ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ [Communism against Democracy]

KΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Το παρακάτω κείμενο είναι γραμμένο από τη Διεθνιστική Κομμουνιστική Ομάδα (ICG) και δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού μας «ΤΟ ΕΝΖΥΜΟ» (Άνοιξη 2015) στο αφιέρωμα με γενικό τίτλο «Ο κομμουνισμός ως ‘αληθινή δημοκρατία’». Στο αφιέρωμα αυτό φιλοδοξούμε να παρουσιάσουμε, στο μέτρο του δυνατού, ποικίλες γόνιμες τοποθετήσεις για το εν λόγω ζήτημα το οποίο, κατά την γνώμη μας, είναι ουσιαστικής σημασίας ως κατεξοχήν γνώρισμα του κομμουνιστικού απελευθερωτικού προτάγματος, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα που το αντιμετώπισε ο Μαρξ από την νεανική έως και την ώριμη περίοδο της πνευματικής του εξέλιξης. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα σχετικά κείμενα που δημοσιεύονται δεν απηχούν, εν μέρει ή εν συνόλω, υποχρεωτικά τις απόψεις της ομάδας μας. Απεναντίας, επιδίωξή μας είναι η δημοσίευση μιας ποικιλίας προσεγγίσεων και ερμηνειών, εφόσον αυτές συμβάλλουν γόνιμα στην διαπραγμάτευση του υπό διερεύνηση ζητήματος. Από μέρους μας, έχουμε ήδη τοποθετηθεί ρητά υπέρ μιας αντίληψης περί κομμουνισμού ως μια συλλογικά αυτοκυβερνώμενη κοινότητα κοινωνικοποιημένων ανθρώπων διαμέσου της υπέρβασης του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των ιδιωτών, στην οποία το γενικό συμφέρον θα είναι ταυτόχρονα και ιδιωτικό συμφέρον.

Επειδή το παρακάτω άρθρο είναι ιδιαίτερα εκτενές, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, θεωρήσαμε προτιμότερο να το δημοσιεύσουμε χωρίς τις υποσημειώσεις του. Ωστόσο, το πλήρες κείμενο μπορεί να το βρει κανείς στην μορφή PDF που παραθέτουμε.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ

Τις περισσότερες φορές εντός του ίδιου του κομμουνιστικού κινήματος προκατασκευασμένες ιδέες που κληρονομήθηκαν από την κυρίαρχη ιδεολογία εμποδίζουν την πλήρη κατανόηση του επαναστατικού προγράμματος. Σε πολλά ουσιώδη ζητήματα αυτή που προβάλλεται δεν είναι η κομμουνιστική αντίληψη, που έχει επιβεβαιωθεί από αναρίθμητες εργατικές εξεγέρσεις, αλλά απεναντίας η σοσιαλδημοκρατική και λασσαλική «παράδοση» (σε ριζοσπαστική ή μη ριζοσπαστική μορφή διαμέσου της λενινιστικής ορολογίας), δηλαδή, αυτό που η ίδια η αστική τάξη αντιλαμβάνεται για το επαναστατικό κίνημα. Οπότε, ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της δημοκρατίας όλοι οι δήθεν μαρξιστές υποστηρίζουν πλήρως τους μεγάλους μύθους της Γαλλικής Επανάστασης -αυτό το αρχέτυπο όλων των αστικών επαναστάσεων, με το τρίπτυχο Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα- θεωρώντας ότι η αστική τάξη πρόδωσε τα ίδια της τα ιδεώδη και έτσι αναθέτουν το καθήκον της πραγμάτωσής τους στο προλεταριάτο!

Φυσικά, οι αριστεριστές συνεχίζουν να αγωνίζονται για την πλήρη κατοχύρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, για την «τέλεια δημοκρατία». Για αυτούς τους ανόητους η δημοκρατία δεν είναι παρά μια μορφή διακυβέρνησης -στην πραγματικότητα η ιδανική μορφή διακυβέρνησης- η οποία όταν τελικά εφαρμοστεί πλήρως θα αποτελέσει την απαρχή μιας νέας Χρυσής Εποχής. Έτσι, αυτοί οι συκοφάντες πρέπει να εκδημοκρατίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα, την αστυνομία και κάθε κρατικό μηχανισμό· επιζητούν εν ολίγοις να εκδημοκρατίσουν την δημοκρατία. Η δημοκρατία παρουσιάζεται πάντοτε ως το προς επίτευξιν ιδεώδες και όλα μας τα δεινά και η καπιταλιστική καταπίεση θεωρούνται ως το αποτέλεσμα μιας κακής ή ανολοκλήρωτης εφαρμογής αυτής της ιεράς δημοκρατίας. Για τους ψευδομαρξιστές (από τους τροτσκιστές έως τους συμβουλιακούς ) η δημοκρατία είναι η καθαρή μορφή, το ιδεώδες που το κεφάλαιο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει, αλλά το οποίο το προλεταριάτο τελικά θα μπορούσε υπό την μυθική μορφή της «εργατικής δημοκρατίας». Έτσι, απλά αντιθέτουν στην αστική δημοκρατία (η οποία περιστέλλει και προδίδει το ιδεώδες) το ιδεώδες που πρέπει να πραγματωθεί: την εργατική δημοκρατία (τροτσκιστική και συμβουλιακή εκδοχή), την λαϊκή δημοκρατία (σταλινική εκδοχή) ή την άμεση δημοκρατία (ελευθεριακή εκδοχή). Εδώ έχουμε και πάλι αυτούς τους αιώνιους ρεφορμιστές του κόσμου οι οποίοι, έχοντας πρώτα προσδιορίσει τον θετικό πόλο του κεφαλαίου ως το προς επίτευξιν ιδεώδες -Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα- δεν βλέπουν στην σημερινή πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της λανθασμένης εφαρμογής αυτού του ιδεώδους από το κακό μεγάλο κεφάλαιο, που συνιστά τον αρνητικό του πόλο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι αυτό το περίφημο «δημοκρατικό ιδεώδες» είναι εντελώς ανυπόστατο ή, για να ακριβολογούμε, το δημοκρατικό ιδεώδες είναι απλώς η ιδανική εικόνα της πραγματικότητας της καπιταλιστικής δικτατορίας. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το μυστικό της επουράνιας οικογένειας βρίσκεται στην επίγεια οικογένεια , έτσι και η λύση της επουράνιας δημοκρατίας (το δημοκρατικό ιδεώδες) βρίσκεται στην επίγεια πραγματικότητα της εφαρμογής της, δηλαδή, στην επίγεια πραγματικότητα της παγκόσμιας δικτατορίας του κεφαλαίου.
Εν αντιθέσει με όλους αυτούς τους απολογητές του συστήματος (και πρωτίστως με τους υπέρμαχους μιας αναμορφωμένης μορφής του συστήματος) οι μαρξιστές επιλαμβάνονται της δημοκρατίας αντιμετωπίζοντάς την όχι ως μια μορφή διακυβέρνησης που εφαρμόζεται λιγότερο ή περισσότερο σωστά, αλλά ως ένα περιεχόμενο ή ως την πολιτική διαχείριση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έτσι η δημοκρατία (υπό οποιαδήποτε μορφή: κοινοβουλευτική, βοναπαρτιστική , κ.ο.κ) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διαχείριση του καπιταλισμού. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, η αστική τάξη έχει πραγματικά και οριστικά εγκαθιδρύσει την ελευθερία (να πωλεί κανείς την εργατική του δύναμη ειδάλλως… να πεθάνει), την αδελφότητα (μεταξύ εξατομικευμένων πολιτών) και την ισότητα (μεταξύ αγοραστών και πωλητών εμπορευμάτων). Η αστική τάξη έχει εκδημοκρατίσει πλήρως τον κόσμο, εφόσον στον δικό της κόσμο (τον κόσμο της κυκλοφορίας και ανταλλαγής εμπορευμάτων) πραγματώνεται η καθαρή δημοκρατία. Με τον κυνήγι του μύθου μιας «καλής» δημοκρατίας, όπως κάνουν όλοι οι δημοκράτες (ακόμα και οι «εργατικοί» δημοκράτες ) στην πραγματικότητα εξυπηρετείται η ενδυνάμωση, τόσο ως ιδέα όσο και δι’ αυτής η πραγματοποίησή της, της βέλτιστης «δυνατής» διαχείρισης του καπιταλισμού οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτός προσλαμβάνει -κοινοβουλευτική, «εργατική», φασιστική, μοναρχική κ.ο.κ- και η ενίσχυση του θεμελίου του συστήματος: της μισθωτής δουλείας. Όντως, όπως θα καταδείξουμε σε αυτό το κείμενο, η δημοκρατία δεν είναι απλώς μια (ή η «καλύτερη») από τις μορφές διαχείρισης του καπιταλισμού, αλλά είναι το θεμέλιο, η ουσία της καπιταλιστικής διαχείρισης, και αυτό διότι το περιεχόμενο που είναι κοινό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής -διττός χαρακτήρας του εμπορεύματος εργατική δύναμη – και η ουσία της δημοκρατίας- κατασκευάζουν τα άτομα [individuals] και έτσι η εργατική τους δύναμη εμφανίζεται ως ένα εμπόρευμα. Επομένως, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ο πρώτος και ο τελευταίος τρόπος παραγωγής που πρέπει να παρουσιάζει το άτομο ως πολίτη, απόλυτα απομονωμένο, εξατομικευμένο και αλλοτριωμένο στην κοινωνία των ιδιωτών [civil society] -την κοινότητα των εξατομικευμένων ανθρώπων (δηλαδή την κοινότητα απο-ανθρωποποιημένη, που δεν συνάδει με τον άνθρωπο ως ον γένους ) – διότι για να αναπτυχθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής πρέπει οι προλετάριοι (οι οποίοι πρέπει να είναι ελεύθεροι από κάθε δεσμό με την γη) να κατέχουν μονάχα την εργατική τους δύναμη, και έτσι να είναι πάντα έτοιμοι να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη αντί μισθού (η αξία της οποίας, όπως και κάθε εμπορεύματος, καθορίζεται από τον μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο αναπαραγωγής της). Όλη αυτή η διαδικασία εξατομίκευσης και υπαγωγής των ανθρωπίνων όντων προκαλεί ένα από τα πιο αηδή συμπτώματα του καπιταλισμού: τον ατομικισμό.
Το περιεχόμενο κάθε αστικού κράτους (οποιασδήποτε μορφής) είναι, επομένως, η δημοκρατία, διότι η δημοκρατία είναι ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης εξατομικευμένων προλετάριων που επιδιώκει να τους κάνει να ξερνούν όλο και περισσότερη αξία. Ο Μαρξ είχε ήδη μαντέψει αυτό το ουσιαστικό περιεχόμενο της δημοκρατίας όταν ασκούσε κριτική στις ιδέες του Χέγκελ περί κράτους:
«Ο Χέγκελ ξεκινά από το Κράτος και κάνει τον άνθρωπο υποκειμενικοποιημένο Κράτος. Η δημοκρατία ξεκινά από τον άνθρωπο και κάνει το Κράτος αντικειμενικοποιημένο άνθρωπο. Ακριβώς όπως δεν δημιουργεί η θρησκεία τον άνθρωπο αλλά ο άνθρωπος τη θρησκεία, δεν δημιουργεί το καθεστώς το λαό αλλά ο λαός δημιουργεί το καθεστώς. Από μια άποψη, η δημοκρατία έχει με όλες τις άλλες μορφές Κράτους την ίδια σχέση που έχει ο χριστιανισμός με τις άλλες θρησκείες. Ο χριστιανισμός είναι η κατ’ εξοχήν θρησκεία, η ουσία της θρησκείας, ο θεοποιημένος άνθρωπος σαν ξεχωριστή θρησκεία. Το ίδιο και η δημοκρατία είναι η ουσία κάθε πολιτικού καθεστώτος, ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος σαν ξεχωριστό πολιτικό καθεστώς. Σχετίζεται με τα άλλα καθεστώτα όπως το γένος σχετίζεται με τα είδη του, με τη μόνη διαφορά ότι εδώ το γένος εμφανίζεται σαν ύπαρξη, με τη μορφή ενός ξεχωριστού είδους απέναντι σε υπάρξεις που οι ίδιες δεν αντιστοιχούν στην ουσία. Η δημοκρατία αναφέρεται στις άλλες μορφές Κράτους, όπως προς την Παλαιά Διαθήκη της. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει εξ αιτίας του νόμου αλλά ο νόμος εξ αιτίας του ανθρώπου, είναι ύπαρξη του ανθρώπου ενώ πριν ο άνθρωπος είναι η ύπαρξη του νόμου. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά της δημοκρατίας».
Μέσω του Μαρξ η προέλευση και το αμετάβλητον [invariance] του κομμουνισμού επιβεβαιώνονται όλο και πιο ξεκάθαρα, φθάνοντας σε ρήξη με τον αστικό σοσιαλισμό, τον ρεφορμισμό και την δημοκρατία. Όμως, από καιρού εις καιρόν οι κομμουνιστές, υπό το βάρος της αστικής ιδεολογίας, υπαναχώρησαν στο πεδίο της δημοκρατίας. Σε τούτο άσκησε κριτική η Ιταλική Αποχική Κομμουνιστική Αριστερά , όταν έγραφε:
«Παρ’ όλο που υπήρξαν οι καταστροφείς ολόκληρης της δημοκρατικής αστικής ιδεολογίας, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδωσαν υπερβολική πίστη στην δημοκρατία και νόμιζαν ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου θα μπορούσε να επιφέρει οφέλη που δεν είχαν ακόμη απολέσει το κύρος τους».
«Διδάγματα από την πρόσφατη ιστορία», Avanti , 1918
Εν τούτοις, παρ’ όλα τα λάθη του, το κομμουνιστικό κίνημα πάντοτε διατράνωνε όλο και πιο έντονα τον αντιδημοκρατικό του χαρακτήρα, είτε με τον Μπαμπέφ , τον Ντεζάκ και τον Κερντερουά , είτε με τον Μπλανκί (με την γνωστή του «Πρόποση του Λονδίνου» ) και τον Λένιν, είτε με τους Αριστερούς Κομμουνιστές (στην Ιταλία, φυσικά, με τον Μπορντίγκα και την εξόριστη Ιταλική Κομμουνιστική Αριστερά αλλά και την πτέρυγα του KAPD με επικεφαλής τον Γκόρτερ και τον Σρέντερ ). Το ζήτημα γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο: πώς να απομακρύνουμε από το κομμουνιστικό πρόγραμμα όλα τα αστικά κατάλοιπα, όλες τις παραχωρήσεις προς τους αστούς σοσιαλιστές, τους δημοκράτες;
«Ποιος σκόπελος απειλεί την επανάσταση του αύριο; Ο ίδιος που κατάφερε να συντρίψει και την επανάσταση του χθες: η αξιοθρήνητη δημοφιλία των αστών που φέρουν το προσωπείο του λαϊκού ρήτορα… Αλίμονό μας εάν, την ημέρα του επόμενου λαϊκού θριάμβου, η επιείκεια των μαζών, που εύκολα λησμονούν, επιτρέψει την άνοδο στην εξουσία ενός από τους ανθρώπους που απέτυχαν στην αποστολή τους! Κάτι τέτοιο θα σήμαινε, για μια ακόμη φορά, το τέλος της επανάστασης.»
Αύγουστος Μπλανκί, «Πρόποση του Λονδίνου», 1851
Σε αυτήν την προειδοποίηση απαντά η φράση του Ένγκελς:
«Η Γαλλική Επανάσταση αποτέλεσε την άνοδο της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Η δημοκρατία είναι, όπως εκλαμβάνω όλες τις μορφές διακυβέρνησης, μια αντίφαση εξ ορισμού, μια αναλήθεια, τίποτε άλλο παρά κατά βάθος μια υποκρισία (θεολογία, όπως το λέμε οι Γερμανοί). Η πολιτική ελευθερία είναι κατ’ όνομα ελευθερία, η χειρότερη δυνατή δουλεία, επίφαση ελευθερίας κι άρα η πραγματικότητα της δουλείας. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική ισότητα. Επομένως, η δημοκρατία, όπως επίσης και κάθε άλλη μορφή διακυβέρνησης, πρέπει εν τέλει να γίνει κομματάκια: η υποκρισία δεν μπορεί να διατηρηθεί, η αντίφαση που κρύβεται μέσα σ’ αυτήν πρέπει να αποκαλυφθεί. Είτε πρέπει να υπάρχει κανονική δουλεία, δηλαδή απροκάλυπτος δεσποτισμός, είτε πρέπει να υπάρχει πραγματική ελευθερία και αληθινή ισότητα, δηλαδή κομμουνισμός».
Καθώς επίσης και η προειδοποίηση του Λένιν:
«Οι κοινοβουλευτικοί ηλίθιοι και οι σύγχρονοι Λουί Μπλαν ‘απαιτούν’ οπωσδήποτε ψηφοφορία που να την κάνει οπωσδήποτε η αστική τάξη για να διαπιστωθεί η συμπάθεια αυτή της πλειοψηφίας των εργαζομένων. Αυτή όμως είναι άποψη σχολαστικών, νεκρών ανθρώπων ή επιτήδειων απατεώνων».
Όμως, η Ιταλική Κομμουνιστική Αριστερά το ίδιο το περιεχόμενο της δημοκρατίας (και όχι μόνο η κοινοβουλευτική, αιρετή μορφή διακυβέρνησης που ονομάζεται δημοκρατία) επιλαμβάνεται του ζητήματος από κομμουνιστικής απόψεως:
«Το εργατικό κίνημα ξεπρόβαλλε ως άρνηση της δημοκρατίας (…) Υπάρχει εκ βάθρων αντίθεση μεταξύ των θεσμών του δημοκρατικού κράτους και στην δημιουργία οργανισμών της εργατικής τάξης. Διαμέσου των μεν το προλεταριάτο προσδένεται στο δημοκρατικό μύθο, ενώ διαμέσου των δε οι εργάτες διεκδικούν, σε αντίθεση με την αστική κυβέρνηση, την αντίθετη ιστορική πορεία που τους οδηγεί στην απελευθέρωσή τους».
Bilan – Όργανο της Ιταλικής Φράξιας της διεθνιστικής Κομμουνιστικής Aριστεράς
Με τον ίδιο θαυμάσιο τρόπο με τον οποίο το Bilan ανέλυσε τον φασισμό όχι ως άρνηση της δημοκρατίας (κάτι που θα σήμαινε την «δικαιολόγηση» του αντιφασισμού, του διαταξικού μετώπου) αλλά, αντιθέτως, ως «διαδικασία εξαγνισμού του δημοκρατικού κράτους», έτσι το Octobre -το μηνιαίο όργανο του Διεθνούς Γραφείου των Φραξιών της Κομμουνιστικής Αριστεράς- έβγαλε τα ουσιώδη και θεμελιώδη διδάγματα:
«Η ιδέα της προλεταριακής δικτατορίας αλλοιώνεται κάθε φορά που συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την δημοκρατική αρχή».
Octobre Νο 5, 1939
Εμείς συνεχίζουμε αυτό το θεμελιώδες έργο, το έργο της καταστροφής της δημοκρατίας, με την πραγματοποίηση της αγωνιστικής μας δραστηριότητας. Με τούτο το κείμενο, με όλο το υλικό που έχουμε δημοσιεύσει, επιθυμούμε να δώσουμε στους επαναστάτες αγωνιστές μια σφαιρική ανάλυση που θα μπορέσει να διευκολύνει την συνεχή κριτική των κομμουνιστών προς την δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένης, πάνω απ’ όλα, της λεγόμενης «εργατικής δημοκρατίας».

Η γένεση της δημοκρατίας

Από τις απαρχές της η δημοκρατία εκφράζει τον διττό της χαρακτήρα όπως η διττή φύση του εμπορεύματος (αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία) που αναπτύσσεται παράλληλα με αυτήν, όπως θα δούμε παρακάτω. Η δημοκρατία είναι τόσο η «εξουσία του λαού» -της πλειοψηφίας, των «πληβείων»- όσο και η δικτατορική έκφραση της άρχουσας τάξης επί της αρχομένης πλειοψηφίας.
Μόλις η φυσική κοινότητα διαλύθηκε διαμέσου της ανταλλαγής, η δημοκρατία εμφανίζεται ως η μυθική έκφραση μιας «νέας κοινότητας», αναδημιουργώντας έτσι τεχνητά την πρωτόγονη κοινότητα, που μόλις καταστράφηκε: ο λαός («δήμος» στα ελληνικά) όντας το σύνολο των πολιτών, ένα σύνολο βασισμένο πάνω στην άρνηση των ταξικών ανταγωνισμών προς χάριν μιας αταξικής μάζας που ονομάζεται λαός, έθνος κ.ο.κ Υπό αυτήν την έννοια, η δημοκρατία υπάρχει πραγματικά. Ωστόσο υπάρχει μόνο ιδεωδώς (στο βασίλειο των ιδεών) ως ένας μύθος, ως μια παραλλαγμένη πραγματικότητα, ενδυναμώνοντας έτσι εμπράκτως την δικτατορική εξουσία της κυρίαρχης τάξης. Έτσι, ευθύς μόλις αναφαίνεται, η δημοκρατία αναπτύσσει τον διττό της χαρακτήρα, τόσο ως ενοποίηση του λαού εντός μιας περιορισμένης, μη-ανθρώπινης κοινότητας (την οποία ονομάζουμε πλασματική κοινότητα) και ως ανάσχεση κάθε απόπειρας αναδημιουργίας μιας αληθινής κοινότητας συμφερόντων, δηλαδή, της ανασυγκρότησης μιας τάξης που να αντιτίθεται στην κυρίαρχη τάξη (που είναι οργανωμένη σε κράτος). Ενώ δε όλες οι εκμεταλλευόμενες τάξεις του παρελθόντος οργάνωναν τον αγώνα τους επί τη βάσει περιορισμένων, ενδεχομενικών, μη-οικουμενικών ιστορικών συμφερόντων, το προλεταριάτο (η πρώτη τάξη που είναι και εκμεταλλευόμενη και επαναστατική) εμφανίζεται ως η πρώτη και η τελευταία τάξη που έχει ένα οικουμενικό και μη-ενδεχομενικό ιστορικό συμφέρον: την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.
Εάν εξετάσουμε το αρχέτυπο αυτού που συνήθως εγκωμιάζεται ως δημοκρατία –την Αθηναϊκή Δημοκρατία- βλέπουμε μια κοινωνία διαιρεμένη σε αντίπαλες τάξεις, στην οποία η πιο εκμεταλλευμένη παραγωγική τάξη -οι δούλοι- είναι τελείως αποκλεισμένη από την κοινωνία των πολιτών (οι δούλοι δεν θεωρούνταν ανθρώπινα όντα αλλά μόνο ζωική παραγωγική δύναμη) και στην οποία όλα τα μέλη της κυρίαρχης τάξης -οι πολίτες- είχαν την δυνατότητα πρόσβασης στην περίφημη Αθηναϊκή Δημοκρατία, εφόσον η διαχείριση «δημοσίων υποθέσεων» (res publica) απαιτεί πολύ ελεύθερο χρόνο ή, με άλλα λόγια, απαιτεί πολλά πλούτη (δηλ. δούλους). Υπό αυτήν την έννοια η εξειδίκευση και οι ειδικοί επί των «δημοσίων υποθέσεων» (καταμερισμός εργασίας, οπότε και συνεπώς διαίρεση σε τάξεις) δημιουργούν την πολιτική ως μια δημόσια σφαίρα που αφορά την διοίκηση της πόλεως επ’ ονόματι του συνόλου του λαού, του έθνους (εξ ου και η αναγκαιότητα της διαμεσολάβησης, όπως θα δούμε παρακάτω). Η πολιτική και η δημοκρατία συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η πολιτική, ως μια ιδιαίτερη σφαίρα, ως η ουσιαστική δραστηριότητα της άρχουσας τάξης, υπάρχει μόνο επειδή υπάρχει η δημοκρατία, ακόμα και σε μια στοιχειώδη μορφή. Η πολιτική υπάρχει μόνο μέσω της δημοκρατίας, εφόσον μόνο στις ταξικές κοινωνίες -τις κοινωνίες στις οποίες οι άνθρωποι είναι διαχωρισμένοι ο ένας από τον άλλον από την παραγωγή και έτσι και από την ζωή τους- υπάρχει η ανάγκη της συμφιλίωσης των τάξεων (και έτσι της άρσης του ανταγωνισμού τους) και ταυτόχρονα της επιβολής της δικτατορίας της κυρίαρχης τάξης. Μια κοινωνία αυτού του είδους απαιτεί έτσι μια κοινωνική διαμεσολάβηση -την πολιτική- προκειμένου να «ενοποιήσει» ό,τι η κοινωνία έχει διαχωρίσει (ακριβέστερα, για να τα μετατρέψει τα ξεχωριστά μέρη σε ένα «άθροισμα»), να «ενοποιήσει» αυτά που η κοινωνία έχει διαχωρίσει, και αυτό, μονάχα προς αποκλειστικόν όφελος της κυρίαρχης τάξης. Δημοκρατία σημαίνει πολιτική και η πολιτική ως προς την βαθύτερη ουσία της είναι δημοκρατική.
«Το ολοκληρωμένο πολιτικό κράτος είναι σύμφωνο με την ουσία του ο βίος γένους του ανθρώπου σε αντίθεση προς τον υλικό βίο του. Όλες οι προϋποθέσεις αυτού του εγωιστικού βίου διατηρούνται εκτός της σφαίρας του κράτους στην αστική κοινωνία, ως ιδιότητες της αστικής κοινωνίας. Εκεί όπου το πολιτικό κράτος έχει επιτύχει την αληθινή διαμόρφωσή του, ο άνθρωπος διάγει όχι μόνο στη σκέψη, στη συνείδηση, αλλά και στην πραγματικότητα, στο βίο, ένα βίο διπλό, έναν ουράνιο και έναν επίγειο βίο, το βίο στην πολιτική κοινότητα όπου ισχύει ο ίδιος ως κοινότητα, και το βίο στην αστική κοινωνία όπου είναι δραστήριος ως ιδιώτης, θεωρεί τους άλλους ανθρώπους μέσα, υποβιβάζεται αυτός ο ίδιος σε μέσο και γίνεται παίγνιο ξένων δυνάμεων. Το πολιτικό κράτος συμπεριφέρεται με τον ίδιο πνευματοκρατικό τρόπο στην αστική κοινωνία όπως ο ουρανός στη γη. Βρίσκεται στην ίδια αντίθεση προς αυτήν, την υπερβαίνει με τον ίδιο τρόπο όπως η θρησκεία υπερβαίνει την περιοριστικότητα του κοσμικού κόσμου, δηλαδή αναγνωρίζοντάς την και αποκαθιστώντας την εκ νέου, αφήνοντας τον εαυτό του να κυριαρχηθεί από αυτή. Στην αμεσότερη πραγματικότητά του, στην αστική κοινωνία, ο άνθρωπος είναι ένα κοσμικό ον. Εδώ, όπου ισχύει για τον εαυτό του και για άλλους ως πραγματικό άτομο, είναι ένα αναληθές φαινόμενο. Απεναντίας, στο κράτος, όπου ο άνθρωπος ισχύει ως ον γένους, είναι το φανταστικό μέλος μιας εικαζόμενης κυριαρχίας, είναι στερημένος από τον πραγματικό ατομικό βίο του και πληρούται με μια εξωπραγματική γενικότητα. (…) Ο διχασμός του ανθρώπου στον δημόσιο και τον ιδιωτικό άνθρωπο, η μετατόπιση της θρησκείας από το κράτος στην αστική κοινωνία δεν αποτελούν μια βαθμίδα της πολιτικής χειραφέτησης αλλά είναι η ολοκλήρωση της πολιτικής χειραφέτησης, η οποία ως εκ τούτου ούτε αίρει ούτε προσπαθεί να άρει την πραγματική θρησκευτικότητα του ανθρώπου. (…) Στο χριστιανογερμανικό κράτος όμως, η θρησκεία είναι ένα ‘οικονομικό ζήτημα’, όπως το «οικονομικό ζήτημα» είναι η θρησκεία. Στο χριστιανογερμανικό κράτος η κυριαρχία της θρησκείας είναι η θρησκεία της κυριαρχίας. (…) Τα μέλη του πολιτικού κράτους είναι θρησκευόμενα δια της δυαρχίας του ατομικού βίου και του βίου γένους, μεταξύ του βίου της αστικής κοινωνίας και του πολιτικού βίου, είναι θρησκευόμενα όταν ο άνθρωπος συμπεριφέρεται στον κρατικό βίο που βρίσκεται πέραν της πραγματικής ατομικότητάς του ως τον αληθινό βίο του, είναι θρησκευόμενα εφόσον εδώ η θρησκεία είναι το πνεύμα της αστικής κοινωνίας, η έκφραση του χωρισμού και της απόστασης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Η πολιτική δημοκρατία είναι χριστιανική όταν εντός της ο άνθρωπος, όχι μόνο ένας άνθρωπος αλλά κάθε άνθρωπος, ισχύει ως κυρίαρχος, ως ανώτατο ον, αλλά ο άνθρωπος στην ακαλλιέργητη, τη μη κοινωνική εμφάνισή του, ο άνθρωπος στην τυχαία ύπαρξή του, ο άνθρωπος όπως τυγχάνει να είναι, ο άνθρωπος όπως έχει διαφθαρεί από τη συνολική οργάνωση της κοινωνίας μας έχει χάσει τον εαυτό του, έχει εκποιηθεί, έχει περιέλθει υπό την κυριαρχία απάνθρωπων σχέσεων και στοιχείων, κοντολογίς ο άνθρωπος που ακόμη δεν είναι ένα πραγματικό ον γένους. Η φαντασίωση, το όνειρο, το αίτημα του Χριστιανισμού, η κυριαρχία του ανθρώπου, αλλά ως ενός όντος ξένου, διαφορετικού από τον πραγματικό άνθρωπο, είναι στη δημοκρατία αισθητηριακή πραγματικότητα, παρόν, κοσμικό αξίωμα.»
Όπως βλέπουμε σε τούτο το μακροσκελές παράθεμα από τον Μαρξ, η εμφάνιση μιας διαχωρισμένης σφαίρας -της πολιτικής- ανταποκρίνεται τωόντι στον ανταγωνισμό, στην αντίθεση ανάμεσα στο άτομο-αστό με την «ακαλλιέργητη, τη μη κοινωνική εμφάνισή του», που είναι οργανωμένο σε μια μη-ανθρώπινη κοινότητα –σε ένα άθροισμα ατόμων, εξατομικευμένων πολιτών- και στην συγκρότηση μιας πραγματικής κοινότητας που βασίζεται σε κοινά ιστορικά συμφέροντα -στην συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, άρα σε κόμμα- που αρνείται το ελεύθερα σκεπτόμενο άτομο (και τον ατομικιστή) και προβάλλει ως αίτημα την δημιουργία μιας ανθρωπότητας με βάση τον άνθρωπο ως ον γένους: την κοινότητα [Gemeinwesen].
H αστική κοινωνία, η οποία αποτελεί σύνθεση και προϊόν όλων των ταξικών κοινωνιών του παρελθόντος, είναι πάνω απ’ όλα η κοινωνία της πολιτικής (και επομένως της δημοκρατίας), στην οποία όλοι οι πολίτες έχουν, ως αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων δικαίωμα και καθήκον να διοικούν την πόλη και την κοινωνία, δηλαδή, κατά το κοινώς ειπείν, να «πολιτεύονται». Ενώ δε στην Αθηναϊκή Δημοκρατία η πολιτική ήταν προνόμιο της κυρίαρχης τάξης (αφού η δημοκρατία δεν είχε επεκταθεί ακόμη στο σύνολο της κοινωνίας) εις βάρος των δούλων, στον καπιταλισμό –το βασίλειο της πλήρους δημοκρατίας- κάθε προλετάριος πρέπει να «πολιτεύεται», δηλαδή, πρέπει να διαμεσολαβείται και να μετατρέπεται σε αντικείμενο διαμέσου της πολιτικής. Οι μισθωτοί δούλοι στερούνται ακόμη και κάθε κοινοτικής ζωής (ακόμα και ως δούλοι) εν αντιθέσει με τους Ρωμαίους και Έλληνες προγόνους τους που ήταν συλλήβδην αποκλεισμένοι από το πεδίο της πολιτικής, από την δημοκρατία. Οι μισθωτοί δούλοι είναι εντελώς εξατομικευμένοι και ενταγμένοι μέσω της δημοκρατίας. Οι αρχαίοι δούλοι, όπως και οι δουλοπάροικοι, μπορούσαν τουλάχιστον να μοιραστούν ένα κοινό αίσθημα αποκλεισμού (και έτσι να εξεγερθούν, βλ. τον Σπάρτακο και τις αναρίθμητες αγροτικές εξεγέρσεις), ενώ οι μισθωτοί δούλοι ως πολίτες -βίαιη άρνηση από την δημοκρατία κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης μιας ταξικής δύναμης- δεν έχουν άλλη αίσθηση πλέον εκτός από το ότι είναι απλά εμπορεύματα που βρίσκονται στην σφαίρα της κυκλοφορίας -πολιτικά εμπορεύματα- και ως τέτοια είναι ελεύθερα και ίσα. Οι αρχαίοι δούλοι ήταν ακόμα -αν και αρνητικά, αφού ήταν δούλοι- δεμένοι με μια κοινότητα, με τα εκφυλισμένα απομεινάρια του πρωτόγονου κομμουνισμού (βλ. την Πόλη του Ηλίου του Σπάρτακου: η «πραγματοποίηση» του μύθου της επιστροφής στον πρωτόγονο κομμουνισμό), ενώ οι σύγχρονοι προλετάριοι, που είναι υποταγμένοι στην δημοκρατία, δεν έχουν τίποτα πλέον.
Έναντι αυτής της διαδικασίας υποταγής των ανθρωπίνων όντων στην δημοκρατία και διαμέσου αυτής, και στην καταραμένη πολιτική της, η κομμουνιστική επανάσταση δεν είναι πολιτική επανάσταση (όπως ήταν η αστική επανάσταση), αλλά μια κοινωνική επανάσταση μέσω της οποίας το προλεταριάτο πραγματοποιεί την ύστατη πολιτική πράξη: την διάλυση της διαχωρισμένης σφαίρας που είναι η πολιτική. Αυτή ήταν και η προοπτική που έθετε ο Μαρξ ήδη από το 1843:
«Η αστική κοινωνία είναι το τέλος της πολιτικής, απορρέει απ’ αυτό ότι το προλεταριάτο, αν δεν θέλει να λειτουργήσει εντός του υπάρχον κράτους, σε εχθρικά εδάφη, δεν πρέπει να «πολιτεύεται». Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να διεκδικήσει μόνο μια πολιτική πράξη, την καταστροφή της αστικής πολιτικής κοινωνίας, που είναι την ίδια στιγμή μια στρατιωτική πράξη.»
Μαρξ, «Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου»
Από την στιγμή που το κομμουνιστικό πρόγραμμα είναι, στην ουσία του, αντιδημοκρατικό, είναι επομένως και αντιπολιτικό. Απορρίπτει την αστική, πολιτική οπτική μιας «επανάστασης» που θα επέφερε απλώς μια αλλαγή στον κρατικό μηχανισμό (λασσαλική, σοσιαλδημοκρατική, λενινιστική παράδοση) προς χάριν της αναγκαίας καταστροφής του Κράτους δηλαδή, της πολιτικής.
Στην διαμάχη του με τον Α. Ρούγκε ο Μαρξ ανέπτυξε αυτή την άποψη:
« Μια κοινωνική επανάσταση βρίσκεται στη σκοπιά του όλου ακριβώς επειδή –ακόμη και αν λαμβάνει χώρα μόνο σε μία εργοστασιακή περιφέρεια- είναι μια διαμαρτυρία του ανθρώπου ενάντια στον απάνθρωπο βίο, διότι βαίνει από τη σκοπιά του μεμονωμένου πραγματικού ατόμου, διότι η κοινότητα, ενάντια στο χωρισμό της οποίας από αυτό το ίδιο αντιδρά το άτομο, είναι η αληθινή κοινότητα του ανθρώπου, η ανθρώπινη ουσία. Αντιθέτως, η πολιτική ψυχή μιας επανάστασης συνίσταται στην τάση των πολιτικά ανίσχυρων τάξεων να άρουν την απομόνωσή τους από την κρατική οργάνωση και από την κυριαρχία. Η σκοπιά τους είναι εκείνη του κράτους, ενός αφηρημένου όλου, το οποίο υπάρχει μόνο μέσω του χωρισμού από τον πραγματικό βίο, το οποίο είναι αδιανόητο χωρίς την οργανωμένη αντίθεση μεταξύ της γενικής ιδέας και της ατομικής ύπαρξης του ανθρώπου. Συνεπώς μια επανάσταση με πολιτική ψυχή, σύμφωνα με την περιορισμένη και δισχιδή φύση αυτής της ψυχής, οργανώνει έναν κυρίαρχο κύκλο στην κοινωνία εις βάρος της κοινωνίας.»
Μέσω αυτής της άρνησης μιας επανάστασης με «πολιτική ψυχή», της άρνησης μιας απλής αλλαγής στην μορφή του κράτους, όπως ήταν η αστική επανάσταση, η κομμουνιστική επανάσταση «με κοινωνική ψυχή» μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια επανάσταση η οποία, όντας η ύστατη πολιτική πράξη που καταστρέφει εν συνόλω ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και το θεμέλιό του -τον νόμο της αξίας- συνιστά τον ριζοσπαστικό, κοινωνικό μετασχηματισμό όλης της κοινωνίας διαμέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας.
«Όσο παραφραστική ή ανόητη όμως είναι μια κοινωνική επανάσταση με μια πολιτική ψυχή, τόσο έλλογη είναι μια πολιτική επανάσταση με μια κοινωνική ψυχή. Η επανάσταση εν γένει –η ανατροπή της υπάρχουσας εξουσίας και η διάλυση των παλαιών σχέσεων– είναι μια πολιτική πράξη. Χωρίς επανάσταση δεν μπορεί όμως να επιτελεστεί ο σοσιαλισμός. Χρειάζεται αυτή την πολιτική πράξη στο βαθμό που χρειάζεται την καταστροφή και τη διάλυση. Εκεί όμως όπου ξεκινά η οργανωτική δραστηριότητά του, εκεί όπου αναφαίνεται ο αυτοσκοπός του, η ψυχή του, εκεί ο σοσιαλισμός αποτινάζει το πολιτικό περίβλημά του.»
Ο Μαρξ είχε επίσης κατανοήσει στην εντέλεια την ουσιώδη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ εμπορεύματος και δημοκρατίας ήδη από τις αρχαίες κοινωνίες:
«Το γεγονός όμως ότι στη μορφή των αξιών των εμπορευμάτων όλες οι εργασίες εκφράζονται σαν ίδια ανθρώπινη εργασία και επομένως σαν ισάξιες, δεν μπορούσε ο Αριστοτέλης να το μαντέψει από την ίδια τη μορφή της αξίας, γιατί η ελληνική κοινωνία στηριζόταν στην εργασία των δούλων και επομένως είχε σαν φυσική της βάση την ανισότητα των ανθρώπων και των εργατικών τους δυνάμεων. Το μυστικό της έκφρασης της αξίας, η ισότητα και το ισάξιο όλων των εργασιών –επειδή είναι και εφόσον είναι ανθρώπινη εργασία γενικά– μπορεί ν’ αποκρυπτογραφηθεί μόνο όταν η έννοια της ισότητας των ανθρώπων αποχτήσει πια τη σταθερότητα λαϊκής πρόληψης. Αυτό όμως είναι δυνατό μόνο σε μια κοινωνία, όπου η μορφή του εμπορεύματος είναι η γενική μορφή του προϊόντος εργασίας, επομένως και η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους σαν κατόχων εμπορευμάτων είναι η κυρίαρχη κοινωνική σχέση.»
Επομένως μόνο στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που είναι πάνω απ’ όλα ο εμπορευματικός τρόπος παραγωγής (όπου το καθολικό εμπόρευμα είναι το χρήμα ως καθολικό ισοδύναμο), όπου η δημοκρατία, η οποία υπάρχει ήδη από τότε που εμφανίζονται οι ταξικές κοινωνίες, μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως ως το περιεχόμενο -η ουσία- της καπιταλιστικής δικτατορίας. Ο καπιταλισμός είναι το σύστημα που ολοκληρώνει και συνθέτει τον κύκλο της αξίας, που εκκινεί από την διάλυση της φυσικής κοινότητας και φθάνει έως την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου· είναι το σύστημα που δημιουργεί και προϋποθέτει τον προλετάριο-πολίτη, το μεμονωμένο άτομο ως απλό αγοραστή και πωλητή εμπορευμάτων (και ως τέτοιο, πρέπει να είναι ελεύθερο και ίσο με τα άλλα άτομα). Επίσης, δημιουργεί και προϋποθέτει τους προλετάριους ως ένα απλό εμπόρευμα, ανάμεσα σε όλα τα άλλα· γεγονός που πραγματοποιείται μέσω της πώλησης της εργατικής τους δύναμης. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι επομένως ο τρόπος παραγωγής όπου το προλεταριακό άτομο είναι βαθιά εξατομικευμένο και ταυτόχρονα «ενοποιημένο» μέσα σε μια πλασματική κοινότητα: τον λαό, το έθνος κ.ο.κ. Είναι πάνω απ’ όλα ο τρόπος παραγωγής εμπορευμάτων και έτσι ο τρόπος παραγωγής στον οποίον αντιστοιχεί η δημοκρατία. Αυτός ο τρόπος παραγωγής, και μόνο αυτός, καθολικοποιεί και πραγματώνει πλήρως την δημοκρατία. Έτσι, το προλεταριάτο δεν έχει να πραγματοποιήσει κανένα δημοκρατικό καθήκον. Το κίνημά του είναι αποκλειστικά το κίνημα της καταστροφής της δημοκρατίας. Να τι απαντούσε ο Μαρξ στους αστούς σοσιαλιστές της εποχής του –τους σημερινούς αριστερούς- που ήθελαν να «περιγράψουν τον σοσιαλισμό ως την πραγμάτωση των ιδανικών της αστικής κοινωνίας που διατυπώθηκαν από την Γαλλική Επανάσταση»:
«Έτσι λοιπόν τοποθετήθηκε η πλήρης ελευθερία του ατόμου: εθελοντική συναλλαγή∙ καμία βία από πουθενά∙ τοποθέτηση του εαυτού του σαν μέσου, σαν υπηρέτη, μονάχα σαν μέσο για να τοποθετηθεί ο εαυτός του σαν αυτοσκοπός, σαν το κυρίαρχο και επικρατέστερο∙ τέλος, το ιδιοτελές συμφέρον που δεν πραγματοποιεί τίποτα ανώτερο απ’ αυτό το ίδιο∙ ο άλλος γνωρίζεται και αναγνωρίζεται επίσης σαν πραγματοποιητής του ιδιωτικού του συμφέροντος, κι έτσι και οι δυο γνωρίζουν ότι το συλλογικό συμφέρον βρίσκεται ακριβώς στον αμφίπλευρο, πολύπλευρο και ανεξαρτητοποιημένο ως προς τις διάφορες πλευρές χαρακτήρα της ανταλλαγής του ιδιοτελούς συμφέροντος. Το γενικό συμφέρον είναι ακριβώς η γενικότητα των ιδιοτελών συμφερόντων. Αν λοιπόν η οικονομική μορφή , η ανταλλαγή, τοποθετεί ολόπλευρα την ισότητα των υποκειμένων, τότε το περιεχόμενο, το υλικό –ατομικό όπως και το εμπράγματο– που ωθεί προς την ανταλλαγή τοποθετεί την ελευθερία. Όχι μόνο λοιπόν η ισότητα και η ελευθερία γίνονται σεβαστές στην ανταλλαγή που βασίζεται στις ανταλλακτικές αξίες, αλλά η ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών αποτελεί και την παραγωγική, πραγματική βάση κάθε ισότητας και ελευθερίας. Σαν καθαρές ιδέες, η ισότητα και η ελευθερία δεν είναι παρά εξιδανικευμένες εκφράσεις της ανταλλαγής∙ αναπτυγμένες σε νομικές, πολιτικές, κοινωνικές σχέσεις, δεν είναι παρά η ίδια αυτή βάση υψωμένη σε ανώτερη δύναμη. (…) Από την άλλη μεριά, φαίνεται εξίσου η ανοησία των σοσιαλιστών (ιδιαίτερα των γάλλων, που θέλουν να παραστήσουν τον σοσιαλισμό σαν πραγμάτωση των διακηρυγμένων από τη γαλλική επανάσταση ιδεών της αστικής κοινωνίας) που αποδείχνουν ότι η ανταλλαγή, η ανταλλακτική αξία κλπ. αρχικά (στο χρόνο) ή εννοιολογικά (στην τέλεια αναπτυγμένη μορφή), αποτελούν ένα σύστημα ελευθερίας και ισότητας όλων, νοθεύτηκαν όμως από το χρήμα, το κεφάλαιο κλπ. Ή ακόμα, πως η ιστορία έκανε μέχρι σήμερα αποτυχημένες ακόμα απόπειρες να πραγματοποιήσει αυτές τις ιδέες με τρόπο αντίστοιχο προς την αλήθεια τους και τώρα αυτοί, όπως ο Προυντόν, ανακάλυψαν πχ. τη μόνη αλήθεια, που θα βάλει τάχα τη γνήσια ιστορία αυτών των σχέσεων στη θέση της ψεύτικης. Πρέπει να τους απαντηθεί: ότι πραγματικά, η ανταλλακτική αξία –ή, ακριβέστερα, το χρηματικό σύστημα– είναι το σύστημα της ισότητας και ελευθερίας, και ότι οι διαταραχές που συναντούν στην παραπέρα ανάπτυξη του συστήματος είναι διαταραχές εγγενείς σ’ αυτό, αποτελούν ακριβώς την πραγματοποίηση της ισότητας και ελευθερίας, που αποδείχνονται ανισότητα και ανελευθερία.»
«Στην σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν υπάρχουν τάξεις· όλοι είναι πολίτες· όλοι εμφανίζονται ως αγοραστές και πωλητές αγαθών, ως ίσοι, ελεύθεροι και ιδιοκτήτες. Ακόμα και όταν πωλούμε την εργατική μας δύναμη βρισκόμαστε στον παράδεισο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ο καθένας αποσκοπεί σκοπεύει στο δικό του ιδιωτικό συμφέρον μέσα στο βασίλειο της ισότητας, της ελευθερίας και της ατομικής ιδιοκτησίας.
Ελευθερίας: διότι ο αγοραστής και ο πωλητής εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης) δεν υπακούει σε κανέναν άλλο κανόνα εκτός από την ελεύθερη βούλησή του.
Ισότητας: διότι στον κόσμο των εμπορευμάτων όλοι είναι αγοραστές και πωλητές και όλοι λαμβάνουν μια αξία ίση με την αξία που εμπεριέχεται στα αγαθά που πωλούν, ανταλλάσσοντας ισοδύναμο με ισοδύναμο.
Ιδιοκτησίας: διότι ο καθένας εμφανίζεται, στον κόσμο της ανταλλαγής, ως ιδιοκτήτης του εμπορεύματός του και μπορεί να διαθέσει μονάχα ό,τι του ανήκει».
Communism, No. 1, Νοέμβριος 1983
Αυτό ακριβώς εξηγεί ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο»:
«Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, που μέσα στα πλαίσιά της κινείται η αγορά και η πώληση της εργατικής δύναμης, είναι στην πραγματικότητα η ίδια αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοχτησία, και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πωλητής ενός εμπορεύματος, λ.χ. της εργατικής δύναμης, υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη θέλησή τους. Συμβάλλονται σαν ελεύθερα, νομικώς ισότιμα πρόσωπα. Το συμβόλαιο είναι το τελικό αποτέλεσμα, στο οποίο οι θελήσεις τους βρίσκουν μια κοινή νομική έκφραση. Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοχτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του. Μπένθαμ! Επειδή ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του.»
Η κυκλοφορία είναι, επομένως, ο παράδεισος των αστικών δικαιωμάτων, η σφαίρα που κυριαρχεί υπό την τελειότερη μορφή της η δημοκρατία μέσω του χρήματος. Στην κυκλοφορία το χρήμα είναι η κοινότητα του κεφαλαίου· το χρήμα είναι η διαμεσολάβηση που συνενώνει όλα τα άτομα ως αγοραστές και πωλητές, και διαλύει κάθε άλλη κοινότητα. Το χρήμα, όπως και η πολιτική, είναι μια ουσιαστική διαμεσολάβηση της δημοκρατίας. Χωρίς χρήμα δεν υπάρχει δημοκρατία και χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει χρήμα.

Το χρήμα ως η κοινότητα του κεφαλαίου

Ο Μαρξ ήταν αυτός που όρισε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την αφετηρία για την κατανόηση της ριζικής αντίθεσης μεταξύ της ανθρώπινης κοινότητας (την οποία κυοφορούσε ήδη ο πρωτόγονος κομμουνισμός, καίτοι περιορισμένος και υποταγμένος στην δικτατορία της φύσης και της σπάνης) και στην δημιουργία, που καθίσταται όλο και πιο δυνατή παράλληλα με τον κύκλο της αξίας, μιας άλλης κοινότητας που τείνει να συμπεριλάβει ολόκληρη την ανθρωπότητα που λειτουργεί προς όφελος της αξίας και όχι των ανθρωπίνων όντων.
Αφού αναλύει τις διάφορες ιδιότητες του χρήματος -το χρήμα ως μέτρο των αξιών, το χρήμα ως μέσον κυκλοφορίας και το χρήμα ως υλικός πλούτος- ο Μαρξ ασχολείται με την τρίτη του ιδιότητα, η οποία «προϋποθέτει τις πρώτες δύο και τις ενοποιεί», και το μετατρέπει σε «Θεό ανάμεσα στα εμπορεύματα», ούτως ώστε «από τη δουλική του μορφή, όπου εμφανίζεται σαν απλό μέσο κυκλοφορίας, το χρήμα ξαφνικά γίνεται ο κύριος και θεός στον κόσμο των εμπορευμάτων» και «παριστάνει την επουράνια ύπαρξη των εμπορευμάτων, ενώ αυτά παριστάνουν τη γήινη ύπαρξή του», με αποτέλεσμα «το χρήμα δεν είναι μόνο το αντικείμενο, αλλά και η πηγή της πλουτοθηρίας». Μόλις φθάσει σε αυτό το στάδιο της αυτονομίας του καθίσταται το πιο διαλυτικό στοιχείο των αρχαίων κοινοτήτων (είναι ο καινούργιος Θεός ο οποίος επικρατεί επί όλων των προηγουμένων) και ως η μία και μοναδική κοινότητα. Το χρήμα είναι, επομένως, το διαλυτικό στοιχείο που κάνει τα πάντα δημοκρατικά, που επιτρέπει στην δημοκρατία να αναπτυχθεί ελεύθερα.
«Η φιλοχρηματία ή πλουτοθηρία είναι αναγκαστικά η καταστροφή των αρχαίων κοινοτήτων. Γι’ αυτό και η αντίθεση προς αυτή. Το ίδιο το χρήμα είναι η κοινότητα και δεν μπορεί να ανεχτεί άλλη ανώτερη απ’ αυτό. Αυτό όμως προϋποθέτει την πλήρη ανάπτυξη των ανταλλακτικών αξιών, άρα μια οργάνωση της κοινωνίας αντίστοιχη μ’ αυτή την ανάπτυξη».
Υπό τον καπιταλισμό το χρήμα είναι η νέα κοινότητα· είναι η διαμεσολάβηση που συνενώνει αντικείμενα και ανθρώπους. Ο Μαρξ μιλάει για το «nexus rerum»: αυτό που ενώνει τα πράγματα:
«Σαν υλικός αντιπρόσωπος του γενικού πλούτου, σαν η εξατομικευμένη ανταλλακτική αξία, το χρήμα πρέπει να είναι άμεσα αντικείμενο, σκοπός και προϊόν της γενικής εργασίας, της εργασίας όλων των ατόμων. Η εργασία πρέπει άμεσα να παράγει την ανταλλακτική αξία, δηλαδή χρήμα. Πρέπει άρα να είναι μισθωτή εργασία».
Το χρήμα ως κοινότητα του κεφαλαίου είναι, επομένως, η ενότητα εκείνων των μεμονωμένων ατόμων, εκείνων των πολιτών -των οποίων η ιδιότητα του ιδιώτη-πολίτη συνιστά άρνηση των τάξεων- ως μισθωτών δούλων. Όπου υπάρχει το μισθωτό σύστημα υπάρχει η μη-ανθρώπινη κοινότητα του χρήματος, ενώ όπου δεν υπήρχε το μισθωτό σύστημα, το χρήμα διέλυσε την αρχαία κοινότητα για να επιβληθεί και για να επιβάλει την μισθωτή εργασία.
«Εκεί που το χρήμα δεν αποτελεί το ίδιο την κοινότητα πρέπει να διαλύσει την κοινότητα».
Υπό τον καπιταλισμό κάθε άτομο υπάρχει μονάχα ως παραγωγός ανταλλακτικής αξίας και χρήματος, ενώ το ίδιο το χρήμα αποτελεί τόσο την κοινωνική διαμεσολάβηση – άθροισμα μεμονωμένων ατόμων, νομισματικά άξιων να αποτελούν μέρος της αστικής κοινωνίας- όσο και η ίδια η ουσία των αλλοτριωμένων ανθρωπίνων όντων, αφού υπάρχουν μόνο ως χρήμα και ως άνθρωποι που αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης.
«Η στοιχειώδης προϋπόθεση της αστικής κοινωνίας είναι: η εργασία να παράγει άμεσα ανταλλακτική αξία, δηλαδή χρήμα· και στη συνέχεια το χρήμα να αγοράζει εξίσου άμεσα την εργασία, άρα τον εργάτη μόνο στο μέτρο που ο ίδιος εκποιεί τη δραστηριότητά του στην ανταλλαγή. Η μισθωτή εργασία από τη μια μεριά, το κεφάλαιο από την άλλη, δεν είναι λοιπόν παρά διαφορετικές μορφές της αναπτυγμένης αξίας και του χρήματος σαν ενσάρκωσή της. Έτσι το χρήμα αποτελεί άμεσα την πραγματική κοινότητα, στο μέτρο που αποτελεί για όλους τη γενική υπόσταση της ύπαρξη και ταυτόχρονα το συλλογικό προϊόν όλων. Στο χρήμα όμως, καθώς είδαμε, η κοινότητα είναι ταυτόχρονα απλή αφαίρεση, απλά εξωτερικό, τυχαίο πράγμα για το άτομο, και ταυτόχρονα απλό μέσο για την ικανοποίησή του σαν απομονωμένου ατόμου. Η αρχαία κοινότητα προϋποθέτει μια ολότελα διαφορετική σχέση του ατόμου γι-αυτό. Γι’ αυτό την συντρίβει η ανάπτυξη του χρήματος στον τρίτο του προσδιορισμό. Κάθε παραγωγή είναι αντικειμενοποίηση του ατόμου. Στο χρήμα όμως (στην ανταλλακτική αξία) η αντικειμενοποίηση του ατόμου δεν είναι η αντικειμενοποίησή του στον φυσικό του καθορισμό, αλλά αντικειμενοποίηση του ατόμου σαν τοποθετημένου σ’ ένα κοινωνικό προσδιορισμό (σχέση) που είναι ταυτόχρονα εξωτερικός προς το άτομο».
Έτσι, το χρήμα είναι τόσο το καθολικό εμπόρευμα (ως υλικός αντιπρόσωπος του πλούτου) όσο και το «μη-εμπόρευμα» (ως απλό μέσο κυκλοφορίας). Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής –ο οποίος αποσκοπεί στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και άρα πραγματοποιείται με σκοπό το χρήμα (Χ-Ε-Χ’) , όπου το τελευταίο συγκροτεί την κοινότητα του κεφαλαίου -μια απάνθρωπη κοινότητα αλλοτριωμένων ατόμων- οι άνθρωποι υπάγονται στο χρήμα (και το ίδιο ισχύει και για την πολιτική), και στο μέτρο που είναι μέλη αυτής της πλασματικής κοινότητας, δηλαδή ως εμπορεύματα που κυκλοφορούν, είναι ελεύθεροι και ίσοι, είναι πολίτες, είναι τα μόρια μιας πραγματοποιημένης δημοκρατίας. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ο τρόπος παραγωγής της δημοκρατίας της δημοκρατίας, της πολιτικής και του χρήματος. Η πλήρης δημοκρατία απαιτεί την ανάπτυξη του χρήματος (και έτσι της αξίας). Το κομμουνιστικό κίνημα, αφού καταστρέφει τον τρόπο παραγωγής του που λειτουργεί εκ του χρήματος και χάριν του χρήματος (Χ-Ε-Χ’, Χ’=Χ+ΔΧ ), καταστρέφει επίσης και την δημοκρατία ως την κοινότητα του κεφαλαίου, που αποτελεί θεμέλιο και ουσία της καπιταλιστικής δικτατορίας, την δικτατορία του χρήματος και τον νόμο της αξίας. Αυτή η πλασματική κοινότητα (πλασματική σε αντίθεση με την αληθινά ανθρώπινη κοινότητα που είναι να δημιουργηθεί από το προλεταριάτο, που είναι οργανωμένο σε κομμουνιστικό κόμμα και κατευθύνεται από αυτό) υλοποιείται διαμέσου μιας σειράς από αταξικές ομαδοποιήσεις (που αρνούνται τις τάξεις και τον ανταγωνισμό τους) και έχουν όλες ως ουσία τους την δημοκρατία. Είτε πρόκειται για τον λαό, το έθνος, την θρησκεία, την πολιτική ή το χρήμα, όλες αυτές οι «κοινότητες του κεφαλαίου», διαμέσου και εντός των οποίων οι πολίτες είναι οργανωμένοι και το προλεταριάτο είναι αποδιοργανωμένο, δεν είναι, σε τελική ανάλυση, παρά μορφές της πλασματικής κοινότητας, της δημοκρατίας, της δικτατορίας του νόμου της αξίας, του χρήματος και του κεφαλαίου.

Δικτατορία του Προλεταριάτου εναντίον Εργατικής Δημοκρατίας

Στα προηγούμενα κεφάλαια αυτής της μελέτης είδαμε ότι η δημοκρατία είναι θεμελιωδώς συνδεμένη με όλες τις ουσιαστικές κατηγορίες του κεφαλαίου: εμπορευματική παραγωγή, χρήμα, κεφάλαιο κτλ. Τώρα δεν μένει παρά να ασχοληθούμε με την περίφημη «εργατική» δημοκρατία, η οποία ουσιαστικά φθάνει σε σημείο να θεωρεί το προλεταριάτο -το κίνημά του και έτσι και την δικτατορία του- ως έχον το ίδιο περιεχόμενο και ως προσδιοριζόμενο με τα ίδια κριτήρια με αυτά του κεφαλαίου ή ακριβέστερα ως έχον τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού απαλλαγμένου όμως από τα πιο «απαράδεκτα» στοιχεία του. Επιπλέον, βάσει της αντίληψης ότι η «εργατική» δημοκρατία είναι η μόνη αληθινή δημοκρατία, η πραγματοποίησή της θεωρείται ως εν τέλει η υλοποίηση της ίδιας της δημοκρατίας. Για όλους αυτούς τους θιασώτες του «δημοκρατικού κρετινισμού» η αστική τάξη (επειδή αποτελεί την ενσάρκωση του κακού) είναι ανίκανη να πραγματώσει πλήρως την ιδεώδη δημοκρατία (πράγμα το οποίο, όπως είδαμε, αποτελεί σφάλμα, αφού η καθαρή δημοκρατία έχει επιτευχθεί στον δικό της «κήπο της Εδέμ», δηλαδή στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων). Έτσι, γι’ αυτούς τους δημοκράτες πέφτει στις πλάτες του προλεταριάτου η πλήρης πραγματοποίηση αυτής της ιερής και απαραβίαστης δημοκρατίας και μαζί με τα δικαιώματα που αυτή συνεπιφέρει, την φετιχιστική λατρεία του ανθρωπισμού και της αρχής της πλειοψηφίας. Αυτοί οι «εξαίσιοι ομιλητές» χύνουν το δημοκρατικό τους δηλητήριο μέσα στους εργατικούς αγώνες με τους ακόλουθους τρόπους: προβάλλοντας την ανάγκη της ψηφοφορίας πριν τον αγώνα, την υπόκλιση ενώπιον της βούλησης της πλειοψηφίας, την υποταγή στην δημοκρατική πειθαρχία, δηλαδή υποχρεωτικά στην αστική πειθαρχία.
Ολόκληρη η ιστορία του εργατικού κινήματος μαρτυρεί ακριβώς το αντίθετο από αυτές τις πολιτικές της τροχοπέδης. Εάν πάρουμε το παράδειγμα της Ρώσικης Επανάστασης είναι ξεκάθαρο ότι όλες οι ταξικές τοποθετήσεις, η αληθινή ρήξη (η οποία υπήρξε σίγουρα ανεπαρκής) με την αστική σοσιαλδημοκρατική παράδοση ήταν πάντα έργο μειοψηφιών και κάθε φορά έπρεπε να επιβεβαιωθεί δια της βίας ενάντια στην πλειοψηφία, ενάντια στις κυρίαρχες ιδέες.
Για παράδειγμα: η διατύπωση των διεθνιστικών θέσεων από τον Λένιν και τον Ζηνόβιεφ το 1915 («Ενάντια στο ρεύμα» ) με τις οποίες ήρθαν σε ρήξη με την μεγάλη πλειοψηφία της σοσιαλδημοκρατίας στην Ρωσία και διεθνώς, η οποία έδειξε για μια ακόμη φορά τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.
Άλλο παράδειγμα: Οι «Θέσεις του Απρίλη», που επεβλήθησαν δικτατορικά στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, η πλειοψηφία του οποίου ακολουθούσε μια ρεφορμιστική και αμυνίτικη άποψη.
Και ακόμη ένα παράδειγμα: Το θεμελιώδες ζήτημα της αναγκαίας στρατιωτικής προετοιμασίας (η «συνομωσία») που οργανώθηκε κρυφά και ενάντια στην μεγάλη πλειοψηφία του Μπολσεβίκικου Κόμματος, το οποίο ήδη είχε πάθει γάγγραινα από σοσιαλπασιφιστές και θιασώτες της συνταγματικής δημοκρατίας (παλιοί μπολσεβίκοι: Στάλιν, Καμενέφ, Ζινοβιέφ, Καλινίν,…) και ήταν ο Τρότσκι αυτός που εξήγησε ότι στην καρδιά του Μπολσεβίκικου Κόμματος υπήρχαν δύο βασικές τάσεις:
«Το βασικό ζήτημα που αμφισβητούσαν και που γύρω του στρέφονταν τα πάντα, είταν: θα έπρεπε ή όχι να παλέψουμε για την εξουσία; Θα έπρεπε ή όχι να καταλάβουμε την εξουσία; Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να δείξει ότι τότε δεν είχαμε να κάνουμε με μια απλή επεισοδιακή διαφωνία απόψεων αλλά με δύο τάσεις πρωταρχικής σημασίας. Η πρώτη και κύρια τάση είταν η προλεταριακή που οδηγούσε στο δρόμο της παγκόσμιας επανάστασης. Η άλλη είταν η «δημοκρατική», δηλαδή μια μικροαστική τάση, που οδηγούσε σε τελευταία ανάλυση, στην υποταγή της προλεταριακής πολιτικής στις απαιτήσεις της αστικής κοινωνίας μέσα από ένα ρεφορμιστικό προτσές».
Άλλο παράδειγμα: Η διάλυση, που επιβλήθηκε δια της βίας των όπλων, της πρώτης και τελευταίας συνεδρίασης της περίφημης Συντακτικής Συνέλευσης, που είχε εκλεγεί δημοκρατικά και την είχε υποστηρίξει, για άλλη μια φορά, η πλειοψηφία των Μπολσεβίκων:
«Η θεωρητική κριτική της δημοκρατίας και του αστικού φιλελευθερισμού κορυφώνεται με την αποπομπή αυτού του τσούρμου των δημοκρατικά εκλεγμένων αχρείων που αποτελούσαν την Συντακτική Συνέλευση, την οποία πραγματοποίησαν οι ένοπλοι εργάτες».
Όλες αυτές οι ενέργειες πραγματοποιούνταν ολοένα και περισσότερο όσο προχωρούσε η επανάσταση ως η υπεράσπιση των ιστορικών συμφερόντων του προλεταριάτου. Έπρεπε να πραγματοποιηθούν δια της βίας (τόσο στρατιωτικά όσο και παραδειγματικά) και την υλοποίησή τους έπρεπε να την αναλάβουν μειονότητες που στην πραγματικότητα και ουδέποτε αντιστοιχούσαν στα υφιστάμενα επίσημα κόμματα. Οι αντεπαναστατικές θέσεις, αντιθέτως, επιβάλλονταν πάντοτε πολύ δημοκρατικά και από μεγάλες πλειοψηφίες καθώς και η γρήγορη διολίσθηση στο αστικό τέλμα. Για να πεισθούμε περισσότερο επ’ αυτού αρκεί να δούμε το ότι οι αστικές θέσεις πάντοτε με δημοκρατικό τρόπο αποκτούσαν το προβάδισμα σε όλα τα συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς για να καταλήξουν τελικά στην λίαν δημοκρατική και συστηματικά ομόφωνη ψήφο που εγκαινιάστηκε κατά την διάρκεια της ίδιας της σταλινικής περιόδου, και ειδικά όταν το ζήτημα ήταν να καταδικαστεί εκ των υστέρων αυτό που προηγουμένως είχε αποφασιστεί και εφαρμοσθεί.
«Ο Στάλιν κατόρθωσε (…) να θριαμβεύσει θέτοντας την δημοκρατία στο επίκεντρο της κόμματος την εποχή της πάλης του κατά της αντιπολίτευσης, την περίοδο 1926-28».
Vercesi , Octobre
Εάν δε εξετάσουμε τις «χαμένες επαναστάσεις» στην Γερμανία κατά την διάρκεια της περιόδου 1917-1923, από τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξαν οι απαρχαιωμένες δημοκρατικές ιδέες μέσα στην ίδια την καρδιά του προλεταριάτου, τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται. Αυτά τα πράγματα που παρουσιάσθηκαν σαν επαναστατικές θέσεις, ως πρωτοποριακές κομμουνιστικές θέσεις, κυρίως από την Ρ. Λούξεμπουργκ και την Ένωση «Σπάρτακος» , δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια «υπόκλιση» προς τον φετιχισμό των μαζών (και επομένως μια υπόκλιση προς την δημοκρατία), τίποτε άλλο παρά ένα χλωμό υποκατάστατο της σοσιαλδημοκρατίας, με ελαφρώς ριζοσπαστικοποιημένη μορφή για να ταιριάξει στις περιστάσεις.
Έτσι, προκειμένου να ακολουθήσει τις μάζες και τις ιδέες τους η Ένωση «Σπάρτακος» αρνήθηκε να έρθει σε ρήξη με την σοσιαλδημοκρατία. Η ίδια συμμετείχε στην ίδρυση του USPD πάνω στις ίδιες θέσεις με αυτές του SPD και με άτομα σαν τον Κάουτσκυ , τον Μπερστάιν και τον Χίλφερντινγκ . Κατά το ίδιο διάστημα η πραγματική κομμουνιστική δύναμη, οι Ριζοσπάστες Διεθνιστές της Γερμανίας (ISD), καταδίκασε αυτήν την προσχώρηση και κατηγόρησε ακόμα και την Λούξεμπουργκ και τον Λήμπκνεχτ για επανάληψη της «προδοσίας του 1914» . Απέναντι στο απαραίτητο ταξικό σχίσμα που έπρεπε να πραγματοποιηθεί και την διαχωριστική γραμμή που έπρεπε να τεθεί μεταξύ των δυνάμεων της επανάστασης και της αντεπανάστασης το κεντριστικό τέλμα απάντησε: «Το σύνθημα δεν είναι σχίσμα ή ενότητα, νέο κόμμα ή παλιό κόμμα αλλά επανάκτηση του κόμματος από την βάση, από την εξέγερση των μαζών που πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τις οργανώσεις και τα όργανά τους». Αντιμέτωποι με αυτή την επιστροφή στην σοσιαλδημοκρατία από την λουξεμπουργκική ομάδα (την οποία δεν εγκατέλειψαν ποτέ!) οι κομμουνιστές δήλωσαν: «Η ‘Διεθνής’ ομάδα είναι νεκρή» (Arbeiterpolitik), και ίδρυσαν το IKD (Διεθνιστές Κομμουνιστές της Γερμανίας) ως πυρήνα του μελλοντικού κομμουνιστικού κόμματος.
Κατά τον ίδιο τρόπο, σε κάθε επαναστατική φάση, υπό το πρόσχημα της «ανωριμότητας των μαζών», η Λούξεμπουργκ και οι διάδοχοί της -Λεβί , Τσέτκιν κ.ά-. αντιπαρέθεσαν στην εξέγερση (η οποία αποτελεί την βάση της μαρξιστικής αντίληψης για την καταστροφή του κράτους) την βαθμιαία κατάκτηση των μαζών και του κράτους, πράγμα που αποτελεί και την αγαπημένη αντίληψη όλων των σοσιαλδημοκρατών.
«Το αστικό κράτος πρέπει να το υπονομεύσουμε ‘από τα κάτω’ ενεργώντας κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι δημόσιες, νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες, να μην είναι διαχωρισμένες αλλά συγχωνευμένες και να τις θέσουμε στα χέρια των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών».
Ο γραντουαλισμός [gradualism], ο κυβερνητισμός [administrationism], ο παιδαγωγισμός [educationalism], η προέλευση των οποίων ανάγεται στην ρεφορμιστική δημοκρατία εμπεριέχονται σε αυτό που τελικώς εξελίχθηκε η λουξεμπουργκική ιδεολογία: η αντίληψη περί κατάκτησης της συνείδησης της πλειοψηφίας των εργατών, η κατανόηση των εργατικών συμβουλίων ως «το κοινοβούλιο των προλετάριων της πόλης και της υπαίθρου» (Λούξεμπουργκ, Die Rote Fahne , 1918), των εργοστασίων «χωρίς αφεντικά», δηλαδή στην πραγματικότητα μια νέα εκδοχή της αστικής αντίληψης, που οδηγεί το προλεταριάτο προς σφαγές που επαναλήφθηκαν πολλές φορές και στην άρνηση της οργάνωσης υπό τον φόβο της αποκοπής τους από τις μυθικές μάζες.
Από την κατάληψη της Berliner Lokalanzeiger από ένοπλους αγωνιστές, που καταδικάστηκε από την Λούξεμπουργκ έως την αποκήρυξη του «Δράσης του Μαρτίου» από τον Λεβί υπάρχει η ίδια συμβιβαστική γραμμή, αυτή της άρνησης της αντιπαράθεσης (πάντα υπό το πρόσχημα ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με πραξικοπηματισμό [putshism]), της άρνησης της ένοπλης εξέγερσης, της άρνησης της κομμουνιστικής επανάστασης.
Κατά τον ίδιο τρόπο, στην περίφημη αντιπαράθεση μεταξύ «μάζας και ηγετών», μεταξύ «καλών δημοκρατικών μαζών» και «κακών δικτατορικών ηγετών», η Λούξεμπουργκ έκανε τον εαυτό της έναν από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές των μαζών ενάντια στους ηγέτες, της ελευθερίας της κριτικής (βλ. «Μαρξισμός ενάντια στην δικτατορία»!!!). Αυτή η ψευδής αντίθεση μεταξύ μαζών και ηγετών που προδίδουν της μάζες είναι ένα καθαρό προϊόν της δημοκρατίας και της παθογόνου λειτουργίας της. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα αυτό μπορεί να ανακύψει στους ίδιους τους δημοκρατικούς οργανισμούς (εκλογικούς ή μη, ομοσπονδιακούς ή συγκεντρωτικούς), διότι προϋποθέτει αφενός μια μάζα αμαθών, άμορφων και εξατομικευμένων ατόμων που είναι έτοιμα να προδοθούν και αφετέρου το εξαίρετο άτομο, τον ηγέτη, που μετά το τέλος μιας περιόδου μπορεί να προδώσει ή μπορεί και όχι (για τους ελευθεριακούς οι ηγέτες προδίδουν εξ ορισμού).
Για μας τους εξουσιαστικούς μαρξιστές, οι μάζες έχουν μόνο τους ηγέτες που τους αξίζουν. Δεν ήταν οι Νόσκε , οι Σάιντεμαν , οι Κάουτσκυ αυτοί που πρόδωσαν τις «καλές» μάζες. Αυτό συνέβη ακριβώς επειδή αυτές οι μάζες ήταν σοσιαλδημοκρατικές, εμποτισμένες με πάνω από 20 χρόνια ταξικής συνεργασίας, πασιφισμού, εθνικισμού, δημοκρατισμού, των οποίων ο Νόσκε, ο Σάιντεμαν και ο Κάουτσκι κατάφεραν να εκφράσουν ξεκάθαρα το γνήσιο περιεχόμενο, την ουσία της σοσιαλδημοκρατίας, δηλ. τον αστικό σοσιαλισμό. Η «προδοσία» του επαναστατικού προγράμματος δεν χρονολογείται ξαφνικά το 1914, αλλά ανατρέχει στα χρόνια περί το 1875, όταν συναντήθηκαν μαζί οι λασσαλικοί και οι ήδη ανεπαρκέστατα επαναστάτες μαρξιστές (Μπέμπελ , Λήμπκνεχτ κ.ά.) στην Γκότα για να συγκροτήσουν το διαβόητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Σε αυτήν την χρονική στιγμή οι λασσαλικοί είχαν ήδη ενσωματωθεί στο κράτος του Μπίσμαρκ . Η αυτονόμηση των ηγετών (και επομένως της γραφειοκρατίας) μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε οργανώσεις, κόμματα κτλ. όπου τα μόνα πράγματα που συνδέουν τα άτομα είναι μερικές γενικές ανθρωπιστικές και καλοπροαίρετες ιδέες. Τούτο επιτρέπει στους δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες (μαζί με την όλη λατρεία της προσωπικότητας, του καριερισμού και των αγώνων ανάμεσα σε διαφορετικές φατρίες ή κλίκες) που έχει ως συνέπεια να υιοθετούν και να εφαρμόζουν αστικές πολιτικές εν ονόματι του άμεσου ή φανταστικού καλού των ταπεινών «τους» μαζών. Αν αυτός ο τρόπος λειτουργίας ονομάζεται φεντεραλισμός ή δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι ένα ζήτημα απονομής εξουσιών σε ηγέτες που λατρεύονται με την ίδια ένταση σήμερα με όση θα αποκηρυχτούν ως προδότες αύριο (για παράδειγμα ο Κάουτσκυ, που ουσιαστικά υποστήριζε τις ίδιες θέσεις και πριν και μετά το 1914!). Αυτοί οι ηγέτες είναι επομένως εξουσιοδοτημένοι να λένε δυνατά αυτό που σκέφτονται οι μάζες κάθε δεδομένη στιγμή. Τώρα η «αμεσότητα» των μαζών, της πλειοψηφίας, μπορεί να είναι μόνο η άμεση πραγματικότητα της υποταγής της στο κεφάλαιο, που είναι και ο λόγος για τον οποίον οι κυρίαρχες ιδέες των μαζών είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, ιδέες που οι «ηγέτες» μπορούν μόνο να επαναλαμβάνουν. Ο Μπερστάιν δεν πρόδωσε την σοσιαλδημοκρατία όταν είπε ότι το «κίνημα είναι το παν, ο στόχος δεν είναι τίποτα», αλλά απλώς προσέδιδε θεωρητική μορφή στην ίδια την πρακτική των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών. Η Λούξεμπουργκ ερχόμενη σε αντιπαράθεση με τον Μπερστάιν δεν αγωνιζόταν εναντίον της αντεπαναστατικής πρακτικής της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά απλώς αγωνιζόταν για να διατηρήσει την σύνδεση αυτής της πρακτικής με τις επαναστατικές ιδέες, με τον «στόχο». Αυτό το έκανε προκειμένου να διατηρήσει μια εντελώς τυπική συνάφεια μεταξύ «μεταρρύθμισης και επανάστασης», δηλαδή για να εξουθενώσει την επαναστατική προετοιμασία προς όφελος της επίτευξης άμεσων μεταρρυθμίσεων.
Για την Λούξεμπουργκ η μόνη προετοιμασία, το μόνο πεδίο όπου κάποιος μπορεί να κάνει λόγο για επανάσταση είναι ο χώρος των καθαρών ιδεών, της συνείδησης, της «διαπαιδαγώγησης των μαζών»:
«Νομίζω, αντιθέτως, ότι η μόνη βία που θα μας οδηγήσει στην νίκη είναι η σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης μέσα στους καθημερινούς αγώνες».
Η «διαπαιδαγώγηση», η βουλητική ενέργεια που αποσκοπεί στην πνευματική αποδοχή του σοσιαλισμού από κάθε μεμονωμένο προλετάριο οδήγησε την Λούξεμπουργκ στο να μην κατανοήσει ποτέ την επαναστατική κατάσταση και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτήν, στην διαρκή αναβλητικότητα, στην ανάσχεση του κινήματος υπό το πρόσχημα ότι δεν είναι επαρκώς μαζικό ούτε επαρκώς «συνειδητοποιημένο». O «παιδαγωγισμός» της Λούξεμπουργκ δεν εξυπηρέτησε παρά μονάχα τον αφοπλισμό τον πραγματικών προλεταριακών μαχητών για να τους καταντήσει κοινοβουλευτικές μαριονέτες και πασιφιστές :
«Έτσι ο σοσιαλισμός, αντί να δημιουργήσει μέσα από τις τωρινές συνθήκες ανυπόταχτους επαναστάτες, θα κατέληγε να φτιάχνει πειθήνια πρόβατα, εξημερωμένα και ‘καλλιεργημένα’ για να είναι έτοιμα για κούρεμα… Δεν μπορούμε, επομένως, να συνδέουμε την επανάσταση με την διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου, διότι τότε η επανάσταση δεν θα έλθει ποτέ.»
Avanti, «Το ζήτημα της κουλτούρας» (Πολεμική στην καρδιά του PSI , όπου η Αποχική Αριστερά , που ανασυντάχθηκε γύρω από τον Μπορντίγκα, υποστήριξε καθαρά «αντιεκπολιτιστικές» και «αντιδιαπαιδαγωγητικές» θέσεις).
Εν αντιθέσει με τον μύθο που υποστηρίχθηκε τόσο από τροτσκιστές όσο και από συμβουλιακούς η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν εκπροσωπούσε τον κομμουνισμό αλλά απεναντίας τις πολλαπλές και απεγνωσμένες απόπειρες πισωγυρίσματος της προετοιμασίας του και της πραγματοποίησής του. Αντιπροσωπεύει την κατάρρευση του εργατικού κινήματος από το δημοκρατικό δηλητήριο, ακόμη δε περισσότερο όταν αυτό γίνεται αντιληπτό ως ένα απλό άθροισμα μεμονωμένων εργατών. Μεταξύ γερμανικής κομμουνιστικής Αριστεράς (της οποίας η αληθινή άμεση γραμμή ήταν το IKD-KAPD) και λουξεμπουργκισμού υπάρχει μια ταξική διαχωριστική γραμμή, με βάση την οποία οι Λεβί, Ράντεκ , Τσέτκιν, Μπράντλερ συγκρότησαν το VKPD , τα μονοθεματικά μέτωπα και άλλες πολιτικές με μοιραία κατάληξη.
Για την Λούξεμπουργκ:
«Το ζήτημα σήμερα δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα στην δημοκρατία και την δικτατορία. Το ζήτημα που μας θέτει σήμερα η ιστορία είναι: αστική δημοκρατία ή σοσιαλιστική δημοκρατία. Γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δημοκρατία, με την σοσιαλιστική έννοια του όρου. Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν σημαίνει βόμβες, πραξικοπήματα, ταραχές, ‘αναρχία’, όπως οι πράκτορες του καπιταλισμού τολμούν να ισχυρίζονται, αλλά την διάπλαση του σοσιαλισμού, την απαλλοτρίωση της τάξης των καπιταλιστών, που εναρμονίζεται με τα αισθήματα και με την βούληση της επαναστατικής πλειονότητας του προλεταριάτου, και επομένως μέσα στο πνεύμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Χωρίς την συνειδητή βούληση και την συνειδητή δράση του προλεταριάτου, δεν υπάρχει σοσιαλισμός».
Ρόζα Λούξεμπουργκ, Die Rote Fahne,1918
Για τους κομμουνιστές επαναστάτες υπάρχει ταξικός διαχωρισμός μεταξύ «εργατικής» δημοκρατίας και δικτατορίας του προλεταριάτου:
«Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι εφόσον η επανάσταση εξαλείφει την αχρειότητα που συσσωρεύθηκε από το αστικό καθεστώς και εφόσον θα διαλύσει όλους αυτούς τους φοβερούς θεσμούς που καταπιέζουν και ακρωτηριάζουν την ζωή των παραγωγικών μαζών δεν θα μας προβλημάτιζε καθόλου εάν οι μάχες δοθούν από ανθρώπους που ακόμα δεν έχουν επίγνωση της κατάληξης του αγώνα».
Ο λουξεμπουργκισμός είναι απλώς η φιλελεύθερη εκδοχή του λενινισμού (και αργότερα του σταλινισμού) και δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκε απ’ όλους τους ανθρωπιστές «αντισταλινικούς» θιασώτες του δημοκρατικού κρετινισμού, από τον Μ. Πιβέρ έως τον Κον-Μπετίτ, από τον Ρ. Λεφέβρ ως τον Ντ. Γκερέν , από τον Σαμπατιέρ έως τον Μαντέλ , δίχως να λησμονούμε τους «νέους» απολογητές, το ICC . Περισσότερο και από τον λενινιστικό της εξάδελφο η λουξεμπουργκική ιδεολογία βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με την σοσιαλδημοκρατική παράδοση, η οποία, κρυμμένη πίσω από το όνομα του Μαρξ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια χυδαία μύξη Προυντόν και Λασσάλ. Ο Λένιν, και πάνω απ’ όλα ο Τρότσκι -παρ’ ότι κι αυτοί ενσωμάτωσαν την δικτατορία του προλεταριάτου σε μια αντίληψη περί «εργατικής» δημοκρατίας- τουλάχιστον είχαν προσπαθήσει να έρθουν σε ρήξη με τις δημοκρατικές αντιλήψεις έχοντας εμπιστοσύνη μονάχα στην «σωτήρια αρετή» της βίας, της τρομοκρατίας και του τρόμου.
Ο Τρότσκι το δήλωνε με τον πλέον σαφή τρόπο:
«Η προλεταριακή θεωρία θεωρεί την δημοκρατία ως όργανο της αστικής κοινωνίας, πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τους στόχους της άρχουσας τάξης».
Τρότσκι, «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός»
Ο λουξεμπουργκισμός είναι έτσι μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές ιδεολογίες του μύθου της «εργατικής» δημοκρατίας και μοιραία οδηγεί στην πρακτική της πλήρους ταπείνωσης, της πασιφιστικής άμυνας μπροστά στις δυνάμεις της αστικής τάξης. Όμως δεν είναι η μόνη. Υπήρξαν επίσης και οι αυστρομαρξιστές , οι οποίοι –υπό τον Μαξ Άντλερ και την θεωρητικοποίηση από μεριάς του του συστήματος των εργατικών συμβουλίων ως την πραγμάτωση της «εργατικής» δημοκρατίας- βρίσκονται πολύ κοντά στην Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι, αλλά επίσης και όλα τα ρεύματα που ζητούν «εργατικό έλεγχο», «αυτοδιαχείριση», που στην πραγματικότητα είναι η εφαρμογή της «εργατικής» δημοκρατίας στην σφαίρα της οικονομίας, δηλαδή η διαιώνιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης εν ονόματι του προλεταριάτου (βλ. «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», την Καταστασιακή Διεθνή κ.ο.κ.). Και εδώ αγγίζουμε ένα θεμελιώδες ζήτημα: την σχέση μεταξύ της «πολιτικής» «εργατικής» δημοκρατίας -που σημαίνει την εφαρμογή δημοκρατικών κοινοβουλευτικών αρχών μέσα στα προλεταριακά «μαζικά» όργανα (συνελεύσεις, συνδικάτα, συμβούλια κτλ.), δηλαδή την υποταγή των προλεταριακών καθηκόντων στην εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας, και συνεπώς τις περισσότερες φορές της αστικής ιδεολογίας- και την «οικονομική» «εργατική» δημοκρατία -που σημαίνει την διαχείριση από (εξατομικευμένους) προλετάριους της ίδιας τους της εκμετάλλευσης. Στην πράξη η «εργατική» (ή «άμεση» για τους ελευθεριακούς) δημοκρατία σημαίνει κατά πρώτο λόγο την εφαρμογή δημοκρατικών αρχών (υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία) στις προλεταριακές οργανώσεις (τόσο αυτές που συγκροτούν οι εργατικές μάζες όσο και αυτές που αποτελούνται σαφώς από επαναστάτες). Αυτοί οι οργανισμοί (ειδικά οι πιο πασιφιστικοί) δεν βασίζονται, για τους θιασώτες του δημοκρατικού κρετινισμού, σε ένα πολιτικό περιεχόμενο, σε ένα πρόγραμμα και σε μια βούληση για αγώνα, αλλά αντιθέτως σε αγοραία κοινωνιολογικά κριτήρια, στην «οικονομική» ιδιότητα των ατόμων («Ο εργάτης είναι κάποιος που κάνει αυτή ή την άλλη δουλειά ή χονδροειδέστερα κάποιος που βγάζει χρήματα»). Το όλο ζήτημα λοιπόν εδώ είναι ένα ζήτημα άθροισης «εξατομικευμένων εργατών», ατόμων, δηλαδή στοιχειδών μονάδων του κεφαλαίου. Στο εσωτερικό αυτών επικρατεί η δημοκρατική ψήφος και η άθροιση ατομικών απόψεων και συνεπώς επικρατούν εντός τους η ιδεολογία και οι κυρίαρχες απόψεις της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή της αστικής τάξης. Το να εκκινεί κανείς από το απομονωμένο άτομο –και κοινωνιολογικώς από τον μεμονωμένο εργάτη- από το άθροισμα των ιδιαίτερων απόψεών του, οδηγεί κατ’ ανάγκην όχι σε μια ταξική προλεταριακή θέση (άρνηση του ατόμου προς όφελος της αγωνιζόμενης κοινότητας) αλλά σε μια σούμα αστικών θέσεων.
«Το να ξεκινάμε από το άτομο-μονάδα ως κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα και να συγκροτήσει κοινωνικές δομές, ή ακόμη και να αρνηθεί την κοινωνία, είναι σαν να ξεκινάμε από μια εξωπραγματική υπόθεση, η οποία, ακόμη και στις πιο σύγχρονες διατυπώσεις της, ισοδυναμεί μονάχα με την αποκατάσταση των εννοιών της θρησκευτικής αποκάλυψης και δημιουργίας και την έννοια μιας πνευματικής ζωής που δεν εξαρτάται από τη φυσική και την οργανική ζωή».
Η εμπειρία του εργατικού κινήματος μας δείχνει ότι στο εσωτερικό αυτών των οργανισμών (συμβούλια στην Γερμανία, Σοβιέτ στην Ρωσία, «συνδικάτα» στις ΗΠΑ και την Λατινική Αμερική κτλ.) ότι οι υφιστάμενες απόψεις, είτε συγκεχυμένες είτε ξεκάθαρα αστικές, επιβάλλονται πολύ εύκολα και συχνά διατηρούνται ακόμα και μετά την νικηφόρα εργατική εξέγερση. Ας δώσουμε γρήγορα το παράδειγμα ότι ο Νόσκε ήταν το «παλιόσκυλο», αλλά ο κατά τα άλλα «εργάτης», αυτός που δημοκρατικά εξελέγη επικεφαλής των συμβουλίων στην Γερμανία και ότι σχεδόν σε όλα τα προλεταριακά κέντρα οι όμοιοί του από SPD απέκτησαν τον έλεγχο της πλειοψηφίας των συμβουλίων. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην Ρωσία ήταν αναγκαία η οργάνωση της εξέγερσης την παραμονή του συνεδρίου των Σοβιέτ ώστε να το φέρουν ενώπιον του τετελεσμένου γεγονότος! (βλ. την πολεμική μεταξύ Λένιν και Τρότσκι).
Η δημοκρατική αρχή αντιτίθεται (και ποτέ δεν λαμβάνει υπ’ όψιν) στις εργατικές ανάγκες, στην αναγκαιότητα του αγώνα, δηλαδή στο προλεταριακό περιεχόμενο που αυτές οι συνελεύσεις θα μπορούσαν να έχουν εάν η συγκρότησή τους δεν εξαρτιόταν από την κοινωνιολογική και ατομική ιδιότητα των προλετάριων αλλά αντιθέτως από την βούλησή τους να αγωνισθούν. Η οριοθέτησή τους πραγματοποιείται διαμέσου του αγώνα και η ίδια η πραγματικότητα των ταξικών ανταγωνισμών αποδεικνύει ότι τις πιο πολλές φορές οι μειονότητες (ένας εξαιρετικά σχετικός όρος αφού αυτές οι μειονότητες γίνονται, σε επαναστατική περίοδο, εκατομμύρια μαχόμενων προλετάριων) είναι αυτές που επί του πρακτέου αναλαμβάνουν τα επαναστατικά καθήκοντα και «κάνουν την επανάσταση».
«Η άποψη αυτή μπορεί να διατυπωθεί με τη βασική μαρξιστική θέση: ‘η επανάσταση δεν είναι ζήτημα οργανωτικών μορφών’. Η επανάσταση, απεναντίας, είναι ένα ζήτημα περιεχομένου και περιλαμβάνει το πρόβλημα της κινητοποίησης και της δράσης επαναστατικών δυνάμεων σε μια αδιάκοπη διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να θεωρητικοποιηθεί ή να αποκρυσταλλωθεί σε κανένα από τα ποικίλα στατικά «συνταγματικά δόγματα» που έχουν διατυπωθεί».
Η «εργατική» δημοκρατία επιβεβαιώνεται έτσι ως προπύργιο του κεφαλαίου, ως η ύστατη αστική λύση στην κρίση του κεφαλαίου, γιατί έχει την τάση κάθε στιγμή να αναδεικνύει στο προσκήνιο τις αντεπαναστατικές και όχι τις κομμουνιστικές ιδέες, να καθηλώνει τις επαναστατικές πρωτοπορίες σε στάση αναμονής και επομένως να τις εξουδετερώνει υπό το πρόσχημα ότι άλλα, πιο μαζικά τμήματα ακόμη βραδυπορούν. Κάθε στιγμή η «εργατική» δημοκρατία αναδεικνύει έτσι την ετερογένεια του προλεταριάτου που διαμορφώθηκε από το κεφάλαιο εις βάρος των απόψεων της κομμουνιστικής ενοποίησης και ομογενοποίησης. Η δημοκρατία έτσι αντιτίθεται ευθέως στον παγκόσμιο συγκεντρωτισμό του προλεταριάτου, στην οργανική του ενότητα, στην συγκρότησή του σε παγκόσμιο κόμμα.
Επιπλέον, στην «εργατική» δημοκρατία που εφαρμόζεται στην πολιτική σφαίρα, όπου οι εργάτες πρέπει να αποφασίσουν για τα καθήκοντά τους όταν αυτά είναι ιστορικά καθορισμένα, υπάρχει και η «εργατική» δημοκρατία που εφαρμόζεται στην οικονομική σφαίρα υπό την μορφή του «εργατικού ελέγχου», ή πιο κομψά, της «αυτοδιαχείρισης». Και αν οι κομμουνιστές πάντα αγωνίζονταν κατά της αυτοδιαχείρισης, εναντίον της μαθητείας των εργατών στον καπιταλισμό (πράγμα που απεναντίας αποτελούσε το αγαπημένο θέμα του Προυντόν, του Σορέλ , του Άντλερ, του Γκράμσι κ.ά.), μένει σε εμάς να καταστρέψουμε αυτούς τους μύθους ακόμη και μετά την νικηφόρα εξέγερση.
«Δεν θέλουμε να εξαπλωθεί ανάμεσα στις μάζες των εργατών η πεποίθηση ότι με την ανάπτυξη των θεσμών των συμβουλίων είναι δυνατόν να κατακτηθούν οι επιχειρήσεις και να εξολοθρευτούν οι καπιταλιστές. Αυτή θα ήταν η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Οι επιχειρήσεις θα κατακτηθούν από την εργατική τάξη –και όχι απλώς μονάχα από το προσωπικό τους, κάτι που θα ήταν ένα πολύ μικρό ζήτημα και όχι και πολύ κομμουνιστικό- μόνο αφού αυτή καταλάβει την πολιτική εξουσία. Χωρίς αυτήν την κατάληψη, θα διαδοθούν λογιών-λογιών ψευδαισθήσεις από βασιλικούς φρουρούς, καραμπινιέρηδες (Ιταλική Μυστική Αστυνομία) κτλ…, δηλαδή από τους μηχανισμούς της καταπίεσης και της βίας που διαθέτει η αστική τάξη διαμέσου του κρατικού της μηχανισμού».
Και όπως το κατανόησε σωστά ο Μπορντίγκα, εάν πριν την εξέγερση η κατάκτηση των εργοστασίων από τους εργάτες δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιηθεί μονάχα μόνο για να τους αποσπάσει από το καθήκον της καταστροφής του καπιταλισμού και να τους στρέψει στην «εργατική» μεταρρύθμιση του συστήματος, ακόμα και μετά την νικηφόρα εξέγερση, η κατάκτηση των εργοστασίων από τους εργάτες, ο «εργατικός έλεγχος», η αυτοδιαχείριση, δεν είναι «και πολύ κομμουνιστικά» δεν είναι παρά μέσα για την ενδυνάμωση των πανταχού παρόντων αστικών τάσεων.
Αυτές οι πολιτικές απορρέουν άμεσα από δύο θεμελιώδεις και συμπληρωματικές σοσιαλδημοκρατικές παρεκκλίσεις: τον πολιτικισμό [politicism] και τον οικονομισμό [economism] –τον διοικητισμό [managementism]- που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η εφαρμογή της δημοκρατίας στην επαναστατική διαδικασία. Ένα ζήτημα που γεννάται είναι το αν θεωρούμε την εξέγερση, την επανάσταση, μια πρωτίστως ή αποκλειστικά μια πολιτική πράξη (ο Μαρξ μίλησε για μια επανάσταση «με πολιτική ψυχή»): την κατάκτηση, ακόμη και με βίαιο τρόπο, της πολιτικής εξουσίας, του κρατικού μηχανισμού, στην πραγματικότητα την «κατάληψη» του αστικού κράτους, και μετά, ανάλογα με τις περιστάσεις, την θέσπιση του τάδε ή δείνα οικονομικού μέτρου προς συμφέρον ή όχι του προλεταριάτου, με ή χωρίς την συγκατάθεσή του (βλ. την εισαγωγή του συστήματος του Τέιλορ και την καθιέρωση της 8ωρης εργάσιμης μέρας εξ αρχής από τον μπολσεβίκικη δικτατορία). Σύμφωνα με αυτή την άποψη -που αποτελεί άλλο τόσο μια αντίληψη περί πολιτικής διαμεσολάβησης όπως και η «εργατική» δημοκρατία- η κομμουνιστική επανάσταση δεν είναι μια κοινωνική επανάσταση που πρέπει να καταστρέψει τελείως το αστικό κράτος, τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και την μισθωτή εργασία και να μετατρέψει την παραγωγή σε αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής, αλλά απεναντίας θεωρεί ότι η «κομμουνιστική» επανάσταση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλλαγή πολιτικού προσωπικού (όπως και η αστική επανάσταση), που αναλαμβάνει την εξουσία για την πραγματοποίηση ορισμένων οικονομικών μέτρων που αποσκοπούν στην μεταρρύθμιση του τρόπου παραγωγής. Αυτή είναι η πραγματική βάση της αντίληψης περί «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», που κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι η «εργατική πολιτική εξουσία» μπορεί να διατηρηθεί (και που στην ΕΣΣΔ διήρκεσε πάνω από εξήντα χρόνια) επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, και ειδικά ενός μεταρρυθμισμένου καπιταλισμού. Ως εκ τούτου συνάγεται φυσικά η αντίληψη κατά την οποία η περίοδος μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό δεν είναι παρά ο «μεταβατικός τρόπος παραγωγής», η «εργατική δημοκρατία» στην πολιτική και η «εργατική διαχείριση» στην οικονομία, ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής («σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός» ) που αποτελεί ένα σοφό μίγμα καπιταλισμού και… «εργατικής δημοκρατίας» έως την τελική λύτρωση. Εδώ συναντάμε όλους τους «μαρξιστές θεωρητικούς» του «σοσιαλιστικού σταδίου», του «κρατικού καπιταλισμού ως αναγκαίο πρελούδιο για την μετάβαση στον κομμουνισμό», οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά χυδαίοι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος στην σοβιετική του μορφή, την ρωσική ή την κινεζική.
Για εμάς, όπως και για τον Μαρξ, αντιθέτως η περίοδος μετάβασης είναι –και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι η δικτατορία του προλεταριάτου για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, δηλαδή μια ολόκληρη διαδικασία καταστροφής των θεμελίων του καπιταλιστικού συστήματος (αξία, χρήμα, κεφάλαιο, μισθωτή εργασία) άμεσα, μέσω και από αυτή την ίδια την διαδικασία με σκοπό την ενσυνείδητη δημιουργία της ανθρώπινης κοινότητας, του ανθρώπινου συλλογικού όντος [the human collective being]. Η περίοδος μετάβασης μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα ως μια ενιαία διαδικασία, ένα ολοκληρωτικό κίνημα καταστροφής και δημιουργίας, στον βαθμό που δικτατορικά υποσκάπτει τα θεμέλια του καπιταλισμού (την εξαγωγή υπεραξίας, που βασίζεται στην διαφορά μεταξύ αναγκαίας και πρόσθετης εργασίας) , που όσο περισσότερο γενικεύεται τόσο περισσότερο θα εμφανίζεται ένας νέος κοινοτικός τρόπος ζωής, ένας κομμουνιστικός τρόπος ζωής. Κάθε προσπάθεια που στοχεύει στον διαχωρισμό, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο, των δύο όρων αυτής της μεταβατικής διαδικασίας -καταστροφή και δημιουργία- καταλήγει αναπόφευκτα στην κατάλυσή της, στην επιστροφή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην μισθωτή σκλαβιά. Εκεί καταλήγουν αποδεδειγμένα ο πολιτικισμός και ο οικονομισμός, όπως και όλες οι αντιλήψεις περί «μεταβατικού τρόπου παραγωγής», δηλαδή μιας ενδιάμεσης φάσης «εργατικής» δημοκρατίας μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού.
Η αντικατάσταση ή η ταύτιση της δικτατορίας του προλεταριάτου με την «εργατική» δημοκρατία, πέρα από την άρση του τρομοκρατικού χαρακτήρα της εργατικής δικτατορίας, σηματοδοτεί την διαιώνιση της πολιτικής διαμεσολάβησης, την διαιώνιση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων -μισθωτή εργασία – που γίνονται πλέον αντικείμενο δημοκρατικού ελέγχου από τους ίδιους τους προλετάριους. Αυτό γίνεται μέσω της άρνησης του χαρακτήρα του «ημικρατικού» (Μαρξ) χαρακτήρα του προλεταριακού κράτους, δηλαδή της διαδικασίας εξάλειψης της σφαίρας του πολιτικού και της επέκτασης της ανθρώπινης κοινότητας. Μια τέτοια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία είναι η πραγματωμένη ουτοπία του καπιταλισμού, ένας κόσμος κινητήρια δύναμη του οποίου παραμένει η αξία που αυτοαξιοποιείται -καπιταλισμός- αλλά χωρίς την επαναστατική-καταστροφική του πλευρά -το προλεταριάτο- με σκοπό την διατήρηση του αναπαραγωγικού πόλου του κεφαλαίου. Η «εργατική» δημοκρατία εκφράζει έτσι με τον πιο πλήρη τρόπο το όνειρο όλων των ρεφορμιστών ανά τον κόσμο: το κεφάλαιο χωρίς τις αντιφάσεις του, «την υπάρχουσα κοινωνία χωρίς τα στοιχεία που την επαναστατικοποιούν και τη διαλύουν» . Όπως είπε σωστά ο Μπαρό:
«Η δημοκρατία βοήθησε την εναρμόνιση των αποκλινόντων συμφερόντων μέσα στο πλαίσιο του αστικού κράτους. Τώρα ο κομμουνισμός δεν γνωρίζει κανένα κράτος, αλλά το καταστρέφει και ούτε γνωρίζει αντιτιθέμενες κοινωνικές ομάδες. Έτσι απαλλάσσει αυτομάτως από κάθε μηχανισμό διαμεσολάβησης που θα αποφάσιζε τι θα ήταν σωστό να γίνει. Το να επιθυμούμε ταυτόχρονα τον κομμουνισμό και την δημοκρατία αποτελεί αντίφαση. Αφού [ο κομμουνισμός] είναι το τέλος της πολιτικής και η ενοποίηση της ανθρωπότητας, αυτός δεν εγκαθιστά καμία δύναμη υπεράνω της κοινωνίας προκειμένου να την καταστήσει σταθερή και αρμονική».
Το παράδοξο μεταξύ κομμουνισμού και δημοκρατίας είναι μόνο η έκφραση της διαφοράς επαναστατικού προλεταριάτου και αστικής τάξης. Το τεράστιο βάρος της σοσιαλδημοκρατικής και ελευθεριακής παράδοσης που βαραίνει πάνω στο κομμουνιστικό κίνημα έχει παρακινήσει για ένα μεγάλο διάστημα το προλεταριάτο στην κατάκτηση του αστικού κράτους, ειρηνικά ή μη, στην κατάληψή του, στην μεταρρύθμισή του. Έτσι, έναντι της σαπίλας της αστικής δημοκρατίας εκρίθη απαραίτητο να προβληθεί η αγνότητα της «εργατικής» δημοκρατίας, δηλαδή εν ολίγοις ότι απέναντι σε όλους τους κακούς καπιταλιστές πρέπει να αντιτεθούν και να πραγματοποιηθούν τα οφέλη της, τα οφέλη της δημοκρατίας, της δημοκρατίας ως ο θετικός πόλος του κεφαλαίου.
Απέναντι σε αυτές τις επιστροφές στον αστικό σοσιαλισμό ο επαναστατικός μαρξισμός πάντα οροθετείται από την ανάγκη της καταστροφής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, του συστήματος εν όλω.
• Το ζήτημα δεν είναι η υπεράσπιση του πόλου της εργασίας έναντι του πόλου του κεφαλαίου.
• Το ζήτημα δεν είναι να απαλλαγούμε από τους «διεφθαρμένους» καπιταλιστές προκειμένου να χρησιμοποιήσουμε τις «καλές» παραγωγικές δυνάμεις.
• Το ζήτημα δεν είναι να ασκήσουμε κριτική στην βάρβαρη αστική δημοκρατία χάριν της πολιτισμένης «εργατικής» δημοκρατίας.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η καταστροφή ολόκληρου του συστήματος, οι θετικοί πόλοι του οποίου -δημοκρατία, πρόοδος, πολιτισμός, επιστήμες κ.ο.κ- υφίστανται μόνο ως λειτουργία των αρνητικών πόλων και λειτουργούν χάριν αυτών -λευκή τρομοκρατία, πόλεμοι, λιμοκτονίες, μόλυνση κ.ο.κ.
«Οι θεωρίες ημών, των μαρξιστών, συνοψίζονται απολύτως με τούτη την φράση: Στο διάολο η ελευθερία! Στο διάολο το Κράτος!».

Διεθνιστική Κομμουνιστική Ομάδα (ICG)

Πηγή: Le Communiste No. 19, Φεβρουάριος 1984
Τίτλος πρωτοτύπου: Communisme contre démocratie
Η μετάφραση έγινε από το αγγλικό κείμενο και η επιμέλεια βάσει του γαλλικού πρωτοτύπου.

Η Διεθνιστική Κομμουνιστική Ομάδα (Internationalist Communist Group) εκδίδει περιοδικό σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, αραβικά, ισπανικά, ελληνικά κ.ά).

Βλ. http://gci-icg.org/

Advertisements
This entry was posted in ΘΕΣΕΙΣ and tagged , , , . Bookmark the permalink.