Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

κατάλογος

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Μέρος Πρώτο: Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

 

Η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Τουρκική Δημοκρατία, που ιδρύθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στα χρόνια που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεννήθηκε μέσα στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Αυτοκρατορία (γνωστή επίσης και ως Υψηλή Πύλη) δεν ήταν ένα εθνικό κράτος, αλλά το αποτέλεσμα μιας σειράς κατακτήσεων, οι οποίες, κυρίως στις αρχές του 17ου αιώνα, εκτείνονταν από τις βορειοαφρικανικές ακτές, και συγκεκριμένα το Αλγέρι, την περιοχή που αποτελείται σήμερα από το Ιράκ, την Συρία, την Ιορδανία, το Ισραήλ και τον Λίβανο, μεγάλο μέρος της παράκτιας Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων των ιερών πόλεων Μέκκα και Μεδίνα, ενώ στην ευρωπαϊκή ήπειρο οι Οθωμανοί κατείχαν την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και μεγάλο μέρος της Ουγγαρίας. Από την εποχή της βασιλείας του Σελίμ του Μεγαλοπρεπή, στις αρχές του 16ου αιώνα, ο Σουλτάνος κατείχε επίσης και τον τίτλο του Χαλίφη, δηλαδή του ηγέτη ολόκληρης της Ούμα, της κοινότητας των πιστών του Ισλάμ. Κατ’ αναλογία με την ευρωπαϊκή ιστορία οι Οθωμανοί Σουλτάνοι είχαν την κοσμική εξουσία του Ρωμαίου Αυτοκράτορα και την πνευματική εξουσία του Πάπα.

Από τον 19ο αιώνα, ωστόσο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε αυξανόμενες πιέσεις λόγω του επεκτατισμού των σύγχρονων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών, οδηγώντας την σε σταδιακή διάλυση. Η Αίγυπτος αποσχίσθηκε ντε φάκτο μετά την εισβολή του Ναπολέοντα το 1798, αποσπάστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμέσου της συμμαχίας των βρετανικών και των εγχώριων στρατευμάτων και μετατράπηκε σε βρετανικό προτεκτοράτο το 1882. Τα γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αλγερία με μια σειρά αιματηρών συγκρούσεων που διήρκεσαν από το 1830 έως το 1872, ενώ η Τυνησία έγινε γαλλικό προτεκτοράτο το 1881. Η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1830, ύστερα από έναν πόλεμο που διεξήχθη με την βοήθεια της Βρετανίας, της Γαλλία και της Ρωσίας.

Η διαδικασία διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1908 η Βουλγαρία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της και η Αυστροουγγαρία επισημοποίησε την προσάρτηση της Βοσνίας. Το 1911 η Ιταλία εισέβαλε στην Λιβύη, ενώ το 1912 ο οθωμανικός στρατός υπέστη βαριά ήττα κατά την διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου από τους Βουλγάρους, τους Σέρβους και τους Έλληνες. Στην πραγματικότητα η διατήρηση της Υψηλής Πύλης οφείλετο εν μέρει στους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων, εκ των οποίων καμία δεν μπορούσε να επιτρέψει στους αντιπάλους της να επωφεληθούν εις βάρος της από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, η Γαλλία και η Βρετανία, που όπως είδαμε αποδείχθηκαν ικανότατες να προσαρτούν και να αποσπούν προς όφελός τους εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώθηκαν για να την προστατεύσουν από την Ρωσία, ύστερα από τις επιτυχίες της τελευταίας κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-56).

Στο εσωτερικό της η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα συνονθύλευμα εθνοτικών κοινοτήτων και η συνοχή της οφείλετο αποκλειστικά στον θεσμό του Σουλτάνου και στο ίδιο το οθωμανικό κράτος. Ο θεσμός του Χαλίφη είχε περιορισμένη επιρροή καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία περιελάμβανε πολλούς εβραϊκούς και χριστιανικούς πληθυσμούς, για να μην αναφέρουμε τις ποικίλες μουσουλμανικές σέκτες. Ακόμη και στην Ανατολία –την γεωγραφική περιοχή που καταλαμβάνει χονδρικά η σύγχρονη Τουρκία- δεν υπήρχε εθνική ή εθνοτική ομοιογένεια. Οι Τούρκοι, που ήταν και η πλειονότητα του πληθυσμού και ήταν κατά κύριο λόγο αγρότες που εργάζονταν υπό συνθήκες άκρας καθυστέρησης, ζούσαν μαζί με Αρμένιους, Κούρδους, Αζέρους, Έλληνες και Εβραίους. Επιπλέον, παρ’ όλο που υπήρχε μια μικρή ομάδα Τούρκων κεφαλαιούχων, η μεγάλη πλειονότητα της ανερχόμενης βιομηχανικής και εμπορικής αστικής τάξης δεν ήταν τουρκική αλλά αρμενική, εβραϊκή και ελληνική, ενώ σημαντικοί τομείς της οικονομίας ανήκαν στο γαλλικό και στο γερμανικό κεφάλαιο. Η κατάσταση που επικρατούσε στην Τουρκία μπορούσε έτσι να συγκριθεί με την Τσαρική Ρωσία όπου η παρωχημένη δομή ενός δεσποτικού κράτους επικάλυπτε την κοινωνία των πολιτών, η οποία, παρ’ όλες τις καθυστερημένες πλευρές της, ήταν ωστόσο ενταγμένη στο σύστημα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την Ρωσία η δομή του οθωμανικού κράτους δεν βασιζόταν σε μια οικονομικώς κυρίαρχη εθνική αστική τάξη.

Παρ’ όλο που το Σουλτανάτο είχε κάνει μερικές απόπειρες μεταρρυθμίσεων, τα πειράματα μιας περιορισμένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας υπήρχαν βραχύβια. Πιο απτά αποτελέσματα υπήρξαν από την συνεργασία με την Γερμανία και την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών που συνέδεαν την Ανατολία και την Χετζάζ (Μέκκα και Μεδίνα). Το γεγονός αυτό συνδεόταν με τα βρετανικά συμφέροντα στα χρόνια που οδήγησαν στον πόλεμο, καθώς οι Οθωμανοί και οι Γερμανοί αποτελούσαν αφενός απειλή για τις περσικές πετρελαιοφόρες περιοχές (που ήταν ζωτικής σημασίας για τον εφοδιασμό του βρετανικού ναυτικού) και αφετέρου για την Αίγυπτο και την Διώρυγα του Σουέζ (τον κόμβο της Βρετανίας προς την Ινδία). Ούτε η Βρετανία ήταν ενθουσιασμένη με το αίτημα που απηύθυνε ο Σουλτάνος προς Γερμανούς αξιωματικούς να εκπαιδεύσουν τον οθωμανικό στρατό στην σύγχρονη τακτική και στρατηγική.

Για την ανερχόμενη γενιά των εθνικιστών επαναστατών που θα συγκροτούσαν το κίνημα των Νεοτούρκων ήταν φανερό ότι το Σουλτανάτο δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στην πίεση που ασκούσαν οι ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και να δημιουργήσει μια σύγχρονη βιομηχανική χώρα. Παρ’ όλα αυτά, το καθεστώς μειοψηφίας στο οποίο βρισκόντουσαν η βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη σήμαινε ότι το εθνικό επαναστατικό κίνημα των Νεοτούρκων, το οποίο ίδρυσε το 1906 την Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο (Ittihat ve Terakki Cemiyeti -ΕΕΠ), αποτελείτο κυρίως όχι από την ανερχόμενη βιομηχανική αστική τάξη αλλά από απογοητευμένους Τούρκους αξιωματικούς του στρατού και κρατικούς αξιωματούχους. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της η ΕΕΠ έλαβε σημαντική υποστήριξη από τις εθνικές μειονότητες (συμπεριλαμβανομένου και του αρμενικού κόμματος Dashnak και από τον πληθυσμό που κατοικούσε στα εδάφη γύρω από την Θεσσαλονίκη, τα οποία σήμερα ανήκουν στην Ελλάδα) και, τουλάχιστον στην αρχή, από την Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία του Αβραάμ Μπεναρόγια. Παρ’ όλο που εμπνεόταν από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και την αποτελεσματικότητα της γερμανικής στρατιωτικής οργάνωσης η ΕΕΠ δεν μπορεί χαρακτηριστεί ακριβώς ως εθνικιστική οργάνωση, αφού σκοπός της ήταν ο μετασχηματισμός και η ενίσχυση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού ήρθε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τα ανερχόμενα εθνικιστικά κινήματος των βαλκανικών χωρών, και ειδικά με το ελληνικό.

Η  υποστήριξη προς την ΕΕΠ στο εσωτερικό του στρατού αυξήθηκε ραγδαία, έως το σημείο τα μέλη του να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν ένα επιτυχημένο πραξικόπημα και να αναγκάσουν τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ να αποδεχθεί την σύγκληση ενός κοινοβουλίου και την συμμετοχή υπουργών της οργάνωσης στην κυβέρνησή του, στην οποία γρήγορα αυτή  κυριάρχησε. Ωστόσο, η λαϊκή βάση της ΕΕΠ ήταν τόσο στενή ώστε σύντομα αναγκάστηκε να βρεθεί εκτός εξουσίας, την οποία μπόρεσε να επανακτήσει μονάχα με την στρατιωτική κατοχή της πρωτεύουσας Ισταμπούλ. Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ αναγκάστηκε να παραιτηθεί και αντικαταστάθηκε από τον νεότερο αδελφό του Μεχμέτ Ε΄. Θεωρητικώς τουλάχιστον η Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε συνταγματική μοναρχία και οι Νεοτούρκοι ήλπιζαν ότι έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για την μετατροπή της σε ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος. Παρ’ όλα αυτά, το φιάσκο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) κατέδειξε ξεκάθαρα σε όλους πόσο καθυστερημένη ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία σε σύγκριση με τις πιο σύγχρονες από αυτήν δυνάμεις.

Η «επανάσταση των Νεοτούρκων», όπως έμεινε γνωστή, έθεσε έτσι το πλαίσιο για την δημιουργία της Τουρκικής Δημοκρατίας και αποτέλεσε υπόδειγμα για τις χώρες που θα δημιουργούνταν αργότερα, μετά την κατάρρευση των αποικιακών αυτοκρατοριών: ένα καπιταλιστικό κράτος που εγκαθιδρύεται από τον στρατό, ο οποίος είναι η μοναδική δύναμη της κοινωνίας που διαθέτει την ανάλογη συνοχή για να εμποδίσει την χώρα να καταρρεύσει.

Δεν χρειάζεται να περιγράψουμε τις κακοτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την είσοδό της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας.[1][2] Αρκεί να λεχθεί ότι από το 1919 η Αυτοκρατορία ηττήθηκε και διαμελίσθηκε. Οι αραβικές της κτήσεις μοιράστηκαν μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, ενώ η ίδια η ίδια η πρωτεύουσά της κατελήφθη από τα στρατεύματα της Αντάντ[3]. Οι ελληνική άρχουσα τάξη, η οποία είχε μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, είδε τώρα την ευκαιρία για την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας», δηλαδή της δημιουργίας μιας «Μεγάλης Ελλάδας» με την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος των εδαφών της Ανατολίας που ήταν ελληνικά στις μέρες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα οποία περιελάμβαναν το μεγάλο λιμάνι της Σμύρνης και τις παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας που είναι γνωστές με την ονομασία Πόντος. Καθώς αυτές οι περιοχές βρίσκονταν υπό την κατοχή των Τούρκων, η υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής απαιτούσε την πραγματοποίηση ενός προγράμματος πογκρόμ και εθνικών εκκαθαρίσεων. Τον Μάιο του 1919 ο ελληνικός στρατός, με την σιωπηρή υποστήριξη της Βρετανίας, κατέλαβε την Σμύρνη. Η εξασθενημένη οθωμανική κυβέρνηση, που εξηρτάτο καθ’ ολοκληρίαν από την αναξιόπιστη και αρπακτική καλή θέληση των νικητριών, Βρετανίας και Γαλλίας, δεν μπορούσε να αντισταθεί. Η αντίσταση δεν θα προέλθει από το ανυπόληπτο Σουλτανάτο στην Ισταμπούλ αλλά από τα υψίπεδα της Κεντρικής Ανατολίας. Από εκεί ο κεμαλισμός μπήκε στο προσκήνιο της ιστορίας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την ελληνική κατοχή της Σμύρνης ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς –γνωστότερος στην ιστορία ως Κεμάλ Ατατούρκ- έφυγε από την Ισταμπούλ και πήγε στην Σαμψούντα, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ως επιθεωρητής της 9ης Στρατιάς επισήμως τα καθήκοντά του ήταν η διατήρηση της τάξης και η επίβλεψη της διάλυσης του οθωμανικού στρατού βάσει της συμφωνίας ανακωχής με την Αντάντ. Πραγματικός του σκοπός όμως ήταν η συγκρότηση της εθνικής αντίστασης κατά των δυνάμεων κατοχής, και στα χρόνια που ακολούθησαν ο Μουσταφά Κεμάλ θα γινόταν η ηγετική φυσιογνωμία του πρώτου πραγματικού εθνικού κινήματος της Τουρκίας, το οποίο οδήγησε από το 1922 στην κατάργηση του Σουλτανάτου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην εκδίωξη του ελληνικού στρατού από την Δυτική Ανατολία και στην δημιουργία της σημερινής Τουρκικής Δημοκρατίας.

Το έτος 1920 άρχισε τις εργασίες της στην Άγκυρα η πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας. Επίσης το ίδιο έτος τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα στην Ρωσία θα παίξουν για μια ακόμη φορά σημαντικό ρόλο στην τουρκική ιστορία και αντιστρόφως.

Τα δύο χρόνια που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν κρισιμότατα για την νέα επαναστατική εξουσία. Ο Κόκκινος Στρατός έπρεπε να αντιμετωπίσει την άμεση επέμβαση των καπιταλιστικών δυνάμεων και να διεξάγει έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο κατά των Λευκών Στρατών του Κόλτσακ στην Σιβηρία, του Ντενίκιν στην περιοχή του Ντον[4] (την νοτιοανατολική περιοχή της Μαύρης Θάλασσας) και του Βράγκελ στην Κριμαία. Από το 1920 η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται. Σοβιετικές Δημοκρατίες είχαν δημιουργηθεί ή επρόκειτο σύντομα να δημιουργηθούν στην Τασκένδη, στην Μπουχάρα, στην Γεωργία, στο Αζερμπαϊτζάν και στην Αρμενία. Τα βρετανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το Μπακού (την καρδιά της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Κασπίας Θάλασσας και το μοναδικό πραγματικό προλεταριακό κέντρο της περιοχής), αλλά παρέμεναν ως μόνιμη απειλή στην Περσία και στην Ινδία. Υπό αυτές τις συνθήκες το εθνικό ζήτημα αποκτούσε επείγουσα και επιτακτική σημασία για την σοβιετική εξουσία και το εργατικό κίνημα, του οποίου η υψηλότερη πολιτική έκφραση αποτελούσε η Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ). Ήταν τα εθνικά κινήματα αντιδραστική δύναμη ή αποτελούσαν δυνητικά μια βοήθεια για την επαναστατική εξουσία, όπως ήταν οι αγρότες στην Ρωσία; Πώς έπρεπε το εργατικό κίνημα να συμπεριφερθεί σε περιοχές όπου οι εργάτες ήταν ακόμη μια μειονότητα; Τι θα μπορούσε να αναμενόταν από εθνικά κινήματα σαν την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας, τα οποία τουλάχιστον φαίνεται να έχουν ως κοινό εχθρό με την ΡΟΣΟΣΔ[5] τον βρετανικό και τον γαλλικό ιμπεριαλισμό;

Η συζήτηση για το εθνικό ζήτημα

Το 1920 αυτά τα ζητήματα αποτέλεσαν την καρδιά των συζητήσεων τόσο στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ, το οποίο υιοθέτησε τις «Θέσεις για το Εθνικό Ζήτημα», και στο Πρώτο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής, γνωστότερο ως Συνέδριο του Μπακού. Τα γεγονότα αυτά έθεσαν, ούτως ειπείν, το θεωρητικό πλαίσιο για τα γεγονότα στην Τουρκία και σε αυτά θα στρέψουμε την προσοχή μας.

Παρουσιάζοντας τις «Θέσεις για το Εθνικό Ζήτημα» στο Συνέδριο της ΚΔ ο Λένιν διακήρυξε ότι: «Πρώτο, ποια είναι η σπουδαιότερη, η βασικότερη ιδέα των θέσεών μας; Η διάκριση των εθνών σε καταπιεζόμενα και καταπιέζοντα έθνη… Στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι εξαιρετικά σπουδαίο για το προλεταριάτο και την Κομμουνιστική Διεθνή να εξακριβώσουμε τα συγκεκριμένα οικονομικά γεγονότα και να μην ξεκινάμε τη λύση όλων των αποικιακών και εθνικών ζητημάτων από αφηρημένες θέσεις, αλλά από τα φαινόμενα της συγκεκριμένης πραγματικότητας».[6] Η επιμονή του Λένιν ότι το εθνικό ζήτημα μπορεί να κατανοηθεί μονάχα μέσα στο πλαίσιο της «εποχής του ιμπεριαλισμού» (αυτή που εμείς αποκαλούμε εποχή της καπιταλιστικής παρακμής) την συμμερίζονταν όλοι όσοι συμμετείχαν στις συζητήσεις που ακολούθησαν. Πολλοί, ωστόσο, δεν συμμερίζονταν τα συμπεράσματα του Λένιν και έθεταν το εθνικό ζήτημα περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο το έθετε η Ρόζα Λούξεμπουργκ[7]:

«Στην εποχή … του αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού δεν μπορούν να υπάρχουν πια εθνικοί πόλεμοι. Τα εθνικά συμφέροντα χρησιμεύουν μονάχα ως μέσο εξαπάτησης, ως μέσο για να κάνει την εργατική τάξη περισσότερο χρήσιμη στον θανάσιμό της εχθρό, τον ιμπεριαλισμό… Κανένα καταπιεσμένο έθνος δεν μπορεί να κερδίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία του από την πολιτική των ιμπεριαλιστικών κρατών… Τα μικρά έθνη, που η αστική τους τάξη είναι προσάρτημα των ταξικών της ομολόγων των μεγάλων δυνάμεων, είναι απλώς πιόνια του ιμπεριαλιστικού παιχνιδιού των μεγάλων δυνάμεων και χρησιμοποιούνται ως υποχείρια κατά την διάρκεια του πολέμου, όπως ακριβώς και οι εργατικές μάζες, μονάχα για να θυσιαστούν στα καπιταλιστικά συμφέροντα μετά τον πόλεμο».[8]

Η θέση του Λένιν και οι «Θέσεις για το εθνικό ζήτημα»

Η θέση του Λένιν για την διεθνή κατάσταση ήταν κατ’ ανάγκην βαθιά επηρεασμένη από την κατάσταση που επικρατούσε στην Σοβιετική Ρωσία:

«Η δεύτερη καθοδηγητική ιδέα των θέσεών μας είναι το ότι στη σημερινή παγκόσμια κατάσταση, ύστερα από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι αμοιβαίες σχέσεις των λαών, όλο το παγκόσμιο σύστημα των κρατών, καθορίζονται από την πάλη μιας μικρής ομάδας ιμπεριαλιστικών εθνών ενάντια στο σοβιετικό κίνημα και στα σοβιετικά κράτη, που επικεφαλής τους βρίσκεται η Σοβιετική Ρωσία. Αν αυτό το παραβλέψουμε, τότε δεν θα μπορέσουμε να τοποθετήσουμε σωστά κανένα εθνικό ή αποικιακό ζήτημα, έστω κι αν γινόταν λόγος για την πιο απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου. Μόνο ξεκινώντας απ’ αυτή την άποψη μπορούν τα Κομμουνιστικά κόμματα τόσο στις πολιτισμένες, όσο και στις καθυστερημένες χώρες, να βάλουν σωστά και να λύσουν τα πολιτικά προβλήματα».[9]

Κατά καιρούς αυτή η θέση θα μπορούσε να σημαίνει κατά επικίνδυνο τρόπο ότι η προλεταριακή επανάσταση εξαρτάται από την εθνική επανάσταση στην Ανατολή:

«Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα είναι απλώς ή  κυρίως ο αγώνας του επαναστατικού προλεταριάτου κάθε χώρας κατά της δικιάς του αστικής τάξης. Όχι, θα είναι ο αγώνας όλων των αποικιών και των χωρών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό, όλων των εξαρτημένων χωρών κατά του ιμπεριαλισμού».[10]

Ο κίνδυνος που ενέχει αυτή η θέση έγκειται στο ότι μπορεί να καταστήσει το εργατικό κίνημα κάθε χώρας και την στάση της Κομιντέρν έναντι αυτού του κινήματος να εξαρτάται όχι από τα συμφέροντα της διεθνούς εργατικής τάξης και τις σχέσεις μεταξύ εργατών διαφορετικών χωρών αλλά από τα κρατικά συμφέροντα της Σοβιετικής Ρωσίας.[11] Αφήνει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το τι πρέπει να γίνει όταν αυτάα διίστανται μεταξύ τους. Για να αναφέρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: ποια θα πρέπει να είναι η στάση των Τούρκων εργατών και κομμουνιστών στον πόλεμο μεταξύ του εθνικιστικού κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ και των ελληνικών δυνάμεων κατοχής; Θα έπρεπε να είναι ο επαναστατικός ντεφετισμός, τον οποίο υιοθέτησε η αριστερή πτέρυγα τόσο του ελληνικού όσο και του τουρκικού κομμουνιστικού κόμματος, ή θα πρέπει να είναι η παροχή στρατιωτικής και διπλωματικής βοήθειας της Σοβιετικής Ρωσίας προς το εκκολαπτόμενο τουρκικό κράτος με σκοπό την ήττα της Ελλάδας με το σκεπτικό ότι αυτή είναι ένα όργανο του βρετανικού ιμπεριαλισμού;

Η θέση του Μαναμπέντρα Ναθ Ρόυ

Κατά την διάρκεια του 2ου Συνεδρίου της Κομιντέρν ο Μ.Ν. Ρόυ[12] παρουσίασε το κείμενό του με τίτλο «Συμπληρωματικές Θέσεις για το Εθνικό Ζήτημα», το οποίο συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή και υπεβλήθη μαζί με τις «Θέσεις» του Λένιν προς έγκριση από το συνέδριο. Σύμφωνα με τον Ρόυ ο καπιταλισμός εξακολουθεί να υπάρχει λόγω των «υπερκερδών» που αποκομίζει από τις αποικίες:

«Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός αντλεί την ισχύ του κυρίως όχι τόσο από τις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης όσο από τις αποικιακές του κτήσεις. Η ύπαρξή του εξαρτάται από τον έλεγχο εκτεταμένων αποικιακών αγορών και από ένα ευρύ πεδίο ευκαιριών προς εκμετάλλευση… Τα υπερκέρδη που πραγματοποιούνται στις αποικίες αποτελούν μία από τις κύριες πηγές των πόρων του σύγχρονου καπιταλισμού. Η ευρωπαϊκή εργατική τάξη θα κατορθώσει να ανατρέψει την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων μονάχα όταν αυτή η πηγή πάψει τελικά να υφίσταται».[13] Τούτο ώθησε τον Ρόυ να διαμορφώσει μια άποψη για την παγκόσμια επανάσταση σύμφωνα με την οποία αυτή εξαρτάται από την επανάσταση των εργαζόμενων μαζών της Ασίας:

«Η Ανατολή αφυπνίζεται και ποιος ξέρει αν το φοβερό κύμα που θα σαρώσει τον καπιταλισμό στην Δυτική Ευρώπη δεν θα προέλθει από εκεί. Τούτο δεν αποτελεί φαντασιοπληξία ούτε είναι μια συναισθηματική ελπίδα. Το ότι η τελική επιτυχία της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου, από τον ταυτόχρονο ξεσηκωμό των εργαζόμενων μαζών της Ανατολής μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά».[14] Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη του Ρόυ η επανάσταση στην Ασία εξαρτάται από την συμμαχία του προλεταριάτου με την αγροτιά. Τούτο το θεωρούσε ασυμβίβαστο με την υποστήριξη του δημοκρατικού εθνικιστικού κινήματος:

«Ο αγώνας για την ανατροπή της ξένης κυριαρχίας στις αποικίες δεν σημαίνει επομένως προσχώρηση στους εθνικούς σκοπούς της εθνικής αστικής τάξης, αλλά πολύ περισσότερο την προλείανση του εδάφους για την απελευθέρωση του προλεταριάτου των αποικιών… Δύο κινήματα μπορεί κανείς να διακρίνει, τα οποία κάθε μέρα που περνά αποκλίνουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Το πρώτο είναι το αστικό-δημοκρατικό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο επιδιώκει τον στόχο της πολιτικής απελευθέρωσης με την διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Το δεύτερο είναι ο αγώνας των ακτημόνων αγροτών για την απελευθέρωσή τους από κάθε είδους εκμετάλλευση».[15] Η αντίρρηση του Ρόυ οδήγησε στην αφαίρεση της ιδέας της υποστήριξης των «εθνικών δημοκρατικών» κινημάτων από το προσχέδιο θέσεων του Λένιν και στην αντικατάστασή της από την υποστήριξη των «εθνικο-επαναστατικών» κινημάτων. Η δυσκολία, ωστόσο, βρισκόταν στο γεγονός ότι η διάκριση μεταξύ των δύο παρέμενε στην πράξη εξαιρετικά ασαφής. Τι ακριβώς είναι ένα «εθνικο-επαναστατικό» κίνημα; Κατά ποια ακριβώς έννοια είναι «επαναστατικό» και πώς θα μπορούσαν τα «εθνικά» χαρακτηριστικά ενός τέτοιου κινήματος να συνταιριαστούν με τις επιταγές της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης; Τα ζητήματα αυτά δεν διευκρινίστηκαν ποτέ από την Κομιντέρν και οι εγγενείς αντιφάσεις τους παρέμεναν άλυτες.

Η θέση του Σουλτανζάντε

Μία τρίτη θέση εξέφρασε, ίσως με πιο σαφή τρόπο, ο Σουλτανζάντε[16], ο εκπρόσωπος του νεοϊδρυθέντος Περσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Σουλτανζάντε απέρριπτε την ιδέα ότι οι εθνικές επαναστάσεις μπορούν να οδηγήσουν από μόνες τους στην αποτίναξη της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και ότι η παγκόσμια επανάσταση εξαρτάται από τα γεγονότα στην Ανατολή:

«Μήπως η τύχη του κομμουνισμού σε ολόκληρο τον κόσμο εξαρτάται από την νίκη της κοινωνικής επανάστασης στην Ανατολή, όπως μας διαβεβαιώνει ο σύντροφος Ρόυ; Ασφαλώς όχι. Πολλοί σύντροφοί στο Τουρκεστάν έχουν παγιδευτεί σε αυτό το σφάλμα… Ας υποθέσουμε ότι η κομμουνιστική επανάσταση έχει ξεκινήσει στην Ινδία. Μπορούν οι εργάτες αυτής της χώρας να αντέξουν την επίθεση της αστικής τάξης ολόκληρου του κόσμου δίχως την βοήθεια ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος στην Αγγλία και στην Ευρώπη; Φυσικά όχι. Η καταστολή της επανάστασης στην Κίνα και την Περσία αποτελεί σαφή απόδειξη αυτού του γεγονός… Αν κάποιος προσπαθήσει να βαδίσει σύμφωνα με τις ‘Θέσεις’[17] σε χώρες που έχουν δέκα ή περισσότερα χρόνια εμπειρίας… θα οδηγήσει τις μάζες στους κόλπους της αντεπανάστασης. Το καθήκον μας είναι η δημιουργία και η διατήρηση ενός καθαρά κομμουνιστικού κινήματος που θα βρίσκεται σε αντίθεση με το αστικό-δημοκρατικό κίνημα. Κάθε άλλη κρίση των γεγονότων θα οδηγήσει σε θλιβερά αποτελέσματα».[18]

Το ότι η φωνή του Σουλτανζάντε δεν ήταν μεμονωμένη μπορεί να ιδωθεί από το γεγονός ότι παρόμοιες φωνές ακούγονταν και αλλού. Στην έκθεσή του προς το Συνέδριο του Μπακού ο Πάβλοβιτς (ο οποίος σύμφωνα με ορισμένες πηγές[19] εργάστηκε για την συγγραφή της μαζί με τον Σουλτανζάντε) δήλωνε ότι αν «οι Ιρλανδοί αυτονομιστές πετύχουν τον σκοπό τους και πραγματοποιήσουν το αγαπημένο τους ιδανικό της ανεξαρτησίας του ιρλανδικού λαού, την επόμενη κιόλας μέρα η ανεξάρτητη Ιρλανδία θα βρεθεί υπό τον ζυγό του αμερικανικού κεφαλαίου ή του γαλλικού χρηματιστηρίου και ίσως μέσα σ’ ένα-δυο χρόνια η Ιρλανδία θα πολεμά κατά της Βρετανίας ή εναντίον κάποιων άλλων κρατών, σε συμμαχία με κάποιο από τα διεθνή αρπακτικά, για αγορές, για ανθρακωρυχεία, για ορυχεία σιδήρου, για κομμάτια εδάφους στην Αφρική και για άλλη μια φορά εκατοντάδες χιλιάδες Βρετανοί, Ιρλανδοί, Αμερικανοί και άλλοι εργάτες θα πεθάνουν σ’ αυτόν τον πόλεμο… Το παράδειγμα… της αστικής Πολωνίας, η οποία τώρα συμπεριφέρεται σαν δήμιος απέναντι στις εθνικές μειονότητες που βρίσκονται στα εδάφη της, και χρησιμεύει ως χωροφύλακας του διεθνούς καπιταλισμού στον αγώνα του κατά των εργατών και των αγροτών της Ρωσίας. Ή ας δούμε το παράδειγμα των βαλκανικών κρατών –Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα- που τσακώνονται μεταξύ τους για την μοιρασιά της λείας και επειδή θέλουν να προσαρτήσουν στα δικά τους εδάφη κάποιο λαό που μόλις χθες βρισκόταν υπό τουρκικό ζυγό, και ένας ολόκληρος αριθμός άλλων γεγονότων του ιδίου είδους καταδεικνύουν ότι ο σχηματισμός εθνικών κρατών στην Ανατολή, όπου η εξουσία έχει περάσει από τους ξένους κυρίαρχους που έχουν εκδιωχθεί στους ντόπιους καπιταλιστές και γαιοκτήμονες, δεν αποτελεί αυτό καθαυτόν ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός για την υπόθεση της βελτίωσης της θέσης των λαϊκών μαζών».

«Μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος κάθε νεοσχηματιζόμενο κράτος που δεν εκφράζει τα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών, αλλά εξυπηρετεί τα συμφέροντα της αστικής τάξης, είναι ένα νέο όργανο καταπίεσης και εξαναγκασμού, ένας καινούργιος παράγοντας πολέμου και βίας… Αν ο αγώνας στην Περσία, την Ινδία και την Τουρκία θα έπρεπε να οδηγήσει απλώς τους καπιταλιστές και τους γαιοκτήμονες αυτών των χωρών, με τα εθνικά τους κοινοβούλια και τις γερουσίες τους, να έλθουν στην εξουσία, οι λαϊκές μάζες δεν θα κερδίσουν τίποτα. Κάθε νεοσχηματιζόμενο κράτος θα συρθεί γοργά, από την ίδια την πορεία των γεγονότων και την σιδηρά λογική των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας, σε έναν φαύλο κύκλο μιλιταρισμού και ιμπεριαλιστικής πολιτικής και ύστερα από μερικές δεκαετίες θα είμαστε μάρτυρες ενός νέου παγκοσμίου πολέμου… για τα συμφέροντα των Γάλλων, Γερμανών, Βρετανών, Ινδών, Κινέζων, Περσών και Τούρκων τραπεζιτών και εργοστασιαρχών… Μονάχα η δικτατορία του προλεταριάτου και, γενικά, των εργαζόμενων μαζών, που θα απελευθερωθούν από την ξενική καταπίεση και θα έχουν ανατρέψει εντελώς το κεφάλαιο, μπορεί να παράσχει στις καθυστερημένες χώρες την εγγύηση ότι δεν θα γίνουν αντικείμενο λεηλασίας και καταναγκασμού, όπως τα κράτη που σχηματίστηκαν από τα κομμάτια της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και της Τσαρικής Ρωσίας, δηλαδή η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Γεωργία και η Αρμενία ή σχηματίστηκαν από κομμάτια της Τουρκίας, όπως η Ελλάδα του Βενιζέλου, και τα υπόλοιπα νέα όργανα πολέμου, λεηλασίας και καταναγκασμού».[20]

Ο Γκριγκόρι Σαφάροφ (ο οποίος θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας) έθεσε το ζήτημα με μεγαλύτερη σαφήνεια στο κείμενό του Problemy Vostoka («Το ζήτημα της Ανατολής»): «… πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι μονάχα η ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης στην Ευρώπη καθιστά δυνατή την επανάσταση των χωρικών και την ριζική επίλυση του αγροτικού ζητήματος στην Ανατολή… Στο σύστημα των ιμπεριαλιστικών χωρών δεν υπάρχει θέση για αγροτικές δημοκρατίες. Τα αριθμητικώς ασήμαντα στελέχη των εγχώριων προλετάριων και τα ημιπρολεταριακά στοιχεία της πόλης και της υπαίθρου μπορούν να τραβήξουν με μέρος τους πλατειές αγροτικές μάζες στην μάχη κατά του ιμπεριαλισμού και των φεουδαλικών στοιχείων, αλλά τούτο απαιτεί μια διεθνή επαναστατική κατάσταση, η οποία θα τους επιτρέψει να συμμαχήσουν με το προλεταριάτο των αναπτυγμένων χωρών».[21]

Ομολογουμένως, η έκθεση του Πάβλοβιτς, την οποία παραθέσαμε, δεν αποτελεί υπόδειγμα σαφήνειας και περιέχει μια σειρά αντιφατικών ιδεών. Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται στην «επαναστατική Τουρκία» («Η ελληνική κατοχή της Θράκης και της Αδριανούπολης αποσκοπεί στην απομόνωση της επαναστατικής Τουρκίας και της Σοβιετικής Ρωσίας από τα επαναστατημένα Βαλκάνια»). Φθάνει μάλιστα τόσο μακριά ώστε να αποδέχεται την πρόταση των «Τούρκων συντρόφων» (κατά πάσα πιθανότητα την ομάδα περί τον Μουσταφά Σουφί), σύμφωνα με την οποία «το ζήτημα των Δαρδανελίων θα πρέπει να αποφασιστεί από τις χώρες που βρέχονται από την Μαύρη Θάλασσα, εξαιρουμένων του Βράγκελ[22] και της Αντάντ». Και το κείμενο συνεχίζει ως εξής: «Χαιρετίζουμε θερμά αυτήν την ιδέα, η πραγματοποίηση της οποίας θα είναι το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την δημιουργία της ομοσπονδίας όλων των λαών και των χωρών που τα εδάφη τους γειτονεύουν με την Μαύρη Θάλασσα».[23] Τούτο και μόνο καταδεικνύει ότι οι επαναστάτες της εποχής βρίσκονταν αντιμέτωποι, επί του πρακτέου και μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, με καινούργια προβλήματα τα οποία δεν επιδέχονταν εύκολες λύσεις. Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση ένας ορισμένος βαθμός σύγχυσης ήταν μάλλον αναπόφευκτος. Αξίζει να παρατηρήσουμε, παρεμπιπτόντως, ότι τις «αριστερές» θέσεις δεν τις διατύπωναν ούτε δυτικοί διανοούμενοι ούτε επαναστάτες της καρέκλας αλλά αυτοί που έπρεπε να εφαρμόσουν επί τόπου την πολιτική της Κομιντέρν.

Το εθνικό ζήτημα επί του πρακτέου

Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι θέσεις που έχουμε υπογραμμίσει εδώ, με έναν μάλλον σχηματικό τρόπο, δεν ήταν προδιαγεγραμμένες. Η Κομιντέρν ήταν αντιμέτωπη με προβλήματα και ζητήματα που ήταν εξ ολοκλήρου νέα: ο καπιταλισμός βρισκόταν ακόμη στο μεταίχμιο, ανάμεσα στην περίοδο της θριαμβευτικής του ανόδου και στην «εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση της Κομιντέρν), η αντίθεση μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου έβρισκε την έκφρασή της στην αντίθεση μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και καπιταλιστικών κρατών και οι κομμουνιστές στην Ανατολή έπρεπε να «προσαρμοστούν σε ιδιαίτερες συνθήκες, που δεν συναντάμε στις ευρωπαϊκές χώρες».[24]

Θα πρέπει να πούμε ότι οι ηγέτες της Κομιντέρν επεδείκνυαν μερικές φορές εκπληκτική αφέλεια στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα. Έτσι, ο Ζηνόβιεφ, μιλώντας προς το Συνέδριο του Μπακού, δήλωνε ότι: «Μπορούμε να υποστηρίξουμε μια δημοκρατική πολιτική σαν αυτή που αρχίζει σήμερα να υλοποιείται στην Τουρκία και μπορεί αύριο να κάνει την εμφάνισή της σε άλλες χώρες. Υποστηρίζουμε και θα υποστηρίξουμε τα εθνικά κινήματα όπως αυτά στην Τουρκία, την Περσία, την Ινδία και την Κίνα… το καθήκον του [του σημερινού εθνικού] κινήματος είναι να βοηθήσει την Ανατολή να απελευθερωθεί από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Έχουμε όμως να πραγματοποιήσουμε και ένα δικό μας καθήκον, όχι λιγότερο μεγάλο: να βοηθήσουμε τις εργαζόμενες μάζες της Ανατολής στον αγώνα τους κατά των πλουσίων και να τις βοηθήσουμε εδώ και τώρα να δημιουργήσουν τις δικές τους κομμουνιστικές οργανώσεις… να τις προετοιμάσουμε για μια αληθινή εργατική επανάσταση».[25] Ο Ζηνόβιεφ δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να επαναλαμβάνει την έκθεση του Λένιν για το εθνικό ζήτημα προς το 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν: «εμείς, σαν κομμουνιστές, πρέπει να υποστηρίζουμε και θα υποστηρίξουμε τα αστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των αποικιακών χωρών μόνο στις περιπτώσεις που τα κινήματα αυτά θα είναι πραγματικά επαναστατικά, που οι εκπρόσωποί τους δεν θα μας εμποδίζουν να διαπαιδαγωγούμε και να οργανώνουμε την αγροτιά και τις πλατειές μάζες των εκμεταλλευομένων με επαναστατικό πνεύμα».[26]

Στην πραγματικότητα η πολιτική που διατύπωνε ο Ζηνόβιεφ –και την οποία στην αρχή προσπάθησε να θέσει σε εφαρμογή η σοβιετική εξουσία- στηρίζεται στην υπόθεση ότι τα εθνικά κινήματα θα αποδεχθούν ως σύμμαχό τους την σοβιετική εξουσία, ενώ ταυτόχρονα θα δώσουν στους κομμουνιστές το ελεύθερο να οργανώσουν τους εργάτες για να τα ανατρέψουν. Όμως οι εθνικιστές ηγέτες, όπως ο Μουσταφά Κεμάλ, ούτε ανόητοι ήταν ούτε δεν είχαν επίγνωση των συμφερόντων τους. Ο Κεμάλ, για να πάρουμε την Τουρκία ως παράδειγμα, άφηνε τους κομμουνιστές να οργανώνονται μονάχα στον βαθμό που χρειαζόταν την υποστήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας απέναντι στην Βρετανία και στην Ελλάδα. Ο Κεμάλ ήταν αποφασισμένος να κρατήσει σταθερά υπό τον έλεγχό του τον λαϊκό ενθουσιασμό για τον κομμουνισμό –ο οποίος σίγουρα υπήρχε και κέρδιζε έδαφος, αν και με τρόπο συγκεχυμένο- και προχώρησε ακόμη και στην δημιουργία ενός «επίσημου» Κομμουνιστικού Κόμματος, στην Κεντρική Επιτροπή του οποίου συμμετείχαν ακόμη και κορυφαίοι στρατηγοί του τουρκικού στρατού! Αυτό του «ΚΚ» είχε τουλάχιστον πλήρη επίγνωση (και πράγματι κατά πολύ περισσότερο από την Κομιντέρν) του ασυμβίβαστου μεταξύ εθνικισμού και κομμουνισμού. Όπως έγραφε, εφημερίδα Anadoluda Yeni Gün, το κεντρικό όργανο του «επίσημου» ΚΚ: «Προς το παρόν το πρόγραμμα των κομμουνιστικών ιδεών δεν είναι μονάχα επιβλαβές αλλά ακόμη και καταστροφικό για την χώρα. Όταν ένας στρατιώτης συνειδητοποιεί ότι δεν πρέπει να έχει πατρίδα, δεν θα πάει να την υπερασπιστεί. Όταν ακούσει ότι δεν πρέπει να υπάρχει μίσος μεταξύ των εθνών δεν θα πάει να πολεμήσει τους Έλληνες».[27] Η ιδεολογική φιγούρα του κόμματος, Μαχμούτ Εσάτ Μποζκούρτ [Mahmud Esat Bozkurt] δήλωσε απερίφραστα ότι «Για τους Τούρκους ο κομμουνισμός δεν είναι ένα ιδανικό αλλά ένα μέσο. Το ιδανικό των Τούρκων είναι η ενότητα του τουρκικού έθνους».[28]

Εν ολίγοις η σοβιετική εξουσία θα ήταν ένας αποδεκτός σύμμαχος για τους εθνικιστές μονάχα στον βαθμό που δρούσε ως εκφραστής των ρωσικών εθνικών συμφερόντων και όχι του προλεταριακού διεθνισμού.

Τις συνέπειες της πολιτικής της Κομιντέρν για την Τουρκία περιγράφει με σαφήνεια ο Άγις Στίνας στις «Αναμνήσεις» του: «Ο πόλεμος απ’ το μέρος του Κεμάλ είχε χαρακτηριστεί από τη ρωσική κυβέρνηση και την Κομμουνιστική Διεθνή εθνικοαπελευθερωτικός και ‘συνεπώς’ προοδευτικός και μ’ αυτή την έννοια τον υποστήριξε και με την πολιτική της και με την διπλωματία της και με τους συμβούλους της και με όπλα και με χρήματα. Ο πόλεμος απ’ το μέρος του Κεμάλ ήταν πόλεμος εναντίον ξένου εισβολέως και για την απελευθέρωση των τουρκικών εδαφών απ’ αυτόν. Μ’ αυτή την έννοια ήταν εθνικοαπελευθερωτικός. Αλλά ήταν γι’ αυτό και προοδευτικός; Εκείνα τα χρόνια αυτό πιστεύαμε και αυτό υποστηρίζαμε. Είναι όμως δυνατόν και σήμερα να υποστηρίζουμε το ίδιο; Προοδευτικό στην εποχή μας και είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο έξω από ό,τι συμβάλλει στην ταξική συνειδητοποίηση των εργατικών μαζών, έξω απ’ ό,τι αναπτύσσει την ικανότητα των μαζών στην πάλη για την κοινωνική τους χειραφέτηση. Σε τι και πώς συνέβαλε σ’ αυτό η δημιουργία του σημερινού τουρκικού κράτους; Ο Κεμάλ δεν επεδίωκε μόνον να διώξει τους ξένους εισβολείς από το τουρκικό έδαφος, αλλά και να δημιουργήσει ένα αμιγές τουρκικό κράτος, δηλαδή να εκκαθαρίσει το τουρκικό έδαφος από τις εθνικές μειονότητες, από τα εκατομμύρια των ελλήνων, αρμενίων, κούρδων, τσερκέζων κλπ. Και μετά τη νίκη του αυτό έκανε, ενώ συγχρόνως έχωνε στα μπουντρούμια ή κρεμούσε τους τούρκους κομμουνιστές και στο τέλος γύρισε τις πλάτες του στη Ρωσία και αποκατέστησε εγκάρδιες σχέσεις με τους ιμπεριαλιστές αναλαμβάνοντας αυτός να προστατεύσει τα συμφέροντά τους. Η ορθή, η σύμφωνα με τα συμφέροντα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης πολιτική έπρεπε να ήταν: συναδέλφωση ελλήνων και τούρκων στρατιωτών και κοινή πάλη με τις λαϊκές μάζες ανεξάρτητα από εθνικές, φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις για τη δημοκρατία των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων σ’ όλο το έδαφος της Μικράς Ασίας. Φυσικά ανεξάρτητα από την πολιτική της Ρωσίας και ανεξάρτητα από τους σκοπούς του Κεμάλ, το καθήκον των ελλήνων κομμουνιστών ήταν η αδιάλλακτη πάλη εναντίον του πολέμου».[29]

Η σημασία της εμπειρίας της αριστερής πτέρυγας του κομμουνιστικού κινήματος στην Τουρκία έγκειται όχι στην θεωρητική της παρακαταθήκη αλλά στο γεγονός ότι ο αγώνας μεταξύ εθνικισμού και κομμουνισμού στην Ανατολή παίχτηκε στην Τουρκία μέχρι τέλους, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη, μέσα στην ταξική πάλη.[30] Ο αγώνας της κατά του οπορτουνισμού μέσα στο Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα και εναντίον της καταστολής του κεμαλικού κράτους, το οποίο από την γέννησή του έβαψε τα χέρια του με εργατικό αίμα, καταδεικνύει περίτρανα τις ελλείψεις και τις ασάφειες των «Θέσεων της Κομιντέρν για το Εθνικό Ζήτημα». Ο αγώνας του Μανατόφ, του Χατζίογλου και των συντρόφων τους ανήκει στην διεθνιστική κληρονομιά του εργατικού κινήματος.

8 Ιουνίου 2010

International Review

[1] Μεταξύ των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αξίζει να αναφερθεί ειδικά η σφαγή των Αρμενίων. Η κυβέρνηση της ΕΕΠ και ο υπουργός Πολέμου Εμβέρ Πασας, υπό τον φόβο μήπως ο χριστιανικός αρμενικός πληθυσμός συνεργαστεί με τους Ρώσους, εφάρμοσε ένα πρόγραμμα μαζικών απελάσεων και σφαγών που οδήγησε στην εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων πολιτών.

[2] Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσχώρησε στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων (αλλιώς Τριπλή Συμμαχία) μαζί με την Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και στην αρχή την Ιταλία. (Σ.τ.Μ.)

[3] Η Αντάντ (entente, γαλλικά: συνεννόηση, συμφωνία) ήταν ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός της Εγκάρδιας ή Τριπλής Συνεννόησης, ο οποίος αποτελείτο από την Βρετανία, την Γαλλία και την Ρωσία. (Σ.τ.Μ.)

[4] Ο Ντον είναι ποταμός της Ρωσίας μήκους 1960 χιλιομέτρων, ο οποίος πηγάζει κοντά στην πόλη Νοβομοσκόφσκ (150 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μόσχας) και εκβάλλει στην Αζοφική Θάλασσα, στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. (Σ.τ.Μ.)

[5] Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Σοβιετικών Δημοκρατιών. Ο προκάτοχος της ΕΣΣΔ. (Σ.τ.Μ.)

[6] Β. Ι. Λένιν, «Εισήγηση της Επιτροπής για το Εθνικό και το Αποικιακό Ζήτημα», Άπαντα, τόμος 41, σ. 241, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», έκδοση πέμπτη, Αθήνα, 1988.

[7] Στην κριτική του στην μπροσούρα του EKS [αρχικά της τουρκικής οργάνωσης του ICC] το Programme Communiste προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον Λένιν κατά της Λούξεμπουργκ φθάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι η Λούξεμπουργκ, υπό το ψευδώνυμο «Γιούνιους»: «διατυπώνει… ένα εθνικό πρόγραμμα για την υπεράσπιση της πατρίδας!». Είναι αλήθεια ότι η Λούξεμπουργκ, όπως και πολλοί σύγχρονοί της, συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν, δεν ήταν απαλλαγμένη από αμφισημίες και πεπαλαιωμένες εκφράσεις για το εθνικό ζήτημα, τις οποίες μεταχειρίζονταν τον 19ο αιώνα ο Μαρξ και ο Ένγκελς και γενικότερα η σοσιαλδημοκρατία. Έχουμε ήδη επισημάνει αυτές τις αμφισημίες στο International Review Νο. 12 (1978), στο οποίο υποστηρίζουμε την κριτική που άσκησε σε άρθρο του ο Λένιν για την «Μπροσούρα του Γιούνιους». Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι μια ορθή οικονομική ανάλυση δεν οδηγεί αυτομάτως σε ορθές πολιτικές θέσεις (περισσότερο απ’ ότι μια ανεπαρκής οικονομική ανάλυση ακυρώνει ορθές θέσεις πολιτικής αρχής). To Programme Communiste, ωστόσο, αποτυγχάνει οικτρά να αρθεί στο ύψος της κριτικής του Λένιν όταν, κατά τρόπο επονείδιστο, κουτσουρεύει τα λόγια της Λούξεμπουργκ προκειμένου να αποφύγει να εξηγήσει στους αναγνώστες του σε τι συνίσταται αυτό το λεγόμενο «εθνικό» της πρόγραμμα: «Ναι, οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίζουν την πατρίδας τους σε μεγάλες ιστορικές κρίσεις και εδώ έγκειται το μεγάλο λάθος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας στο Ράιχσταγκ. Όταν ανακοίνωσε την 4η Αυγούστου ότι ‘την ώρα του κινδύνου δεν θα εγκαταλείψουμε την πατρίδα μας’ αρνήθηκε ταυτόχρονα τα ίδια της τα λόγια. Διότι στην πραγματικότητα εγκατέλειψε την πατρίδα της την ώρα του μεγαλύτερού της κινδύνου. Το υψηλότερο καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στην πατρίδα της απαιτεί από αυτήν να αποκαλύψει το πραγματικό υπόβαθρο αυτού του ιμπεριαλιστικού πολέμου, να βγάλει τις παρωπίδες των ιμπεριαλιστικών και διπλωματικών ψευδών από τα μάτια του λαού. Ήταν καθήκον της να μιλήσει δυνατά και καθαρά, να διακηρύξει στον λαό της Γερμανίας ότι σε αυτόν τον πόλεμο η νίκη και η ήττα θα είναι εξίσου ολέθριες. Να αντιταχθεί στην φίμωση της πατρίδας από μια κατάσταση πολιορκίας, να απαιτήσει ο λαός και μόνο να αποφασίσει για τον πόλεμο και την ειρήνη, να απαιτήσει την συνεχή λειτουργία του κοινοβουλίου κατά την περίοδο του πολέμου, να αναλάβει το κοινοβούλιο να ελέγχει άγρυπνα την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να το ελέγχει άγρυπνα ο λαός, να απαιτήσει την άμεση κατάργηση όλων των πολιτικών ανισοτήτων, αφού μονάχα ένας ελεύθερος λαός μπορεί να κυβερνήσει επαρκώς την χώρα του, και τέλος να αντιταχθεί στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με βάση το πρόγραμμα του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λασάλ, όταν κι αυτοί αντιπάλευαν τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις».

[8] Either/Or, Rosa Luxembourg, Selected Political Writings, επιμέλεια έκδοσης D. Howard, σ. 349. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί οι αντιπρόσωποι που απηχούσαν ορισμένες θέσεις της Λούξεμπουργκ θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν «λουξεμπουργκιστές», ειδικά όταν  δεν υπάρχει σαφές τεκμήριο ότι γνώριζαν τα κείμενα της Λούξεμπουργκ.

[9] Β. Ι. Λένιν, «Εισήγηση της Επιτροπής για το Εθνικό και το Αποικιακό Ζήτημα», σ. 242, ό.π.

[10] Έκθεση του Λένιν προς το Δεύτερο Συνέδριο των Κομμουνιστικών Οργανώσεων των Λαών της Ανατολής, Νοέμβριος 1918, παρατίθεται στο Carrère d’ Encausse-Schram, Marxism and Asia.

[11] Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα υπερίσχυσης των συμφερόντων του ρωσικού κράτους αποτελεί η στάση της σοβιετικής εξουσίας απέναντι στο κίνημα του Γκιλάν (Περσία). Η μελέτη των γεγονότων αυτών είναι έξω από το πλαίσιο αυτού του άρθρου, αλλά οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μπορούν να συμβουλευθούν την μελέτη του Vladimir Genis, ‘Les Bolcheviks au Guilan’, η οποία δημοσιεύθηκε στα Cahiers du Monde russe, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999.

[12] Μαναμπέντρα Ναθ Ρόυ (1887-1954): Ο Ναρέντρα Ναθ Μπχατατσάρια, γνωστός ως Μ.Ν. Ρόυ, ήταν ένα Ινδός επαναστάτης από την Βεγγάλη και διεθνώς γνωστός πολιτικός θεωρητικός και ακτιβιστής. Ήταν μεταξύ των ιδρυτών του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ινδία και το Μεξικό. Ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα ως μέλος της εξτρεμιστικής πτέρυγας του ινδικού εθνικισμού, αλλά μετατοπίστηκε προς κομμουνιστικές θέσεις κατά την παραμονή του στην Νέα Υόρκη κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έφυγε για το Μεξικό προκειμένου να διαφύγει την προσοχή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και πήρε μέρος στην δημιουργία του εκεί κομμουνιστικού κόμματος. Κλήθηκε να παρακολουθήσει το 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν και συνεργάστηκε με τον Λένιν στην διαμόρφωση των «Θέσεων για το εθνικό ζήτημα».

[13] The Second Congress of the Communist International, ό.π.

[14] M.N. Roy, ‘The awakening of the East’, The Call, Ιούλιος 1920, http://marxists.org

[15] Supplementary Theses.

[16] Ο Σουλτανζάντε ήταν, στην πραγματικότητα, αμερικανικής καταγωγής. Το αληθινό του όνομα ήταν Αβέτις Μικαελιάν. Γεννήθηκε το 1890 σε μια φτωχή οικογένεια στο Μαραγκέχ (Νοτιοδυτική Περσία). Προσχώρησε στους Μπολσεβίκους το 1912, ίσως στην Αγία Πετρούπολη. Εργάστηκε για την Κομμουνιστική Διεθνή στο Μπακού και στο Τουρκεστάν και ήταν ένας από κυριότερους οργανωτές του πρώτου συνεδρίου του Περσικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Ανζαλί, τον Ιούνιο του 1920. Συμμετείχε στο 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν ως εκπρόσωπος του Περσικού ΚΚ. Παρέμεινε στην αριστερή πτέρυγα της Κομιντέρν και ήταν αντίθετος με τους «εθνικούς ηγέτες» της Ανατολής (όπως ο Κεμάλ). Ήταν επίσης έντονος επικριτής των λεγομένων «ειδικών» της Κομιντέρν στην Περσία και στην Ανατολή. Πέθανε κατά την διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων μεταξύ του 1936 και του 1938. Βλ. την μελέτη του Cosroe Chaqeri για τον Σουλτανζάντε στο Iranian Studies, άνοιξη-καλοκαίρι 1984.

[17] Εννοεί τις «Θέσεις για το Εθνικό Ζήτημα», οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω. (Σ.τ.Μ.)

[18] The Second Congress of the Communist International, ό.π.

[19] Βλ. Cosroe Chaqeri, ό.π. Στα Cahiers du Monde russe, 49/3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999 ο Vladimir Genis κάνει λόγο για μια αναφορά που συνέταξαν από κοινού ο Σουλτανζάντε και ο Πάβλοβιτς κατά παράκληση του Λένιν ύστερα από το 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν για «τους στόχους του κομμουνιστικού κόμματος στην Περσία». Η αναφορά προτείνει την ανάληψη μαζικής προπαγάνδας «για την πλήρη εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας και για την μεταβίβαση της γης στους αγρότες, αφού η τάξη των γαιοκτημόνων δεν μπορεί να υποστηρίξει την επανάσταση κατά του Σάχη ή έστω κατά των Βρετανών».

[20] http://marxists.org/history/international/comintern/baku/ch05.htm.

[21] Marxism and Asia, ό.π. (η έμφαση υπάρχει στο πρωτότυπο)

[22] Ο Βράνγκελ ήταν ένας από τους αντεπαναστάτες στρατηγούς που οι στρατιωτικές εκστρατείες τους κατά της επανάστασης χρηματοδοτήθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, και στην περίπτωση του Βράνγκελ ειδικά από την Γαλλία.

[23] Ό.π.

[24] Όπως έλεγε ο Λένιν απευθυνόμενος προς το Συνέδριο των Κομμουνιστικών Οργανώσεων των Λαών της Ανατολής. Βλ. Marxism and Asia, σ. 168.

[25] http://marxists.org/history/international/comintern/baku/ch01.htm

[26] Β. Ι. Λένιν, «Εισήγηση της Επιτροπής για το Εθνικό και το Αποικιακό Ζήτημα», ό.π., σ. 243.

[27] Βλ. George S. Haris, The Origins of Communism in Turkey, σ. 82.

[28] ό.π.

[29] Α. Στίνας, Αναμνήσεις, σ. 32-33, Ύψιλον, Αθήνα, 1985 (η έμφαση είναι δική μας).

[30] Όπως αναφέρει η μπροσούρα: «Η αριστερή πτέρυγα του ΚΚ Τουρκίας ήταν ένα κίνημα που διαμορφώθηκε γύρω από την αντίθεση στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα για πρακτικούς λόγους, εξαιτίας των φοβερών συνεπειών του για τους εργάτες, φέρνοντάς τους μονάχα την οδύνη και τον θάνατο». Τόσο η EKS (Διεθνιστική Κομμουνιστική Αριστερά) όσο και το ICC (Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Ρεύμα) είχαν και έχουν επίγνωση ότι η Τουρκική Κομμουνιστική Αριστερά δεν καταλαμβάνει την ίδια θέση σε θεωρητικό και οργανωτικό επίπεδο με την Κομμουνιστική Αριστερά όπως η Ιταλική, λόγου χάριν. Γι’ αυτό η μπροσούρα ονομάζεται «Η αριστερή πτέρυγα του ΚΚ Τουρκίας» και όχι «Η τουρκική Κομμουνιστική Αριστερά». Κατά τα φαινόμενα αυτή η διάκριση δεν είναι σαφής για το Programme Communiste, το οποίο δείχνει να μεταχειρίζεται την Κομμουνιστική Αριστερά σαν ατομική του ιδιοκτησία, αφού ισχυρίζεται ότι μονάχα η Ιταλική Κομμουνιστική Αριστερά «τοποθετείται στην βάση του ορθόδοξου μαρξισμού» (ο όρος «ορθόδοξος μαρξισμός» είναι μια κωμική ιδέα, η οποία, τολμάμε να πούμε, ότι είναι αντιμαρξιστική). Το Programme Communiste ασχολείται επί μακρόν με τα διάφορα ρεύματα, αριστερής και δεξιάς απόκλισης, του «πρώιμου κομμουνιστικού κινήματος» και πολύ περισπούδαστα μας πληροφορεί ότι ο χαρακτήρας τους ως «αριστερών» ή «δεξιών» εξαρτάται από τις αλλαγές στην πολιτική γραμμή της Κομιντέρν, παραθέτοντας τον χαρακτηρισμό του Ζηνόβιεφ για τον Μπορντίγκα το 1924. Όμως γιατί δεν γίνεται καμία μνεία της μπροσούρας του Λένιν κατά του «αριστερισμού» [Β. Ι. Λένιν, «Ο αριστερισμός: Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»], ειδικά στην Ιταλία, την Γερμανία, την Ολλανδία και την Βρετανία; Σε αντίθεση με το Programme Communiste ο Λένιν τουλάχιστον δεν δυσκολεύτηκε να δει ότι υπήρχε κάτι κοινό μεταξύ των «αριστεριστών», παρ’ όλο που ασφαλώς δεν συμφωνούμε τον χαρακτηρισμό του «αριστερισμού» ως «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»!

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.