ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ

γαρυφαλαΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Εφέτος συμπληρώνονται 71 χρόνια από την εκτέλεση των 200 πολιτικών κρατουμένων της Αριστεράς από τις γερμανικές αρχές Κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944.

Το γεγονός αυτό που σημάδεψε την τελευταία περίοδο της Κατοχής αναφέρεται συνήθως ως «εκτέλεση των 200 πατριωτών». Πράγματι, η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτύρων ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ που πέθαναν φωνάζοντας «Ζήτω η Ελλάδα» και τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει για το υψηλό ηθικό του παράστημα ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο οποίος ως εκτελών χρέη διερμηνέα μπορούσε να εξαιρεθεί από τον κατάλογο των μελλοθανάτων, αλλά προτίμησε τον θάνατο για μην εκτελεσθεί στην θέση του κάποιος άλλος συναγωνιστής του.

Ωστόσο, μεταξύ των 200 μαρτύρων υπήρξαν και 11 διεθνιστές, τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, που δεν έπεσαν για την πατρίδα αλλά για την Παγκόσμια Σοσιαλιστική Επανάσταση τραγουδώντας την «Διεθνή». Τα ονόματά τους, όπως αναφέρονται στην σχετική βιβλιογραφία, είναι τα εξής:

Τροτσκιστές: Γιώργος Κοβάνης, Γιώργος Κρόκκος, Ηρακλής Μήτσης, Δημήτρης Πανταζής, Χρήστος Σούλας, Βασίλης Τζαματζάς.

Αρχειομαρξιστές: Πέτρος Ανδρώνης, Δημήτρης Γιαννακουρέας, Παπαδημητρόπουλος, Ανρύ Περαχιά, Χαζηχρήστος.

Αιωνία η μνήμη των επαναστατών διεθνιστών, που μαζί με εκατοντάδες συντρόφους τους κατά την διάρκεια του β’ παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου πέθαναν στις επάλξεις του αγώνα για την κομμουνιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Οι μάρτυρες του προλεταριακού διεθνισμού θα μείνουν αξέχαστοι στην μνήμη των σημερινών σκυταλοδρόμων του αγώνα για μια κοινωνία χωρίς τάξεις.

Για πολλά χρόνια μετά την πτώση της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στις ετήσιες επετειακές εκδηλώσεις που οργάνωνε ο Δήμος Καισαριανής η σταλινική μισαλλοδοξία δεν επέτρεπε την δημόσια εκφώνηση των ονομάτων τους.

Οι περισσότεροι από τους 200 εκτελεσθέντες ήταν πολιτικοί κρατούμενοι της μεταξικής Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και κυρίως φυλακισμένοι του Στρατοπέδου Συγκεντρώσεως Ακροναυπλίας, που παραδόθηκαν στις δυνάμεις Κατοχής και τελικά τουφεκίστηκαν ως αντίποινα για μια ενέργεια του ΕΛΑΣ στην Λακωνία.

Κατά την διάρκεια της κατάρρευσης του Μετώπου και της προέλασης του γερμανικού στρατού στην πρωτεύουσα η ελληνική κυβέρνηση, καθώς έφευγε τον Απρίλιο του 1941 για την Κρήτη, άφησε τους πολιτικούς κρατούμενους του μεταξικού καθεστώτος στις φυλακές, ενώ θα μπορούσε να είχε διατάξει την άμεση απελευθέρωσή τους. Συγκεκριμένα, το Ναύπλιο ήταν ένας από τους λιμένες από τους οποίους αποχωρούσαν άρον-άρον οι άνδρες του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος ο οποίος βομβαρδιζόταν καθημερινά από γερμανικά αεροπλάνα.

Όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούσαν ιδεώδεις συνθήκες για την ομαδική απόδραση των κρατουμένων Ακροναυπλιωτών καθώς κατ’ ουσίαν επιτήρηση δεν υπήρχε, αφού η φρουρά των φυλακών ήταν διαλυμένη και οι εναπομείναντες χωροφύλακες δεν είχαν ούτε την δύναμη ούτε την διάθεση να αντιδράσουν.

Οι φυλακισμένοι αναρωτιόντουσαν εύλογα γιατί δεν λαμβάνεται μια απόφαση ομαδικής φυγής, αφού κινδύνευαν είτε να γίνουν πολτός από τους βομβαρδισμούς ή από ώρα σε ώρα να τους αναλάβουν οι Γερμανοί. Σε Γενική Συνέλευση των περίπου 600 κρατουμένων ο Παντελής Πουλιόπουλος εκ μέρους των τροτσκιστών πρότεινε να αποδράσουν ομαδικά προτού να είναι αργά.

Η πρόταση όμως απορρίφθηκε από την ηγεσία των σταλινικών (Ιωαννίδης, Θέος, Μπαρτζιώτας κ.ά.) που χαρακτήρισαν την πρόταση ως προβοκάτσια, συστήνοντας στους φυλακισμένους υπομονή και αναφέροντας ότι ο Διοικητής του Στρατοπέδου τους έδωσε τον λόγο της τιμής του ως Έλληνας αξιωματικός ότι θα απελευθέρωνε τους κρατουμένους μόλις θα έφευγαν οι Βρετανοί από το Ναύπλιο.

Θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι την περίοδο εκείνη εξακολουθούσε ακόμη η προσέγγιση και οι σχέσεις φιλίας και συνεργασίας μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και σταλινικής Ρωσίας, η οποία είχε επισφραγισθεί με το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ περί «αμοιβαίας φιλίας και συνεργασίας» και προέβλεπε τον διαμελισμό της Πολωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Το σύμφωνο αυτό είχε τύχει της πλήρους αποδοχής του ΚΚΕ. Έτσι, πιθανότητα η σταλινική ηγεσία της Ακροναυπλίας έτρεφε αυταπάτες για τον ρόλο της ναζιστικής Γερμανίας και εν όψει της επερχόμενης κατοχής της Ελλάδας δεν ήταν διατεθειμένη να προβεί σε ενέργειες που θα χαλούσαν τις σχέσεις της Μόσχας.

Το αποτέλεσμα ήταν η τελική παράδοση των κρατουμένων στις αρχές Κατοχής, οι οποίες τους προώθησαν σε διάφορες φυλακές και να βρουν οι περισσότεροι από αυτούς τον θάνατο. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι σταλινικοί ηγέτες της κολεκτίβας του Στρατοπέδου της Ακροναυπλίας (Ιωναννίδης, Μπαρτζιώτας, Κολιγιάννης, Παπαρρήγας, Γκρόζος, Τσίπας κ.ά.), οι οποίοι αργότερα είχαν τα μέσα για να δραπετεύσουν αφήνοντας τους υπόλοιπους στην τύχη τους.

Σε αυτούς τους πολιτικούς κρατουμένους που γνώρισαν τον θάνατο ανήκουν και οι 106 εκτελεσθέντες στο Κούρνοβο τον Ιούνιο του 1943 (στους οποίους περιλαμβάνεται ο Πουλιόπουλος και πέντε διεθνιστές σύντροφοί του) και οι 200 της Καισαριανής.

Οι τελευταίοι εκτελέστηκαν ως αποτέλεσμα ενός κραυγαλέου στρατιωτικού τυχοδιωκτισμού του ΕΛΑΣ. Συγκεκριμένα, στις 27 Απριλίου διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στους Μολάους Λακωνίας επιτέθηκε κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Ορεινών, υποστράτηγου Φραντς Κρεχ, σκοτώνοντας τον ίδιο και τρία μέλη της συνοδείας του –ενέργεια δίχως καμία στρατιωτική σημασία- για τον οποίον η αμερικανική αντικατασκοπεία σε συνεργασία με το ΕΑΜ υποστήριξε ότι εκτελέστηκε από την Γκεστάπο. Στις 30 Απριλίου η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση ανακοινώνει τον τυφεκισμό 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά και όλων των ανδρών που θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα έξω από τα χωριά επί της οδού Μολαίοι προς Σπάρτη («Καθημερινή», 30/4/1944).

Αυτή η ανούσια από μαχητικής απόψεως ενέργεια, που είχε ως σύνηθες αποτέλεσμα τα άγρια αντίποινα εναντίον αμάχων, εντάσσεται οργανικά στην δραστηριότητα της εθνικής αντίστασης για την οποία ο παλαίμαχος διεθνιστής Άγις Στίνας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όλη η πολιτική και η πολεμική δραστηριότητα του ΕΑΜ εναντίον των αρχών κατοχής δεν είχε άλλο λογικό σκοπό απ’ αυτόν: να εμποδίσει την οικειότητα, τη φιλική επαφή, την ανθρώπινη σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και στους ιταλούς και γερμανούς στρατιώτες. Να πνίξει στην γέννησή του κάθε τι που θα μπορούσε να αφυπνίσει την ανθρώπινη ή την ταξική συνείδηση των σφαζομένων μεταξύ τους για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών τους μαζών» (Α. Στίνας, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ», σ. 48, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984).

Παρ’ ότι εμείς δεν ανήκουμε στον τροτσκιστικό χώρο, είναι φανερό ότι η διεθνιστική παράδοση στην Ελλάδα βρίσκεται στο τροτσκιστικό κίνημα εκείνης της φοβερής εποχής, κατά την διάρκεια του οποίοι οι τροτσκιστές, παρά τις αδυναμίες τους, κράτησαν ψηλά την σημαία του προλεταριακού διεθνισμού κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, μέσα στις οποίες δοκιμάζεται η ακεραιότητα των οργανώσεων και οι ψυχές των αγωνιστών. Κατά την έναρξη του β΄ παγκοσμίου πολέμου οι τροτσκιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα υπεράσπισαν τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, απέρριψαν τον μύθο του «αντιφασιστικού» πολέμου και υποστήριξαν ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και διεξάγεται για την βίαιη αναδιανομή των αγορών μεταξύ των αντιμαχόμενων στρατιωτικών μπλοκ, προβάλλοντας ως διέξοδο από την αλληλοσφαγή των λαών για τα απανταχού συμφέροντα του κεφαλαίου την σοσιαλιστική επανάσταση.

Τις ίδιες θέσεις υποστήριξαν κατά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου αποκρούοντας την γραμμή της «υπεράσπισης της πατρίδας», που υποστήριξε το σταλινικό ΚΚΕ (οι διεθνιστές της Ακροναυπλίας ήταν οι μόνοι που δεν έκαναν αίτηση να επιστρατευθούν στο Μέτωπο, όπως τα μέλη του ΚΚΕ). Την ίδια στάση κράτησαν επίσης καθ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, αρνούμενοι να υποστηρίξουν το ΕΑΜ, το οποίο κατήγγελλαν ως εθνικιστική οργάνωση ταξικής συνεργασίας και εγχώριο βραχίονα του συμμαχικού ιμπεριαλισμού. Μάλιστα, αυτή η διεθνιστική αντιεαμική παράδοση είναι η παράδοση που ο ίδιος μεταπολεμικός εκφυλισμένος τροτσκισμός κατά μέγα μέρος σήμερα απορρίπτει.

Έτσι, η ξεχωριστή απότιση φόρου τιμής στους εκτελεσμένους διεθνιστές της Καισαριανής δεν είναι καρπός ενός παραταξιακού σεκταρισμού, αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί οι αγωνιστές πέθαναν για εντελώς διαφορετικούς πολιτικούς λόγους από την μεγάλη πλειοψηφία των εκτελεσθέντων, την μνήμη των οποίων ασφαλώς σεβόμαστε απόλυτα ανεξαρτήτως των πατριωτικών τους αντιλήψεων. Ωστόσο, οι τελευταίοι δεν έπεσαν για την πατρίδα αλλά για την ανθρωπότητα.

Αιώνια τιμή και δόξα στους μάρτυρες του προλεταριακού διεθνισμού

Δημοσιεύθηκε στο «Σάλπισμα» Νο. 3, Φυλλάδιο των Συντρόφων Διεθνιστών, Άνοιξη 2015.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: