αντιπροσώπους του συνεδρίου ότι το 1919 οι μπολσεβίκοι περίμεναν ότι η παγκόσμια επανάσταση θα ήταν θέμα μηνών. Τώρα έκαναν λόγο για «μια υπόθεση ετών». Η αποτυχία της Δράσης του Μαρτίου και η εξέγερση της Κροστάνδης βάραινα πολύ στο μυαλό των μπολσεβίκων ηγετών που οργάνωσαν τις κύριες συζητήσεις. Η ατμόσφαιρα εντός της οποίας αυτές διεξήχθησαν δεν ήταν η ατμόσφαιρα της αδιάλλακτης υπεράσπισης των επαναστατικών θέσεων στη συζήτηση των 21 Όρων[45] που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Συνεδρίου. Στο σημείο αυτό το κύριο μέλημα των μπολσεβίκων ήταν το πώς τα κομμουνιστικά κόμματα θα αποκτήσουν μαζική βάση. Δεδομένου ότι το επαναστατικό κύμα υποχωρούσε, επιδιώχθηκε η συμμαχία με τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες, που είχαν προσχωρήσει στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο το 1914 και είχαν συμπράξει στη δολοφονία εκατοντάδων κομμουνιστών από κρυπτοφασίστες. Το Τρίτο Συνέδριο της Διεθνούς αποτέλεσε έτσι σταθμό στην αντεπαναστατική καμπή του 1921. Έδειξε επίσης πως η τύχη της Διεθνούς παρέμενε συνδεδεμένη με την πορεία της αντεπανάστασης στη Ρωσία. Τούτο κατέστη σαφές για πρώτη φορά στη συζήτηση για ό,τι προηγουμένως είχε ονομαστεί «εθνικό και αποικιακό ζήτημα». Προηγουμένως η Διεθνής είχε μια πολιτική που μεγαλοποιούσε τους εθνικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού συνδέοντάς τους με την πάλη για τον κομμουνισμό. Τώρα (εννέα μονάχα μήνες μετά το Συνέδριο του Μπακού[46]) δεν αναφερόταν καν στους «εθνικούς και αποικιακούς αγώνες» αλλά στο «ανατολικό ζήτημα». Το εμπορικό σύμφωνο με της Ρωσίας με τη Βρετανική Αυτοκρατορία μαζί με τα σύμφωνα με την Περσία (Ιράν) και την Τουρκία σήμαιναν ότι αυτές οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει να ενοχληθούν. Ήταν δε πολύ φυσικό ο ινδός κομμουνιστής M. N. Ρόι να διατυπώσει τη μόνη πραγματικά βαρυσήμαντη άποψη στην όλη συζήτηση χαρακτηρίζοντας την πολιτική της Κομιντέρν[47] «καθαρά οπορτουνιστική» και ως «αρμόζουσα περισσότερο σε ένα συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς».[48]

Το ίδιο ίσχυε επίσης και για τη μεταβολή της πολιτικής απέναντι γενικά στη σοσιαλδημοκρατία. Το ενιαίο μέτωπο με τους σφαγείς της εργατικής τάξης θα είχε εξαγγελθεί στο Τρίτο Συνέδριο, αν δεν είχε ήδη συνδεθεί με τον ηγέτη του KPD Πάουλ Λέβι, που είχε αποπεμφθεί από το κόμμα στις αρχές της χρονιάς. Έτσι, η προτροπή των μπολσεβίκων ηγετών στο Τρίτο Συνέδριο ήταν το σύνθημα «προς τις μάζες». Όμως, οι κομμουνιστές είχαν ήδη εφαρμόσει αυτήν την ιδέα όταν προσπαθούσαν να διασπάσουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να σημαίνει το καινούργιο σύνθημα; Τίποτε άλλο από μια επαναπροσέγγιση με τη σοσιαλδημοκρατία σε όλα τα επίπεδα. Μολονότι οι πολιτικοί μας προπάτορες που τότε ηγούνταν του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος δεν διαφωνούσαν με αυτό το σύνθημα, προτίμησαν να το εφαρμόσουν διαφορετικά. Γι’ αυτούς το σύνθημα «προς τις μάζες» σήμαινε ότι, αφενός, συμπράττουν σε απεργίες και σε άλλες ενέργειες με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αλλά, αφετέρου, εξακολουθούν να αντιτίθενται στην πολιτική συνεργασίας με την αστική τάξη που εφάρμοζαν οι ηγέτες τους. Τον Δεκέμβριο, όταν το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε για πρώτη φορά το σύνθημα του «ενιαίου μετώπου», ήταν σαφές ότι αυτό δεν αφορούσε τη συνεργασία των κομμουνιστών με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά με την ηγεσία της. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για την εγκατάλειψη της επαναστατικής οδού σε διεθνή κλίμακα. Τούτο δεν ανακοινώθηκε ασφαλώς κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε ήδη ντε φάκτο. Αν το 1921 έδειξε ότι η επανάσταση εντός της Ρωσίας άρχισε τώρα να στρέφεται κατά της εργατικής τάξης, αποτέλεσε επίσης και την αφετηρία της διαδικασίας που οδήγησε στην εγκατάλειψη των προλεταριακών αρχών του διεθνισμού. Για τους συντρόφους μας του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος το Τρίτο Συνέδριο ήταν το σημείο καμπής στην ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς:

«Οι αντιφάσεις που ξεπρόβαλαν σε παγκόσμια κλίμακα εξακολουθούν να βαραίνουν πάνω στην πρώτη επαναστατική εμπειρία. Η πραγματοποίηση της επανάστασης σε μία χώρα, η προς στιγμήν ήττα της αστικής τάξης στην ένοπλη σύγκρουση δεν συνεπάγονται την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά μονάχα την καθιέρωση των αναγκαίων πολιτικών όρων γι’ αυτήν. Είναι απολύτως απαραίτητη η καταστροφή του πολιτικού οργάνου μέσω του οποίου η αστική τάξη ασκεί την ταξική της κυριαρχία και η αντικατάστασή του με ένα άλλο, προλεταριακό κράτος, οργανωμένο με βάση τη σιδερένια ταξική δικτατορία. Όμως, αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρκετό. Για να βαδίσει αποτελεσματικά προς τον σοσιαλισμό η επανάσταση χρειάζεται μια επαρκώς αναπτυγμένη πολιτική δομή και μια οικονομία που είναι εξ ολοκλήρου αυτόνομη από την παγκόσμια αγορά, και αυτές οι συνθήκες απουσίαζαν εκείνα τα χρόνια από τη Ρωσία. Γι’ αυτό η μόνη σωτηρία από την καθυστέρηση της Ρωσίας βρισκόταν στην επαναστατική νίκη κάποιας δυτικής, ή ακόμη καλύτερα, κάποιας βιομηχανικά αναπτυγμένης χώρας. Απ’ αυτό συνάγεται ότι η Κομμουνιστική Διεθνής και το Μπολσεβίκικο Κόμμα -είτε το γεγονός αυτό αρέσει είτε όχι- που ήταν η σπονδυλική στήλη της Κομιντέρν, έπρεπε να διεξαγάγει κάθε προσπάθεια για να επισπεύσει ή, τουλάχιστον, να προωθήσει ανυποχώρητα επαναστατικές λύσεις με βάση τα δύο πρώτα Συνέδρια.[49] Η εγκατάλειψη της αυτονομίας του ταξικού κόμματος και της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως αυτή κι αν μεταμφιέζεται, δεν χρησιμεύει ούτε για τη μεταστροφή των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας ούτε για την επανένωση των μαζών με βάση ένα πρόγραμμα επαναστατικού συμβιβασμού και οδηγεί το διεθνές προλεταριάτο μονάχα στη σύγχυση, αμβλύνει το πολιτικό όπλο της πάλης του και συσκοτίζει τους στόχους του. Ανακύπτει η εύλογη αμφιβολία ότι πίσω από την επίσημη ανάλυση των μπολσεβίκων ηγετών και της ίδιας της Κομιντέρν βρισκόταν η ιδέα ότι η κατάσταση ήταν λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που προέβλεπαν προηγουμένως. Έτσι θεωρήθηκε σωστό ότι η βοήθεια προς τη Ρωσία, που βρισκόταν ακόμα σε επισφαλή θέση, επιτυγχάνεται με μια διεθνή συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία προκειμένου να δοθεί μια σταθερότερη εγγύηση ασφάλειας, από αυτή που μπορεί να παράσχει η επέκταση της επανάστασης. Μονάχα με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε πώς οι τακτικές προσαρμογές στο ενιαίο μέτωπο και στην εργατική κυβέρνηση[50] έπαψαν να είναι ασαφείς και προσέλαβαν την πραγματική τους μορφή».[51]

Την Πρωτομαγιά του 1922 το σύνθημα της «παγκόσμιας επανάστασης» εξέλειπε για πρώτη φορά από τα συνθήματα του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Για τους επαναστάτες της εποχής, ωστόσο, η σημασία αυτού του γεγονότος δεν ήταν τόσο πρόδηλη. Πισωγυρίσματα συμβαίνουν σε κάθε διαδικασία και οι επαναστάτες πρέπει να διατηρούν μια ορθολογική αισιοδοξία ότι τέτοια πισωγυρίσματα μπορούν να ξεπεραστούν. Ο Τρότσκι υποστήριξε την υιοθέτηση του συνθήματος «προς τις μάζες» ως μια «στρατηγική προσωρινής υποχώρησης» Αλλά «προσωρινής» για πόσον καιρό; Από το 1922 ο Μπορντίγκα ασκούσε ανοικτά κριτική στον «κίνδυνο να δούμε το ενιαίο μέτωπο να εκφυλίζεται σε έναν κομμουνιστικό αναθεωρητισμό».[52] Από το 1924 ζητούσε την εγκατάλειψη των συνθημάτων του «ενιαίου μετώπου» και της «εργατικής κυβέρνησης» ως συνθημάτων που οδηγούν σε πλήρη σύγχυση. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένας περαιτέρω εκφυλισμός σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα που ήταν τμήματα της Διεθνούς και υπόκειντο στην «μπολσεβικοποίηση», δηλαδή οι ηγέτες τους επιλέγονταν με βάση την ευπείθειά τους προς τη Μόσχα και στα συμφέροντα της σοβιετικής κρατικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Γκράμσι αντικατέστησε τον Μπορντίγκα ύστερα από επιμονή της Μόσχας και χρησιμοποίησε διάφορα οργανωτικά μέσα για να διαλύσει την επιρροή που ασκούσε η αριστερή πτέρυγα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (με ορόσημο το Συνέδριο της Λυών[53] το 1926). Εκείνη την εποχή οι πολιτικοί μας προπάτορες στην Κομμουνιστική Αριστερά δημιούργησαν την Επιτροπή της Ιντέζα[54], στην οποία εξέθεσαν συνοπτικά τις απόψεις τους σχετικά με την αποτυχία της πολιτικής της Κομιντέρν.

Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι σε κάθε κατάσταση οι μεθοδεύσεις και οι τακτικοί ελιγμοί μπορούν να διευρύνουν την κομματική βάση, εφόσον οι σχέσεις μεταξύ του κόμματος και των μαζών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αντικειμενική κατάσταση.[55]

Η επανάσταση είναι υπόθεση των μαζών

 

Κατά συνέπεια, το 1921 δεν ήταν απλώς μια αλυσίδα ασύνδετων μεταξύ τους πισωγυρισμάτων, αλλά σηματοδοτεί την ανάσχεση του επαναστατικού κύματος και την οριστική έναρξη της αντιστροφής της διαδικασίας που είχε θέσει την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας. Για τους επαναστάτες της εποχής ήταν φανερό ότι ελάμβανε χώρα μια μαζική υποχώρηση σε διεθνή κλίμακα. Οι μπολσεβίκοι είχαν την άποψη ότι θα πρέπει να κρατήσουν το αρχικό προλεταριακό προπύργιο έως την έλευση της παγκόσμιας επανάστασης. Όμως, η αδυναμία του ρωσικού προλεταριάτου σήμαινε ότι το Μπολσεβίκικο Κόμμα μετατρεπόταν όλο και περισσότερο όχι απλώς σε διοικητή του κράτους αλλά στο ίδιο το κράτος. Αυτό δε το κράτος γινόταν όλο και περισσότερο ένας εκκολαπτόμενος σοβιετικός καπιταλισμός κατά της εργατικής τάξης. Έτσι, έχουμε μια από τις πιο συγκεχυμένες αντεπαναστάσεις στην ιστορία, όπου το κόμμα που αποτέλεσε την υψηλότερη έκφραση της συνείδησης της εργατικής τάξης το 1917 μετατράπηκε, από τις ιστορικές συνθήκες του απομονωμένου πολέμου του ρωσικού προλεταριάτου κατά του ιμπεριαλισμού, σε φορέα της προλεταριακής ήττας. Τίποτε από αυτά δεν πέρασε απαρατήρητο από τους αντιπολιτευόμενους εντός του Μπολσεβίκικου Κόμματος και ακόμη κι από τον ίδιο τον Λένιν. Στο Ενδέκατο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Μάρτιο του 1922, έλεγε στους αντιπροσώπους:

«…κι’ αν πάρουμε τη γραφειοκρατική αυτή μηχανή, αυτό το βουνό – τότε ποιος ποιον οδηγεί εδώ; Αμφιβάλλω πολύ, αν μπορεί κανείς να πει ότι οι κομμουνιστές οδηγούν αυτό το βουνό. Για να πούμε την αλήθεια δεν οδηγούν αυτοί, αλλά οδηγούνται».[56]

Ωστόσο, μόνο με το τεράστιο πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το 1921 ήταν το έτος κατά το οποίο η επανάσταση είχε χαθεί και αυτό πρέπει να αποτελεί μέρος του απολογισμού μας σχετικά με τη ρωσική εμπειρία. Το δίδαγμα που αντλούμε από αυτήν την εμπειρία δεν είναι το συμπέρασμα των συμβουλιακών κομμουνιστών, σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κόμματα είναι αστικά (όπως συμπέρανε ο Όττο Ρύλε[57], προτού φύγει για να εργαστεί για τη μεξικανική κυβέρνηση του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος!). Επειδή η εργατική τάξη δεν έχει ιδιοκτησία για να υπερασπίσει, η συνείδησή της (η οποία ενσωματώνεται στο πρόγραμμά της) μπορεί να πάρει τη μορφή μονάχα ενός συλλογικού σώματος. Επειδή δε κάποιοι εργάτες, χάρη στην πείρα τους, έρχονται προς τις επαναστατικές ιδέες πριν από άλλους, πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να οργανωθούν. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολιτικό σώμα δεν βασίζεται στον συμβιβασμό με την αστική τάξη, αλλά ότι αυτή είναι ο σταθερός αντίπαλός της. Αυτό σημαίνει για ‘μας μονάχα ένα επαναστατικό κόμμα. Αυτό που, ωστόσο, έδειξαν το 1921 και η παρακμή της επανάστασης είναι η ανάγκη ένα τέτοιο κόμμα να είναι διεθνές και συγκεντρωτικό πριν από το επαναστατικό ξέσπασμα. Το ίδιο κόμμα παραμένει έξω από όλες τις κυβερνητικές ή κρατικές λειτουργίες ως σώμα ανεξάρτητα απ’ ό,τι πρέπει να κάνουν κατά τόπους τα μέλη του. Σε τοπικό επίπεδο η εξουσία ασκείται από τα ένοπλα εργατικά συμβούλια. Αυτά είναι τα μοναδικά κρατικά σώματα έως ότου η αστική τάξη ανατραπεί σε παγκόσμια κλίμακα. Το κόμμα είναι η πολιτική πρωτοπορία που υπερασπίζεται το πρόγραμμα του κομμουνισμού και όχι κάθε επικράτεια που ισχυρίζεται ότι βρίσκεται καθ’ οδόν προς τον κομμουνισμό. Μπορεί να υπάρξουν εκείνοι που θα ισχυριστούν ότι αυτό είναι μια ουτοπία και ότι είναι ιδεαλιστικό, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι το ίδιο το 1921, στο 10ο Συνέδριο του Κόμματος:

«Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο Λένιν ερωτοτροπούσε με την ιδέα του χωρισμού κράτους και κόμματος. Συνέστησε, εν ολίγοις, έναν πλήρη προσδιορισμό και μια σαφή οριοθέτηση των αντίστοιχων τομέων καθενός και πρότεινε τα όργανα του κράτους να διαθέτουν κατά πολύ μεγαλύτερη αυτονομία και ελευθερία από τις κομματικές παρεμβάσεις».[58]

Ο Χάρντινγκ μάς λέει ότι ο Λένιν παραδέχτηκε «σχεδόν στιγμιαία» ότι η πρότασή του δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Όμως αυτό οφείλετο στο ότι η κατάσταση το 1921 καθιστούσε αδύνατο να ξαναγραφτεί το παρελθόν. Οι μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν την κρατική εξουσία, επειδή τα σοβιέτ ήταν ήδη κενό γράμμα. Αν είχε κάνει την πρότασή του τον Νοέμβριο του 1917 και αν τα σοβιέτ είχαν διατηρηθεί στην πολιτική ζωή, τότε αυτό θα ήταν δυνατόν. Το 1921 οι μπολσεβίκοι βρίσκονταν στη θέση του Μακόμπερ[59], καθώς κατείχαν την κρατική εξουσία με την ελπίδα ότι «κάτι θα γίνει» από την άποψη της παγκόσμιας επανάστασης.

Τούτο είναι απλώς ουτοπικό, εάν η εργατική τάξη δεν κινητοποιείται μαζικά και δεν ζωογονεί το διεθνές κόμμα και τα εργατικά συμβούλια. Τελικά, η μοναδική εγγύηση της νίκης είναι η σχετικά γοργή επέκταση της επανάστασης, τουλάχιστον στις σημαντικότερες ιμπεριαλιστικές χώρες, επειδή, έως ότου αυτές δεν παραλύσουν, έχουν τη δυνατότητα να καταστρέφουν κάθε επαναστατική πρωτοβουλία. Με την επιβολή ενός διεθνούς εμφυλίου πολέμου πάνω σε μια ήδη εξαντλημένη σοβιετική δημοκρατία μπορούν να την καταστρέψουν υλικά. Ενώ οι μπολσεβίκοι νίκησαν στρατιωτικά μέσα στη ρωσική επικράτεια, η αποτυχία της παγκόσμιας επανάστασης στο εξωτερικό σήμαινε ότι η ταξική πάλη χάθηκε πολιτικά. Η υιοθέτηση της ΝΕΠ και του ενιαίου μετώπου το 1921 ήταν το επισφράγισμα αυτής της πολιτικής ήττας. Η εργατική τάξη εξακολουθεί ακόμη να υφίσταται τις συνέπειές της.

Πηγή: 1921 – Kronstadt: Beginning of the Counter-revolution, www.leftcom.org

To άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ένζυμο», Νο. 1, Οκτώβριος 2013

[1]βλ. Victor Serge, The Revolution in Danger, μτφ. Ian Brichall, εκδόσεις Redwords, 1997.

[2] Αρχικά της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η οποία εγκρίθηκε, ύστερα από εισήγηση του Λένιν, από το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι) το 1921 και αποτέλεσε την οικονομική πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση των μπολσεβίκων για τα επόμενα έτη. Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η κατάργηση των επιτάξεων της σοδειάς στην ύπαιθρο –που εφαρμόστηκε ευρέως και με βίαιες μεθόδους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου- και η αντικατάστασή της με την καθιέρωση ενός φόρου σε είδος, η δημιουργία μιας κρατικά ελεγχόμενης αγοράς στην ύπαιθρο και στις πόλεις, με την αναθέρμανση της μικρής εμπορευματικής παραγωγής στους αγροτικούς κλήρους και στις μικρές και μεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Για τις απόψεις του Λένιν σχετικά με τη ΝΕΠ και την πολιτική οικοδόμησης του κρατικού καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση βλ. χαρακτηριστικά Για το φόρο σε είδος (Η σημασία της νέας πολιτικής και οι όροι της, Β.Ι, Λένιν, Άπαντα, τόμος 43, σ. 205-245, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988.(Σ.τ.Μ.)

[3] βλ. παρακάτω στο κεφάλαιο αυτού του άρθρου με τίτλο «Η Δράση του Μαρτίου και το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς». (Σ.τ.Μ.)

[4] Ονομασία του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης των μπολσεβίκων. (Σ.τ.Μ.)

[5] Δηλαδή, εφόσον εμείς είμαστε σε θέση πλέον να γνωρίζουμε την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με συγκατάβαση τους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτά, εφόσον εκείνοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, όπως εμείς σήμερα, την πορεία αυτών των γεγονότων, την οριστική τους έκβαση και τα αποτελέσματα των πράξεών τους. (Σ.τ.Μ.)

[6]EdwardPalmerThompson (1924 – 1993): Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βρετανούς ιστορικούς, γνωστός κυρίως για το έργο του TheMakingoftheEnglishWorkingClass (1963) («Η δημιουργία της αγγλικής εργατικής τάξης»). (Σ.τ.Μ.)

[7] Δεν αποδεχόμαστε τον όρο «ελευθεριακός μαρξιστής» για τους πραγματικούς μαρξιστές. Ο μαρξισμός είναι ελευθεριακός διαφορετικά δεν είναι διόλου μαρξισμός. Ο σταλινισμός και οι παραφυάδες του δεν είναι μαρξισμός. Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τις απόψεις μας σχετικά με τη Ρωσική Επανάσταση μπορεί να διαβάσει την μπροσούρα μας με τίτλο «1917», η οποία περιλαμβάνει και την περίοδο της αντεπανάστασης.

[8] βλ. τη σύγκριση που πραγματοποιεί ο ArthurRansome στα έργα του SixWeeksinRussia1919 και TheCrisisinRussia 1920, εκδόσεις Redwords, 1992.

[9] Το 1918 πραγματοποιήθηκε η ξένη πολυεθνική στρατιωτική επέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο στη Ρωσία, με την αποστολή στρατευμάτων από 14 κράτη. Οι ΗΠΑ απέστειλαν 8.000 στρατιώτες, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο Βλαδιβοστόκ. (Σ.τ.Μ.)

[10]ΠαρατίθεταιστοW.P & Z. Coates, Armed Intervention in Russia 1918-22, σ. 229, Λονδίνο, 1935.

[11]Edward Arnold, Rethinking the Russian Revolution, σ. 204, 1990.

[12] S. Smith, Red Petrograd: Revolution in The Factories, 1917-18, σ. 250-251. Για έναν βιβλιογραφικό κατάλογο στα αγγλικά σχετικά με την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης βλ. Russian Revolution 1917 –further reading guideστηνιστοσελίδαlibcom.org. (Σ.τ.Μ.)

[13] Βίκτορ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1905-1941), σ. 114,115, μτφ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2008. (Σ.τ.Μ.)

[14] Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί και η ηρωική αντίσταση των μικρότερων σοσιαλιστικών κομμάτων στη Σερβία και στη Βουλγαρία.

[15] Διεθνή σοσιαλιστικά αντιπολεμικά συνέδρια, τα οποία πραγματοποιήθηκαν μυστικά στις αντίστοιχες περιοχές της Ελβετίας το 1915 και το 1916. Οι μπολσεβίκοι αποτελούσαν την άκρα αριστερά του συνεδρίου εισηγούμενοι τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, δηλαδή σε προλεταριακή επανάσταση. (Σ.τ.Μ.)

[16] βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η Ρώσικη Επανάσταση, σ. 82, μτφ. Α. Στίνα, Εκδόσεις Ύψιλον, γ΄ έκδοση, Αθήνα, 1980. (Σ.τ.Μ.)

[17] Ι. Β. Λένιν, Το Τρίτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, Άπαντα, τόμος 35, σ. 277, έκδοση πέμπτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)

[18] Ι. Β. Λένιν, Το Έβδομο Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ), Πολιτική Έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής, Άπαντα, τόμος 36, σ. 15, έκδοση πέμπτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)

[19]ΠαρατίθεταιστοThe German Revolution and the Debate on Soviet Power, σ. 33,επιμ. JohnRiddell, εκδόσεις PathfinderPress, Νέα Υόρκη, 1986.

[20] Αρχικά του Ανεξάρτητου Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1917 ύστερα από την αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. (Σ.τ.Μ.)

[21]Freikorps («Ελεύθερα Σώματα»): Ονομασία των παραστρατιωτικών οργανώσεων που ιδρύθηκαν το 1918 και συγκέντρωσαν στις γραμμές τους αντιδραστικούς σωβινιστές, βετεράνους του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, με σκοπό την προστασία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από τους κομμουνιστές. Οι οργανώσεις αυτές υποστηρίχτηκαν από τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό άμυνας Γκούσταβ Νόσκε και έπαιξαν προεξάρχοντα ρόλο στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το 1919. Αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. (Σ.τ.Μ.)

[22] Παρατίθεται στο E. H. Carr, TheBolshevikRevolution, σ. 133, τόμος 3, εκδόσεις Pelican, 1966.

[23]Carr, ό.π. Τα βρετανικά στρατεύματα δεν αποσύρθηκαν για άλλους έξι μήνες και όχι προτού οι λιμενεργάτες του Λονδίνου αρνηθούν να φορτώσουν το πλοίο ανεφοδιασμού JollyGeorge που προοριζόταν για τον Αρχάγγελο και το Μούρμανσκ.

[24]Carr, ό.π., σ. 138. [Ο Γιουντένιτς, ο Κόλτσακ και ο Ντενίκιν ήταν οι επικεφαλής των αντεπαναστατικών λευκών στρατευμάτων στη Ρωσία. (Σ.τ.Μ.)]

[25]L. Kritsman, The Heroic Period in the Great October Revolution (1926), σ. 166.

[26]βλ. P. Binns, T. Cliff & C. Harman, Russia: From Workers’ State to State Capitalism, σ. 20, Bookmarks, 1987. Εκεί οι συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν τις ίδιες ψεύτικες κατηγορίες που διατύπωσε ο Τρότσκι σ’ έναν άρθρο του, γραμμένο το 1938, με τίτλο HueandCryOverKronstadt. [βλ. στα ελληνικά: Πώς χάθηκε η ρώσικη επανάσταση – Από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό, μτφ. Χρήστος Πετράκος, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 1998. Το άρθρο του Τρότσκι («Κατακραυγή για την Κροστάνδη») περιλαμβάνεται στο βιβλίο με τίτλο Λεόν Τρότσκι, Για τον αναρχισμό, μτφ. Θ. Θωμαδάκη, Εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα, 1985. (Σ.τ.Μ.)]

[27] Το πρώτο μέρος του πολύτομου έργου του Ε. Η. Carr έχει εκδοθεί στα ελληνικά σε τρεις τόμους: βλ. Έντουαρτ Χάλετ Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 1917-1923, εκδόσεις Υποδομή. Γενικά, πρόκειται για μια από τις πιο εμπεριστατωμένες ιστορίες της Σοβιετικής Ένωσης. (Σ.τ.Μ.)

[28] Ο τεϋλορισμός είναι σύστημα οργάνωσης της εργασίας και διεύθυνσης της παραγωγής που χαρακτήριζαν το μέχρι πρότινος κυρίαρχο σύστημα βιομηχανικής παραγωγής. Εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα και οφείλει την ονομασία του στον αμερικανό μηχανικό Φρέντερικ Τέιλορ, ο οποίος το επινόησε και το εισήγαγε. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα σύνολο μεθόδων οργάνωσης και μέτρησης της εργασίας, ελέγχου των παραγωγικών διαδικασιών, επιλογής, τοποθέτησης και πληρωμής της εργατικής δύναμης που στηρίζεται στην αποειδίκευση και στην κατάτμηση του αντικειμένου της εργασίας βάσει της ευρείας εφαρμογής της αλυσίδας παραγωγής με στόχο την εντατικοποίηση της εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας. (Σ.τ.Μ.)

[29] Για τη σχετική αντίληψη του Τρότσκι βλ. Λεόν Τρότσκι, Τρομοκρατία και κομμουνισμός, «Τα ζητήματα Οργάνωσης της Εργασίας», σ. 172-219, μτφ. Θ. Θωμαδάκης, Εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα, 1979. (Σ.τ.Μ.)

[30] Για την ιστορία της κομμουνιστικής αριστεράς στη Ρωσία βλ. International Communist Current, The Russian Communist Left, 1918-1930 καιIan Hebbes, The Communist Left in Russia after 1920στιςιστοσελίδεςhttp://world.internationalism.org/καιlibcom.org αντίστοιχα. (Σ.τ.Μ.)

[31]ΠαρατίθεταιστοάρθροKrostandt 1921: AnalysisofPopularUprisinginthetimeofLenin, στοπεριοδικόRevolutionary Perspectives, No. 23, σ. 22.

[32] Το πρόγραμμα δημοσιεύεται στα ελληνικά στο βιβλίο με τίτλο: Ίντα Μετ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, μτφ. Α. Στίνας, εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη». (Σ.τ.Μ.)

[33] βλ. Οι «Ισβέστιες» της Κροστάνδης, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος». (Σ.τ.Μ.)

[34]IdaMett, TheKronstadtCommune. [Ίντα Μετ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, βλ. παραπάνω (Σ.τ.Μ.)]

[35] Το τελεσίγραφο αυτό παρατίθεται στο Ίντα Μεττ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, σ. 47. (Σ.τ.Μ.)

[36] βλ. Αλεξάνδρα Κολοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, μτφ. Πέτρου Λινάρδου, εκδόσεις Βέργος, Αθήνα, 1975. (Σ.τ.Μ.)

[37] Για τις τοποθετήσεις του Λένιν στο 10ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος βλ. Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ) του Μάρτη 1921, σ. 1-127, Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 43, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988. (Σ.τ.Μ.)

[38] Παραλληλισμός με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ μεταξύ Σοβιετικής Ρωσίας και Κεντρικών Δυνάμεων (Μάρτιος 1918), βάσει της οποίας οι μπολσεβίκοι προέβησαν σε μεγάλες παραχωρήσεις (παράδοση της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής στις Κεντρικές Δυνάμεις) με αντάλλαγμα τη σύναψη ειρήνης. (Σ.τ.Μ.)

[39] Βίκτορ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1905-1941), σ. 193-194, μτφ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2008. (Σ.τ.Μ.)

[40] Ασφαλώς ο συγγραφέας εννοεί αποκλειστικά τους μαρξιστές διεθνιστές. (Σ.τ.Μ.)

[41] βλ. Λεόν Τρότσκι, Στάλιν, τρεις τόμοι, μτφ. Αχιλλέα Βαγενά, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα, 1972. (Σ.τ.Μ.)

[42] Απορρίπτουμε τόσο τον ιδεαλισμό του Διεθνούς Κομμουνιστικού Ρεύματος (ICC), το οποίο νομίζει πως είναι αρκετό να λέει ότι «όλες οι πράξεις βίας στο εσωτερικό του προλεταριάτου είναι έκνομες» (βλ. InternationalReview, No. 100, σ. 21), σάμπως αυτό να επιλύει το πρόβλημα. Όχι μόνο πρόκειται για μια δήλωση που εκφράζει ευσεβείς πόθους και με την οποία ο καθένας μπορεί να συμφωνήσει, αλλά θέτει επίσης και ένα άλλο ζήτημα. Πρόκειται για το ζήτημα του ποιος είναι προλετάριος και ποιος όχι, και ασφαλώς μας διακατέχει μια αγωνία για να περάσουμε τις δοκιμασίες που θα θέσει το ICC σχετικά μ’ αυτό!

[43] Αρχικά του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. (Σ.τ.Μ.)

[44]WalterRathenau (1867-1922): Γερμανός βιομήχανος, πολιτικός και συγγραφέας. Διετέλεσε υπουργός εξωτερικών. (Σ.τ.Μ.)

[45] Οι 21 όροι προσχώρησης στην Κομμουνιστική Διεθνή, οι οποίες ψηφίστηκαν από το Δεύτερο Συνέδριό της. (Σ.τ.Μ.)

[46] Τον Σεπτέμβριο του 1920 πραγματοποιήθηκε στο Μπακού το «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» με εκπροσώπους εθνικών κινημάτων διαφόρων χωρών και με κύριο ζήτημα της συνεργασία μεταξύ κομμουνιστών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. (Σ.τ.Μ.)

[47] Σύντομη ονομασία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. (Σ.τ.Μ.)

[48]Βλ. E. H. Carr, The Bolshevik Revolution, τόμος 3, σ. 386.

[49] Ο συγγραφέας εννοεί τις αποφάσεις των δύο πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς. (Σ.τ.Μ.)

[50] Η πολιτική της «εργατικής κυβέρνησης» υιοθετήθηκε από τον Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1922). Με την απόφαση αυτή η εργατική κυβέρνηση παύει να ταυτίζεται με τη δικτατορία του προλεταριάτου και η συγκρότησή της δεν προϋποθέτει την ανατροπή του αστικού κράτους. Η απόφαση προβλέπει διάφορους τύπους «εργατικών κυβερνήσεων», μεταξύ των οποίων και την κυβέρνηση της σοσιαλδημοκρατίας, και στόχευε επί του πρακτέου στη συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ κομμουνιστών και αριστερών σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία. Τέτοιες κυβερνήσεις συγκροτήθηκαν στη Σαξωνία και στη Θουριγία το 1923, εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού και αναζωπύρωσης της εργατικής αναταραχής, με αποτέλεσμα την καταστολή τους από τον στρατό της κεντρικής κυβέρνησης χωρίς καμία ουσιαστική αντίσταση. Η «εργατική κυβέρνηση» ήταν αναγκαίο συμπλήρωμα της τακτικής του «ενιαίου μετώπου» με τη σοσιαλδημοκρατία και τις παραφυάδες της, που είχε υιοθετήσει η Κομμουνιστική Διεθνής, και η παταγώδης αποτυχία είχε ως αποτέλεσμα το οριστικό κλείσιμο της επαναστατικής κατάστασης στη Γερμανία. βλ. Η Κομμουνιστική Διεθνής: Θέσεις και αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου, εκδόσεις «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1987. (Σ.τ.Μ.)

[51] I nodi irrisolti dello stalinismo alla base della perestrojka, σ. 20-21, εκδόσεις Prometeo, 1989.

[52]βλ. G. Williams, Proletarian Order, σ. 213.

[53] Στο τρίτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας που συνήλθε στη Λυών της Γαλλίας, τον Ιανουάριο του 1926, ολοκληρώθηκε ο έλεγχος του κόμματος από τη φίλα προσκείμενη στο Κρεμλίνο ηγεσία με επικεφαλής τον Αντόνιο Γκράμσι και την ολοκληρωτική ήττα της αριστερής φράξιας του κόμματος, με επικεφαλής τον Αμαντέο Μπορντίγκα. (Σ.τ.Μ.)

[54] βλ. την μπροσούρα μας με τίτλο Platform of the Committee of Intesa (1925).

[55] ό.π., σ. 18.

[56] Β.Ι. Λένιν, Πολιτική Έκθεση Δράσης της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΡ (μπ), Άπαντα, σ. 95, τόμος 45, έκδοση πέμπτη, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988. (Σ.τ.Μ.)

[57] Ο Όττο Ρύλε (Otto Rühle, 1874-1943) ήταν γερμανός μαρξιστής και υπήρξε ένα από τα προεξάρχοντα στελέχη της κομμουνιστικής αριστεράς στη Γερμανία. Για μια συνοπτική παρουσίαση της πολιτικής του φυσιογνωμίας βλ. Paul Mattick, Otto Rühle and the German Labou rMovement (1945) στο αρχείο Paul Mattick στην ιστοσελίδα http://www.marxists.org (Σ.τ.Μ.)

[58]N. Harding, Lenin’s Political Thought, σ. 296, MacMillan, 1977.

[59] Ήρωας του βρετανού συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς στο μυθιστόρημά του «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», ο οποίος, παρ’ όλο που διατηρούσε την αισιοδοξία του ότι δεν θα χρεοκοπήσει, κατέληξε στη φυλακή για χρέη. Η αγαπημένη του φράση ήταν «να δεις που κάτι στο τέλος θα γίνει». Ο χαρακτήρας του αποτελεί σύμβολο της αισιόδοξης αναμονής χωρίς βάσιμη ελπίδα. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: