ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ

αλεπούΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

 

Οι προλετάριοι, στην τάση τους να οργανωθούν ως αυτόνομη τάξη, χρειάζεται να έρχονται σε επαφή, να αναπτύσσουν τον Τύπο τους, να συνεταιρίζονται, να απεργούν, να καταλαμβάνουν εργοστάσια, να οργανώνουν άμεση δράση, να απελευθερώνουν φυλακισμένους συντρόφους, να οπλίζονται, κα. Αυτά τα καθήκοντα έχουν αναληφθεί με ποικίλα αποτελέσματα σε όλες τις περιόδους του ιστορικού αγώνα του προλεταριάτου, ανεξάρτητα από το είδος της αστικής κυριαρχίας: Βοναπαρτιστικής ή κοινοβουλευτικής, δημοκρατικής ή φασιστικής.

Η αστική πολιτική απέναντι στο προλεταριάτο συνίσταται στο το να παρουσιάζει αυτές τις ανάγκες ως ταυτόσημες με όλους τους δημοκρατικούς θεσμούς και ελευθερίες (ελευθερία του τύπου, του συνέρχεσθαι, αμνηστία…). Δεν είναι μόνο οι κλασσικοί φιλελεύθεροι αστοί που προσπαθούν να μας πείσουν ότι η δημοκρατία είναι ό,τι καλύτερο, αλλά κι όλα τα ψευτο-εργατικά κόμματα (σοσιαλιστικά, Σταλινικά, Τροτσκιστικά…) που βασίζουν την αντεπαναστατική πολιτική τους στην ανάλυση ότι η εργατική τάξη θα φτάσει στον σοσιαλισμό μέσα από την κατάκτηση και την υπεράσπιση όλων αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια βασική αντίθεση ανάμεσα στο σύνολο των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών και την ανάγκη του προλεταριάτου να οργανωθεί στο δικό του ταξικό πεδίο. Οι θέσεις που το προλεταριάτο κατακτάει σε αυτό το πεδίο δεν μπορούν να συγχέονται με τις λεγόμενες «ελευθερίες τις εργατικής τάξης».

Όπως υπάρχουν δύο αντίθετες τάξεις, έτσι υπάρχουν και δύο βασικές αντιλήψεις για την εργατική πάλη. Η μια είναι αστική, όπου κριτικάρει κανείς την έλλειψη ισότητας και δημοκρατίας και όπου θα ‘πρεπε να αγωνίζεται για περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες. Η άλλη είναι προλεταριακή, και βασίζεται στην κατανόηση του γεγονότος ότι οι ρίζες όλων αυτών των ελευθεριών, των δικαιωμάτων και της ισότητας είναι στην ουσία αντεργατικής φύσης. Οδηγεί στην πλήρη πρακτική καταστροφή του δημοκρατικού Κράτους και της ισότητάς του, των δικαιωμάτων του και των ελευθεριών του. Αυτές οι δύο αντίθετες αντιλήψεις δείχνουν την αντίθεση ανάμεσα αφενός στην παθητική κριτική – για βελτίωση, μεταρρύθμιση και κατ΄ αυτόν τον τρόπο ενδυνάμωση του εκμεταλλευτικού συστήματος, και αφετέρου την ενεργό κριτική, την κριτική μας – την καταστροφή αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Όταν η «δεξιά» μας λεει ότι η «αριστερά» είναι δικτατορική και αντι-δημοκρατική, ότι όταν καταλαμβάνει την εξουσία δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και άρα το συμφέρον μας είναι να κυματίζουμε την σημαία της δημοκρατίας, να πολεμάμε υπό την προστασία της για γνήσια δημοκρατία, αυτό είναι απλά ένας μύθος ή έχει αυτή ένα αντικειμενικό συμφέρον για την δημοκρατία; Όταν στο όνομα του «Μαρξισμού» η «αριστερά» μας λεει ότι η «αστική τάξη» και ο «καπιταλισμός» δεν σέβονται τις δημοκρατικές ελευθερίες, ότι πρέπει να τις προστατεύουμε από φασιστικές επιθέσεις, ότι πρέπει να τις επιθυμούμε όπου δεν υπάρχουν, ότι αυτός είναι ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό, αυτά είναι απλώς οπορτουνιστικά συνθήματα ή πραγματικά μάχεται αυτή υπέρ της δημοκρατίας;

Η αστική τάξη πάντα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το προλεταριάτο (θεωρημένο ως ατομικοποιημένοι εργάτες, ως «πολίτες») ως μια κοινωνική βάση, ως σκλάβους για την εξυπηρέτηση των δικών της κυρίαρχων ταξικών συμφερόντων. Κατ΄ αυτό το τρόπο ήδη καταλαβαίνουμε με ποιό τρόπο η αστική τάξη πάντα προσπαθεί να κάνει τους εργάτες να αγωνίζονται για συμφέροντα διαφορετικά από τα δικά τους (αυτό απαντά εν μέρει στην ερώτηση). Αλλά η μπουρζουαζία της αριστεράς και της δεξιάς θέλει την δημοκρατία ή όχι; Το παραμύθι των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι μόνο μια απάτη χωρίς καμία υλική βάση ή μήπως υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα που παράγει αυτή τη δημοκρατική απάτη; Άραγε πρέπει να συμπεράνουμε ότι κανένα αστικό κόμμα δεν έχει συμφέρον από την εφαρμογή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών; (Το συμπέρασμα αυτού θα ήταν ότι το προλεταριάτο θα μπορούσε να αποφύγει την κυριαρχία της αστικής τάξης αν πραγματικά αγωνιζόταν για την υπεράσπιση της δημοκρατίας). Ή μήπως πρέπει αντίθετα να συμπεράνουμε ότι ο αγώνας των καπιταλιστών για τον παράδεισο των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι πραγματικά η υπέρτατη θέληση της αστικής τάξης;

Φυσικά, η επαναστατική κριτική που αναπτύσσουμε εδώ βασίζεται σ’ αυτή την τελευταία θέση: το σύνολο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών ανταποκρίνεται ακριβώς στην ιδεώδη μορφή της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής καταπίεσης. Ας δούμε τι είναι αυτή η ιδεώδης μορφή της δημοκρατίας και από που προέρχεται.

Ο παράδεισος των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών

Το κόμμα της τάξης, το γενικό κόμμα του Κεφαλαίου, ή με άλλα λόγια, όλα τα αστικά κόμματα, είναι ανίκανο να αντιμετωπίσει το προλεταριάτο οργανωμένο ως τάξη και επομένως ως κόμμα. Να γιατί το κύριο μυστικό της καπιταλιστικής κυριαρχίας είναι να σταματήσει την οργάνωση του προλεταριάτου ως αυτόνομης δύναμης, και για την αστική τάξη δεν υπάρχει τίποτα πιο αποτελεσματικό από το σύνολο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών για να καταπνίξει την εργατική τάξη, να την διαλύσει μέσα στο λαό. Όταν το προλεταριάτο παύει να υφίσταται ως τάξη, όταν κάθε εργάτης είναι ένας καλός πολίτης, με τις ελευθερίες του, τα δικαιώματα και τα καθήκοντά του, αποδέχεται όλους τους κανόνες του παιχνιδιού, που τον ατομικοποιούν και τον βυθίζουν μέσα στο λαό, όπου τα ειδικά ταξικά συμφέροντά του εξαφανίζονται. Σαν καλός πολίτης, δεν υφίσταται ως τάξη: αυτή είναι η συνθήκη για να λειτουργήσει η δημοκρατία.

Αλλά η ηγεμονία της δημοκρατίας, που μας υπόσχεται και η «αριστερά» και η «δεξιά» στο όνομα του σοσιαλισμού και/ή της ελευθερίας, όπου δεν θα υπάρχουν τάξεις παρά μόνο πολίτες και ελεύθεροι άνθρωποι, όπως κάθε ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης δεν προέρχεται απ’ το πουθενά και δεν παραμένει έξωθεν του πραγματικού κόσμου απλά ως μία καθαρή ιδέα. Απ’ την μία, αυτός ο κόσμος, «γήινος παράδεισος» των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπακούει σε μια συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα: την βασιλεία της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων από την οποία όλοι οι υποστηρικτές του κεφαλαίου αντλούν τις αρχές και τα συμπεράσματά τους. Απ’ την άλλη, όλες οι νοητικές μορφές, ιδεολογίες που παράγονται απ’ αυτήν την ηγεμονία είναι αποδεκτές απ’ την κοινωνία και επομένως είναι αντικειμενικές. Η διάλυση της εργατικής τάξης μέσα στον νεκρό κόσμο της ιδιότητας του πολίτη δεν είναι κάτι το άυλο παρότι βασίζεται στον μυστικιστικό κόσμο των εμπορευμάτων. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι τα εκατομμύρια των σελίδων που έγραψαν μαρξολόγοι και άλλοι καπιταλιστές δικηγόροι,… τα συντάγματα των καπιταλιστικών Κρατών, οι χάρτες, οι ομιλίες… εξυπηρετούν μόνο παθητικά την αστική τάξη, που τα λαμβάνει υπόψη ή όχι ανάλογα με τις περιστάσεις. Αλλά αυτή η οπτική ξεχνά ότι τα ίδια αυτά χαρτιά αντανακλούν και ενδυναμώνουν την πραγματικότητα, ότι ανήκουν στην κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία μετατρέπεται σε μια υλική δύναμη που ενδυναμώνει και αναπαράγει ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα. Οι νόμοι και άλλα επίσημα έγγραφα είναι απλώς ιδεολογικά προϊόντα της καπιταλιστικής δικτατορίας που έχουν καθήκον να την υπερασπίζονται.

Στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν υπάρχουν τάξεις: όλοι είναι πολίτες, όλοι εμφανίζονται σαν αγοραστές ή πωλητές εμπορευμάτων, ίσοι, ελεύθεροι και ιδιοκτήτες. Ακόμα και όταν πουλάμε την εργασιακή μας δύναμη, είμαστε στον παράδεισο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Στην βασιλεία της ισότητας, της ελευθερίας και της ατομικής ιδιοκτησίας, ο καθένας στοχεύει στα ατομικά του συμφέροντα.

Ελευθερία: διότι ο αγοραστής και πωλητής εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης) δεν υπακούει σε κανέναν άλλο νόμο πέρα από την δική του ελεύθερη θέλησή.

Ισότητα: διότι στον κόσμο των εμπορευμάτων, καθένας είναι αγοραστής και πωλητής, και καθένας παίρνει μια αξία ίση με την αξία που εμπεριέχεται στα εμπορεύματα που πουλάει, ανταλλάσσοντας πράγματα ίσης αξίας.

Ιδιοκτησία: διότι στον κόσμο της ανταλλαγής ο καθένας εμφανίζεται ως κάτοχος του εμπορεύματός του και μπορεί να διαθέσει μόνον ό,τι του ανήκει.

Ως ελεύθεροι και ίσοι ιδιοκτήτες, όλοι οι πολίτες συνάπτουν σχέσεις που δημιουργούν μια φυσική αδελφότητα, η οποία είναι η έννομη αντανάκλαση που εγγυάται ελευθερίες, ισότητα και την ίδια δυνατότητα για κάθε άνθρωπο να κατέχει εμπορεύματα. Κάθε αγοροπωλησία εμπορευμάτων είναι αποτέλεσμα ελεύθερης θέλησης, ένα συμβόλαιο ανάμεσα σε ανθρώπους, που εξαιτίας του εμπορεύματος, είναι ιδιοκτήτες, ελεύθεροι, ίσοι και σαν αδέρφια.

Ο φετιχοποιημένος κόσμος των εμπορευμάτων, στον οποίο δεν υπάρχει χώρος για τάξεις παρά μόνον για ανθρώπους και πολίτες, είναι αυτός που γεννά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που επιτρέπουν σ’ αυτούς να αποφασίζουν για την ρύθμιση και βελτίωση αυτού του κόσμου. Ως πολίτης δεν έχει κανείς μόνο το δικαίωμα να ψηφίζει και να επιλέγει αλλά έχει και την δυνατότητα να έχει αντιπροσώπους σε δημοκρατικά όργανα, τα οποία έχουν εγγυημένη την ελευθερία του συνέρχεσθαι, του τύπου, της συνένωσης, της έκφρασης κ.τ.λ. Οι πολίτες μπορούν να συνενωθούν ως ψηφοφόροι και εκλεγμένοι (στα αστικά κόμματα) ή ως αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων (στα συνδικάτα). Τίποτα δεν είναι πιο φυσικό για τους πολίτες από το να ιδρύουν πολιτικά κόμματα, να προσπαθούν να δουλέψουν στην κυβέρνηση, στα υπουργεία, στα κοινοβούλια ή στα «σοβιέτ». Δεν χρειάζεται κανένα αριστοκρατικό πιστοποιητικό ως πολίτης, οποιοσδήποτε, όποια και αν είναι η κοινωνική του θέση (για την οποία οι νόμοι ποτέ δεν μιλούν), μπορεί να γίνει βουλευτής, υπουργός ή πρόεδρος. Κατά τον ίδιο τρόπο, ως αγοραστές ή πωλητές εμπορευμάτων, μπορούν να συνενωθούν, να σχηματίσουν ένα συνδικάτο, να αρνηθούν να αγοράσουν ή να πουλήσουν εάν η συμφωνία δεν είναι αρκετά καλή. Σε αυτά αντιστοιχεί ένα άλλο σύνολο δικαιωμάτων και ελευθεριών σαν αυτά που διέπουν τις ιδιωτικές εταιρείες και τα συνδικάτα. Οι αγοραστές και πωλητές εργατικής δύναμης, όταν ενώνονται ως τέτοιοι (ποτέ ως εργάτες ή ως καπιταλιστές, αφού στον κόσμο της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανείς δεν κατέχει την εργασία κάποιου άλλου) μπορούν ακόμη και να διακόψουν την προσφορά της αξίας-χρήσης: πρόκειται για την ελευθερία του απεργείν. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο πολίτης που αγοράζει αυτό το εμπόρευμα, την εργατική δύναμη, μπορεί να αποφασίσει να αγοράσει ένα άλλο: πρόκειται για την ελευθερία της εργασίας. Ή, ο πολίτης μπορεί να αποφασίσει να σταματήσει να αγοράζει αυτό το εμπόρευμα: πρόκειται για την ελευθερία της βιομηχανίας (υπό αυτό το καθεστώς, δεν υπάρχει εργοδοτική απεργία – λοκ άουτ). Και ας μην ξεχνάμε και τα δικαιώματα των φυλακισμένων, ή την γενική αμνηστία, τα οποία μπορούν να υπάρξουν υπό τον όρο ότι όλοι συμπεριφέρονται – συμμορφώνονται σαν καλοί πολίτες, σαν καλός αγοραστής και καλός πωλητής, όπως λεει η Διεθνής Αμνηστία και άλλοι ανθρωπιστές.

Κάποιοι θα επισημάνουν ότι πουθενά δεν υπάρχουν τέτοια δικαιώματα και ελευθερίες, ότι παντού υπάρχουν φυλακισμένοι, παντού το δικαίωμα της απεργίας είναι περιορισμένο, ότι στην τάδε χώρα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είναι περιορισμένο και ότι στην δείνα χώρα μόνο ένα κόμμα επιτρέπεται κτλ. Όλα αυτά είναι προφανή. Ωστόσο, σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχει ένα τμήμα της αστικής τάξης, που θα κριτικάρει την έλλειψη δημοκρατίας των διάφορων κυβερνήσεων και για να το κάνει αυτό, θα πρέπει να έχει ως σημείο αναφοράς ένα δημοκρατικό ιδεώδες. Αυτό ακριβώς θέλουμε να εξηγήσουμε και να καταγγείλουμε.

Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθουμε σε ρήξη με την αστική κριτική της δημοκρατίας και να αναγνωρίσουμε τον εχθρό σε κάθε υπερασπιστή της γνήσιας και τέλειας δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, αφού η δημοκρατία είναι προϊόν και αντανάκλαση της εμπορικής βάσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι επίσης σημείο αναφοράς κάθε αστικής κριτικής, που στοχεύει μόνο στην διόρθωση των ατελειών της δημοκρατίας, και σε αυτή συγκεντρώνονται όλες οι δυνάμεις της αντεπανάστασης σε περιόδους επαναστατικής κρίσης.

Είναι άραγε δυνατόν να μπορεί η αστική ιδεολογία να φανταστεί πραγματικά μία τέτοια κοινωνία, όπου δεν θα υπάρχουν φυλακισμένοι γιατί κανείς δεν θα κλέβει, όπου δεν θα υπάρχει καμία οργανωμένη εργατική ομάδα, επειδή κάθε απεργία θα είναι αυστηρά νόμιμη, όπου κάθε ένωση θα ομαδοποιεί πωλητές και αγοραστές για να διασφαλίζεται ότι τα εμπορεύματα θα ανταλλάσσονται στην σωστή τιμή; Φυσικά, και είναι. Πάνω από 200 χρόνια πριν, οι δημοκράτες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσουν ότι η δημοκρατική πολιτεία θα ταίριαζε με τον «λαό των θεών», όπως είπε ο Ρουσσώ. Σήμερα η αστική τάξη, στην αποσύνθεσή της, είναι ακόμα ανίκανη να αντιληφθεί τα όρια της ιστορικής της προοπτικής και μένει προσκολλημένη στις μυστικιστικές της ιδέες. Εάν ανακάλυψε την ανάγκη και την ικανότητα να ενσωματώσει κάθε θρησκεία που μέχρι χθες πολεμούσε στο όνομα της Επιστήμης και του Λόγου, πώς μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι δεν επιθυμεί «τίμια» τον δημοκρατικό παράδεισο για τον οποίον αγωνιζόταν πάντα:

Ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεό σαν μια τέλεια εικόνα του εαυτού του, εξαγνισμένο απ’ όλες τις αντιφάσεις του. Το κεφάλαιο φαντάζεται μια τέλεια και παντοτινή βασιλεία διότι είναι πεπεισμένο ότι είναι ο θετικός πόλος της κοινωνίας, επίσης εξαγνισμένος από τις αντιφάσεις του (πλούτος/φτώχεια, ανάπτυξη/εμπόδια στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, «ανάπτυξη»/»υπανάπτυξη», ισότητα/καταπίεση). Βλέπει τον εαυτό του απαράλλακτο από τον θετικό του πόλο (πλούτος, ανάπτυξη, ισότητα, ελευθερία, δημοκρατία,…). Για παράδειγμα, έχει μία εντελώς μη-ιστορική και μυστικιστική αντίληψη για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, λες και αυτή θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την περιοδική μαζική καταστροφή των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Ακόμη και αν αυτοαποκαλείται σοσιαλισμός ή κομμουνισμός, το κεφάλαιο πάντα φτιάχνει τις δικές του κατηγορίες, την δικιά του ανάλυση, το δικό του όραμα για τον κόσμο, αγνοώντας την ενότητα και την θανάσιμη αντίθεση μεταξύ μισθωτής εργασίας και Κεφαλαίου. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να εκπλήσσεται για το ότι σε αυτόν τον δημοκρατικό κόσμο κανείς δεν υφίσταται εκμετάλλευση, κανείς δεν είναι φυλακισμένος, και για το ότι το μόνο που μπορεί να βρει είναι κεφάλαιο, πλούτο, ισότητα, δικαιοσύνη, ανάπτυξη και ελευθερία.

Η αντιφατική ενότητα της πραγματικότητας

Ας αφήσουμε τώρα τον κόσμο των ιδεών και των καπιταλιστικών κατηγοριών, της κυκλοφορίας και της ιδιότητας του πολίτη, και ας επιστρέψουμε στον καθημερινό κόσμο, αυτόν της αξιοποίησης του κεφαλαίου και της παραγωγής. Ο πωλητής εργατικής δύναμης είναι ένας εργάτης, είτε πιστεύει στο Θεό είτε στη δημοκρατία. Στο εργοστάσιο δεν είναι ίσος με κανέναν, δεν είναι ελεύθερος από τίποτα, δεν κατέχει τίποτα, ούτε καν αυτό που χειρίζεται. Αν το θέλει μπορεί να φαντάζεται ότι η ιδιότητά του τού πολίτη απλώς διακόπτεται, ότι η ισότητά του, οι ελευθερίες του και η ιδιοκτησία του έμειναν στα αποδυτήρια και ότι θα τα ξαναπάρει πίσω κατά την αποχώρησή του. Όμως κάνει εντελώς λάθος. Στις οκτώ (ή περισσότερες) ώρες δουλειάς του, καταναλώνει πρώτες ύλες και μηχανές για να παραγάγει αξία-χρήσης η οποία παραμένει ιδιοκτησία του κεφαλαίου, και στις άλλες δεκαέξι ώρες, στις διακοπές του, καταναλώνει φαγητό, μπύρα, γήπεδο ή τηλεόραση για να παραγάγει άλλη μία αξία-χρήσης: την εργατική του δύναμη, που θα χρησιμοποιηθεί για την αξιοποίηση του Κεφαλαίου. Έξω από το μυστικιστικό και εφήμερο παράδεισο της κυκλοφορίας και των ελεύθερων εκλογών ο εργάτης, παραμένει εργάτης είτε του αρέσει, είτε όχι: ακόμα και όταν γαμάει (για απόλαυση ή για παραγωγή οικογένειας) δεν είναι παρά εργατική δύναμη που αξιοποιεί Κεφάλαιο. Ως τέτοια, δεν είναι ούτε ίσος, ούτε ελεύθερος, ούτε πολίτης ούτε κάτοχος οποιασδήποτε στιγμής της ζωής του. Είναι απλώς μισθωτός σκλάβος. Πριν ακόμη προσπαθήσει να οργανωθεί για να υπερασπίσει τα εργατικά του συμφέροντα, έχει ήδη εναντίον του όλη την ισότητα, την ιδιοκτησία και την ελευθερία.

Για να διεισδύσει κανείς στο αληθινό νόημα του συνόλου των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν πρέπει μόνο να περάσει από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της παραγωγής (στην αντιφατική τους ενότητα) αλλά και να προσεγγίσει την ουσία των ταξικών αντιθέσεων στην κοινωνία. Αντιλαμβανόμαστε κατά αυτόν τον τρόπο ότι η πρώτη ελευθερία του προλεταριάτου συνίσταται στο να απελευθερωθεί από κάθε ιδιοκτησία. Στην πραγματικότητα, οι πρόγονοι του προλεταριάτου απελευθερώθηκαν με υλική βία από κάθε άλλη ιδιοκτησία εκτός απ’ αυτήν επί των παιδιών τους και της εργατικής τους δύναμης – της δυνατότητάς τους να εργαστούν για κάποιον άλλον. Αυτή η απελευθέρωση από κάθε είδους ιδιοκτησία είναι η πιο σημαντική. Καθορίζει όλες τις άλλες. Χάρη σ’ αυτή την ελευθερία ο προλετάριος δεν είναι μόνο ελεύθερος να πουλήσει την εργατική του δύναμη αλλά και ελεύθερος να πεθάνει από πείνα (αυτός και τα παιδιά του), αν δεν βρει αγοραστή. Στο βασίλειο της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η ισότητα δίνει στον εργάτη το δικαίωμα να πάρει μια αξία ίση με αυτήν της εργατικής του δύναμης, και είναι ακριβώς αυτή η ισότητα που του αφαιρεί το προϊόν της δικής του εργασίας και εγγυάται την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η αδελφοσύνη δεν είναι ένα κενό νοήματος αστικό σύνθημα. Πρακτικά σημαίνει την αδελφοσύνη των αστών ενάντια στο προλεταριάτο; με τη μορφή της εθνικής και δημοκρατικής αδελφότητας συμβάλλει στο να δένονται χειροπόδαρα οι εργάτες στους εκμεταλλευτές τους και να οδηγούνται στη σφαγή των ταξικών αδελφών τους στα ιμπεριαλιστικά πεδία των μαχών.

Επομένως, η ελευθερία, η ιδιοκτησία και η αδελφότητα της δημοκρατίας προϋποθέτουν μία διαρκή κατάσταση αντιπρολεταριακής βίας. Η καταστολή είναι ένα από τα αναπόφευκτα συστατικά στοιχεία της επιβολής, της αναπαραγωγής και της επέκτασης της δημοκρατίας. Πολύ καιρό πριν ο Μαρξ συνήθιζε να καταγγέλλει την αγία τριάδα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα» ως ισοδύναμη της «Πεζικό, Ιππικό, Πυροβολικό». Ακόμη περισσότερο, η τάση προσέγγισης του παραδείσου της γνήσιας δημοκρατίας –όπου κανείς δεν θα παραπονιέται για αυτήν την ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, ιδιοκτησία– συνεπάγεται ένα υψηλότερο επίπεδο πραγμάτωσης της δημοκρατίας, που επίσης συνεπάγεται την πλήρη χρήση του τρομοκρατικού μηχανισμού του δημοκρατικού Κράτους, στις διάφορες μορφές του. Επομένως, για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία οργανική αλλαγή μεταξύ της φιλελεύθερης και της φασιστικής μορφής Κράτους, αλλά μόνο μια διαδικασία εξαγνισμού του Κράτους στην τάση του να προσεγγίσει μια απρόσιτη δημοκρατία.

Ας εξετάσουμε κάποια άλλα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Το δικαίωμα εκλογής σημαίνει ότι κάθε 4,5,6,7,.. χρόνια, ο εργάτης μπορεί να ντυθεί πολίτης και να πάει να εκλέξει τους καταπιεστές του ελεύθερα. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει, από την μια μεριά, μια ελεύθερη εκλογική καμπάνια, που σημαίνει την ελευθερία για κάθε αστική παράταξη να επενδύει σ’ αυτήν ανάλογα με τους πόρους της, και από την άλλη μεριά την ελευθερία των άλλων να φαντάζονται ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει με το να τεθεί το ένα ή το άλλο κόμμα επικεφαλής τηου αστικού Κράτους. Τα λεγόμενα δικαιώματα και ελευθερίες δίνουν ακόμη στους εργάτες το «προνόμιο» να επιλέγουν ανάμεσα στα αυτοονομαζόμενα «εργατικά κόμματα»: να επιλέγουν αυτό που θα ειναι το πιο ικανό να διευθύνει το Κράτος του Κεφαλαίου και να οργανώνει την σφαγή όσων προλετάριων θα έτειναν να αγνοήσουν τις οδηγίες των μεγάλων «εργατικών» κομμάτων και θα αρνούντο αυτό που αποφάσισε η πλειοψηφία.

Η ελευθερία του τύπου και η προπαγάνδα διασφαλίζουν απλώς την ελεύθερη αγορά με τρόπο ώστε να αναλαμβάνεται ο έλεγχος και η κυριάρχηση επί της κοινής γνώμης και να εξασφαλίζεται η ελεύθερη εφαρμογή τής αρχής τής πλειοψηφίας, μόνον από το οικονομικό δυναμικό και τη χρηματοδοτική ικανότητα των διάφορων κομμάτων. Απέναντι σ’ αυτόν τον οικονομικο-πολιτικό μηχανισμό της κυρίαρχης τάξης, οι εργάτες έχουν ως εναλλακτική λύση:είτε την ελευθερία, το δικαίωμα και το καθήκον να παραιτούνται, είτε την δύναμη και την θέληση να οργανώνονται ως μια τάξη, στην οποία δεν θα παραχωρηθεί ποτέ κανένα δικαίωμα ή ελευθερία.

Οι λεγόμενες “εργατικές ελευθερίες”

«Θεωρητικά συμφωνούμε ότι η δημοκρατία είναι το σύστημα κυριαρχίας της αστικής τάξης» έτσι απαντάνε οι σοσιαλιστές, οι Σταλινικοί, οι Τροτσκιστές κ..α. «αλλά αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να πολεμήσουμε για αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που εξυπηρετούν την οργάνωση της εργατικής τάξης: το δικαίωμα της συνένωσης, της συνδικαλιστικής δράσης, της απεργίας, της αμνηστίας για πολιτικούς κρατούμενους… οπουδήποτε αυτά τα δικαιώματα δεν υπάρχουν, και να τα υπερασπίζουμε κάθε φορά που ο φασισμός τους επιτίθεται.» «Αυτό που δεν καταλαβαίνεται», λένε, «είναι ότι δεν μπορούμε να παλέψουμε για τον σοσιαλισμό χωρίς αυτά τα δικαιώματα.»

Προφανώς, όλες αυτές οι καπιταλιστικές δυνάμεις γενικά κρύβουν αυτή τη «θεωρία» — μέχρι την τελευταία Ημέρα της Κρίσεως όταν θα την προβάλλουν εκ νέου. Ας εξετάσουμε όμως την πρακτική των δικαιωμάτων και ελευθεριών που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα που αυτά τα λεγόμενα κόμματα αποκαλούν «μίνιμουμ» ή «μεταβατικό» (από όλα αυτά τα δικαιώματα θα εξετάσουμε μόνον αυτά που υποτίθεται ‘ότι είναι «εργατικά δικαιώματα»).

«Τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι, της συνένωσης, του συνδικαλίζεσθαι, η ελευθερία του τύπου, είναι δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στους εργάτες, είναι κατακτήσεις της εργατικής τάξης.»

Τάδε έφη η αστική τάξη (της αριστεράς και της δεξιάς). Μετά την καθημερινή παραγωγή αξίας για το κεφάλαιο, έχοντας εξαντλήσει την δύναμή τους, καταπονήσει τα χέρια τους, φθείρει τον εγκέφαλό τους, χύσει τον ιδρώτα τους, το αίμα τους… φθείρει την ζωή τους, οι εργάτες εν έχουν απλώς το δικαίωμα να πάνε και να δουν ποδόσφαιρο, ή να μεθύσουν στο μπαρ για να ξεσκάσουν, για να είναι σε φόρμα και καλοί στην δουλειά τους την επόμενη μέρα, αλλά επίσης, η αστική τάξη τους δίνει το δικαίωμα να συζητούν, να συνδικαλίζονται και να στέλνουν «αντιπροσώπους» για να διαπραγματεύονται την τιμή πώλησής τους. Είναι πολύ λογικό το ότι ένας πωλητής προσπαθεί να πωλήσει το εμπόρευμά του σε υψηλή τιμή και το Κεφάλαιο δέχεται ότι τα συνδικάτα αλλάζουν τις παράλογες απαιτήσεις των εργατών σε «δίκαιες μισθολογικές απαιτήσεις». Αυτές οι «δίκαιες απαιτήσεις» είναι αυτές που επιτρέπουν μια αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης αρκετά μεγάλη για να αντισταθμίσει την τάση της πτώσης του ποσοστού του κέρδους. Κάτι που είναι ακόμη και «θεμιτό» από όλη την αστική τάξη στο μέτρο που δεν θίγει την εθνική οικονομία. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα συνδικάτα είναι οι καλλίτεροι ειδικοί στο να διαμορφώνουν αυτά τα «δικαιώματα» και τις «θεμιτές» απαιτήσεις που δεν θίγουν το κέρδος του Κεφαλαίου.

Τι άλλο μπορούμε να βρούμε σε αυτά τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν από την αστική τάξη; ΤΙΠΟΤΑ, απολύτως τίποτα περισσότερο.

Απέναντι σε μια εργατική ένωση που υπερασπίζεται τα εργατικά συμφέροντα, που μάχεται για μια πραγματική μείωση του χρόνου εργασίας, για μια πραγματική αύξηση των σχετικών μισθών, το Κεφάλαιο δεν έχει συμφέρον να δεχθεί το δικαίωμα της συνένωσης, του συνέρχεσθαι, του τύπου, του συνδικαλίζεσθαι, γιατί αυτά τα δικαιώματα θα επιτεθούν αναγκαστικά στο ποσοστό του κέρδους και την εθνική οικονομία. Και τότε, η δημοκρατία δεν θα έχει άλλη εναλλακτική λύση παρά να χρησιμοποιήσει τους μπάτσους της, τα συνδικαλιστικά της στρατεύματα,… Τα κόμματα δεν διστάζουν ποτέ να χρησιμοποιήσουν λευκή τρομοκρατία ενάντια στο ταξικό κίνημα των εργατών, και πάντα στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, του δικαιώματος στην εργασία, του σεβασμού στις αποφάσεις του συνδικάτου… Αναμφίβολα το ίδιο θα συμβαίνει κάθε φορά που η εργατική ένωση θα γίνεται ένα σχολείο για τον κομμουνισμό, κάθε φορά που το ζήτημα του σοσιαλισμού θα παύει να είναι ένα ζήτημα λέξεων και θα διεξάγεται μια πάλη όχι απλώς για την αύξηση των μισθών αλλά για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας.

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι ενώσεις των εργατών, ο τύπος τους, οι συγκεντρώσεις και οι δραστηριότητές τους,… που βασίζονται αποκλειστικά στα άμεσα και ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου, πρέπει να παλέψουν ανοιχτά ενάντια στο Κεφάλαιο και την εθνική του οικονομία. Και στο όνομα του σεβασμού στα νόμιμα συνδικάτα, του αγώνα ενάντια στην ανατροπή, της ενότητας ενάντια στους προβοκάτορες, της άμυνας για εθνική ασφάλεια, αυτές οι λεγόμενες ελευθερίες είναι ακριβώς που θα χρησιμοποιηθούν ως κατασταλτική δύναμη ενάντια στις ταξικές οργανώσεις.

Και αυτή η πρακτική είναι πολύ συνεπής με τη δημοκρατία. Η καταστολή είναι δημοκρατική γιατί γίνεται όταν οι εργάτες εγκαταλείπουν την στολή τους της ιδιότητας του πολίτη για να δράσουν ως τάξη, όταν δεν αποδέχονται πλέον να είναι ένας καλοπειθαρχημένος στρατός για την αξιοποίηση του Κεφαλαίου, για την οποία η αστική τάξη τους παραχώρησε αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.

Αυτό αποδεικνύει ότι αντίθετα με ότι λεει η αστική τάξη, κανένα δικαίωμα δεν είναι εγγυημένο στην εργατική τάξη όταν δρα ως τάξη. Αυτά τα δικαιώματα είναι εγγυημένα μόνο στους πολίτες, στους πωλητές εμπορευμάτων. Για όλους όσους δεν δέχονται να συμπεριφέρονται ως καλοί πολίτες, η καταστολή είναι η λογική απάντηση στην αστική επιθυμία για έναν δημοκρατικό παράδεισο. Δεν υπάρχει δημοκρατικός παράδεισος για όσους δεν σέβονται τη δημοκρατία. Αμέσως μόλις το προλεταριάτο οργανώνεται ως τάξη και επιχειρεί να επιτεθεί στην δικτατορία του Κεφαλαίου η δημοκρατία δείχνει το τρομοκρατικό της πρόσωπο’ στο βαθμό που η δικτατορία αντέχει σταθερά, η δημοκρατία μπορεί να δείχνει το φιλελεύθερο πρόσωπό της στον ηλίθιο λαό. Το ωραίο πρόσωπο των δικαιωμάτων και ελευθεριών επιφυλάσσεται μόνο για τον πολίτη, αυτόν που υποκλίνεται ειρηνικά απέναντι στην καθημερινή βία του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής: την μισθωτή εργασία.

Το ίδιο συμβαίνει με το δικαίωμα της απεργίας. Η αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης μας λεει ότι αυτό είναι ανταγωνιστικό στο καπιταλιστικό νομικό εποικοδόμημα. Κανένα δικαίωμα δεν δίνεται ποτέ στην τάξη, στους εργάτες που αγωνίζονται, δίνεται μόνο στους πωλητές εμπορευμάτων. Στο βαθμό που οι εργάτες εξακολουθούν να αποδέχονται να είναι απλώς μια δύναμη για την αξιοποίηση του Κεφαλαίου, έχουν κάθε δικαίωμα να δρουν όπως ο οποιοσδήποτε πωλητής εμπορευμάτων: να απαιτούν τη σωστή αξία για το εμπόρευμά τους, να αρνούνται να πωλούν, να σταματούν την διανομή αξίας χρήσης, κ.λπ. Και φυσικά, από την άλλη μεριά, βρίσκουμε τα δικαιώματα του αγοραστή: την ελευθερία της εργασίας (που σημαίνει ανεργία, σπάσιμο απεργιών, εργοδοτική απεργία, κ.λπ.)… Με αυτή την ελευθερία οι εργάτες είναι αυτοί που εξακολουθούν καθημερινά να υφίστανται περισσότερη εκμετάλλευση και υποδούλωση.

Και όταν κάνουν μια αληθινή απεργία χωρίς να ενδιαφέρονται για κάποιο δικαίωμα ή ελευθερία, όταν πραγματικά επιτίθενται στα αστικά συμφέροντα, δεν υπάρχει πλέον κανένα δικαίωμα ή ελευθερία; κατηγορούνται ότι είναι προβοκάτορες, ή πράκτορες του εξωτερικού,…., η αληθινή ταξική απεργία κηρύσσεται παράνομη, άγρια, αντι-συνδικαλιστική,…., και πράγματι τέτοια είναι. Συνειδητά ή όχι, κάθε ταξικός αγώνας εναντιώνεται στην νόμιμη τάξη της εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής και αγωνίζεται για την καταστροφή της.

Και γι’ αυτό μια αληθινή απεργία δεν αποδέχεται εργάτες που συμπεριφέρονται σαν πρόβατα, ούτε απεργοσπάστες, ούτε συνδικάτα, ούτε το δικαίωμα στην εργασία, ούτε το δικαίωμα στην απεργία. Στο πεδίο του αγώνα, όταν οι εργάτες εφαρμόζουν την άμεση δράση ενάντια στα συνδικάτα που βρίσκονται στην υπηρεσία των αφεντικών, δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός ή αφελής για να πιστέψει ότι η νομιμοποίηση των απεργιών, για την οποία δεν αποφασίζουμε εμείς, αλλά οι εχθροί μας, μας προσφέρει κάποιου είδους εγγύηση για τη νίκη ή μας προστατεύει απέναντι στην Κρατική καταστολή. Αντιθέτως, η νομιμοποίηση των απεργιών είναι για την αστική τάξη ένας τρόπος να περιορίζει την ταξική δύναμη των απεργιών.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η «αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους» την οποία ζητάει η Διεθνής Αμνηστία καθώς επίσης και όλοι οι σοσιαλδημοκράτες, ειρηνιστές, Τροτσκιστές, ανθρωπιστές, κήρυκες κάθε είδους ιμπεριαλισμού, μόνο όμως με τον όρο ότι τους έχει φυλακίσει ένα Κράτος που ανήκει στην αντίπαλη ιμπεριαλιστική πλευρά. Κάθε Κράτος διατηρεί τους δικούς του φυλακισμένους και, την ίδια ώρα, ζητά την απελευθέρωση των φυλακισμένων των γειτονικών κρατών στο όνομα, βεβαίως, των ανθρώπινων δικαιωμάτων… Άλλωστε, οι ανθρωπιστές ασχολούνται μόνο με τους πολιτικούς κρατούμενους, την ώρα που διεθνής συμβάσεις κατατάσσουν κάθε ενέργεια προλεταριακής βίας στην κατηγορία «Παράβαση Κοινού Δικαίου».

Το αποκορύφωμα της καμπάνιας τους είναι ότι όλες τους–επιτροπές για τους Χιλιανούς, Αργεντινούς, Σαλβαδοριανούς εξόριστους, ομάδες για την υποστήριξη της RAF, του IRA κ.λπ.–στοχεύουν στο να πάρουν τις υπογραφές των ανθρωπιστικών σοσιαλδημοκρατιών, τέτοιων όπως της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες δεν διατηρούν πολλούς πολιτικούς κρατούμενους αφού έχουν ήδη εξολοθρεύσει τους περισσότερους από αυτούς έναν-έναν. Και όπως σε κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, κάθε Κράτος είναι έτοιμο να παζαρέψει κάποια ανθρώπινη σάρκα απέναντι/ενάντια στις επενδύσεις ή τα εμπορεύματα. Και εξακολουθούν να μιλούν για «αμνηστία» και «ανθρώπινα δικαιώματα». Σε αυτό το πρόδηλο εμπόριο ανθρώπινης σάρκας, η αστική τάξη τοποθετεί ευφυώς όλους τους φυλακισμένους μαζί, συγκαλύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της φυλάκισης των συντρόφων μας που πιάστηκαν καθώς μάχονταν το αστικό Κράτος. Όταν εκδιώκεται μια χούντα, όταν αναλαμβάνει ένας νέος πρόεδρος, όταν το άλφα ή το βήτα κόμμα κερδίζει τις εκλογές, τότε παρέχουν μια «ευρεία λαϊκή αμνηστία». Και υποκρίνονται ότι ο καλύτερος τρόπος για να δείξουν αλληλεγγύη στους φυλακισμένους συντρόφους μας είναι το μάζεμα των υπογραφών των δημοκρατών, η συμμετοχή–στέλνοντας χρήματα και επιστολές–στις καμπάνιες που οργανώνουν η «Αμνηστία», τα κόμματα, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις,… Γνωρίζουμε ότι όλη αυτή η σύγχυση είναι το ακριβώς αντίθετο της αλληλεγγύης που χρειάζονται όλοι οι φυλακισμένοι σύντροφοί μας. Η μόνη αλληλεγγύη είναι η ταξική αλληλεγγύη, η οποία δεν βρίσκεται ούτε στις ανθρωπιστικές ομιλίες, ούτε, μέσω του παιχνιδιού που λέγεται «ανθρώπινα δικαιώματα», στην πλευρά των Η.Π.Α., της Ε.Σ.Σ.Δ. ή της Κούβας, και η οποία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με τα γράμματα διαμαρτυρίας στους καπιταλιστές χασάπηδες, τα οποία ζητούν απ΄ αυτούς να βασανίζουν πιο λίγο. Βρίσκεται, αντίθετα, στον αγώνα κατά της αστικής τάξης σε κάθε χώρα. Μόνον η άμεση δράση της εργατικής τάξης με τα δικά της μέσα (απεργίες, σαμποτάζ της εθνικής παραγωγής,….) θα της επιτρέψει να επιβάλει τη δύναμή της, να ελευθερώσει τους τωρινούς φυλακισμένους εργάτες, αλλά και να βάλει τις βάσεις για να οργανώσει την ταξική εξουσία, την προλεταριακή δικτατορία, που θα εξαφανίσει την ιστορία όλων των Κρατών και όλων των φυλακισμένων.

Όπως και με όλα τα άλλα δικαιώματα και ελευθερίες, η νομική αμνηστία δεν έχει τίποτε να κάνει με τον αγώνα που δίνουν εργάτες για να απελευθερώσουν συντρόφους από τις φυλακές, γιατί όσο θα υπάρχει το καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα, θα υπάρχουν φυλακισμένοι και ιδιαίτερα προλετάριοι φυλακισμένοι. Πρέπει κανείς όχι μόνο να γνωρίζει ότι δεν υπάρχει καμία νομική εγγύηση απέναντι στη φυλακή και τα βασανιστήρια, αλλά και ότι η φυλακή και τα βασανιστήρια θα χρησιμοποιούνται πάντοτε στο όνομα της υπεράσπισης αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Όπως κάθε εργάτης είναι δυνάμει άνεργος στο καπιταλιστικό καθεστώς, έτσι και κάθε εργάτης ο οποίος δεν σέβεται τους κανόνες του παιχνιδιού που λέγεται «ιδιότητα του πολίτη» είναι δυνάμει ένας φυλακισμένος. Η καταστολή, τα βασανιστήρια, οι δολοφονίες, είναι απλώς πρακτικές της δημοκρατίας.

Επιπλέον, το νόημα μιας αμνηστίας είναι ότι οι φυλακισμένοι «συγχωρούνται» για ό,τι έκαναν. Αυτό βεβαίως σημαίνει ότι απαρνούνται τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν, ή, τουλάχιστον, ότι δηλώνουν ότι οι πράξεις που χθες ήσαν έγκυρες, σήμερα παύουν πλέον να είναι τέτοιες. Μ΄ αυτόν τον τρόπο η αμνηστία επιτρέπει, στο όνομα της «χριστιανικής συγχώρεσης», την θεράπευση των πράξεων που αρχικά στρέφονταν ενάντια στο αστικό Κράτος και που έγιναν, με την άνοδο μιας άλλης αστικής φράξιας στην κυβέρνηση, «πράξεις που είναι μεν υπερβολικές, αλλά είναι και κατανοητές μέσα στα πλαίσια του αγώνα κατά της δικτατορίας…»

Ένα καλό παράδειγμα επ΄ αυτού είναι η αμνηστία που παραχώρησε η «Ισπανική Δημοκρατία», η οποία συγχώρεσε κάποιους «αντι-φασίστες αγωνιστές» για να συγκαλύψει πάνω απ΄ όλα το γεγονός ότι πολλοί φυλακισμένοι εργάτες αγωνίζονταν ταυτόχρονα ενάντια στον Φράνκο και ενάντια στα αντι-φασιστικά ξαδέλφια του: κοντολογίς, ενάντια σε ολόκληρο το αστικό Κράτος. Ορισμένοι από τους «αναρχικούς», από τους «ανεξέλεγκτους», εξακολουθούν να βρίσκονται στις φυλακές, οι οποίες έγιναν ξανά «δημοκρατικές».

Για εμάς, η απελευθέρωση των φυλακισμένων ταξικών συντρόφων μας μπορεί να γίνει μόνο με την ανάληψη των ηρωικών τους πράξεων. Δεν ελπίζουμε σε καμία χάρη ή έλεος μιας τάξης η οποία μας δείχνει καθημερινά ότι ποτέ δεν διστάζει να συσσωρεύει εκατομμύρια νεκρά σώματα για την ανάπτυξη του πολιτισμού της. Γνωρίζουμε ότι μόνον η οργανωμένη και ένοπλη δύναμή μας μπορεί να βγάζει τους συντρόφους μας από τις φασιστικές και αντι-φασιστικές φυλακές. Και αυτό αληθεύει ακριβώς γιατί η δύναμή μας είναι η συνέχεια αυτών των πράξεων, για τις οποίες πέφτουν οι σύντροφοί μας. Να γιατί όχι μόνον δεν ζητάμε αμνηστία αλλά, αντίθετα, υποστηρίζουμε τους λόγους για τους οποίους αυτοί φυλακίστηκαν. Ο Κ. Μαρξ κράτησε αυτή τη στάση απέναντι στους δικαστές του:

«Δεν ζητάμε ούτε συγγνώμη, ούτε έλεος¨ μη περιμένετε κάτι τέτοιο από εμάς αύριο!»

Απέναντι στο Κεφάλαιο όλοι οι προλετάριοι είναι ανατρεπτικοί. Το γεγονός της άρνησης υποταγής στους νόμους του σημαίνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, αγώνας για την καταστροφή του. Να γιατί, μαζί με όλα τα θύματα («πολιτικά» ή «του κοινού δικαίου») του Κεφαλαίου λέμε:

«Είμαστε όλοι ανατρεπτικοί. Είμαστε όλοι ένοχοι γιατί επιθυμούμε την καταστροφή αυτού του απάνθρωπου κόσμου.»

Για όλους αυτούς τους λόγους, η κομμουνιστική στάση απέναντι στον τύπο, τις απεργίες, την αμνηστία, τις ελευθερίες, τη νομιμότητα, είναι να βεβαιώνει δίχως αμφιβολίες ότι η οργάνωση του προλεταριάτου δεν είναι βασισμένη σε κανένα δικαίωμα, κανέναν νόμο, καμία ελευθερία εκχωρημένη από τον εχθρό του αλλά, αντίθετα, είναι βασισμένη στην παράνομη δράση: την επαναστατική οργάνωση για την καταστροφή της μισθωτής σκλαβιάς. Όπως είπε ο Μαρξ:

«Ποτέ δεν το κρατήσαμε αυτό μυστικό: το πεδίο στο οποίο αγωνιζόμαστε δεν είναι το νομικό πεδίο αλλά το επαναστατικό πεδίο.»

Αυτό δεν σημαίνει ότι παρατάμε μια απεργία όταν αυτή γίνεται νόμιμη, ή ότι δεν εκδίδουμε και δεν διανέμουμε επαναστατικά έντυπα όταν αυτά μπορούν να κυκλοφορούν νομίμως, ή ότι αρνούμαστε να βγούμε από τη φυλακή όταν ένας δικαστής μάς απελευθερώνει. Αυτό θα σήμαινε απλώς ότι αντιδρούμε αντιθετικά στο ίδιο νομικό πεδίο.

Δεν πρέπει κανείς να ταυτίζει την παρανομία με την κρυφή ενέργεια. Κάθε πραγματική απεργία είναι παράνομη αλλά δεν αποτελεί κρυφή ενέργεια, ακόμη κι αν έχουν γίνει μυστικές προετοιμασίες γι΄ αυτήν. Η οργάνωση των εργατών σε ταξικούς συνεταιρισμούς –επαναστατικά συμβούλια, σοβιέτ,…– στηρίζεται σε μια εντελώς παράνομη βάση αλλά αναπτύσσει δημόσιες δραστηριότητες. Το καλύτερο παράδειγμα επ΄ αυτού είναι η καταστροφή του αστικού στρατού από το προλεταριάτο. Όταν οι στρατιώτες ενώνονται με τους υπόλοιπους της εργατικής τάξης μετά από μια πολύχρονη κομμουνιστική μυστική προπαγάνδα, όταν αρχίζουν να χρησιμοποιούν τα όπλα τους ενάντια στους αξιωματικούς και καταστρέφουν τον καπιταλιστικό στρατό, δεν το κάνουν κρυφά αλλά φανερά, παρότι είναι η πιο παράτολμη πράξη που μπορεί κανείς να φανταστεί. Να πολεμά κανείς στο παράνομο πεδίο σημαίνει να πετυχαίνει όλους τους στόχους ανεξάρτητα απ΄ όλα τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, που αποτελούν απλώς αποφάσεις των εχθρών μας και επομένως είναι μια στρατηγική της αστικής τάξης για να μας πολεμά.

Συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ τάξεων και νομική διατύπωση μίας αναπόφευκτης κατάστασης

Ας ακούσουμε για άλλη μια φορά τους δικηγόρους του Κεφαλαίου:

«Είμαστε Μαρξιστές και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όλα αυτά τα δικαιώματα είναι αστικά δημοκρατικά δικαιώματα, όμως η αστική τάξη είναι ανίκανη να τα εκχωρήσει ή να τα διατηρήσει¨ πρέπει να τα επιβάλουμε και να τα εξασφαλίσουμε δια της βίας. Πρέπει να αγωνιστούμε σήμερα για το δικαίωμα στην απεργία, για την συντακτική συνέλευση, για την αμνηστία πολιτικών κρατουμένων, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, του εκλέγειν, του τύπου, κ.λπ.»

Κάποιοι άλλοι θα πουν ότι:

«Πρέπει κανείς να αγωνίζεται για την αυτονομία της εργατικής τάξης να διεξάγει την διαρκή επανάσταση»

ή ότι «είναι απλώς ένα βήμα»

Έχουμε δει ποτέ μια τάξη που να μπορεί να μένει αυτόνομη, που να μπορεί να αγωνίζεται για τα δικά της ταξικά συμφέροντα, ενώ την ίδια ώρα να αγωνίζεται για την τελειοποίηση της δημοκρατίας, μ΄ άλλα λόγια, για τα συμφέροντα των ταξικών της εχθρών; Το ερώτημα αυτό δεν βρίσκει απάντηση από τους Τροτσκιστές και τους Σταλινικούς. Στο δημοκρατικό τους όραμα της ιστορίας το προλεταριάτο δεν θα είναι η πρώτη τάξη της ιστορίας που θα είναι ταυτόχρονα εκμεταλλευμένη και επαναστατική, αλλά μάλλον η λιγότερο αυτόνομη και πιο δουλική τάξη όλης της ιστορίας. Ενώ στις προηγούμενες εξεγέρσεις τους οι σκλάβοι επιτίθεντο στο σύστημα της σκλαβιάς και στους αφέντες τους, και οι δουλοπάροικοι επιτίθεντο σε όλους τους μεσαιωνικούς θεσμούς, την εκκλησία και τους κυρίους, αυτοί οι «Μαρξιστές» λένε ότι το προλεταριάτο θα πρέπει να αγωνίζεται για αστικούς στόχους, να προετοιμάζει τη δική του επανάσταση με αστικά μέσα!

Όμως ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε μια προλεταριακή πρόοδο και την εκχώρηση του άλφα ή βήτα δικαιώματος και ελευθερίας από την αστική τάξη;

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: την κατάσταση στην Αργεντινή το 1973. Για χρόνια, ένδοξοι εργατικοί αγώνες απελευθέρωναν τους κρατούμενους από τις φυλακές τους. Την ίδια στιγμή, οι «γραφειοκράτες» και «αντι-γραφειοκράτες» Περονιστές, οι Τροτσκο-Μορενιστές του PST, ζητούσαν από τους εργάτες να περιμένουν την εντολή για αμνηστία, δίχως να γνωρίζουν αν αυτή συμπεριλάμβανε τις περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας (εγκλήματα, αδικήματα….). Οι εργατικοί αγώνες είχαν εκκενώσει το Villa Devoto [σύμπλεγμα φυλακών] και επέτρεψαν σε πολλούς συντρόφους να επανενταχθούν στον αγώνα. Πώς θα έπρεπε να ερμηνεύσουμε αυτά τα γεγονότα; Για τα κλασικά αστικά κόμματα, η απελευθέρωση κρατουμένων είναι πάντοτε απόρροια αυτού που νομίμως εκχωρούν’ για εκείνα τα αστικά κόμματα που αυτοχαρακτηρίζονται «εργατικά κόμματα», συμβαίνει το αντίθετο: οι εντολές αμνηστίας αποτελούν μεγάλη εργατική νίκη. Και τα δύο είδη αστικών κομμάτων συμφωνούν στο να χαρακτηρίζουν τη νομική διατύπωση ως θεμελιώδη. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάσεις, και οι δύο όμως είναι τάσεις της ίδιας τάξης: της αστικής. Διαφωνούν μόνο στον τρόπο της συντριβής του εργατικού κινήματος, της δημοκρατικής ενσωμάτωσής του και της νομικής δικαιολόγησης της κατάστασης.

Για όλους όμως τους κομμουνιστές, αντίθετα, νίκη δεν αποτελεί η εξασφάλιση έκδοσης διαταγμάτων αλλά η οργανωτική οχύρωση της τάξης μας, η πρακτική επιβεβαίωση της αυτονομίας της και το γεγονός ότι οι φυλακισμένοι μπορούν να κατεβαίνουν μαζί με τα ταξικά τους αδέρφια στο δρόμο. Και η αμνηστία; Είναι απλώς ένας νομικός ελιγμός της αστικής τάξης σε μια προσπάθεια να ενσωματώσει στη δημοκρατική της νομιμότητα αυτό που γίνεται στους δρόμους και που δεν μπορεί πλέον να το αποφεύγει. Ο στόχος της είναι προφανής: να μετατρέψει μια κατάσταση που είναι ευνοϊκή για τον ιστορικό της εχθρό σε δικό της πλεονέκτημα. Η αποφυλάκιση των κρατουμένων μεταμφιέζεται σε αμνηστία μέσω της νομικής της διατύπωσης.

Η ίδια αντίθεση υπάρχει ανάμεσα στο δικαίωμα του τύπου και την ύπαρξη ενός αυτόνομου εργατικού τύπου. Γενικά, η ελευθερία του τύπου εγγυάται την ελευθερία του επιχειρείν και η οικονομική πλευρά είναι κυρίαρχη. Για ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η ελευθερία του τύπου μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τον εργατικό τύπο στο μέτρο που ο τελευταίος δεν έχει μεγάλη επιρροή και, μέσω της ελεύθερης κυκλοφορίας του, μπορεί να ελέγχεται από την αστική τάξη. Όμως σε έναν κόσμο όπου όλα είναι εμπόρευμα, όπου όλα τείνουν να αποσυντίθενται σε έναν κόσμο ανταλλαγής, χρήματος ή κατανάλωσης, ας μην έχουμε καμία αυταπάτη: ο εργατικός τύπος δεν θ΄ αναπτυχθεί ποτέ σε τέτοια βάση.

Το ίδιο συμβαίνει με το δικαίωμα στην απεργία. Ας αφήσουμε παράμερα την πολύ γνωστή περίπτωση απεργιών που επιτίθενται στο ποσοστό κέρδους της αστικής τάξης. Μια απεργία αναγνωρίζεται νομικά μόνον όταν η αστική τάξη βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και δεν έχει άλλη λύση για να σπάσει την απεργία πέρα από το να την νομιμοποιήσει. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις συνδέονται αλλά πάντως η νομιμοποίηση ποτέ δεν φέρνει κάτι νέο στον αγώνα του προλεταριάτου. Η δύναμή του είναι μόνον η οργανωμένη και συνειδητή του δύναμη, πριν και μετά τη νομιμοποίηση.

Άλλη μία ερώτηση για να την σκεφτούν οι λεγόμενοι «Μαρξιστές»: για ποιόν άλλο λόγο θα έδινε η αστική τάξη κάποιο δικαίωμα στον ιστορικό της εχθρό (το προλεταριάτο); Αν ήταν αλήθεια ότι αυτά τα δικαιώματα και ελευθερίες θα βοηθούσαν την επανάσταση, τότε γιατί δεν έχει γίνει κάποια επανάσταση στις χώρες που έχουν μακρά δημοκρατική παράδοση, π.χ. στις Η.Π.Α.; Γιατί έγινε στη Ρωσία, που είχε γνωρίσει αιώνες Τσαρισμού και λίγους μόνο μήνες «δημοκρατίας»; Και γιατί ξέσπασε στο πιο «δημοκρατικό» καθεστώς ολόκληρης της ρωσικής ιστορίας, αυτό του σοσιαλδημοκράτη Κερένσκι; Σε ποιά δικαιώματα και ελευθερίες μπόρεσαν οι εργάτες στο Ιράν να βασιστούν για να υπερασπίσουν τις απεργίες και τον αγώνα τους του 1978-79; Με ποιό τρόπο η αναγνώριση του συνδικάτου «Αλληλεγγύη», στην Πολωνία, βοήθησε το εργατικό κίνημα να αναπτυχθεί και να επεκταθεί; Δεν συντέλεσε αυτό ακριβώς στην αφομοίωση του κινήματος μέσω της απομάκρυνσής του από τους αντι-καπιταλιστικούς και συνεπώς διεθνιστικούς και αυτόνομους στόχους του, και του επαναπροσανατολισμού του στη μεταρρύθμιση και τον εκδημοκρατισμό του εκμεταλλευτικού συστήματος με τις ευλογίες του Πάπα αλλά και του Μπρέζνιεφ;

Γιατί δεν θα έπρεπε να ζητήσουμε το δικαίωμα στην εξέγερση; Υπάρχει μια απάντηση για όλα αυτά τα ερωτήματα, και αυτή η απάντηση έχει να κάνει με τα υλικά ταξικά συμφέροντα, που είναι ανταγωνιστικά ως προς τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Στην πραγματικότητα, είναι απολύτως φυσιολογικό το ότι η δημοκρατική δεξιά ή αριστερή αστική τάξη προσπαθεί να επιβάλει τα δικά της «ανθρώπινα δικαιώματα» και δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα σε αμνηστία και απελευθέρωση κρατουμένων, σε δικαίωμα απεργίας και απεργία, σε δικαίωμα του τύπου και στην ύπαρξη ενός εργατικού τύπου. Ο πυρήνας όλης αυτής της μυστικοποίησης βρίσκεται στη θεώρηση της νομικής διατύπωσης ως εργατικής ννίκης, ενώ δεν είναι παρά ένα όπλο της αστικής τάξης.

Δύο τρόποι ερμηνείας της ιστορίας

Η αστική τάξη, για να υπερασπίσει τα συμφέροντά της, χρειάζεται να ερμηνεύει την ιστορία με το δικό της τρόπο. Πάντοτε μας λεει ότι δεν γνωρίζουμε ιστορία, ότι η εργατική τάξη αγωνίστηκε πάντοτε για να εξασφαλίσει το δικαίωμα να ψηφίζει, να απεργεί,…Όλα τα λεγόμενα εργατικά κόμματα υποβιβάζουν την ιστορία των προλεταριακών αγώνων σε ζήτημα κατάκτησης δημοκρατικών δικαιωμάτων με στόχο να δικαιολογήσουν τις παλαιότερες, σημερινές και μελλοντικές τους ενέργειες. Αυτοί οι υπηρέτες του Κεφαλαίου αρνούνται να δουν τους ταξικούς ανταγωνισμούς και τα ιδιαίτερα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Χρησιμοποιούν τα συνθήματα των μαζών, που εξακολουθούν να υπόκεινται στην κυρίαρχη ιδεολογία, για να αποδείξουν ότι οι εργάτες πάντοτε αγωνίστηκαν για γνήσια δημοκρατία, και μ΄ αυτόν τον τρόπο σκοτώνουν για δεύτερη φορά τα εκατομμύρια εργατών που σφαγιάστηκαν «δημοκρατικά» καθ΄ όλη τη διάρκεια της ιστορίας των αγώνων. Κάνοντάς το αυτό, προσπαθούν να δικαιολογήσουν το ρόλο τους ως εκπροσώπων στον αστικό Κρατικό μηχανισμό. Όμως πρέπει κανείς να τοποθετήσει τα δεδομένα στην αληθινή τους βάση (δηλαδή, τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου, τα οποία είναι απολύτως αντίθετα από αυτά της αστικής τάξης), όλοι αυτοί οι αγώνες στοχεύουν στο να καταστρέψουν την ταξική κοινωνία, οποιαδήποτε κι αν είναι προς στιγμήν η συνείδηση των εργατών που βιώνουν αυτούς τους αγώνες.

«δεν έχει μεγάλη σημασία σε τι νομίζει ότι αποσκοπεί ένας εργάτης, ή ακόμη ολόκληρο το προλεταριάτο. Αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που είναι πραγματικά και ιστορικά υποχρεωμένο να κάνει» (Μαρξ – Η Αγία Οικογένεια)

Δεν μας ενδιαφέρουν τα λάβαρα που ανεμίζουν στους αγώνες μας, μας ενδιαφέρουν μόνο οι τεράστιες προσπάθειες του προλεταριάτου να οργανωθεί και να πολεμήσει την αστική τάξη. Επομένως είναι πολύ λογικό το ότι, ενώ οι λεγόμενοι «Μαρξιστές» θεωρούν ότι η καθολική ψηφοφορία είναι μια κατάκτηση του προλεταριάτου, εμείς θεωρούμε ότι κάθε μεταρρύθμιση του Κράτους είναι ένας τρόπος να τελειοποιηθούν οι μέθοδοι κυριαρχίας της αστικής τάξης. Οι μόνες αληθινές κατακτήσεις της εργατικής τάξης είναι η εμπειρία της (στον αγώνα) και η αυξανόμενη αυτονομία και δύναμη της οργάνωσής της. Αυτό που μένει από τους αγώνες της είναι τα πολιτικά συμπεράσματα που μπορούν να βγάλουν οι εργατικές (προλεταριακές) μειοψηφίες από την ιστορία τους. Μόνον μέσα από αυτήν την «εργατική μνήμη» που κουβαλά η μειοψηφία μπορεί το κίνημα να αποφύγει να κάνει διαρκώς τα ίδια λάθη.

Από την άλλη μεριά, η ερμηνεία της ιστορίας που βασίζεται στις «δημοκρατικές κατακτήσεις» των εργατών έχει οδηγήσει τους υπερασπιστές αυτού του οράματος στο κοινοβούλιο και στα υπουργεία. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η καπιταλιστική τάξη είναι η πρώτη κυρίαρχη τάξη στην ιστορία για την οποία τα προνόμια εξ αίματος δεν αποτελούν καθοριστικό παράγοντα. Οποιοσδήποτε πολίτης, ακόμη κι ένας «εργάτης» μπορεί να ενταχθεί στην αστική τάξη αν έχει τα σωστά προσόντα για να υπερασπίσει την αστική οπτική: αυτό λέγεται κοινωνική αναρρίχηση! Με αυτόν τον τρόπο η δημοκρατία μπορεί να επιλέγει τα καλύτερα στοιχεία της καταγωγής ενός εργάτη για να ελέγχει αποτελεσματικότερα το εργατικό κίνημα. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του «εργάτη» Νόσκε, που έγινε υπουργός και σφαγέας της Βερολινέζικης εξέγερσης του 1919 και σκότωσε χιλιάδες επαναστάτες εργάτες.

Αυτό το σύστημα όχι μόνο επιτρέπει σε κάποιους «εργάτες» να κερδίσουν μια θέση ανάμεσα στους καταπιεστές των πρώην ταξικών αδερφών τους αλλά, επίσης, επιτρέπει σε ολόκληρα “εργατικά κόμματα” να επιλεχθούν από το Κεφάλαιο για να ενισχύσουν την κυριαρχία του (π.χ. τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς). Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι αυτά τα κόμματα ερμηνεύουν την ιστορία ως μια διαδοχή βημάτων που οδηγούν στη δημοκρατία.

Ως συμπέρασμα, πρέπει να πούμε ότι οι δύο τρόποι ερμηνείας της ιστορίας ανταποκρίνονται στα συμφέροντα των δύο ανταγωνιστικών τάξεων της κοινωνίας μας: είτε ο αγώνας του προλεταριάτου για την κομμουνιστική επανάσταση, ή η αστική υπεράσπιση της δημοκρατικής δικτατορίας του Κεφαλαίου.

Τι θέλουν οι ψευδο-μαρξιστές;

Ας αφήσουμε τώρα τα ζητήματα των κοινοβουλίων, των υπουργείων, των κυβερνήσεων, των συνδικάτων, των διευθυντών, και ας εξετάσουμε το ακόλουθο ερώτημα: τί είδους «εργατική τάξη» επιθυμεί να δει η αριστερή πτέρυγα του Κεφαλαίου, ποιό θα είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής της, σε ποιά κοινωνική κατάσταση στοχεύει; Η αποδοχή των εντολών της σημαίνει να απεργεί κανείς για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, να συνενώνεται στο όνομα της ελευθερίας των συνδικάτων (με αυτήν και υπό την διεύθυνσή της,), να μιλά στο όνομα του δικαιώματος της έκφρασης, να εκλέγει «εργατικούς» εκπροσώπους στο όνομα της δημοκρατίας¨ και γιατί να μην πάμε και στη φυλακή στο όνομα του δικαιώματος της αμνηστίας και του δικαιώματος των κρατουμένων, γιατί να μην διακινδυνεύσουμε τη ζωή μας στο ιερό όνομα της ιδιότητας του πολίτη;

Δεν υπερβάλουμε: πόσοι εργάτες, που την πίστεψαν, κατέληξαν φυλακισμένοι ή σκοτωμένοι επειδή έγραψαν στον τοίχο την εντολή της δικής τους υποταγής «Ζήτω η δημοκρατία, θάνατος στη δικτατορία!».

Αν η αστική τάξη προσεγγίσει αυτόν τον στόχο, μπορεί να ελέγξει από κάθε άποψη το σύστημα κυριαρχίας της, και αυτό είναι που συνέβη ιστορικά. Όταν ένα τμήμα της αστικής τάξης «εξαντλείται» από την άσκηση της εξουσίας, θέλει να ξεκουραστεί και αφήνει το «αντίπαλο» τμήμα να συνεχίσει το έργο του. Η δεξιά πτέρυγα (που δεν έχει το μονοπώλιο της καταστολής) θα φρόντιζε έτσι για τη δολοφονία και τη φυλάκιση των προλετάριων, ενώ η αριστερή θα κατηύθυνε όλες τις απαιτήσεις των εργατών προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Μπορούμε να φανταστούμε ακόμη ότι θα έρθει μια εποχή όπου οι εργάτες ούτε που θα σκέφτονται να απεργήσουν για τα «ευτελή τους συμφέροντα», όπου καμία «τρελή» ομάδα δεν θα κάνει την κακή σκέψη να αγωνιστεί ενάντια στη δημοκρατία ή να κάνει μια επανάσταση.

Η αριστερή πτέρυγα θα βοηθούσε τότε στην οικοδόμηση του γήινου παραδείσου της γνήσιας δημοκρατίας, «πείθοντας» τους εργάτες ότι στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν δημοκρατικά δικαιώματα. Αλλά, βεβαίως, για να «πείσει» τους εργάτες, τα λόγια δεν αρκούν. Έτσι, θα δούμε τους αριστερούς ανθρωπιστές μας να δολοφονούν τους «προβοκάτορες», “τους πράκτορες ξένων δυνάμεων”. Η αριστερά έχει μία μεγάλη πείρα στην αντεργατική καταστολή όπως και η δεξιά. Κανένα τμήμα της αστικής τάξης δεν έχει προνόμιο στον αντεπαναστατικό κανιβαλισμό. Ωστόσο, ο γήινος παράδεισος δεν μπορεί να διαρκέσει ακόμη και με τη βοήθεια της αριστερής πτέρυγας της αστικής τάξης. Ο Λένιν κατηγορήθηκε ότι ήταν γερμανός πράκτορας, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπκνεχτ δολοφονήθηκαν από τους Σοσιαλιστές στο όνομα της δημοκρατίας, βασανιστήρια οργανώθηκαν τόσο στο καθεστώς του Αλλιέντε, όσο και στο καθεστώς του Πινοσέτ.

Όμως όλοι οι καπιταλιστές δεν θα είναι ποτέ ικανοί να σταματήσουν τους αγώνες, οι οποίοι επιστρέφουν πάντοτε δριμύτεροι για να καταστρέψουν όλες τις δημοκρατικές αυταπάτες. Και εμείς οι προλετάριοι δεν θα απεργήσουμε για κανένα δικαίωμα, θα απεργήσουμε για τα δικά μας υλικά συμφέροντα, θα αγωνιστούμε για να βγάλουμε τους φυλακισμένους συντρόφους μας από τις φυλακές του καπιταλιστικού Κράτους δίχως να κάνουμε καμία υποχώρηση στον κοινοβουλευτισμό ή τις καμπάνιες αμνηστίας. Οι λεγόμενοι «Μαρξιστές», στον αγώνα τους για την τελειοποίηση της δημοκρατίας, θέλουν απλώς την πλήρη υποταγή της εργατικής τάξης, δηλαδή, την εξαφάνισή της ως αυτόνομης τάξης και την ατομικοποίηση και μετατροπή των μελών της σε καλούς πολίτες.

Τα δημοκρατικά δικαιώματα δεν αποτελούν ποτέ εργατική νίκη αλλά πάντοτε όπλο της αστικής τάξης

Σ΄ αυτό το κείμενο, για να γίνουμε κατανοητοί, εξετάσαμε χωριστά τις διάφορες όψεις των δικαιωμάτων και ελευθεριών, οι οποίες στην πραγματικότητα συνδυάζουν:

(α) Γνήσια δημοκρατία: μια καπιταλιστική ιδεολογία όπου δεν υπάρχει καμία ταξική οργάνωση αλλά μόνο πολίτες.

(β) Πρακτικά, την τάση να τελειοποιηθεί η δημοκρατία, που οδηγεί ιστορικά στη μετατροπή των εργατών σε πολίτες, ενώ η αριστερά κι η δεξιά τους κάνουν να αγωνίζονται για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, που επιβάλλονται με την τρομοκρατία του δημοκρατικού Κράτους. Κάθε ταξική οργάνωση είναι μια επίθεση στη δημοκρατία.

(γ) Τη νομική διατύπωση της αναπόφευκτης κατάστασης.

(δ) Η διατύπωση αυτή τείνει να ανατρέπει την κατάσταση προς όφελος της αστικής τάξης.

Βέβαια κανένα από αυτά τα σημεία δεν είναι υπέρ του προλεταριάτου. Όλα αυτά είναι ενωμένα μεταξύ τους: ως πλαίσιο αναφοράς (α), μπορούν να οδηγήσουν μόνο σε μια κατάσταση σχετικής δημοκρατικο-τρομοκρατικής σταθερότητας (β), και καθώς οι απεργίες πολλαπλασιάζονται και τα φυλλάδια και οι ανατρεπτικές εφημερίδες δεν ελέγχονται πλέον, η αστική τάξη θα χρειαστεί να νομιμοποιήσει την κατάσταση (γ). Έτσι, νομιμοποιεί κάποιες εκδόσεις και κάποιες απεργίες….είναι προφανές ότι στοχεύει να σπάσει (δ) την ενότητα των «πρακτόρων της αναρχίας που δεν σέβονται την δημοκρατία» και ότι δεν θα βρει άλλη λύση πέρα από το να τους σκοτώσει:

«τώρα που οι απεργίες είναι νόμιμες, πρέπει να είμαστε πολύ αυστηροί με όσους δεν σέβονται το δικαίωμα στην εργασία και δεν ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα της χώρας μας.»

Κάθε φορά που η αστική τάξη αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση, που πολύ απέχει από τον δημοκρατικό της παράδεισο (α), διατυπώνει νομικά την κατάσταση (γ), που είναι ένα αποφασιστικό όπλο (δ) για να πετύχει μια εξομαλυσμένη συνθήκη δημοκρατίας (β). Σ΄ αυτή την αναδιαμορφωμένη δημοκρατία (ακόμη κι αν ήταν σάπια για μεγάλο διάστημα) οι φιλελεύθεροι δημοκράτες, οι συνδικαλιστές, οι Σταλινικοί, οι Τροτσκιστές, οι Μαοϊκοί, οι σοσιαλιστές, θα έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν και να συγχαρούν ο ένας τον άλλο στους διαδρόμους του κοινοβουλίου:

«Τα δικαιώματα της ιδιότητας του πολίτη γλίτωσαν… Οι εργάτες μπορούν να γυρίσουν στη δουλειά τους και πολύ σύντομα θα απολαύσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.»

Δεν χρειάζεται η αστική κοινωνία να φτάσει σε μια κατάσταση πλήρους πολιτικής κρίσης για να τα αντιληφθεί κανείς όλα αυτά. Ωστόσο, αυτή βρίσκεται σε μια τόσο ακραία κατάσταση ώστε το προλεταριάτο θα βρεθεί με δραματικό τρόπο αντιμέτωπο με την εξής εναλλακτική λύση: είτε θα αποδεχθεί την δημοκρατία και την αντεπαναστατική καταστροφή, είτε θα απορρίψει την δημοκρατία, όπως έγινε σε μία μόνο ιστορική αλλά περιορισμένη περίπτωση: την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1917 στη Ρωσία.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά στο περιοδικό «Κομμουνισμός» Νο. 1, Νοέμβριος 2002.

Πηγή: http://gci-icg.org

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: