ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Συμπληρωματική σημείωση
σχετικά με την δομή της επιχειρηματολογίας της

To πλήρες κείμενο μαζί με τις υποσημειώσεις του μπορεί να το δει κανείς στην μορφή PDF

Η παρακάτω σημείωση αποτελεί παράρτημα του κειμένου «Η περίοδος μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό και οι επικριτές της», που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο. 4 του περιοδικού Revolutionary Perspectives. [Δημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο τρίτο τεύχος του περιοδικού μας και αναδημοσιεύτηκε στο blog μας στις 11/4/2015.] Είναι μια προσπάθεια να αναλυθεί η δομή των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης. Στο παραπάνω άρθρο αναφερθήκαμε συνοπτικά στην θεωρία τους για το τέλος του κομμουνισμού ως πολιτικού προγράμματος και στις απόψεις τους σύμφωνα με τις οποίες στο σημερινό στάδιο του καπιταλισμού η εργατική τάξη δεν μπορεί να αγωνιστεί για την υπεράσπιση των συμφερόντων της. Οι θέσεις αυτές τους οδηγούν στο να θεωρούν ουτοπικές τις προσπάθειες για την συγκρότηση του κόμματος της εργατικής τάξης ή για την δημιουργία εργατικών συμβουλίων, αφού κατά την άποψή τους δεν στηρίζονται στην κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι απορρίπτουν τον «αριστερό κομμουνισμό» ως αταβιστικό και παρωχημένο. Παρακάτω θα εξετάσουμε που οδηγούν λογικά αυτά τα συμπεράσματα.

Προκείμενες και συμπεράσματα

Το επιχείρημα των υποστηρικτών της κομμουνιστικοποίησης φαίνεται να στηρίζεται στις τρεις παρακάτω προκείμενες:
1) Η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο έχει μετατραπεί από τυπική σε πραγματική. Παρά τις διαφορές στο εσωτερικό της σχετικά με το πότε πραγματοποιήθηκε αυτή η μετάβαση, ολόκληρη η τάση της κομμουνιστικοποίησης συμφωνεί ότι σήμερα ζούμε στην εποχή της πραγματικής υπαγωγής.
2) Συνεπεία αυτής της διαπίστωσης η παραγωγική εργατική τάξη, δηλαδή εκείνο το τμήμα της εργατικής τάξης που παράγει υπεραξία, χάνει όλο και περισσότερο την ουσιαστική σημασία που είχε στο παρελθόν ή έχει χάσει πια εντελώς την σημασία του στην σχέση εργασίας-κεφαλαίου. Η πραγματική υπαγωγή, η οποία χαρακτηρίζεται από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας, οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην αποβολή των εργατών από την εργασιακή διαδικασία. Τούτο οδηγεί στην δημιουργία ενός σχετικά πλεονάζοντος εφεδρικού στρατού εργασίας που συντηρείται από τον καπιταλισμό αντί να χρησιμοποιείται για την αξιοποίηση και την διεύρυνση του κεφαλαίου.
3) Αποτέλεσμα του παραπάνω είναι ότι η εργατική τάξη εν συνόλω καθίσταται όλο και λιγότερο ικανή να αναπαραχθεί ως τάξη. Αυτό το γεγονός οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης το διαπιστώνουν τόσο στις μητροπολιτικές όσο και σε περιφερειακές χώρες.

Από τις παραπάνω τρεις προκείμενες έπεται ότι:
1) Η εργατική τάξη δεν μπορεί πλέον να προβάλλει ως κοινωνικό εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων εξαιτίας της αποδυνάμωσης της θέσεώς της, όπως υποδηλώνει η δεύτερη προκείμενη. Δεν μπορεί επομένως να αγωνιστεί για τα συμφέροντά της εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.
2) Επομένως, ο αγώνας για την εφαρμογή ενός προγράμματος πάλης υπέρ αυτών των συμφερόντων μέσα στον καπιταλισμό και με τελική κατάληξη της κατάκτηση της εξουσίας είναι πια εντελώς ξεπερασμένος. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί το τέλος του κομμουνισμού ως πολιτικού προγράμματος. Τόσο τα προγράμματα μεταρρυθμίσεων υπέρ της εργατικής τάξης όσο και τα προγράμματα κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη και χρησιμοποίησής της για μια μεταβατική περίοδο έως την πραγματοποίηση του κομμουνισμού έχουν καταστεί ουτοπικά, καθώς τα προγράμματα αυτά στερούνται πλέον αντικειμενικής βάσεως. Η βάση αυτή δεν υπάρχει πια λόγω του μειωμένου βάρους της παραγωγικής εργατικής τάξης. Ως απόρροια αυτού του γεγονότος η συγκρότηση επαναστατικού κόμματος και η δημιουργία εργατικών συμβουλίων είναι σήμερα μια πολιτική ουτοπική και ξεπερασμένη.
3) Η μετάβαση του καπιταλισμού στην περίοδο της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο καθιστά εφικτό μονάχα τον αγώνα για την κατάργηση της εργατικής τάξης ως τάξης, δηλ. τον επαναστατικό αγώνα για την κατάργηση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και την άμεση πραγματοποίηση του κομμουνισμού. Τούτο καλείται κομμουνιστικοποίηση. Οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται ότι στην σημερινή περίοδο του καπιταλισμού, όπως διατυπώθηκε και στις παραπάνω προκείμενες, ο αγώνας για τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου δεν μπορεί να υπερβεί τον καπιταλισμό. Η κομμουνιστικοποίηση είναι, επομένως, ο μοναδικός αγώνας που είναι εφικτός στον σημερινό κόσμο για την υπέρβαση του καπιταλισμού.

Εξέταση των συμπερασμάτων

Το πρόβλημα είναι πώς μπορεί μια τάξη που υφίσταται εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων να δράσει για την ανατροπή των σχέσεων αυτών όταν οι σχέσεις αυτές αποτελούν την ίδια την βάση της ύπαρξής της. Οι τάξεις μπορούν να αγωνίζονται μονάχα μέσα στις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται. Μολαταύτα, ο αγώνας για την υπεράσπιση των υλικών συμφερόντων του προλεταριάτου μπορεί να μετατραπεί σε επαναστατικό αγώνα όταν καθίσταται φανερό ότι αυτά τα συμφέροντα δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός των υφιστάμενων παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Ο στόχος του «αριστερού κομμουνισμού» είναι, στο κάτω-κάτω, η μετατροπή των αγώνων για τα άμεσα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου σε αγώνα για την ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Η επαναστατική συνείδηση, που είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση αυτού του μετασχηματισμού, θα είναι αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου απεγνωσμένων και τελικά ανεπιτυχών αγώνων για την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αυτό είναι σίγουρα το νόημα της 3ης Θέσης του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ , που παραθέσαμε στο σχετικό μας άρθρο.
Οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης θεωρούν ότι οι αγώνες για μισθούς, συνθήκες εργασίας και παροχές δεν αποτελούν πια τον κατεξοχήν χώρο αντιπαράθεσης μεταξύ εργατικής τάξης και κεφαλαίου. Ο αγώνας αυτός έχει σήμερα καταστεί παρωχημένος και μάταιος εξαιτίας της πλήρους κυριαρχίας του κεφαλαίου στις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις. Το γεγονός αυτό καθιστά σήμερα ως μόνο εφικτό αγώνα τον αγώνα της εργατικής τάξης για την αυτοκατάργησή της ως τάξη και για την άμεση εγκαθίδρυση κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Θεωρούν ως εκδήλωση αυτού του αγώνα γεγονότα όπως απεργίες κατά την διάρκεια των οποίων καταστρέφονται τα μέσα παραγωγής, όπως στο Μπαγκλαντές , τον αγώνα για την διεκδίκηση αποζημιώσεων απόλυσης ως αγώνα που ισοδυναμεί με την απόρριψη της μισθωτής εργασίας, τις εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια κτλ.
Έτσι, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο επαναστατικός αγώνας του μέλλοντος θα είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον του παρελθόντος. Το περιοδικό Endnotes αναφέρει χαρακτηριστικά ότι:
«Δεν έχουμε να διδαχθούμε τίποτα από τις αποτυχίες των επαναστάσεων του παρελθόντος».
Και επιπλέον αναφέρει ότι:
«Η εργατική τάξη δεν πρέπει πια να είναι περήφανη γι’ αυτό που είναι».
Εν τούτοις, οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης παραδέχονται ότι η εργατική τάξη δεν έχει καμία θέση μέσα στην κοινωνία εκτός από την ταξική της σχέση με το κεφάλαιο. Πώς μπορούμε να επιλύσουμε αυτήν την αντίφαση; Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να πηδήξει πάνω από την σκιά του.
Η εργατική τάξη μπορεί να ανατρέψει την σχέση κεφαλαίου-εργασίας μόνο κατά την διάρκεια μιας επαναστατικής περιόδου. Μόνο όταν αυτή η σχέση αμφισβητηθεί στην πράξη μπορεί το πρόταγμα αυτής της ανατροπής να τεθεί και να δημιουργηθεί η αναγκαία συνείδηση για μια τέτοια επαναστατική αλλαγή.
Επομένως, πώς θα φθάσουμε από το σημείο που τώρα βρισκόμαστε σε μια επαναστατική κατάσταση; Ασφαλώς μόνο με αγώνες για την πραγματοποίηση αντικειμενικών στόχων εντός του καπιταλισμού, και αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη υπερασπίζεται την θέση της εντός αυτού, πράγμα που δεν είναι διαφορετικό από την ανάδειξή της ως κοινωνικό υποκείμενο. Τέτοιοι αγώνες πρέπει να συνεχιστούν έως την ανατροπή του συστήματος. Σε αυτό το στάδιο το επαναστατικό πρόγραμμα είναι απαραίτητο. Κατά συνέπεια, είναι λάθος να υποστηρίζει κανείς την αντίληψη περί του τέλους του κομμουνισμού ως πολιτικού προγράμματος.
Ως εκ τούτου, το βασικό συμπέρασμα των τριών προκείμενων είναι λανθασμένο.
Πρέπει, επομένως, να εξετάσουμε τις προκείμενες από τις οποίες απορρέει αυτό το συμπέρασμα. Είναι όντως η ουσία του ζητήματος η μετάβαση από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης;

Εξέταση των προκείμενων

Όταν ο Μαρξ ομιλεί στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» περί τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο αναφέρεται στην πρώιμη περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού.
«Η τάξη των μισθωτών εργατών που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτελούσε τότε και στον επόμενο αιώνα μονάχα ένα πολύ μικρό κομμάτι του λαού, που η θέση του προστατευόταν πολύ από το αυτοτελές αγροτικό νοικοκυριό στο χωριό και από τη συντεχνιακή οργάνωση της πόλης. Και στο χωριό και στην πόλη το αφεντικό και ο εργάτης βρίσκονταν από κοινωνική άποψη ο ένας κοντά στον άλλο. Η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο ήταν μονάχα τυπική, δηλ. ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής δεν είχε ακόμα ειδικά κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα. Το μεταβλητό στοιχείο του κεφαλαίου ξεπερνούσε πολύ το σταθερό μέρος του κεφαλαίου. Γιαυτό η ζήτηση μισθωτής εργασίας αύξανε γρήγορα κάθε φορά που αύξανε η συσσώρευση, ενώ η προσφορά μισθωτής εργασίας ακολουθούσε μόνον αργά. Μεγάλο μέρος του εθνικού προϊόντος, που αργότερα μετατράπηκε σε κοντύλι συσσώρευσης του κεφαλαίου, πήγαινε ακόμα τότε στο κοντύλι κατανάλωσης του εργάτη».
Στα «Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής» ο Μαρξ είναι σαφέστερος ως προς το τι σημαίνει υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο εν γένει και τι συγκεκριμένα σημαίνει τυπική υπαγωγή. Η εργασιακή διαδικασία είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με την φύση, δια της οποίας η ανθρωπότητα παράγει ό,τι χρειάζεται για να ζήσει (δηλ. είναι μια διαδικασία που παράγει τα μέσα διαβίωσης, μια υλική διαδικασία). Αυτή η διαδικασία μπορεί να προσλάβει την μορφή ποικίλων κοινωνικών σχέσεων: πρωτόγονος κομμουνισμός, δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαλισμός, καπιταλισμός, κομμουνισμός. Ο καπιταλισμός, ήδη από τα αρχικά στάδια ανάπτυξής του, ανέλαβε υπό τον έλεγχό του την γεωργία, την συντεχνιακή χειροτεχνία και βιοτεχνία κτλ. Ο αγρότης έγινε μισθωτός εργάτης σε φάρμα και ο ιδιοκτήτης φάρμας έγινε αγροτικός καπιταλιστής και εκμεταλλεύεται την εργασία των αγρεργατών, ο αρχιμάστορας έγινε καπιταλιστής στον χώρο της μανιφακτούρας και εκμεταλλεύεται την εργασία των τεχνιτών, ο δουλοκτήτης έγινε καπιταλιστής που εκμεταλλεύεται την εργασία των απελεύθερων δούλων που έγιναν εργάτες. Όμως δεν άλλαξε η διαδικασία παραγωγής. Αυτό που άλλαξε ήταν η κοινωνική σχέση. Αυτή είναι η τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.
«Παρ’ όλα αυτά με αυτή την κάποια change (αλλαγή) σίγουρα δεν έχει επισυμβεί ήδη από την αρχή μία ουσιαστική αλλαγή στον πραγματικό τρόπο του προτσές εργασίας, του πραγματικού προτσές παραγωγής. Αντίθετα, έγκειται στη φύση του πράγματος, το ότι εκεί επισυμβαίνει η υπαγωγή του προτσές εργασίας στο κεφάλαιο –στη βάση ενός υπάρχοντος προτσές εργασίας που δημιουργήθηκε πριν απ’ αυτή τη δική του υπαγωγή στο κεφάλαιο, που διαμορφώθηκε στη βάση παλιότερα διαφορετικών προτσές παραγωγής και άλλων όρων παραγωγής- το κεφάλαιο υπαγάγει στον εαυτό του ένα δοσμένο, υπαρκτό προτσές εργασίας, άρα π.χ. εργασία χειροτεχνικού είδους, εκείνο τον τρόπο γεωργίας που αντιστοιχεί στη μικρή ανεξάρτητη γεωργική οικονομία».
Αρχικά οι αλλαγές που πραγματοποιούνται σχετίζονται με την κλίμακα της παραγωγής, με τον αριθμό των εργατών, την έκταση του χώρου εργασίας, την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Η τυπική υπαγωγή χαρακτηρίζεται από την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας. Όμως, υπό καθεστώς πραγματικής υπαγωγής το κεφάλαιο μετασχηματίζει ίδια την φύση και τους όρους της εργασιακής διαδικασίας. Η παραγωγικότητα αυξάνεται διαμέσου της χρησιμοποίησης μηχανών, της αποδοτικότερης οργάνωσης της εργασίας κτλ.
«Η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο αναπτύσσεται σε όλες εκείνες τις μορφές, που αναπτύσσουν τη σχετική υπεραξία σε αντιδιαστολή προς την απόλυτη».
Από τα αποσπάσματα αυτά καταφαίνεται ότι με τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ αντιλαμβάνεται την τυπική υπαγωγή αυτή είχε πραγματοποιηθεί στο απώτερο παρελθόν, και οπωσδήποτε είχε ήδη ολοκληρωθεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Στην κριτική της πολιτικής οικονομίας που πραγματοποιεί ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» θεωρείται δεδομένο ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη μεταβεί σε καθεστώς πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Εάν αυτή είναι η έννοια που αποδίδει στον όρο ο Μαρξ, τότε είναι φανερό ότι η μετάβαση από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή δεν πραγματοποιήθηκε το 1900, το 1945, το 1975 ή το 1995, για να παραθέσουμε τις διάφορες χρονολογίες στις οποίες αναφέρονται οι θιασώτες της κομμουνιστικοποίησης. Επομένως, οι τελευταίοι χρησιμοποιούν τον όρο του Μαρξ προσδίδοντάς του μια εντελώς διαφορετική έννοια. Η σημασία της διάκρισης μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω ακόμη και στην σκέψη του ίδιου του Μαρξ. Γιατί τα «Αποτελέσματα της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας» απουσιάζουν από το τελικό κείμενο του «Κεφαλαίου», εάν η διάκριση αυτή αποτελούσε μια βασική έννοια για τον Μαρξ;
Οι κατηγορίες της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας, με τις οποίες συνδέονται αντίστοιχα η τυπική και η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, αποτελούν βασικές έννοιες στην ανάλυση του Μαρξ και αναπτύσσονται στο «Κεφάλαιο». Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να ισχύσει το αντίθετο για την τυπική υπαγωγή. Απόσπαση απόλυτης υπεραξίας δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η εργασία έχει υπαχθεί τυπικά στο κεφάλαιο. Σήμερα η απόσπαση τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής υπεραξίας εις βάρος του προλεταριάτου πραγματοποιείται συνεχώς σε ολόκληρο τον κόσμο και δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υφίσταται τυπική υπαγωγή κάποιας προκαπιταλιστικής εργασιακής διαδικασίας.
Επιπλέον, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η ένταξη τμημάτων των αγροτών και της μικροαστικής τάξης στο προλεταριάτο δεν αποτελεί διαδικασία που εντάσσεται στην τυπική υπαγωγή. Όταν τα στρώματα αυτά καταστρέφονται από την διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και από τον ανταγωνισμό, τα μέλη τους μετατρέπονται σε εργάτες σε έναν καπιταλισμό που χαρακτηρίζεται από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας, δηλαδή ενός καπιταλισμού όπου είναι πραγματική η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.
Οι διαφωνίες μεταξύ των υποστηρικτών της κομμουνιστικοποίησης σχετικά με την περιοδολόγηση της τυπικής και της πραγματικής υπαγωγής καταδεικνύει την δυσκολία τους να πραγματοποιήσουν αυτήν την διάκριση καθώς και την χρησιμοποίησή της κατά το δοκούν. Είναι αλήθεια ότι η δομή της παγκόσμιας οικονομίας μεταβάλλεται λόγω της μείωσης του σχετικού βάρους των αγροτών και της μικροαστικής τάξης. Τούτο είναι κάτι με το οποίο ο Μαρξ ασχολήθηκε εκτενώς στην ανάλυσή του για την λειτουργία της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Είναι επίσης ένα φαινόμενο με το οποίο ο μαρξισμός ασχολείται διαρκώς προσπαθώντας να αντιληφθεί τις πολιτικές του συνέπειες. Αποτελεί καίριο ζήτημα, παραδείγματος χάριν, όταν προσπαθεί κανείς να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ηττήθηκε η Παρισινή Κομμούνα ή για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Μια τέτοια ανάλυση αποτελεί μια πιο έγκυρη βάση για την περιοδολόγηση της εξέλιξης του καπιταλισμού από ότι η διάκριση μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής, αλλά δεν είναι αυτό το επιχείρημα που προβάλλουν οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης.
Επομένως, η πρώτη προκείμενη, όπως αυτή διατυπώθηκε παραπάνω, αποδεικνύεται λανθασμένη. Η υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας δεν υπέστη ουσιαστική μεταβολή από το 1900.
Η δεύτερη προκείμενη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική θεωρία. Εάν δε πράγματι ισχύει, τότε δεν υπάρχει καμία ελπίδα για επανάσταση. Η παραγωγή υπεραξίας θα διατηρεί την κεντρική της σημασία για την επιβίωση του καπιταλισμού για όσο διάστημα αυτός θα υπάρχει. Η αποβολή μεγάλη αριθμού εργατών από την παραγωγή και την αγορά εργασίας, η συνεπακόλουθη μείωση της υπεραξίας και η μη-αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι η μοναδική διαδικασία που μπορεί να συγκλονίσει τα θεμέλια του συστήματος και να επιφέρει την ανατροπή του.
Το να θεωρεί κανείς ότι η παραγωγική εργατική τάξη χάνει όλο και περισσότερο την σημασία της ή δεν έχει πια καμιά σημασία στον αγώνα κατά του κεφαλαίου είναι μια αντίληψη εντελώς εσφαλμένη. Η σημασία της παραμένει κεντρική σε αυτόν τον αγώνα και άλλα στρώματα της εργατικής τάξης, όπως οι άνεργοι ή το λούμπεν προλεταριάτο, θα στραφούν αναπόφευκτα στην παραγωγική εργατική τάξη αναζητώντας την καθοδήγησή της στον αγώνα κατά του κεφαλαίου. Εάν αυτό δεν συμβεί, τότε όλοι οι αγώνες θα αποτύχουν. Η θεωρία περί συνεχούς μείωσης της σημασίας της παραγωγικής εργατικής τάξης φαίνεται να οδηγεί στις θέσεις του Μαρκούζε και του Αντόρνο, που απέρριψαν την εργατική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο και αναζήτησαν άλλες επαναστατικές κοινωνικές δυνάμεις, όπως οι φοιτητές, οι μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι, το λούμπεν προλεταριάτο κτλ. ως νέο επαναστατικό υποκείμενο.
Η τρίτη προκείμενη είναι, εν τούτοις, σωστή. Προκύπτει από την αποβολή των παραγωγικών εργατών από την παραγωγική διαδικασία, η οποία, με την σειρά της, είναι αποτέλεσμα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τούτο το γεγονός δυσχεραίνει όλο και περισσότερο την αξιοποίηση του κεφαλαίου, καθώς η μείωση των παραγωγικών εργατών οδηγεί στην μείωση της συνολικής υπεραξίας που αποσπάται από την παγκόσμια εργατική τάξη, με αποτέλεσμα την μείωση του συνολικού μισθού που καταβάλλεται στους εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, η μείωση της διαθέσιμης υπεραξίας οδηγεί την αστική τάξη στην μείωση του κοινωνικού μισθού που χρησιμοποιείται για την συντήρηση των ανέργων και των συνταξιούχων παρέχοντας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τους ασθενείς και ένα σύνολο άλλων κοινωνικών προγραμμάτων. Η δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε έναν επαναστατικό αγώνα, αλλά η κεντρική κινητήρια δύναμη αυτού του αγώνα θα είναι η παραγωγική εργατική τάξη.

CP
Οκτώβριος 2014

Τίτλος πρωτοτύπου: Communisation, Supplementary note on the structure of the argument.
Πηγή: http://www.leftcom.org

Advertisements
This entry was posted in ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ and tagged , , . Bookmark the permalink.