ΓΚΡΑΝΤΙΣΟ ΜΟΥΝΙΣ (1912-1989) – ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Με το άρθρο αυτό θέλουμε να αναδείξουμε τη συμβολή της σκέψης του Μούνις στην ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που από τότε είχε εισέλθει στη σύγχρονη περίοδό του, και τη σημασία που αυτή έχει για την προοπτική ενός αυθεντικού επαναστατικού ταξικού αγώνα. Στο σημείο αυτό θέλουμε να επιμείνουμε, όπως και εκείνος, στο γεγονός ότι οι ιδέες δεν είναι απο-κλειστικά και μόνο διανοητικά αποκυήματα που αποτυπώνονται πάνω στο χαρτί, αλλά αποτελούν έκφραση της ίδιας της πάλης των τάξεων και των αναρίθμητων συζητήσεων μεταξύ συντρόφων.

Ο Μούνις γεννήθηκε πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι καταβολές του ως επα-ναστάτη θεωρητικού ανευρίσκονται στο τροτσκιστικό κίνημα όταν ως διεθνές ρεύμα αντιτάχθηκε αρχικά στον εκφυλισμό της ρωσικής επανάστασης (ως προϋπόθεση της παγκόσμιας επανάστασης) και στη μετατροπή της σε σταλινική αντεπανάσταση. Σε αυτή την αντιπολίτευση συμμετείχε ενεργά, αναλαμβάνοντας ηγετικές θέσεις, κατά τη διάρκεια του επαναστατικού κινήματος στην Ισπανία το 1936 και ύστερα από αυτό. Από την πρακτική συμμετοχή του σε αυτό το κίνημα έβγαλε συμπεράσματα που τον οδήγησαν στην αναθεώρηση και στην κριτική των βασικών αρχών του τροτσκισμού, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τα τελευταία πολιτικά γραπτά του Λέοντα Τρότσκι. Όμως, η οριστική διακοπή των σχέσεών του με την τροτσκιστική Τετάρτη Διεθνή δεν οφείλεται κατά κύριο λόγο στις μη δογματικές του αντιλήψεις που του επέτρεψαν να έρθει σε ρήξη με νεκρές ιδέες που προέρχονταν από τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Τρότσκι, αλλά στην προδοσία του προλεταριακού διεθνισμού εκ μέρους αυτής της Διεθνούς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Για τον Μούνις ο προλεταριακός διεθνισμός αποτελούσε έναν απαράβατο όρο για να τοποθετηθεί κανείς με τη μεριά της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης εναντίον του καπιταλισμού σε διεθνή κλίμακα.

Ύστερα από την ήττα της επανάστασης στην Ισπανία και κατά τη διάρκεια του Β΄ Πα-γκοσμίου Πολέμου όξυνε το όπλο της κριτικής και έκανε αυτό που ο ίδιος ο Λέων Τρό-τσκι συνέστησε να γίνει εάν κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου σφαγείου ή αμέσως μετά απ’ αυτό το προλεταριάτο, στην ίδια κλίμακα, δεν συγκροτηθεί σε τάξη επαναστατική με σκοπό να καταστρέψει το καπιταλιστικό κράτος. Αυτό δεν το έκανε για να αμφισβητήσει την ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αλλά για την επαναβεβαιώσει ως τέτοια.

Ρωσία ’17, Ισπανία ’36 και το ζήτημα του Κράτους

Ένα προλεταριακό κίνημα μεγάλης σημασίας αποτελεί πάντα για τους αυθεντικούς κομμουνιστές τη στιγμή κορύφωσης της περιόδου εκπαίδευσης για την επανάσταση. Αυτό το ίδιο αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα καλύτερα κείμενα που έχουν γρα-φτεί γι’ αυτό, επειδή κάνει να ξεχωρίσει το καλό από το απαρχαιωμένο που αυτό περιέ-χει. Μια πρακτική και ζωντανή εμπειρία κάνει να σπάσουν σε χίλια κομμάτια τα εμπόδια και οι περιορισμοί που επιβάλλουν υποχρεωτικά οι καταστάσεις επαναστατικής ο-πισθοχώρησης, στασιμότητας και κοινωνικής ειρήνης, ακόμα και στους πιο προχωρη-μένους επαναστάτες. Είναι στιγμές κατά τις οποίες η επαναστατική θεωρία υπόκειται σε πρακτική επαλήθευση και στις οποίες αυτή εμπλουτίζεται.

Ο Μούνις, ασφαλώς, δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Από την εμπειρία του το 1936 στην Ισπανία έβγαλε συμπεράσματα μεγάλης σημασίας, ιδιαίτερα όταν τη συνέκρινε με τη μεγάλη ρωσική επανάσταση, την οποία είχε μελετήσει με πάθος όπως και πολλοί νέοι της γενιάς του. Η κριτική του ανάλυση της επανάστασης και της αντε-πανάστασης στη Ρωσία (βλ. το έργο «Κόμμα-Κράτος, Σταλινισμός, Επανάσταση» στον πρώτο τόμο των Απάντων του ), δεν θα ήταν ίσως τόσο καυστική εάν δεν είχε ζήσει και δεν είχε αφουγκραστεί την επαναστατημένη Ισπανία της περιόδου 1936-1937. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς διαμέσου της εμπειρίας της Κομμούνας του Παρισιού αναθεώρησαν τη θέση τους για το Κράτος. Γι’ αυτούς το ζήτημα δεν ήταν πλέον η κατάκτηση της εξου-σίας του παλιού κρατικού μηχανισμού αλλά η καταστροφή του. Ο Μούνις έβγαλε ένα άλλο συμπέρασμα από τη ρωσική και την ισπανική εμπειρία. Αφού καταστραφεί το κα-πιταλιστικό κράτος, ως αστυνομική και στρατιωτική οργάνωση της κυρίαρχης τάξης για την υπεράσπιση των συμφερόντων της, η κεντρική εξουσία του προλεταριάτου -ακόμη κι αν αυτή ονομάζεται εργατικό κράτος ή ημικράτος- δεν μπορεί να είναι ο οργανωτής του κομμουνισμού, ακόμη λιγότερο αν το προλεταριάτο δεν προτίθεται να καταστρέψει, από τις πρώτες μέρες της επανάστασης, τη μισθωτή εργασία και τον νόμο της αξίας. Ο ρόλος του συνίσταται μονάχα στο να παράσχει τον αναγκαίο συγκεντρωτισμό του επαναστατικού κινήματος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι να αναδειχθεί σε ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και σε αποκλειστικό διαχειριστή της οικονομίας. Γιατί, σε περίπτωση στασιμότητας ή δυσκολιών της επανάστασης, το εργατικό κράτος ή ημικράτος, ανεξάρτητα από την εντιμότητα και το κύρος των εκπροσώπων του, παίρ-νοντας υπό την κατοχή του την παλιά υπεραξία θα μετατραπεί σε οργανωτή της αντε-πανάστασης. Το κράτος, όσο εργατικό και να είναι, αντί να εξασθενίσει καθώς εξαφα-νίζονται οι κοινωνικές τάξεις θα ενισχύσει τον καπιταλισμό τροφοδοτώντας τον νόμο της αξίας, ο οποίος δεν έχει εντελώς εξαλειφθεί. Αντί να ηττηθεί μετωπικά από τους ορατούς και αναγνωρίσιμους εχθρούς του προλεταριάτου η επανάσταση θα ηττηθεί εκ των ένδον, όπως έγινε στη Ρωσία και στην Ισπανία. Στην Ισπανία, η στρατιωτική νίκη του Φράνκο επί της Δημοκρατίας -ουσιαστικά λόγω της αντεπαναστατικής πολιτικής του σταλινισμού με την επαίσχυντη συνεργασία των αναρχικών και των πουμιστών ηγετών- οφείλετο στο ότι αυτή [η Δημοκρατία] είχε νικήσει προηγουμένως το επαναστατικό κίνημα της εκμεταλλευόμενης τάξης.

Ακόμη κι αν είναι βέβαιο για τον Μούνις ότι η ρωσική επανάσταση ήταν στην αρχή πιο επιθετική από την ισπανική στο πολιτικό πεδίο, αυτός ήταν το ίδιο βέβαιος ότι η ισπανική ήταν, κι αυτή επίσης στην αρχή, ασύγκριτα ανώτερη όσον αφορά τις κοινωνικές κατακτήσεις και τη συνείδηση της αποστολής της από μέρους των εκμεταλλευομένων, παρ’ όλο που αυτοί δεν είχαν επιτύχει πλήρως τους σκοπούς τους και παραπλανήθηκαν από τις οργανώσεις που τις θεωρούσαν δικές τους. Αυτό που δεν έγινε στην Ισπανία ήταν η επίσημη καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους, που είχε καταντήσει σκιά του εαυτού του στα τέλη του Ιουλίου του 1936, και η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου για την οργάνωση της νέας οικονομίας χωρίς εκμεταλλευτές σε επίπεδο χώρας (εν όψει της παγκόσμιας επανάστασης). Αυτό που, δυστυχώς, συνέβη ήταν ο κατακερματισμός της εξουσίας.

Η παραγωγή σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες και τις ανάγκες της ίδιας της επανά-στασης απαιτούσε τη δημιουργία ενός εργατικού κράτους ή ημικράτους, σε πείσμα της χρόνιας ασυνέπειας του αναρχισμού, του οποίου οι σημαντικότεροι ηγέτες συνεργά-στηκαν για την ανασύσταση του καπιταλιστικού κράτους αναλαμβάνοντας υπουργικά χαρτοφυλάκια. Όμως, αυτό δεν μειώνει τη σημασία του γεγονότος ότι οι αγρότες δη-μιούργησαν κολεκτίβες, τοποθετώντας τους έτη φωτός μακριά από την αστική διεκδί-κηση «η γη στους αγρότες», όπως έγινε στη Ρωσία, και στη συνέχεια αυτοί συγχωνεύ-τηκαν παντού με το προλεταριακό κίνημα που είχε απαλλοτριώσει τα εργοστάσια.

Σταλινισμός: πρωτοπορία της αντεπανάστασης

Από την ρωσική και την ισπανική εμπειρία ο Μούνις έβγαλε ένα πολύ σημαντικό συ-μπέρασμα. Ο σταλινισμός φανέρωσε ξεκάθαρα τον καπιταλιστικό του χαρακτήρα. Συ-νεπώς, αυτός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια κεντριστική πολιτική δύναμη, αλλά ως μια δύναμη αντι-προλεταριακή που βρίσκεται στην πρωτοπορία της παγκόσμιας α-ντεπανάστασης, παρά το γεγονός ότι στα «κομμουνιστικά» κόμματα ανά τον κόσμο αγωνίζονται πολλοί εργάτες.

Ο καπιταλιστικός χαρακτήρας του σταλινισμού, όπως υποστηρίζει ο Μούνις, δεν προέρχεται, όπως στην περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας, από την επιθυμία του να συνεργαστεί με την αστική τάξη εις βάρος του εργατικού κινήματος, αλλά από τη ίδια του την πολιτική που πηγάζει από την καπιταλιστική φύση του κράτους στη Ρωσία. Αυτή η φύση οφείλεται στη μετατροπή μιας πολιτικής προλεταριακής επανάστασης σε α-ντεπανάσταση. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτόν η ρωσική οικονομία ήταν καπιταλιστική πριν από τον Οκτώβρη του ’17 και παρέμεινε καπιταλιστική κατά τη διάρκεια της επανάστασης, επειδή δεν κατέστη δυνατή η μετάβασή της, από δημοκρατική σε κομ-μουνιστική, τοσούτω μάλλον επειδή οι μπολσεβίκοι υπέτασσαν αυτή τη μετάβαση κατά βάση στην επέκταση της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία και στην Ευρώπη. Το αιματοκύλισμα του εμφυλίου πολέμου, που προστέθηκε στην οπισθοχώρηση της παγκόσμιας επανάστασης, ευνόησε την εγκαθίδρυση μιας εξουσίας που γινόταν όλο και πιο δικτατορική με επικεφαλής τη γραφειοκρατία. Το μπολσεβίκικο κόμμα από κόμμα επαναστατικό μετατράπηκε σε διαχειριστή της υπεραξίας, το μονοπώλιο της οποίας α-νήκε στη νέα ηγετική κάστα. Από αστικό κράτος χωρίς αστική τάξη (ο χαρακτηρισμός ανήκει στον ίδιο τον Λένιν) η Ρωσία μετατράπηκε σε μια χώρα που η οικονομία της ήταν ιδιοκτησία σχεδόν αποκλειστικά του κράτους, του οποίου ηγείτο μια κάστα που εξόντωσε την παλιά μπολσεβίκικη φρουρά που παρέμεινε πιστή στον διεθνισμό και στην παγκόσμια επανάσταση. Από εδώ και στο εξής τα «κομμουνιστικά» κόμματα, υπό τις εντολές της Μόσχας, εμποδίζουν παντού την επανάσταση με τη συγκατάθεση της παγκόσμιας αστικής τάξης.

Τα «κομμουνιστικά» κόμματα υπερασπίζονται έναν πολύ ξεκάθαρο στόχο: τον κρατικό καπιταλισμό, που αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μορφή καπιταλισμού, αυτού του εντελώς αναχρονιστικού συστήματος, ενός συστήματος απαρχαιωμένου από τη σκοπιά της ιστορίας της ανθρωπότητας και των πολιτισμών της. Οι συμμαχίες τους με τη μι-κροαστική τάξη, με τη σοσιαλδημοκρατία, ακόμη και με τον ναζισμό, αποτελούσαν, σύμφωνα με αυτόν, έναν απλό τακτικισμό για να εμποδίσουν την προλεταριακή επανά-σταση και για να επιτύχουν τον πραγματικό τους σκοπό: τη διαχείριση και την ιδιοποί-ηση της υπεραξίας διαμέσου της κρατικής εξουσίας. Όταν όλοι έκαναν λόγο για τη σο-σιαλδημοκρατικοποίηση του σταλινισμού ο Μούνις απαντούσε ότι αυτό που συμβαίνει είναι ο εκσταλινισμός της σοσιαλδημοκρατίας. Στον κρατικό καπιταλισμό είδε την πιο ανεπτυγμένη έκφραση της παρακμής ολόκληρου του συστήματος του καπιταλιστικού πολιτισμού. Εναντιώθηκε, πρακτικά και θεωρητικά, με όλες του τις δυνάμεις, στις εθνι-κοποιήσεις, οι οποίες θεωρήθηκαν από πολλούς ψευδοεπαναστάτες ως θετικά βήματα προς τον σοσιαλισμό. Συνέδεε, ως υλιστής που ήταν, τα άμεσα μέτρα με τα ιστορικά. Έτσι γι’ αυτόν το κράτος, όσο εργατικό κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι κάτοχος της οι-κονομίας στην επανάσταση, δεν μπορεί να είναι κάτι θετικό για το προλεταριάτο το ότι το αστικό κράτος παίρνει υπό την κατοχή του ολόκληρους βιομηχανικούς τομείς, πολύ δε περισσότερο ότι αυτός είναι ο τελικός στόχος, όπως διατείνονται αυτοί που παρου-σιάζονται ως υπερασπιστές της προλεταριακής τάξης: τα σταλινικά κόμματα, οι τρο-τσκιστές λακέδες τους και άλλοι. Για μια ακόμη φορά σε αυτό το ζήτημα, όπως και σε πολλά άλλα, τα συμπεράσματά του τα αντλούσε από τη ζωντανή εμπειρία. Στην Ισπανία το σταλινικό κόμμα κατάφερε, με το όπλο στο χέρι, να διαλύσει τις κολεκτιβοποιήσεις, τη συλλογική ιδιοκτησία που είχε κατακτήσει το προλεταριάτο, και να τις αντικα-ταστήσει με εθνικοποιήσεις στην οικονομία, δηλαδή με τη συλλογική ιδιοκτησία του καπιταλιστικού κράτους, απάτη που αποτελεί απόδειξη του αντιδραστικού του χαρα-κτήρα. Οι εθνικοποιήσεις δεν ήταν παρά οικονομικά μέτρα που συνδέονται με τις εγγε-νείς ανάγκες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και όχι με τις άμεσες και ιστορικές ανά-γκες του προλεταριάτου, οι οποίες συνάδουν με την επίθεση σε αυτή τη συσσώρευση με σκοπό την καταστροφή του κεφαλαίου και του κράτους του.

Οι εκτιμήσεις αυτές συνεπάγονταν, για τον Μούνις και τους συντρόφους του, την ανάγκη άσκησης ριζικής κριτικής στο Μεταβατικό Πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς , το οποίο συνέταξε ο «Γέρος» , και στο οποίο προσπάθησε να συγχωνεύσει το μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα. Την κριτική δε αυτή την άσκησαν όταν ήταν ήδη στρατευμένοι τροτσκιστές. Πράγματι, όλα τα μεταβατικά μέτρα που περιγράφονται σ’ αυτό εξαρτώνται από την εθνικοποίηση και όχι από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, που η μελλοντική επανάσταση έπρεπε να προωθήσει. Για τον Μούνις και τους συντρόφους του τα άμεσα μέτρα και οι άμεσες διεκδικήσεις δεν πρέπει να υποτάσσονται στις δυνατότητες του κεφαλαίου αλλά στις δυνατότητες μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από το κεφάλαιο. Με αυτή την οπτική συνέταξαν αργότερα, όταν συγκροτήθηκαν ως Fomento Obrero Revolucionario , ένα «Προσχέδιο για ένα Δεύτερο Κομμουνιστικό Μα-νιφέστο», το οποίο περιέχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Τα καθήκοντα της εποχής μας». Εκεί διατυπώνονται συνθήματα και διεκδικήσεις που στόχος τους είναι η ρήξη με τον καπιταλισμό σε όλα τα επίπεδα: πολιτικό, οργανωτικό και οικονομικό. Για τον Μούνις η σχολή πολέμου του κομμουνισμού εξακολουθεί να είναι η καθημερινή ταξική πάλη. Κατά συνέπεια, οι επαναστάτες, που οφείλουν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν, έχουν την υποχρέωση, εάν δεν θέλουν να μετατραπούν σε απλούς ιδεολόγους, να διατυπώνουν σαφή αγωνιστικά συνθήματα προκειμένου να διευκολύνουν την ενότητα των προλετα-ρίων και την αποδυνάμωση των καπιταλιστικών δυνάμεων και να επιτεθούν κατά της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Τα συνδικάτα ενάντια στην επανάσταση

Για να γίνει το παραπάνω -και αυτή αποτελεί μια από τις βασικές θέσεις του Μούνις- το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει κατά του συνδικαλισμού, ο οποίος από ένα ορισμένο σημείο εξέλιξης του καπιταλισμού και μετά αποτελεί έναν αδιάντροπο εκπρόσωπο του εμπορευματικού κόσμου εις βάρος του εργατικού κινήματος το οποίο ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί.

Τα συνδικάτα, αν και προέρχονται από την εργατική τάξη και τον αγώνα της, ποτέ δεν υπήρξαν επαναστατικές οργανώσεις. Η λειτουργία τους συνίσταται στην παρέμβασή τους στις αναπόφευκτες διαμάχες του «κόσμου της εργασίας» για την απόκτηση καλύ-τερων γενικών συνθηκών. Ως μεσάζοντες στην αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης έχουν εδραιωθεί ως απαραίτητο στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος και έχουν κα-τορθώσει να γίνουν τα ίδια κάτοχοι κεφαλαίου στις χώρες όπου το κεφάλαιο είναι συ-γκεντρωμένο στα χέρια του κράτους. Και όπου διατηρούν τον παραδοσιακό τους ρόλο λαμβάνουν σημαντικές επιχορηγήσεις από το κράτος (οι οποίες, ασφαλώς, προέρχονται από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης) και διοικούνται όπως οποιαδήποτε καπιτα-λιστική επιχείρηση.

Τα συνδικάτα συμβολίζουν τη διαιώνιση της προλεταριακής κατάστασης και η αγορα-πωλησία της εργατικής δύναμης αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή τους. Η διαιώνιση της προλεταριακής κατάστασης ισοδυναμεί με την αποδοχή της διαιώνισης του κε-φαλαίου. Οι δύο αντιθετικοί παράγοντες του συστήματος πρέπει να διατηρηθούν για να μπορεί ο συνδικαλισμός να επιτελεί τη λειτουργία του. Σ’ αυτό οφείλεται η βαθιά αντι-δραστική φύση του συνδικαλισμού, ανεξαρτήτως αν με τις αμφιταλαντεύσεις του, ενδέ-χεται και να επιφέρει, ενίοτε, ευνοϊκές ή μη ευνοϊκές ρυθμίσεις όσον αφορά την αγορα-πωλησία της εργατικής δύναμης. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του γίνεται ακόμα πιο έκδηλος όταν η μόνη θετική έκβαση για την ανθρωπότητα είναι μια αταξική κοινωνία χωρίς κράτος, χωρίς σύνορα, χωρίς μισθωτή σκλαβιά. Μια κοινωνία σαν κι αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της συγκρότησης του προλεταριάτου σε επανα-στατική τάξη. Αυτό ακριβώς το εμποδίζουν με δραστικό και οργανωμένο τρόπο δυνά-μεις όπως οι συνδικαλιστικές.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μούνις επέμεινε τόσο στην ανάγκη αυτοοργάνωσης των προλετάριων, χωρίς να πέφτει σε μια υπερεξιδανίκευση αυτής της αυτοοργάνωσης όπως το έκανε το ιστορικό ρεύμα το επονομαζόμενο «συμβουλιακό» . Το ρεύμα αυτό καθαγίαζε τα εργατικά συμβούλια και την καλούμενη εργατική δημοκρατία και απέκλειε από αυτή την μορφή αυτοοργάνωσης τους επαναστάτες που ήταν οργανωμένοι σε κόμμα, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το αξίωμα που τόσο εγκωμίαζαν, δηλ. την περίφημη εργατική δημοκρατία.

Τάξη και Κόμμα

Για τον Μούνις, η οργάνωση των επαναστατών σε κόμμα ήταν απαραίτητη για τη νίκη της παγκόσμιας επανάστασης. Ωστόσο, για άλλη μια φορά, κατέφυγε στο όπλο της κρι-τικής. Εξέφρασε, θεωρητικά και πρακτικά, την αντίθεσή του στην μπολσεβίκικη αντί-ληψη περί ενός κόμματος που βασίζεται στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Επίσης άσκησε σκληρή κριτική σε όσους ήταν κατά του κόμματος, καθαγιάζοντας έναν εργα-τικό μυστικιστικό αυθορμητισμό. Για τον Μούνις η διάκριση μεταξύ της ιστορικά επα-ναστατικής τάξης και των επαναστατών είναι κάτι που επιβάλλεται από την ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού και η διάκριση αυτή είναι περισσότερο εμφανής σε περιόδους κοινωνικής ηρεμίας. Η άρνηση αυτής της διάκρισης ισοδυναμεί ουσιαστικά με άρνηση της ίδιας της δυνατότητας της κοινωνικής επανάστασης. Προσδιορίζοντας το μέλλον με βάση μια αντίληψη περί οικονομικού και κοινωνικού αυτοματισμού πέφτουμε στη θεωρία του κοινωνικού εξελικτισμού . Γι’ αυτόν τον λόγο ο Μούνις έθιξε, υπό το φως της ιστορικής εμπειρίας, το πρόβλημα της σύνδεσης μεταξύ της τάξης και των επαναστατών, μεταξύ της επανάστασης και της οργάνωσης, μεταξύ του κόμματος και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Και αυτό δεν το έκανε αφηρημένα, φαντασιοκοπώντας ιδανικές συνθήκες, αλλά συγκεκριμένα, εκκινώντας από την υπάρχουσα κατάσταση και την εμπειρία, που είναι ανεξάρτητες από οποιαδήποτε βούληση.

Στον απλουστευτικό ισχυρισμό του Λένιν στο έργο του «Τι να κάνουμε;» , όπου η ε-παναστατική σκέψη εμφανίζεται ως καθαρό απόσταγμα της επιστήμης και της φιλοσο-φίας, που στη συνέχεια εφαρμόζεται στο εργατικό κίνημα, ο Μούνις αντιτάσσει τη θεώρηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ που υποστήριξε ότι ο Μαρξ δεν περίμενε να γράψει «Το Κεφάλαιο» για να γίνει κομμουνιστής, αλλά, απεναντίας, μπόρεσε να το γράψει γιατί ήταν κομμουνιστής. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη εργατικών αγώνων και η ύπαρξη επαναστατών στους κόλπους τους αποτελεί την πρωταρχική προϋπόθεση για τη χρήση της επιστήμης και της φιλοσοφίας με στόχο την ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας.

Στην απλουστευτική αντίληψη του Λένιν αντιπαραθέτει την τακτική της πειθαρχίας και του συγκεντρωτισμού, τα οποία όμως θα πρέπει να φέρουν αντίθετο πρόσημο από αυτό που φέρουν η πειθαρχία και ο συγκεντρωτισμός που επιβάλλονται στην εργατική τάξη στα εργοστάσια. Ο Λένιν παρέβλεψε το γεγονός ότι η επαναστατική δράση της τάξης ορθώνεται για να γκρεμίσει κάθε μορφή οργάνωσης και υπακοής που είναι αδιαχώριστα συστατικά του συστήματος. Από την άλλη μεριά, η παράνομη πολιτική δουλειά στην τσαρική Ρωσία απέκλειε στις περισσότερες περιπτώσεις τη συζήτηση και τις δη-μοκρατικές αποφάσεις. Η ηγεσία είχε στην πράξη εξουσίες ακόμη μεγαλύτερες από ε-κείνες που ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός της είχε αναθέσει. Οι εξουσίες που δόθη-καν στην κεντρική διοίκηση, ακόμη και εκτός συνεδρίων, θα αποδειχθούν όλο και πιο δεσποτικές και ένα από τα πιο ισχυρά όπλα της αντεπανάστασης στη Ρωσία. Γι’ αυτό ο Μούνις πάντα επέμενε ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ήταν αυτός που διευκόλυνε τη διαδικασία της αντεπανάστασης στη Ρωσία και δεν ήταν ποτέ η άμεση αιτία της. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγήσει κανείς τις «δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» , τότε που το μπολσεβίκικο κόμμα διαδραμάτισε κύριο καθοδηγητικό ρόλο ως επαναστατικό κόμμα; Η επανάσταση στη Ρωσία απέτυχε κυρίως επειδή δεν εξαπλώθηκε σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και επειδή η διαρκής επανάσταση στη Ρωσία, υπό την ηγεσία του προλεταριάτου ως επαναστατική τάξη, κατ’ ουσίαν παρέμεινε σε μια πολιτική και δημοκρατική φάση και δεν πέρασε στον κομμουνιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτός είναι ο λόγος που για τον Μούνις όσο ο νόμος της αξίας εξα-κολουθεί να υφίσταται, καμία οργανωτική μορφή (συγκεντρωτισμός, ομοσπονδιακό σύστημα, πυραμιδική οργάνωση, εργατικά συμβούλια, αυτονομία της εργατικής τάξης, κυριαρχία του κόμματος στο κράτος) αλλά ούτε και η μεγαλύτερη ακεραιότητα ικανό-τατων ανθρώπων θα καταφέρουν να απομακρύνουν τον κίνδυνο της αντεπανάστασης.

Ο Μούνις δεν πιστεύει στην αντίληψη περί «ενός και μοναδικού Κόμματος»∙ την απορ-ρίπτει, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για μια καθαρή επινόηση του Στάλιν. Γι’ αυτόν το ιστορικό κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να είναι το ίδιο το προλεταριάτο που βρίσκεται σε πλήρη επαναστατική δράση. Καμία οργάνωση δεν μπορεί να του στερήσει αυτή τη λειτουργία χωρίς να στραφεί ενάντια στην επανάσταση, γιατί το γίγνεσθαι του επαναστατικού κινήματος μιας τάξης δεν ανέχεται κανενός είδους κομ-ματικές επιβολές, όσο αυταρχικές και όσο επιστημονικές και εκλεπτυσμένες κι αν είναι. Είναι το κίνημα της ελευθερίας απέναντι στην αναγκαιότητα, και, ως εκ τούτου, μόνο μέσω του σεβασμού και της διεύρυνσης της ελευθερίας του προλεταριάτου είναι δυνα-τόν να σκεφτούμε τη δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία αποτελεί μεταβατικό στά-διο προς την ελευθερία για όλους τους ανθρώπους.

Παρακμή του συστήματος του καπιταλιστικού πολιτισμού

Για τον Μούνις η κομμουνιστική κοινωνική επανάσταση δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά αποτελεί επιτακτική ανάγκη για την ανθρωπότητα. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, ο καπιταλισμός είναι ένα παρακμασμένο πολιτιστικό σύστημα. Η χρησιμοποί-ηση αυτής της έκφρασης δεν έχει τίποτα πρωτότυπο. Έχει όμως ο τρόπος που την ορίζει και την κατανοεί. Οι θεωρητικοί της αντίληψης περί παρακμής του καπιταλισμού , οι οποίοι ουσιαστικά βασίζονται στα γραπτά του Μαρξ και του Ένγκελς, και οι οποίοι ήταν όλοι τους επαναστάτες που συμμετείχαν στην πράξη στα μεγάλα γεγονότα των αρχών του 20ου αιώνα, διέβλεψαν το τέλος της ανοδικής φάσης του καπιταλιστικού συστήματος διαπιστώνοντας την ανικανότητά του να αναπτύξει περαιτέρω τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο ισχυρισμός τους (ανεξαρτήτως εάν διαγιγνώσκουν μια οριστική και ανυπέρβλητη κρίση υπερπαραγωγής, τον κορεσμό των αγορών ή την οριστική πτώση του ποσοστού κέρδους κτλ.) αντιστοιχούσε σε αυτό που λίγο-πολύ μπορούσαν να διαπιστώσουν την περίοδο μεταξύ των δύο καπιταλιστικών παγκοσμίων πολέμων. Αλλά το να εξακο-λουθεί κανείς να υπερασπίζεται μια παρόμοια θέση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως το έκαναν και εξακολουθούν να το κάνουν οι σύγχρονοι επίγονοί τους, υποδηλώνει μια μη-υλιστική και μη-διαλεκτική αντίληψη της ιστορίας. Για τον Μούνις ο κομμουνιστής δεν πρέπει ποτέ να προσαρμόζει την πραγματικότητα στη θεωρία. Η κριτική και μη τεχνητή άποψή του για την πραγματικότητα θα πρέπει να τον αναγκάσει να αμφισβητήσει τις αντιλήψεις του. Αυτό ενισχύει την επαναστατική θεωρία του επι-τρέποντάς του να συμβάλλει αποφασιστικά στον κοινωνικό μετασχηματισμό της πραγ-ματικότητας στην πράξη. Για τον Μούνις ο εκφυλισμός όλου του συστήματος του καπι-ταλιστικού πολιτισμού δεν αποδεικνύεται από την έλλειψη οικονομικής και βιομηχανι-κής ανάπτυξης αλλά, τουναντίον, από την ίδια την ανάπτυξη από ένα ορισμένο επίπεδο κοινωνικής ανάπτυξης και μετά. Η παρακμή του είναι εμφανής τόσο μέσα από την προ-φανή αντίφαση μεταξύ των οικονομικών και κοινωνικών περιορισμών του κεφαλαίου, το οποίο κινείται γρήγορα προς τον θάνατο του ίδιου και της ανθρωπότητας, όσο και μέσω των απτών υλικών δυνατοτήτων που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν την κοι-νωνία από το κεφάλαιο και τους εμπορευματικούς του περιορισμούς. Μη αναστρέψιμη δεν είναι η οικονομική κρίση (υπερπαραγωγή, οριστική πτώση του ποσοστού κέρδους κτλ.) αλλά, τουναντίον, η διατήρηση της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες καταδεικνύουν με κραυγαλέο τρόπο την ανα-γκαιότητα της κατάργησης του καπιταλιστικού συστήματος, δεδομένου ότι τα μέσα πα-ραγωγής (πολλά από τα οποία θα έπρεπε να εξαφανιστούν) μας επιτρέπουν να απελευ-θερωθούμε από την ανταλλακτική τους ευτέλεια. Το κεφάλαιο στην πλήρη οικονομική του ανάπτυξη πλήττει πολύ πιο σοβαρά το ανθρώπινο γένος από ότι συνέβη κατά τη διάρκεια όλων των περιοδικών κρίσεων μέχρι το απόγειό του στα τέλη του 19ου αιώνα. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και το ίδιο το εργατικό κίνημα έχουν αποδείξει ότι πρόκειται για ένα σύστημα εντελώς παρωχημένο όσον αφορά την ανθρώπινη ανάπτυξη. Για τον Μούνις ο καπιταλισμός βρίσκεται σε παρακμή διότι έχει ήδη ολοκληρώσει την ιστορική του αποστολή, δηλ. την παγκοσμιοποίηση των παραγωγικών σχέσεων. Δημιούργησε ένα παγκόσμιο προλεταριάτο, την τάξη των σύγχρονων μισθωτών σκλάβων. Η τάξη αυτή έχει τη μεγάλη ευκαιρία, αν το θελήσει κατά τη διάρκεια της αναπόφευκτης πάλης της, να καταστρέψει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, που είναι ο μοναδικός τρό-πος για την εξάλειψη των κοινωνικών τάξεων.
Επιπλέον, ο Μούνις εξοργιζόταν με τους καταστροφολόγους «υποστηρικτές της παρακ-μής του συστήματος». Αυτοί επαναλαμβάνουν τα μοντέλα της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης γιατί στηρίζουν τους ευσεβείς πόθους τους για την ανθρώπινη εξέλιξη σε ένα δραστικό μέσο που θα την εκπληρώσει με θαυματουργό τρόπο. Αυτό το μέσο είναι η περίφημη οικονομική κρίση, η οποία, επιβεβαιώνοντας, σύμφωνα με αυτούς, την α-ποσύνθεση του συστήματος, θα έχει δήθεν τη δύναμη να αφυπνίσει τις κοιμώμενες μά-ζες, των οποίων η νάρκωση προέρχεται από την ενσωμάτωσή τους στην περίφημη «κα-ταναλωτική» κοινωνία, ως εάν, ακόμη και χωρίς την οικονομική κρίση, δεν αφθονούν τα κίνητρα για εξέγερση εναντίον αυτού του σάπιου κόσμου. Είναι, επομένως, απαραίτητη ακόμα περισσότερη δυστυχία; Πρέπει να καταρρεύσουν όλες οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις; Πρέπει να πεταχθούν σαν σκουπίδια στην ανεργία χίλιες φορές περισσότεροι άνθρωποι; Τότε τα πεινασμένα πλήθη θα κατανοήσουν την ανάγκη για κοινωνική επανάσταση; Ο Μούνις δεν πίστευε κάτι τέτοιο. Ήταν πεπεισμένος ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, μια πραγματική οικονομική κρίση θα περιπλέξει τη θετική επίλυση του κοινωνικού προβλήματος. Σε μια παρόμοια κατάσταση άθλιας παρακμής δεν παραλείπει να προσθέτει την έλλειψη γνήσιας κομμουνιστικής αναφοράς για την κατα-πολέμηση αυτού του κόσμου, όπου το ένστικτο της επιβίωσης θα υπερισχύσει της ανα-γκαιότητας και της ευκαιρίας για κοινωνική χειραφέτηση, και όπου οι περιπλανώμενοι εργαζόμενοι θα είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν όποιον τους παράσχει μια καλή δου-λίτσα ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμιζε συχνά αυτό που έγραψε ο Μαρξ στον Ένγκελς στις 19 Αυγούστου 1852: «Η χειρότερη δυστυχία είναι όταν οι επαναστάτες θα πρέπει να νοιαστούν για το ψωμί των εργατών».

Το προλεταριάτο δεν έχει πατρίδα

Για τον Μούνις το προλεταριάτο πρέπει να δράσει ως ιστορικό υποκείμενο και όχι ως αντικείμενο εύπλαστο κατά το δοκούν. Και ως υποκείμενο, δεν μπορεί παρά να επιβάλει σήμερα ένα θετικό αποτέλεσμα για την ανθρωπότητα, δηλ. τον κομμουνισμό, μια κοινωνία χωρίς δουλεία, χωρίς τάξεις, χωρίς Κράτος και χωρίς τον νόμο της αξίας. Τα-κτική και στρατηγική πρέπει να εναρμονίζονται αποκλειστικά με αυτόν τον στόχο. Θε-ωρίες και πρακτικές που έχουν αποδειχθεί επιβλαβείς για την χειραφέτηση της ανθρω-πότητας πρέπει να καταγγέλλονται και να καταπολεμώνται. Τέτοια παραδείγματα είναι ο κοινοβουλευτισμός και ο συνδικαλισμός. Επίσης, τέτοιο παράδειγμα αποτελούν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα οποία υπερασπίστηκαν όλοι οι ψευδοεπαναστάτες που έπαιξαν εσκεμμένα ή όχι το παιχνίδι του ρωσικού ιμπεριαλισμού, όταν αυτός πα-ρουσιάστηκε δήθεν ως ο μεγάλος εκπρόσωπος του κομμουνισμού παγκοσμίως. Όλοι αυτοί είχαν ξεχάσει βεβαίως την περίφημη φράση του Λένιν, ο οποίος, σε συνεργασία με τον Ένγκελς, έγραψε το γνωστό μανιφέστο στο οποίο αναφέρεται ότι «το προλετα-ριάτο δεν έχει πατρίδα, δεν μπορεί να χάσει κάτι που δεν έχει». Ο Λένιν δεν το είχε σί-γουρα ξεχάσει, αλλά ο Μούνις σημειώνει ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε δίκιο στην πο-λεμική που του άσκησε υποστηρίζοντας ότι το σύνθημα περί του «δικαιώματος των ε-θνών στην αυτοδιάθεση» είναι ανεδαφικό μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Όπως σωστά διατυπώνει στο έργο του «Προσχέδιο για ένα Δεύτερο Κομμουνιστικό Μανιφέ-στο» : «Η υποδούλωση των υπανάπτυκτων χωρών θα παραμένει ανάλογη της παρεχόμε-νης βοήθειας από τις ισχυρές δυνάμεις χωρίς να σταματήσει να αυξάνεται η οικονομική οπισθοδρόμηση των πρώτων σε σχέση με τις δεύτερες. Και η εθνική ανεξαρτησία επιτα-χύνει αυτή την εξέλιξη χάρη στην εθελοντική συμμαχία των ντόπιων εκμεταλλευτών, οι οποίοι, αξιοποιώντας τα βρώμικα παραδοσιακά τεχνάσματα του πατριωτισμού, γίνονται τοποτηρητές του μεγάλου ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Η εξουσία τους δεν έχει επί του πα-ρόντος να φοβηθεί τίποτα, ούτε καν από την εθνικοποίηση των περιουσιών τους από τις «κυρίαρχες» χώρες. Με το βολικό σύνθημα «απαλλοτρίωση των ιμπεριαλιστών» στο τέλος παίρνουν το μερίδιό τους μέσω του παιχνιδιού του εμπορίου και των επενδύσεων σε όλους τους τομείς της παγκόσμιας παραγωγής, συνεχίζοντας παράλληλα να ενισχύουν την αλυσίδα πρόσδεσης των αδύναμων ιμπεριαλιστικών χωρών στις ισχυρές. Δεν είναι αδύνατο μια χώρα να περάσει από έναν ιμπεριαλιστικό κρίκο σε έναν άλλο, αλλά ο σιδηρούς νόμος της καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να σπάσει παρά μόνο με την εξαφάνιση των εμπορευμάτων, ξεκινώντας από την απαρχή τους δηλ. τη μισθωτή εργασία, που κάνει τον άνθρωπο ανθρωπάκι, σε όλο τον κόσμο, λεία των εγχώριων και διεθνών δημαγωγών». Είναι προφανές για τον Μούνις ότι «δεν είναι πλέον ώρα για να αναπτύξουμε τον καπιταλισμό πουθενά, αλλά για να τον πολεμάμε παντού».

Οι αντικειμενικές υλικές συνθήκες για την έλευση του κομμουνισμού υπάρχουν. Δεν είναι διόλου αναγκαίο σήμερα πλέον να συμβάλλουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ώστε να τις δημιουργήσουμε υποστηρίζοντας καπιταλιστικές πρωτοβουλίες, εν αντιθέσει με ό,τι έκαναν σε επίπεδο τακτικής, δικαίως ή αδίκως, οι γνήσιοι κομμουνιστές του 19ου αιώνα, αλλά και να μην ξεχνάμε ή να κρύβουμε τον πραγματικό σκοπό της ταξικής πάλης. Ε-κείνοι συμμάχησαν με τις πιο ριζοσπαστικές φράξιες της αστικής τάξης, σε μια εποχή που υπήρχαν ακόμη απομεινάρια κοινωνιών του παρελθόντος, για να μπορέσουν να τις καταστρέψουν την κατάλληλη στιγμή μαζί με την υπόλοιπη αστική τάξη. Σήμερα, όπως θεωρούσε ο Μούνις, πρέπει να καταστραφεί η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη στο σύ-νολό της προτού αυτή οδηγήσει την ανθρωπότητα στην πιο αποτρόπαια βαρβαρότητα.

Όπως λέει ο ίδιος στο έργο του «Fucilazos sobre el Estado» : «Οι ηγέτες του 20ου αιώ-να, είτε πρόκειται για αστούς είτε για ανώτερους γραφειοκράτες, έχουν θαφτεί μόνοι τους, αφού όμως προηγουμένως έχουν ρουφήξει, με τη μορφή υπεραξίας, την υγεία και την αν-θρώπινη ζωή σε παγκόσμιο επίπεδο και έχουν προκαλέσει τον θάνατο πολλών εκατομμυ-ρίων ανθρώπων με τους πολέμους. Και αν δεν τρώνε πλέον ανθρώπινη σάρκα, την κατα-βροχθίζουν με τη μορφή της μισθωτής εργασίας, ξερνάνε τις επενδύσεις, όπως οι όμοιοί τους ξερνούσαν τα γεύματά τους στις ρωμαϊκές δεξιώσεις, και μετά εκμεταλλεύονται και πάλι στο έπακρο την ανθρώπινη ζωή υπό τη μορφή κερδών, βιομηχανικής ανάπτυξης και εξουσίας. Οι μορφές και οι αναλογίες έχουν αλλάξει πολύ, αλλά δεν έχει αλλάξει το περι-εχόμενο. Υπό την έννοια αυτή, το κράτος “τελειοποιείται” ακόμα, αλλά φαίνεται αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι θα φτάσει σε ένα στάδιο ακόμα πιο καταπιεστικό. Ωστόσο, ένα πράγμα μου φαίνεται σαφές: αν του επιτρέψουμε να φθάσει στην “τελειότητα”, η ανθρω-πότητα δεν θα σηκώσει πλέον κεφάλι για αιώνες.. »

Επιτροπή έκδοσης των Απάντων του Μούνις

Πηγή άρθρου: Controversies – Forum for the Internationalist Communist Left http://www.leftcommunism.org/spip.php?article264

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ένζυμο», Νο. 1, Οκτώβριος 2013

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: