Η ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

To πλήρες κείμενο μαζί με τις υποσημειώσεις του μπορεί να το δει κανείς στην μορφή PDF

Εισαγωγή

Η καπιταλιστική κοινωνία, όπως η δουλοκτητική και η φεουδαλική πριν από αυτήν, είναι μια ταξική κοινωνία, στην οποία η άρχουσα τάξη ζει από την εργασία της υποτελούς τάξης. Η ανθρωπότητα ζει σε ταξικές κοινωνίες για μια εξαιρετικά μικρή περίοδο της ιστορίας της, ενώ στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ζούσε σε κοινωνίες που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ένα είδος πρωτόγονου κομμουνισμού. Σε αυτές τις κοινωνίες η εργασία ήταν συλλογική κοινωνική εργασία με δωρεάν διανομή των προϊόντων σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, ενώ ήταν άγνωστη η ατομική ιδιοκτησία επί της γης ή επί των μέσων παραγωγής.
Οι ταξικές κοινωνίες είναι ιστορικά περιορισμένες και ο καπιταλισμός δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, παρότι οι αστοί ιδεολόγοι διατείνονται ότι αποτελούν την κορύφωση ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας, είναι κατά παρόμοιο τρόπο ιστορικά περιορισμένες. Αυτό μπορεί να φανεί καθαρά στις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού και στην μονίμως παρούσα ταξική πάλη. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι οι αντιφάσεις των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δημιουργούν τις ιστορικές δυνάμεις που αρνούνται και τελικά ανατρέπουν το καπιταλιστικό σύστημα.

Αυτές οι δυνάμεις δημιουργούνται εντός του ίδιου του συστήματος και ανακύπτουν από την επιτακτική του ανάγκη να επιτίθεται διαρκώς στην τάξη που εκμεταλλεύεται και να την εξαθλιώνει, περιορίζοντας έτσι την πηγή του κοινωνικού πλεονάσματος που αυτή η τάξη παράγει. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν επίσης ότι η επόμενη ιστορική φάση της ανθρωπότητας θα είναι η ανατροπή όχι μονάχα του καπιταλισμού αλλά της ταξικής κοινωνίας εν γένει και η δημιουργία της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Υπό τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις η εργατική τάξη είναι χωρισμένη από τα μέσα παραγωγής και από το προϊόν της εργασίας της. Η ανθρώπινη εργασία είναι καταναγκαστική και ανταγωνιστική και οι εργάτες είναι αποξενωμένοι από το προϊόν της εργασίας τους. Οι εργάτες κυριαρχούνται από τα προϊόντα της εργασίας τους, τα οποία εμφανίζονται ως κεφάλαιο, ως μια αυτόνομη υποδουλωτική δύναμη στην οποία αυτοί υποτάσσονται. Η εργασία του εργάτη αναπαράγει τις συνθήκες της υποδούλωσής του· είναι εργασία αλλοτριωμένη και λαμβάνει την μορφή της αξίας. Σκοπός της εργασίας είναι η διεύρυνση της αξίας του κεφαλαίου με την δημιουργία κέρδους . Η ανθρώπινη ανάπτυξη παρεμποδίζεται έτσι από το κεφάλαιο. Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών λαμβάνουν την μορφή κοινωνικών σχέσεων μεταξύ προϊόντων που οι ίδιοι έχουν παραγάγει, σχέσεων που καθορίζονται από την αξία. Η εργασία είναι μονάχα εμμέσως κοινωνική διαμέσου των σχέσεων που επικρατούν στην αγορά και οι οποίες δρουν πίσω από την πλάτη των εργατών. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι ατομικοποιούνται και διαχωρίζονται από το κοινωνικό τους είναι.

Η κομμουνιστική κοινωνία

Η απεχθής φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, την οποία περιγράψαμε παραπάνω, είναι το αποτέλεσμα του τρόπου παραγωγής της. Όταν εγκαθιδρυθούν οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής θα ακολουθήσει μια ολόκληρη σειρά αλλαγών.
Στον κομμουνισμό τα μέσα παραγωγής θα γίνουν κοινωνική ιδιοκτησία και η εργασία θα είναι κατά συνέπεια κοινωνική. Τα προϊόντα που παράγονται θα είναι επομένως κοινωνικά προϊόντα και θα διανέμονται δωρεάν σύμφωνα με τις ανάγκες. Τα προϊόντα που παράγει μια τέτοια κοινωνία θα είναι αποκλειστικά και μόνο αξίες χρήσης, δίχως την ανταλλακτική αξία που επέβαλε ο καπιταλισμός.
Ο κομμουνισμός είναι η κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, στην οποία η παραγωγή πραγματοποιείται για την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών, ενώ τα προϊόντα διανέμονται δωρεάν χωρίς την μεσολάβηση του χρήματος· είναι μια κοινωνία χωρίς κράτος, στην οποία η διεύθυνση των ανθρώπων θα δώσει την θέση της στην διαχείριση των πραγμάτων.
Ο χαρακτήρας της εργασίας θα αλλάξει. Αντί για την οδύνη του μόχθου, την ψυχική και πνευματική κατάπτωση που επιβάλλει ο καπιταλισμός, η εργασία θα πραγματοποιείται ελεύθερα. Θα απολέσει τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα που της προσδίδουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και θα μετατραπεί σε ένα μέσο έκφρασης των ανθρωπίνων ικανοτήτων και του κοινωνικού δεσμού του ανθρώπου με την ανθρωπότητα. Η εργασία θα γίνει, όπως έλεγε ο Μαρξ, πρώτιστη ανάγκη.
Στην κομμουνιστική κοινωνία η ελευθερία καθενός θα είναι η προϋπόθεση για την ελευθερία όλων. Η κοινωνία θα γράψει στην σημαία της:
«Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».
Η μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία θα είναι η αφετηρία της αληθινής ανθρώπινης ιστορίας. Πώς μπορούμε να προχωρήσουμε από την σημερινή καπιταλιστική κοινωνία στον κομμουνισμό;

Η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό

Ο Μαρξ υποστήριξε ότι για να περάσει η ανθρωπότητα από την καπιταλιστική στην κομμουνιστική κοινωνία χρειάζεται μια μεταβατική περίοδος, η οποία αρχίζει με μια πολιτική επανάσταση με την οποία η πολιτική εξουσία περνά στα χέρια της εργατικής τάξης και ολοκληρώνεται με το κατώτερο στάδιο της κομμουνιστικής κοινωνίας, το οποίο, εν ευθέτω χρόνω, θα οδηγήσει στον πλήρη κομμουνισμό, έτσι όπως τον περιγράψαμε παραπάνω.
Το καπιταλιστικό σύστημα είναι παγκόσμιο και οι σχέσεις παραγωγής διέπονται από τον νόμο της αξίας , ο οποίος είναι επίσης παγκόσμιος. Το σύστημα αυτό δεν επιτρέπει να υπάρχουν κομμουνιστικές νησίδες στο εσωτερικό του. Επομένως, η επανάσταση πρέπει να γίνει προτού παρθούν οποιαδήποτε ριζικά κομμουνιστικά μέτρα. Τούτο ασφαλώς δεν αποκλείει την εφαρμογή κομμουνιστικών μέτρων σε τοπική κλίμακα κατά την διάρκεια της επανάστασης. Παραδείγματος χάριν, σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των επαναστατών μπορούν να καταργηθούν τα ενοίκια, οι υποθήκες και τα χρέη και να καθιερωθεί η δωρεάν μετακίνηση, παροχή ηλεκτρικού, νερού, υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και άλλων υπηρεσιών.
Η καπιταλιστική κοινωνία έχει φέρει εις πέρας τις αντικειμενικές προϋποθέσεις οι οποίες είναι ιστορικώς αναγκαίες για την δημιουργία της κομμουνιστικής κοινωνίας. Ειδικότερα έχει δημιουργήσει ένα παγκόσμιο προλεταριάτο, την τάξη που θα πραγματοποιήσει την κομμουνιστική κοινωνία, και έχει αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις στον βαθμό που καθιστούν εφικτό τον κομμουνισμό σε παγκόσμια κλίμακα.
Υποστηρίζουμε ότι η νέα κοινωνία πρέπει να διευθύνεται από τα εργατικά συμβούλια, που θα λειτουργούν δημοκρατικά, με αιρετούς εκπροσώπους στα κατώτερα και στα ανώτερα όργανα. Το αστικό κράτος πρέπει να καταργηθεί και πρέπει να εγκαθιδρυθεί μια προλεταριακή εξουσία. Αυτή μπορεί να είναι μονάχα, όπως αναφέρει ο Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.
Αυτή η δικτατορία είναι επαναστατική ως προς το ότι καταργεί τα υπολείμματα του καπιταλισμού και αρχίζει να εγκαθιδρύει τον κομμουνισμό. Είναι μια μεταβατική εξουσία, εφόσον θα υπάρχει μονάχα για όσο διάστημα υπάρχουν τάξεις σε μια μεταβατική κοινωνία. Η ύπαρξη των υπολοίπων τάξεων και των ταξικών συμφερόντων προσδίδει στην μεταβατική κοινωνία την αναγκαιότητά της, καθώς κινείται προς την επίλυση αυτών των αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων.
Η κομμουνιστική κοινωνία πρέπει, ωστόσο, να αναπτυχθεί από τα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όπως επεσήμανε ο Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα»:
«Εκείνο για το οποίο εδώ πρόκειται, είναι μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως εξελίχτηκε πάνω στις βάσεις που ειδικά τη χαρακτηρίζουν, αλλά έτσι όπως βγαίνει απ’ την καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή μια κοινωνία που από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική, πνευματική, φέρει ακόμα τα στίγματα της παληάς κοινωνίας, απ’ τους κόλπους της οποίας προήλθε».
Γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται μια μεταβατική περίοδος, η οποία εμπεριέχει το κατώτερο στάδιο της κομμουνιστικής κοινωνίας. Σε γενικές γραμμές τα μέτρα στα οποία θα πρέπει να προβεί η μεταβατική περίοδος είναι τα εξής:
– Τα μέσα παραγωγής μετατρέπονται από ταξική σε κοινωνική ιδιοκτησία και η παραγωγή μετατρέπεται σε κοινωνική παραγωγή.
– Τα μέσα κατανάλωσης συγκεντρώνονται στα χέρια των εργατικών συμβουλίων και η διανομή οργανώνεται βάσει ενός συστήματος τοπικών συνεταιρισμών.
– Όλος ο ενεργός πληθυσμός εντάσσεται στην παραγωγική εργασία, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην μεταβατική κοινωνία η εργασία δεν είναι μισθωτή εργασία αλλά κοινωνική εργασία.
– Η εργάσιμη ημέρα μειώνεται και αυξάνεται ο ελεύθερος χρόνος. Αυτός ο χρόνος χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των ανθρώπων.
– Τα μη προλεταριακά κοινωνικά στρώματα ενσωματώνονται στην παραγωγική εργασία. Μια πετυχημένη επανάσταση θα κληρονομήσει έναν κόσμο, ο οποίος μάλιστα μπορεί να έχει καταστραφεί από τον πόλεμο, στον οποίο μια σημαντική μειονότητα του πληθυσμού είναι αντίθετη σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός κομμουνιστικού κόσμου. Τα ανταγωνιστικά ταξικά συμφέροντα εξακολουθούν να υφίστανται. Στον καπιταλισμό μεγάλες μάζες ανθρώπων ασκούν κοινωνικά άχρηστη ή επιβλαβή εργασία. Τομείς όπως ο χρηματοπιστωτικός, ο ασφαλιστικός, ο διαφημιστικός, η άμυνα, διάφορες προηγούμενες γραφειοκρατικές λειτουργίες του κράτους κτλ. πρέπει να καταργηθούν και όσοι προηγουμένως εργάζονταν σε αυτούς τους τομείς θα ενταχθούν σε κοινωνικά ωφέλιμη εργασία. Επιπλέον, η μικροαστική τάξη και οι αγρότες πρέπει να παρακινηθούν να κολεκτιβοποιήσουν και να κοινωνικοποιήσουν την παραγωγή.
– Το χρήμα καταργείται και καθιερώνεται ένα σύστημα ανταλλαγής που βασίζεται στα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας. Με το ζήτημα αυτό θα ασχοληθούμε εκτενέστερα παρακάτω.
– Καθιερώνεται ο σχεδιασμός της παραγωγής με βάση τις ανθρώπινες ανάγκες.
Τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας αποτελούν μεταβατικό μέτρο. Δεν μπορούν να ανταλλαχθούν και ο χρόνος κυκλοφορίας τους θα έχει ημερομηνία λήξης ώστε να μην μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συσσώρευσης. Ο Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» περιγράφει αυτό το σύστημα ως εξής:
«Ο παραγωγός παίρνει από την κοινωνία μια απόδειξη, ότι συνεισέφερε τόσες ώρες εργασίας (μετά την αφαίρεση της εργασίας του για το κοινό κεφάλαιο) και με την απόδειξη αυτή αποσύρει απ’ το κοινωνικό απόθεμα των μέσων κατανάλωσης μια ποσότητα αντικειμένων που περιέχουν ίση ποσότητα εργασίας. Την ίδια ποσότητα εργασίας πούδωσε στην κοινωνία υπό μια μορφή, την παίρνει πίσω υπό άλλη μορφή».
Τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας είναι επίσης ένα μέσο υπονόμευσης της καπιταλιστικής παραγωγής. Το κέρδος, τα μερίσματα, ο τόκος και η κερδοσκοπία θα εξαφανιστούν. Εφόσον τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας δεν κυκλοφορούν, αυτά δεν αποτελούν, όπως σημειώνει ο Μαρξ, ένα είδος χρήματος και εφόσον δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συσσώρευσης, τότε δεν μπορούν να σχηματίσουν ένα απόθεμα αξίας για την επανεκκίνηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αποτελούν μια τομή σε σχέση με την μισθωτή εργασία. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ, στο σύστημα αυτό η διανομή δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ατομικές αλλά με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά το γεγονός αυτό είναι ένα αναπόφευκτο μειονέκτημα, αφού η νέα κοινωνία αναδύεται από τον καπιταλισμό.
Τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας έχουν επικριθεί ότι αποτελούν ένα ακόμη σύστημα ανταλλαγής, ένα συγκεκαλυμμένο σύστημα αξίας επάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί ο κρατικός καπιταλισμός. Ο ίδιος ο Μαρξ άσκησε κριτική στον Προυντόν και στους ρικαρντιανούς σοσιαλιστές , επειδή υποστήριζαν τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας ως υποκατάστατο του χρήματος, αλλά η κριτική του βασιζόταν στο γεγονός ότι υποστήριζαν την χρήση τους ως μέθοδο μεταβολής της διανομής του κοινωνικού προϊόντος, ενώ ταυτόχρονα άφηναν αμετάβλητες τις σχέσεις παραγωγής. Οι σχέσεις παραγωγής παρέμεναν καπιταλιστικές και τα προϊόντα παρέμεναν εμπορεύματα. Εφόσον οι σχέσεις διανομής καθορίζονται από τις σχέσεις παραγωγής, όπως επανειλημμένα τόνιζε ο Μαρξ, τούτο σημαίνει ότι τέτοιου είδους απόπειρες αλλαγής της διανομής είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» ο Μαρξ τάσσεται υπέρ της διανομής του κοινωνικού προϊόντος με τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας ως προσωρινό μέτρο, που τίθεται σε εφαρμογή ταυτόχρονα με την επαναστατικοποίηση των σχέσεων παραγωγής. Το κεφάλαιο απαλλοτριώνεται και μετατρέπεται σε κοινωνική ιδιοκτησία, η οποία καθιστά το προϊόν του κοινωνικοποιημένου τομέα της οικονομίας κοινωνικό προϊόν. Καθώς προχωρεί η διαδικασία κοινωνικοποίησης τα προϊόντα μπορούν να διανέμονται δωρεάν.
Τα πιστοποιητικά χρόνου εργασίας, ωστόσο, αποτελούν μια απόδειξη για την παροχή ωφέλιμης δραστηριότητας, μια αναγνώριση της συνεργασίας στην κοινωνική παραγωγική διαδικασία. Ο Μαρξ παραδέχεται ότι αυτό δεν είναι ένα δίκαιο σύστημα διανομής, αφού όλη η εργασία ανάγεται σε αφηρημένη εργασία υπολογισμένη σε χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες κάθε μεμονωμένου εργάτη. Μόνο στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας μπορεί η διανομή να πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου με βάση αυτές τις ανάγκες.
Πρόκειται εδώ για μια μεταβατική περίοδο και όχι για έναν μεταβατικό τρόπο παραγωγής ή για ένα μεταβατικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο παραμένει σταθερό.

Οι επικριτές

Πολλά έχουν ειπωθεί για την μεταβατική περίοδο ύστερα από ό,τι έγινε στην Ρωσία μετά την επανάσταση του 1917. Ωστόσο, ποτέ και πουθενά στην ιστορία δεν υπήρξε περίοδος μετάβασης. Τα διδάγματα της Ρωσικής Επανάστασης είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αρνητικά όσον αφορά την μεταβατική περίοδο. Οι εξελίξεις στην Ρωσία στα χρόνια που ακολούθησαν το 1917 δεν αποτελούν υπό καμία έννοια μεταβατική περίοδο. Οι σχέσεις παραγωγής το 1917 ήταν καπιταλιστικές και παραμένουν καπιταλιστικές μέχρι σήμερα. Η μισθωτή εργασία δεν καταργήθηκε ποτέ.
Η Ρωσική Επανάσταση ήταν μια πολιτική επανάσταση. Η επιτυχής έκβασή της στηριζόταν στην υπόθεση ότι αυτή θα έβρισκε αρκετά γρήγορα υποστήριξης από επαναστάσεις που θα πραγματοποιούνταν στην βιομηχανική ενδοχώρα της Ευρώπης, και πρωτίστως στην Γερμανία. Όταν οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις συνετρίβησαν, οι Μπολσεβίκοι προχώρησαν στην οικοδόμηση του κρατικού καπιταλισμού στην Ρωσία. Τούτο συνοδεύτηκε από μια τεράστια θεωρητική σύγχυση. Στην αρχή ο Λένιν διακήρυξε ότι:
«ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα σ’ αυτό και στο άλλο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια».
Αυτή φυσικά ήταν η κατεξοχήν αντίληψη της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς. Η εφαρμογή μέτρων για την δημιουργία ενός συστήματος κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού ασφαλώς δεν αποτελεί καθήκον της προλεταριακής αλλά της αστικής επανάστασης. Πολύ σύντομα όμως ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός βαφτίστηκε «σοσιαλισμός» ή «κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού», ενώ το κόμμα και το κράτος κινητοποιήθηκαν για την οικοδόμησή του. Από το 1922 το ανώτατο συμβούλιο οικονομίας (VSNKh) παραπονιόταν ότι:
«Το κόστος της εργατικής δύναμης είναι πάρα πολύ υψηλό, τόσο με απόλυτους όσο και με σχετικούς όρους».
Τούτη η δήλωση δεν αποτελούσε απλώς μια παραδοχή ότι η κατηγορία της εργατικής δύναμης υπήρχε στην Ρωσία -πράγμα που υποδηλώνει σαφώς την ύπαρξη κεφαλαίου- αλλά αποτελεί επίσης και το σύνηθες παράπονο της αστικής τάξης, αφού το καπιταλιστικό κέρδος και η καπιταλιστική συσσώρευση μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν οι μισθοί είναι χαμηλότεροι. Καταδεικνύει επίσης ότι, όπως ο Μαρξ έγραφε στον πρόλογο του έργου του «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής καθορίζουν το εποικοδόμημα της κοινωνίας. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής στην Ρωσία εξέτρεφαν μια νέα αστική τάξη με επίκεντρο το Μπολσεβίκικο Κόμμα και το κράτος, μια τάξη που ανέλαβε την πραγματοποίηση μιας ταχείας συσσώρευσης κεφαλαίου διαμέσου της προλεταριοποίησης των αγροτών σε μια φρενήρη προσπάθεια να φθάσει την Δύση.
Όλα τα παραπάνω δεν μπορούν πια να αποκρυφτούν, αλλά παρά το γεγονός αυτό, η ιδέα ότι ο κρατικός καπιταλισμός είναι ένα μεταβατικό μέτρο εξακολουθεί να έχει μεγάλη απήχηση και έχει χρωματίσει την όλη συζήτηση περί μεταβατικής περιόδου.
Για να αποσαφηνίσουμε καλύτερα το ζήτημα θα εξετάσουμε τρεις πολιτικές οργανώσεις ή ρεύματα που απορρίπτουν την ανάγκη ύπαρξης μεταβατικής περιόδου: το Σοσιαλιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας (SPGB), την Μαρξιστική-Ανθρωπιστική Πρωτοβουλία [Marxist Humanist Initiative] και την τάση της κομμουνιστικοποίησης [communization].

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας (SPGB)

Οι απόψεις του SPGB για την μεταβατική περίοδο διατυπώνονται σε ένα πρόσφατο βιβλίο με τίτλο «Η εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό» (The Alternative to Capitalism).
Ύστερα από μια σαφή περιγραφή της κομμουνιστικής κοινωνίας το SPGB υποστηρίζει ότι η κοινωνία αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως να μεσολαβήσει μια περίοδος μετάβασης. Αντιλαμβάνεται την μεταβατική περίοδο πρωτίστως αναφορικά με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Υποστηρίζει ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις σε τόσο μεγάλο βαθμό από το 1875 και έπειτα ώστε όλες οι σχετικές αναφορές του Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» είναι πια ξεπερασμένες. Έτσι, ενδεικτικά αναφέρει:
«Τίποτα δεν είναι πιο γελοίο από την επανάληψη των πεπαλαιωμένων φράσεων που γράφτηκαν πριν από εκατό χρόνια και από την παράβλεψη των τεράστιων εξελίξεων στις τεχνικές της παραγωγής πλούτου που έχει πραγματοποιήσει ο καπιταλισμός».
Η επίδραση της εμπειρίας της Ρωσικής Επανάστασης είναι ωστόσο φανερή στο κύριο επιχείρημά του, σύμφωνα με το οποίο ο κρατικός καπιταλισμός δεν είναι ένας μεταβατικός τρόπος παραγωγής. Παραθέτει τον τροτσκιστή Ε. Μαντέλ, ο οποίος ισχυρίζεται πως η μεταβατική περίοδος είναι αναγκαία για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων λόγω της σπάνης των αγαθών και ότι σε αυτήν την περίοδο τα καταναλωτικά αγαθά θα εξακολουθήσουν να είναι εμπορεύματα. Ο «λενινισμός», όπως αναφέρει το SPGB, υποστηρίζει την σταδιακή εξέλιξη από τον κρατικό καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, η οποία, όπως ορθώς επισημαίνει, είναι αδύνατη.
Υποστηρίζει επίσης ότι μια σταδιακή μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι αδύνατη λόγω των διαφορετικών μορφών που προσλαμβάνει ο πλούτος σε αυτές τις δύο κοινωνίες, δηλαδή αντιστοίχως την μορφή της ανταλλακτικής αξίας και της αξίας χρήσης. Ο πλούτος, όπως αναφέρει, είναι μια ολότητα και μπορεί να παραχθεί μονάχα είτε ως ανταλλακτική αξία είτε ως αξία χρήσης. Είτε θα ισχύει το ένα είτε θα ισχύει το άλλο.
Η μεταβατική περίοδος, ωστόσο, δεν αφορά πρωτίστως την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η εν λόγω ανάλυση δεν εξετάζει πραγματικά προβλήματα, όπως η ενσωμάτωση των μη προλεταριακών στρωμάτων στην κοινωνική παραγωγή. Τούτο ενδεχομένως οφείλεται στο ότι εκλαμβάνει την σημερινή κοινωνία ως αποτελούμενη σχεδόν εξ ολοκλήρου από εργάτες. Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, όπως αναφέρει, είναι συστήματα που δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
«Η πορεία προς τον σοσιαλισμό πρέπει να οδηγεί απευθείας σε μια αχρήματη, αταξική και ακρατική παγκόσμια κοινότητα. Ο σοσιαλισμός πρέπει να πραγματοποιηθεί αμέσως, διαφορετικά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καθόλου».
Παρ’ όλο που η αντίληψη αυτή παραδέχεται την ανάγκη επιβολής «προσωρινών μέτρων», δεν εξηγεί πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η άμεση μετάβαση. Η γενική απάντηση που δίνει το SPGB είναι ότι μετά την νίκη στις βουλευτικές εκλογές η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση θα θεσπίσει νόμους ή θα εκδώσει διατάγματα που θα εγκαθιδρύσουν την κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου, την κατάργηση του κράτους, του χρήματος, των χωρών και θα θεσμοθετούν την ελεύθερη διανομή των προϊόντων. Πώς μπορούν όμως να γίνουν όλα αυτά εν όψει της αναπόφευκτης αντίστασης που θα προβάλλει η αστική τάξη; Οπωσδήποτε όχι διαμέσου του κράτους, αφού αυτό θα έχει καταργηθεί. Το SPGB απαντά ότι τέτοια ζητήματα δεν έχουν νόημα, διότι εφόσον η συνειδητή πλειοψηφία του πληθυσμού το έχει εκλέξει στο κοινοβούλιο για να πραγματοποιήσει αυτό το πρόγραμμα, η αστική τάξη δεν θα εμποδίσει την εφαρμογή του. Το επιχείρημα, ωστόσο, είναι κυκλικό, αφού το συμπέρασμα εμπεριέχεται στις προκείμενες.
Το προλεταριάτο μπορεί να αποκτήσει επαναστατική συνείδηση μονάχα κατά την διάρκεια μιας επανάστασης και όχι μιας προεκλογικής εκστρατείας. Όπως λέει ο Μαρξ στην «Γερμανική Ιδεολογία»:
«Για την δημιουργία αυτής της κομμουνιστικής συνείδησης σε μαζική κλίμακα… είναι απαραίτητη η αλλαγή των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα· μια αλλαγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα αν προσλάβει τον χαρακτήρα ενός πρακτικού κινήματος, μιας επανάστασης. Η επανάσταση είναι, επομένως, αναγκαία όχι μονάχα επειδή η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να ανατραπεί με άλλον τρόπο, αλλά επειδή επίσης η τάξη που την ανατρέπει μονάχα σε μια επανάσταση μπορεί να αποτινάξει από πάνω της την βρωμιά αιώνων και να μπορέσει να φτιάξει την κοινωνία από την αρχή».
Η απόρριψη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός πέρα για πέρα ουτοπικού προγράμματος για την επίτευξη του σοσιαλισμού.

Η Μαρξιστική Ανθρωπιστική Πρωτοβουλία

Μια άλλη οργάνωση που έχει ασχοληθεί με το ζήτημα της μεταβατικής περιόδου είναι η Μαρξιστική Ανθρωπιστική Πρωτοβουλία (Marxist Humanist Initiative). Ο Άντριου Κλίμαν σκιαγράφησε την θέση της σε μια συζήτηση με τίτλο «Η έλλειψη συνοχής της αντίληψης περί ‘μεταβατικής περιόδου’ ως μαρξική αντίληψη» με μια διάλεξη που έδωσε στο Workers and Punks University στην Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας.
Όπως και το SPGB ο αρχικός στόχος και αυτής της κριτικής είναι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κρατικός καπιταλισμός είναι ένα μεταβατικό οικονομικό σύστημα που οδηγεί στον σοσιαλισμό και ανατρέχει για άλλη μια φορά σε ό,τι συνέβη στην Ρωσία μετά το 1917. Ο Κλίμαν εξετάζει το βιβλίο του Πρεομπραζένσκι «Η Νέα Οικονομική Πολιτική», που εκδόθηκε το 1926, στο οποίο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ρωσική οικονομία ήταν εν μέρει σοσιαλιστική και εν μέρει καπιταλιστική. Ο σοσιαλιστικός τομέας είναι αυτός που ελέγχει το κράτος και στον οποίο η παραγωγή σχεδιάζεται. Ο Πρεομπραζένσκι ζητεί την επέκταση αυτού του τομέα διαμέσου της «σοσιαλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης» , που σημαίνει άγρια εκμετάλλευση των αγροτών. Εκείνο τον καιρό ο Πρεομπραζένσκι ήταν θεωρητικός της τροτσκιστικής Αριστερής Αντιπολίτευσης, η οποία ζητούσε ταχεία εκβιομηχάνιση και όχι συμβιβασμό με τους αγρότες, πάνω στον οποίο στηριζόταν η Νέα Οικονομική Πολιτική, που εγκαινιάστηκε το 1921. Όταν το 1928 ο Στάλιν υιοθέτησε μια πολιτική βίαιης κολεκτιβοποίησης και ιλιγγιώδους εκβιομηχάνισης, η αριστερή αντιπολίτευση θεώρησε ότι ο Στάλιν είχε υιοθετήσει την πολιτική της και διαλύθηκε. Ο Κλίμαν δείχνει ξεκάθαρα ότι για την κατάργηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων πρέπει να αλλάξει ο τρόπος παραγωγής και ότι η αλλαγή της νομικής ιδιοκτησίας του κεφαλαίου δεν μεταβάλει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ο κρατικός καπιταλισμός παραμένει καπιταλισμός· δεν μπορεί να γίνει σοσιαλισμός και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να αποτελέσει ένα μέσο μετάβασης στον σοσιαλισμό.
Η σφοδρότητα της κριτικής του στρέφεται, ωστόσο, κατά της αντίληψης περί «μεταβατικής κοινωνίας», την οποία ο Πρεομπραζένσκι αποδέχεται αναντίρρητα. Χλευάζει την ιδέα ότι σε μια μεταβατική κοινωνία μπορούν να συνυπάρξουν διαφορετικοί τρόποι παραγωγής. Ποιος είναι ο τρόπος παραγωγής σε μια τέτοια κοινωνία, ρωτάει. Υπάρχει ένας τρίτος τύπος κοινωνίας μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού; Παραδέχεται ότι μπορεί να φανταστεί μια περίοδο αστάθειας και μια κατάσταση ρευστότητας καθώς η κοινωνία αλλάζει από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και δέχεται την ανάγκη μια μεταβατικής περιόδου αλλά όχι μιας μεταβατικής κοινωνίας.
Ο Κλίμαν χρησιμοποιεί σε ολόκληρη την διάλεξή του το βασικό μαρξιστικό αξίωμα σύμφωνα με το οποίο η οικονομική βάση καθορίζει το εποικοδόμημα. Οι αλλαγές στις πολιτικές και νομικές σχέσεις και στην συνείδηση προκαλούνται από αλλαγές στα οικονομικά θεμέλια της κοινωνίας και όχι αντίστροφα.
«Η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις οφείλεται στον τρόπο παραγωγής. Έτσι η μετάβαση από το καπιταλιστικό κράτος στο σοσιαλιστικό μη-κράτος είναι κατανοητή ως μαρξιστική έννοια, διότι αυτή η μετάβαση βασίζεται και αντιστοιχεί στον επαναστατικό μετασχηματισμό του τρόπου παραγωγής».
Παρ’ όλο που όλα αυτά γενικώς αληθεύουν από ευρύτερης ιστορικής απόψεως, δεν απαντάται το πρακτικό ζήτημα σχετικά με το πώς πραγματοποιείται ο μετασχηματισμός του τρόπου παραγωγής. Δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν του το γεγονός ότι μια σημαντική μειονότητα του πληθυσμού θα αντιταχθεί σε έναν τέτοιο μετασχηματισμό και θα απολέσει τα μέσα διαβίωσής της εξαιτίας αυτού, πράγμα το οποίο θα απαιτήσει μέτρα για την ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων στην νέα κοινωνία. Μια μεταβατική περίοδος σημαίνει μια περίοδος χρόνου. Ενώ είναι αλήθεια ότι ο κομμουνισμός δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον καπιταλισμό για μια μακρά περίοδο με τον τρόπο κατά τον οποίο ο καπιταλισμός συνυπήρχε με τον φεουδαλισμό, παρ’ όλα αυτά κάποιου είδους υβριδική κοινωνία πρέπει να υπάρχει σ’ αυτό το διάστημα. Είναι μια ασταθής κοινωνία που βρίσκεται σε κατάσταση ρευστότητας και υπόκειται στις αλλαγές που πραγματοποιούνται από την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. Η νέα κοινωνία βγαίνει αναγκαστικά μέσα από την παλιά και δημιουργείται από τις πράξεις των ανθρώπων. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα με την βούληση των ανθρώπων που η συνείδησή τους δεν καθορίζεται ευθέως από την βάση της κοινωνίας, με τον τρόπο με τον οποίο υποδεικνύει ο Κλίμαν. Η συνείδηση αποτελεί έμμεσο προϊόν της βάσης της κοινωνίας· ένα προϊόν που διαμεσολαβείται από κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες. Εάν συνέβαινε διαφορετικά, τότε η επαναστατική αλλαγή θα ήταν εντελώς αδύνατη. Όπως λέει ο Μαρξ στην 3η Θέση του για τον Φόιερμπαχ:
«Η σύμπτωση της μεταβολής των συνθηκών και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της αυτομεταβολής μπορεί να συλληφθεί και να κατανοηθεί με έλλογο τρόπο μόνο ως επαναστατική πράξη».

Κομμουνιστικοποίηση

Μια πρόσφατη θεωρία που αντιτίθεται κι αυτή στην αναγκαιότητα ύπαρξης μεταβατικής περιόδου και έχει καταστεί δημοφιλής τα τελευταία χρόνια είναι η θεωρία της «κομμουνιστικοποίησης». Η θεωρία αυτή προέρχεται από ομάδες που δημιουργήθηκαν ύστερα από τα γεγονότα του 1968, μέχρι το 1975, ορισμένες εκ των οποίων προήρθαν από την Καταστασιακή Διεθνή ή επηρεάστηκαν από την περιοδική έκδοση «Invariance» της οποίας η προεξάρχουσα θεωρητική φυσιογνωμία ήταν ο Ζακ Καμάτ. Πίσω από ένα μεγάλο μέρος αυτής της θεωρίας βρίσκεται η υπόνοια ότι η μεταβατική περίοδος θα οδηγήσει σε επανάληψη της ρωσικής εμπειρίας και στην εγκαθίδρυση του κρατικού καπιταλισμού. Για παράδειγμα ο Dauvé και ο Nesic της ομάδας Troploin παραπονούνται ότι οι «λενινιστές» έχουν ξεχάσει τον στόχο του Μαρξ περί της κατάργησης της μισθωτής εργασίας και ότι μοναδική τους έγνοια είναι η εγκαθίδρυση μιας σχεδιασμένης οικονομίας.
Σε γενικές γραμμές η εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής περιόδου θεωρείται ως συνταγή για την αντεπανάσταση. Αντ’ αυτής οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης επιζητούν την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού αμέσως μετά την επανάσταση. Ο Μπρούνο Ασταριάν σε μια πρόσφατη εργασία του γράφει:
«Ο στόχος της προλεταριακής επανάστασης δεν συνίσταται στην εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής κοινωνίας, αλλά στην άμεση εγκαθίδρυση του κομμουνισμού».
Ωστόσο, σε αυτό δεν συμφωνούν όλοι οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της θεωρίας.
Οι ομάδες που τάσσονται υπέρ της κομμουνιστικοποίησης προσπαθούν σε γενικές γραμμές να της προσδώσουν μια ιστορική βάση. Απορρίπτουν την έννοια της υλικής παρακμής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την οποία υποστήριζε η Κομιντέρν. Αντ’ αυτής προβαίνουν στην διάκριση μεταξύ «τυπικής» και «πραγματικής» κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασίας ή υπαγωγής, όπως συχνά ονομάζεται, της εργασίας στο κεφάλαιο. Ισχυρίζονται ότι κατά την περίοδο της «τυπικής» κυριαρχίας η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης δεν ήταν πλήρως αφομοιωμένη στον κύκλο παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Συνεπώς, κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ήταν δυνατό η εργατική τάξη να διεκδικήσει τα συμφέροντά της ως τάξη που υφίσταται εντός του καπιταλισμού. Ωστόσο, με την μετάβαση στην «πραγματική κυριαρχία» η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης αφομοιώνεται πλήρως στον κύκλο παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η εργατική τάξη κατακερματίζεται αμετάκλητα και η αναπαραγωγή της γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αυτή η μεταμόρφωση του χαρακτήρα της ταξικής σχέσης είναι η αιτία που ωθεί το προλεταριάτο να αμφισβητήσει την ύπαρξή του ως τάξη, και ως εκ τούτου τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, κατά συνέπεια, να θέσει τον κομμουνισμό στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας.
Ο Καμάτ θεωρεί την περίοδο 1914-1945 ως την περίοδο κατά την οποία η κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας από «τυπική» έγινε «πραγματική». Υποστηρίζει ότι το 1945 αντιπροσώπευε μια αντεπανάσταση. Η Theorie Communiste (TC) έχει προτείνει μια μεγαλύτερη περίοδο, στην οποία η «πραγματική υπαγωγή», όπως την ονομάζουν, της εργασίας στο κεφάλαιο χωρίζεται σε δύο φάσεις. Η «τυπική υπαγωγή» τελειώνει γύρω στο 1900. Η πρώτη φάση της «πραγματικής υπαγωγής» διαρκεί έως την δεκαετία του 1970 και η δεύτερη φάση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η Theorie Communiste θεωρεί την περίοδο 1974-1995 αντεπαναστατική. Με την απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων, την κατάργηση των εθνικών συνόρων στην αγορά εργασίας, την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πρόνοιας, τον νεοφιλελευθερισμό κτλ. το κεφάλαιο έχει μετασχηματίσει την φύση της ταξικής σχέσης. Το προλεταριάτο αφομοιώνεται στον καπιταλισμό. Υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό καθιστά το εργατικό κίνημα άχρηστο για το προλεταριάτο. Η ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξη μέσα στον καπιταλισμό γίνεται επισφαλής και αμφισβητήσιμη. Όλοι αυτοί οι όροι καθιστούν την κομμουνιστικοποίηση μια δυνατότητα.
Κατά την περίοδο της «τυπικής κυριαρχίας» του κεφαλαίου το εργατικό κίνημα μπορούσε να διεκδικήσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό ως ένας πόλος στην σχέση εργασίας-κεφαλαίου. Με την μετάβαση στην «πραγματική κυριαρχία» (ή σύμφωνα με την Theorie Communiste με την μετάβαση στην δεύτερη φάση της «πραγματικής κυριαρχίας») κάτι τέτοιο καθίσταται αδύνατο. Το μόνο που είναι δυνατόν είναι η κατάργηση του προλεταριάτου ως τάξη και η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας. Από αυτή την βάση πηγάζει η κριτική της για την μεταβατική περίοδο.
Θεωρεί ότι ο στόχος της ενσωμάτωσης των μη προλεταριακών στρωμάτων σε κοινωνικά χρήσιμες εργασίες, -κάτι το οποίο πραγματοποιείται στην μεταβατική περίοδο- ισοδυναμεί με την γενίκευση της κατάστασης του προλεταριάτου σε ολόκληρη την κοινωνία μέσα σε μια «δημοκρατία της εργασίας». Επομένως, η αντίληψη περί μεταβατικής περιόδου αποτελεί επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως πόλου στην σχέση εργασίας-κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορέσει ποτέ να καταργηθεί όταν εξακολουθεί να υπάρχει ο ένας πόλος της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας και η γενίκευση της προλεταριακής κατάστασης δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του καπιταλισμού. Απεναντίας, ο καπιταλισμός θα επανεμφανιστεί με κάποια άλλη μορφή. Αντ’ αυτού το προλεταριάτο οφείλει να καταργήσει τον εαυτό του. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης υποστηρίζουν ότι η παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη περί μεταβατικής περιόδου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι αν γίνει πρώτα η πολιτική επανάσταση και στην συνέχεια εφαρμοστούν κομμουνιστικά μέτρα αυτό αποτελεί μια συνταγή αποτυχίας. Αντιθέτως, ζητούν την άμεση εφαρμογή κομμουνιστικών μέτρων κατά την διάρκεια της επανάστασης ή ακόμα και πριν από αυτήν. Περιγράφοντας την θεωρία της κομμουνιστικοποίησης το περιοδικό Endnotes αναφέρει:
«Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο κομμουνισμός θεωρείτο ως κάτι που έπρεπε να δημιουργηθεί μετά την επανάσταση, η επανάσταση πλέον θεωρείται ως η πραγματοποίηση του κομμουνισμού (κατάργηση της μισθωτής εργασίας και του κράτους).»
Πρέπει επομένως να εφαρμοστούν κομμουνιστικά μέτρα από τα πρώτα στάδια του επαναστατικού αγώνα, ακόμη και πριν από την κατάκτηση της εξουσίας.
Ο αγώνας της εργατικής τάξης πρέπει να είναι ταυτόχρονα αγώνας τόσο ενάντια στο κεφάλαιο όσο και ενάντια την εργασία. Μόνο αυτό μπορεί να σημάνει την κατάργηση των τάξεων.
Επίσης ισχυρίζονται ότι ο νόμος της αξίας δεν μπορεί να καταστραφεί σταδιακά· απεναντίας θα πρέπει να καταστραφεί αμέσως. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν αρκετά γρήγορο μετασχηματισμό, αλλά η Troploin μάς πληροφορεί ότι ο μετασχηματισμός από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό θα διαρκέσει ολόκληρες δεκαετίες ή ακόμα και ολόκληρες γενιές:
«Θα υπάρξει μια μετάβαση υπό την έννοια ότι ο κομμουνισμός δεν θα επιτευχθεί μέσα σε μία νύχτα. Αλλά δεν θα υπάρξει μεταβατική περίοδος … μια περίοδος η οποία δεν είναι πλέον καπιταλιστική αλλά ούτε είναι ακόμη κομμουνιστική».

Μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Η θεωρία περί «τυπικής» και «πραγματικής κυριαρχίας» που χρησιμεύει ως θεωρητική αφετηρία της κομμουνιστικοποίησης μάς φαίνεται αμφισβητήσιμη. Ο Μαρξ κάνει λόγο για τυπική και πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας, αλλά τις συσχετίζει με την εξαγωγή της υπεραξίας: η μεν τυπική κυριαρχία συνδέεται με την εξαγωγή της απόλυτης υπεραξίας και η πραγματική κυριαρχία με την εξαγωγή της σχετικής υπεραξίας. Οι υποστηρικτές του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης δεν φαίνεται να έχουν δώσει μια υλική βάση στην θεωρία τους από όπου να προκύπτει ο διαχωρισμός της «τυπικής» από την «πραγματική κυριαρχία». Λένε ότι στην «πραγματική υπαγωγή» η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καπιταλιστική οικονομία. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβαινε ανέκαθεν, από την περίοδο που χάθηκε η σύνδεση των παραγωγών με την γη; Τι καταδεικνύουν τα σχήματα αναπαραγωγής στον δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» αν όχι το ότι η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου εντός της καπιταλιστικής οικονομίας; Η θεωρία φαίνεται να περιγράφει καλύτερα την πνευματική και πολιτιστική κυριαρχία του καπιταλισμού και ισχύει κυρίως για τους εργάτες των παλαιότερων αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ο Μπρούνο Ασταριάν σημειώνει:
«Το κεφάλαιο έχει κατακτήσει ολόκληρη την ζωή σε τέτοιο βαθμό που ό,τι και αν κάνει κάποιος βρίσκεται πάντα υπό την κατοχή του».
Η θεωρία δεν φαίνεται να περιγράφει το πλήθος των εργατών στις περιφερειακές χώρες. Ο μη αναστρέψιμος κατακερματισμός της εργατικής τάξης που διαπιστώνουν οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης πρόκειται για μια εξέλιξη που λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στον πυρήνα των καπιταλιστικών χωρών ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Στις περιφερειακές χώρες παραμένουν συνομαδώσεις εργατών σε μαζική κλίμακα στα μεγάλα εργοστάσια. Επιπλέον, το μέγεθος του παγκόσμιου προλεταριάτου αυξάνεται, όπως προβλέπει η μαρξιστική θεωρία. Υπό ποία έννοια οι εργάτες στις περιφερειακές χώρες, όπως η Κίνα ή η Νότιος Αφρική, έχουν «πραγματικά» «υπαχθεί» στο κεφάλαιο, όταν πρόκειται συχνά για προλετάριους πρώτης γενιάς που είναι σε θέση να επιστρέψουν στην ύπαιθρο κατά την διάρκεια των καπιταλιστικών υφέσεων ή παρατεταμένων απεργιών, όπως συνέβη στην πρόσφατη περίπτωση της απεργίας των ανθρακωρύχων στην Νότιο Αφρική;
Αυτό που πρέπει να εξηγηθεί είναι το πώς η «πραγματική υπαγωγή» μπορεί να κάνει την εργατική τάξη να κατανοήσει την αναγκαιότητα να αγωνιστεί για να καταργηθεί η ίδια ως τάξη. Δηλαδή το πώς μπορεί μια τάξη, η οποία υφίσταται εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας, να αγωνιστεί για την κατάργηση της ίδιας ως τάξη και όχι υπέρ των αναγκών της ως τάξη. Το να αξιώνει κανείς κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με το να περιμένει η εργατική τάξη να δράσει εκτός των παραμέτρων του ιστορικού υλισμού. Όσο βρίσκεται στους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας η εργατική τάξη δεν μπορεί παρά να αγωνίζεται για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να αναπαράγεται μέσα στον κύκλο αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει υπεράσπιση των συμφερόντων της εντός του καπιταλισμού, πράγμα που σίγουρα θα πρέπει να εξακολουθήσει να το κάνει μέχρι την πλήρη διάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η διάλυση αυτή θα επισπευσθεί από την ταξική πάλη που στοχεύει σε αιτήματα εντός της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μονάχα δε κατά την διεξαγωγή αυτού του αγώνα μπορούν να ανακύψουν ζητήματα περί μιας εναλλακτικής κοινωνίας και περί της κατάργησης της ίδιας της εργατικής τάξης ως τάξη, αλλά τούτο θα είναι αποτέλεσμα του αγώνα για την προάσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού. Το πώς ένας τέτοιος αγώνας μπορεί να προκύψει από την «πραγματική υπαγωγή» δεν εξηγείται από τους θεωρητικούς της κομμουνιστικοποίησης. Το βασικό ερώτημα που βρίσκεται πίσω από αυτήν την θεωρία είναι το κατά πόσον οι υποστηρικτές της εξακολουθούν να θεωρούν την εργατική τάξη –η οποία πιστεύουν ότι είναι «αμετάκλητα κατακερματισμένη» και της οποίας η αναπαραγωγή είναι «πλήρως ενσωματωμένη» στον καπιταλισμό- ως επαναστατικό υποκείμενο. Δεν είναι παρά ένα βηματάκι που χωρίζει την πραγματική κυριαρχία από την πραγματική ενσωμάτωση. Ο Καμάτ, για παράδειγμα, έκανε αυτό το βηματάκι και τελικά είδε την εργατική τάξη ως μια πτυχή του κεφαλαίου, ανίκανη να μεταβάλει την κατάστασή της, και εγκατέλειψε συνολικά τον μαρξισμό.
Η κριτική που κάνουν οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης στην απασχόληση όλων σε κοινωνικά χρήσιμες εργασίες κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου φαίνεται ότι βασίζεται στην σύγχυση της κοινωνικά χρήσιμης εργασίας με την μισθωτή εργασία. Κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τα μέσα παραγωγής περνούν στην ιδιοκτησία της κοινωνίας και τα προϊόντα τους, ως εκ τούτου, γίνονται κοινωνικά προϊόντα. Η εργασία χάνει τον καταναγκαστικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε μια ελεύθερη δραστηριότητα. Ο εργαζόμενος δεν αποξενώνεται πλέον από την εργασία του και το προϊόν της. Η ένταξη όλων των παραγωγικά ενεργών ατόμων σε κάποια ωφέλιμη εργασία αποτελεί ένα βήμα προς την ένταξη όλων των μελών της κοινωνίας σε μια ανθρώπινη κοινότητα. Η απόρριψη της εργασίας αυτής καθαυτήν –για την οποία κάνουν συχνά λόγο οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης- θα υπονομεύσει κάθε προσπάθεια για την οικοδόμηση μια νέας κοινωνία. Όπως σημειώνει ο Μαρξ, η εργασία είναι απαραίτητη σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό:
«Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος οφείλει να παλαίβει με τη φύση για να ικανοποιεί τις ανάγκες του, για να συντηρεί και να αναπαράγει τη ζωή του, το ίδιο οφείλει να κάνει και ο πολιτισμένος άνθρωπος, και οφείλει να το κάνει αυτό σε όλες τις κοινωνικές μορφές και τις στις συνθήκες οποιουδήποτε τρόπου παραγωγής».
Το θέμα είναι η εργασία να πάρει την μορφή μιας κοινωνικής δραστηριότητας με την οποία οι άντρες και οι γυναίκες θα μπορούν να εκφράσουν τις δεξιότητές τους, έτσι ώστε η εργασία να γίνει μια ανθρώπινη ανάγκη αντί να είναι ένας αλλοτριωμένος μόχθος.
Το αίτημα των υποστηρικτών της κομμουνιστικοποίησης περί άμεσης κοινωνικοποίησης δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του το γεγονός ότι η νέα κοινωνία θα γεννηθεί από τα σπλάχνα του καπιταλισμού και θα εξακολουθεί να διατηρεί πολλά από τα ελαττώματα της αστικής κοινωνίας. Δεν φαίνεται να τους απασχολεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η νέα κοινωνία θα προέλθει από επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο. Σε μερικές δημοσιεύσεις τους δίδεται η εντύπωση ότι η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επανάσταση. Ο Μπρούνο Ασταριάν, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, κάνει λόγο για τοπικές πρωτοβουλίες για την κατάσχεση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την δωρεάν διανομής της και στην συνέχεια την επανέναρξη της παραγωγής και της δωρεάν διανομής. Τέτοια πράγματα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μονάχα μετά την καταστροφή της αστικής κρατικής εξουσίας, αλλά δεν μπορούν από μόνα τους να την καταστρέψουν.
Μετά την επανάσταση θα εξακολουθούν να υπάρχουν απομεινάρια των τάξεων που θα παλέψουν για να ανακτήσουν τα χαμένα τους προνόμια. Η περιγραφή της «κατώτερης φάσης του κομμουνισμού» από τον Μαρξ, η οποία λαμβάνει υπ’ όψιν αυτό το γεγονός, εξακολουθεί να μας φαίνεται σωστή. Πολλά κομμουνιστικά μέτρα θα τεθούν σε εφαρμογή σχετικά γρήγορα στο «κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού». Για παράδειγμα, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, η κατάργηση του χρήματος, η καθιέρωση των πιστοποιητικών χρόνου εργασίας, η δωρεάν παροχή υπηρεσιών, οι δωρεάν μετακινήσεις, η μείωση της εργάσιμης ημέρας κτλ. Αυτά τα μέτρα μοιάζουν με ορισμένα από αυτά που υποστηρίζουν και οι θιασώτες της κομμουνιστικοποίηση, αλλά δεν περιλαμβάνουν, φυσικά, την κατάργηση του κράτους. Η πολιτική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου, θα είναι η εξουσία των εργατικών συμβουλίων. Η εξουσία αυτή θα επιβάλλει μεταβατικά μέτρα, όπως η κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και η διανομή του κοινωνικού προϊόντος στους ίδιους τους παραγωγούς, και θα διαλύσει τα υπολείμματα των τάξεων εντός της ανθρωπότητας εν γένει. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να γίνει εν μία νυκτί! Μόνο όταν οι τάξεις δεν θα υπάρχουν πια, δεν θα υπάρχει και η ανάγκη ύπαρξης πολιτικής εξουσίας και τότε «το κράτος θα απονεκρωθεί».

Συμπέρασμα

Τα θεωρητικά συμπεράσματα του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με την αναγκαιότητα μιας μεταβατικής περιόδου παραμένουν ορθά παρά τα 140 χρόνια εξέλιξης του καπιταλισμού, που έχουν περάσει από τότε που γράφτηκε η «Κριτική του προγράμματος της Γκότα». Σήμερα η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει στην μείωση του βιομηχανικού προλεταριάτου ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού στις παλαιές καπιταλιστικές χώρες, ωστόσο στις περιφερειακές χώρες συνέβη το αντίθετο. Συνολικά το βάρος του προλεταριάτου έχει αυξηθεί.
Η εργατική τάξη παραμένει το επαναστατικό υποκείμενο της αλλαγής της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Η απογοήτευση που προέρχεται από το γεγονός ότι η εργατική τάξη απέτυχε να κάνει την επανάσταση από το 1871 έως το 1968 δεν σημαίνει ότι έχει αφομοιωθεί από τον καπιταλισμό, όπως υπονοεί η θεωρία περί «πραγματικής υπαγωγής». Η εργατική τάξη παραμένει η μόνη τάξη που είναι σε θέση να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να δημιουργήσει έναν κομμουνιστικό κόσμο και αυτή η τάξη δεν μπορεί να ενταχθεί στο σύστημα, δεδομένου ότι βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με το κεφάλαιο.
Όπως επισημάναμε εξ αρχής, πολλές από τις αντιρρήσεις που προβάλλονται στην μεταβατική περίοδο εξακολουθούν να οφείλονται στην απόρριψη του κρατικού καπιταλισμού ως μεταβατικό τρόπο παραγωγής, αλλά επίσης, μαζί με αυτόν και την απόρριψη του ρόλου ενός αυτόνομου πολιτικού κόμματος της εργατικής πρωτοπορίας. Αμφότερα θεωρούνται ως «λενινισμός». Το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, όμως, έχει ένα σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει τόσο στην διαδικασία της ανάπτυξης της επαναστατικής συνείδησης όσο και κατά την διάρκεια της ίδιας της περιόδου της επανάστασης.

CP

Τίτλος πρωτοτύπου: The Period of Transition and its Dissenters
Πηγή: http://www.leftcom.org

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: