Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

oth2ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στην ιστορία της Αριστερής Πτέρυγας του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο εγκαινιάσαμε στο 3ο τεύχος του περιοδικού μας (Ένζυμο, Νο 3, Νοέμβριος 2014, σ.79-93). Το πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος μπορούν να βρουν οι αναγνώστες στο μπλογκ μας, στο παρακάτω λινκ:

https://engymo.wordpress.com/2014/09/14/%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CF%80%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC/

Θεωρούμε ότι η παρουσίαση της ιστορίας των Τούρκων επαναστατών του μεσοπολέμου, για πρώτη μάλιστα φορά, στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας αποτελεί μια συνεισφορά της ομάδας μας στην υπόθεση της διεθνιστικής ενότητας της εργατικής τάξης που ζει στις δύο μεριές του Αιγαίου.

Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η μελέτη αυτή, η οποία εξετάζει το κομμουνιστικό κίνημα και τον αγώνα κατά του εθνικισμού στην Ανατολία από το 1920 έως το 1927, παραθέτοντας στοιχεία παρμένα από διαφορετικές πηγές που προηγουμένως παρέμεναν ασύνδετα μεταξύ τους, αποσκοπεί να φέρει στο προσκήνιο μια ξεχασμένη ιστορία. Ωστόσο, σκοπός μας εδώ δεν είναι η διερεύνηση ενός ιστορικού γεγονότος λόγω του ενδιαφέροντός του ούτε επειδή ουδέποτε αυτό μελετήθηκε σοβαρά. Η μελέτη αυτή που ασχολείται με την αριστερή πτέρυγα του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος (TKP), που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του αγώνα εναντίον του κεμαλικού κινήματος, των δεξιών στοιχείων στο εσωτερικό του Κόμματος και των εσφαλμένων θέσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αποσκοπεί στην εξαγωγή των πολιτικών διδαγμάτων αυτού του αγώνα και στην επαναφορά στην επικαιρότητα των λόγων για τους οποίους αγωνίστηκε η αριστερή πτέρυγα.

Εάν δούμε την εξέλιξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, διαπιστώνουμε ότι κατά την διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου ανάπτυξης του καπιταλισμού τα κινήματα αυτά μπόρεσαν να καταργήσουν τους αντιδραστικούς θεσμούς που ήταν προϊόντα απαρχαιωμένων παραγωγικών σχέσεων, όπως η δουλοκτησία και ο φεουδαλισμός, και γι’ αυτόν τον λόγο υποστηρίχθηκαν, υπό συγκεκριμένους όρους, από τους επαναστάτες δίχως ούτε για μια στιγμή να λησμονούν ότι τα κινήματα αυτά ήταν αστικά κινήματα. Από την άλλη μεριά, η καινούργια κατάσταση, που εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι διαμορφώθηκε με την έναρξη του παγκοσμίου πολέμου το 1914, υποχρέωσε τους επαναστάτες να καταπιαστούν πολύ πιο σοβαρά με τις θέσεις τους για το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης. Ο καπιταλισμός δεν ήταν πια ο ίδιος όπως τότε που εξαπλωνόταν ως τρόπος παραγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά είχε γίνει ένας καπιταλισμός που κυβερνούσε σε παγκόσμια κλίμακα και δεν μπορούσε πλέον να επεκταθεί, πρώτον γιατί ήταν ιμπεριαλιστικός και δεύτερον γιατί βύθιζε τον κόσμο πιο βαθιά στην βαρβαρότητα. Έτσι, όλοι οι επαναστάτες εκείνης της εποχής καταλάβαιναν στον έναν ή στον άλλον βαθμό ότι ο πόλεμος αποτελεί σημείο ευρύτερων αλλαγών, ότι έχει αρχίσει η εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων και ότι ο καπιταλισμός έχει εισέλθει στο στάδιο της παρακμής του.

Η καινούργια σημασία που απέκτησε η στάση έναντι του ζητήματος της εθνικής απελευθέρωσης συνδέεται με την ανάλυση του ιμπεριαλισμού, μ’ άλλα λόγια με τα συμπεράσματα που αντλούνται από αυτήν την αλλαγή της ιστορικής κατάστασης. Παρά το γεγονός ότι ο Μπουχάριν έβγαλε στην οικονομική του ανάλυση, από την οποία άντλησε τα επιχειρήματά του ο Λένιν, πολιτικά συμπεράσματα αντίθετα προς τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, και παρ’ όλο που η αριστερή κομμουνιστική αντιπολίτευση στο εσωτερικό του Μπολσεβίκικου Κόμματος αντιτάχθηκε στις θέσεις του Λένιν για τον εθνικό ζήτημα, τα συμπεράσματα στα οποία τελικώς κατέληξε ο Λένιν όσον αφορά το ζήτημα αυτό θα χρησίμευαν σε μεγάλο βαθμό ως οδηγός για το Μπολσεβίκικο Κόμμα και σε τελική ανάλυση για τις σχετικές θέσεις που θα υιοθετούσε αργότερα η Κομμουνιστική Διεθνής. Ως γνωστόν οι θέσεις της Κομιντέρν εκκινούσαν από την βασική υπόθεση σύμφωνα με την οποία τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, που βρίσκονται υπό την καθοδήγηση της «δημοκρατικής αστικής τάξης», ήταν κατά του ιμπεριαλισμού, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει τα κινήματα αυτά να υποστηριχθούν. Αν και δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να υπεισέλθουμε σε μια λεπτομερή εξέταση της ανάλυσης του Λένιν, θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι η θέση του Λένιν διέφερε από την φανατική υποστήριξη την οποία δίνουν οι σημερινοί αυτοαποκαλούμενοι οπαδοί του. Έτσι, παρ’ όλο που ο Λένιν υποστηρίζει την ιδέα ότι στις καθυστερημένες χώρες «τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να βοηθούν τα αστικοδημοκρατικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα», αναφέρει επίσης ότι «ολόκληρη η πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το εθνικό και αποικιακό ζήτημα θα πρέπει να στηρίζεται πρωτίστως στην επίτευξη μιας στενότερης ενότητας με τους προλετάριους και τις εργαζόμενες μάζες όλων των εθνών και των χωρών για την πραγματοποίηση ενός κοινού επαναστατικού αγώνα για την ανατροπή των γαιοκτημόνων και της αστικής τάξης. Μονάχα αυτή η ενότητα μπορεί να αποτελέσει εγγύηση για την υπερνίκηση του καπιταλισμού χωρίς την οποία είναι αδύνατη η κατάργηση της εθνικής καταπίεσης και της ανισότητας».[1] Αυτή η σαφώς αντιφατική προσέγγιση οφείλεται στο γεγονός ότι σύμφωνα με την οικονομική ανάλυση του Λένιν η παγκόσμια οικονομία αποτελεί ένα άθροισμα εθνών. Εκκινώντας από αυτήν την λανθασμένη ανάλυση ο Λένιν θεωρεί ότι μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικά είδη αστικής τάξης, μια ιμπεριαλιστική και μια αντιιμπεριαλιστική. Στην πράξη η πολιτική υποστήριξης της εθνικής απελευθέρωσης, οπουδήποτε εφαρμόστηκε, δεν αποτέλεσε τίποτε άλλο από ένα εμπόδιο στην στενότερη ένωση των προλετάριων και των εργαζόμενων μαζών όλων των εθνών και των χωρών.

Εν αντιθέσει με τα παραπάνω, η ανάλυση της Λούξεμπουργκ για τον ιμπεριαλισμό είναι κατά πολύ περισσότερο συνεκτική και ακριβής και χάρη σε αυτήν την ανάλυση η Λούξεμπουργκ μπόρεσε να υιοθετήσει μια κατά πολύ περισσότερο συνεπή θέση σε σχέση με την θέση του Λένιν. Σύμφωνα με την Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Ιμπεριαλισμός δεν είναι η δημιουργία ενός κράτους ή μιας ομάδας κρατών. Ο ιμπεριαλισμός αποτελεί προϊόν ενός ιδιαίτερου σταδίου ωρίμανσης της παγκόσμιας εξέλιξης του κεφαλαίου, μια εγγενώς διεθνή κατάσταση, ένα αδιαίρετο όλον, που είναι ευδιάκριτο μονάχα μέσα στο σύνολο των σχέσεών του και από το οποίο κανένα έθνος δεν μπορεί να παραμείνει αμέτοχο κατά βούληση».[2] Βασισμένη σε αυτήν την ανάλυση η Ρόζα Λούξεμπουργκ μπόρεσε να καταλήξει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Σήμερα το έθνος δεν είναι παρά ένας πέπλος που καλύπτει τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, μια πολεμική ιαχή των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, το τελευταίο ιδεολογικό μέσο με το οποίο μπορούν οι μάζες να πεισθούν να γίνουν κρέας για τα κανόνια των ιμπεριαλιστικών πολέμων».[3] Όταν οι Μπολσεβίκοι υπέστησαν σημαντικές απώλειες στην Φινλανδία καθώς επίσης και σε πολλά άλλα μέρη εξαιτίας της υποστήριξης που έδωσαν στην εθνική απελευθέρωση και εξαιτίας της αντίληψής τους περί του «δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών», η Λούξεμπουργκ, αντλώντας τα διδάγματα αυτής της εμπειρίας, έγραφε ότι: «Οι Μπολσεβίκοι όφειλαν να μάθουν, πληρώνοντάς το ακριβά και με ζημιά της Επανάστασης, ότι ακριβώς κάτω από τη βασιλεία του καπιταλισμού δεν υπάρχει ‘ελεύθερη αυτοδιάθεση’ του έθνους, ότι σε μια ταξική κοινωνία κάθε τάξη του έθνους ζητάει να ‘διαθέσει τον εαυτό της’ κατά διαφορετικόν τρόπο και ότι, σχετικά με την αστική τάξη, η άποψη της εθνικής ελευθερίας δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την επιβολή της ταξικής της κυριαρχίας».[4]

Η κεμαλική κυβέρνηση στην Τουρκία αποτελούσε απόδειξη της ακρίβειας όσων είχε πει η Λούξεμπουργκ σχετικά με την εθνική απελευθέρωση και τον ιμπεριαλισμό. Ο λόγος για τον οποίο ο Μουσταφά Κεμάλ πήγε στην Σαμψούντα, γεγονός που αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την μυθολογία της εθνικής απελευθέρωσης, ήταν ότι ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ήθελε να στείλει εκεί έναν Οθωμανό διοικητή. Το ότι ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ήθελε εκεί έναν διοικητή οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την καταστολή του σοβιετικού κινήματος στις πόλεις του Ερζερούμ, του Ερζινκάν, του Μπαϊμπούρτ και της Σεβάστειας από τον οθωμανικό στρατό οι Βρετανοί επιθυμούσαν να ελέγξουν την περιοχή και να λάβουν τις προφυλάξεις έναντι παρόμοιων πιθανών μελλοντικών γεγονότων.[5] Το σοβιετικό κίνημα, με επίκεντρο την πόλη του Ερζινκάν, αναπτύχθηκε από την επαναστατική προπαγάνδα που έκαναν Ρώσοι στρατιώτες στην περιοχή και ενώ ο ρωσικός στρατός υποχωρούσε μετά την επανάσταση, οι αρμένιοι, κούρδοι και τούρκοι γαιοκτήμονες της περιοχής, αφήνοντας κατά μέρος τις οξείες εθνικές τους διαφορές, ενώθηκαν μεταξύ τους. Το κίνημα κατεστάλη από τον οθωμανικό στρατό τον Ιανουάριο του 1918.[6] Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ έπαψε να εργάζεται για τον οθωμανικό στρατό και ανέλαβε τον έλεγχο τοπικών εθνικιστικών κινημάτων, η δυτική αστική τάξη υποστήριζε ήδη και ήλεγχε μια μερίδα της τουρκικής άρχουσας τάξης, την κεντρική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολης. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι κεμαλικοί εθνικιστές προσπάθησαν να συνάψουν στενές σχέσεις με την Ρωσία προκειμένου να βρουν εκεί υποστήριξη. Παρ’ όλα αυτά είχαν επίγνωση του πόσο επικίνδυνοι είναι γι’ αυτούς τόσοι οι εγχώριοι κομμουνιστές όσο και το σοβιετικό καθεστώς. Εν πάσει περιπτώσει, ένας άλλος λόγος για τον οποίον επιθυμούσαν να είναι φιλικοί προς την Ρωσία και να αποκτήσουν την υποστήριξή της ήταν ότι ήθελαν να στείλουν στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη ένα τελεσίγραφο λέγοντάς τους ότι θα επιδιώξουν στενότερες σχέσεις με την Ρωσία έως ότου φθάσουν σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Ο λόγος αυτής της κενής απειλής ήταν ότι το κεμαλικό κίνημα επιθυμούσε να αναγνωρισθεί από τις δυτικές δυνάμεις. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι κεμαλιστές έφθασαν σε συμφωνία με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, με τις οποίες προηγουμένως διατείνονταν ότι ήταν εναντίον τους.

Επικεφαλείς του κεμαλικού κινήματος ήταν πρώην μεσαία και υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού και της κρατικής γραφειοκρατίας. Με άλλα λόγια, τα ηγετικά στελέχη του κινήματος είτε προέρχονταν από τον Οθωμανικό Στρατό ή από την Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο, το οποίο είχε αναλάβει την διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την προηγούμενη περίοδο. Υπό αυτήν την έννοια το κεμαλικό κίνημα ήταν αναμφίβολα ένα αστικό κίνημα. Ο γραφειοκρατικός χαρακτήρας του καθεστώτος, το οποίο επρόκειτο να επανδρωθεί από τα ίδια στελέχη στο μέλλον, το κάνει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πρώτα παραδείγματα κρατικών καπιταλιστικών καθεστώτων μαζί με την Ιταλία του Μουσολίνι. Ο «απελευθερωτικός» πόλεμος της στρατιωτικής πτέρυγας της εθνικιστικής αστικής τάξης διεξήγετο μονάχα εναντίον του ελληνικού στρατού. Αυτή ήταν και η μοναδική δοκιμασία των Τούρκων εθνικιστών ενώπιον του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Από την άλλη μεριά, η νίκη των Τούρκων εθνικιστών οφείλεται πρωτίστως στην επιτυχημένη προπαγάνδα κατά του πολέμου των Ελλήνων κομμουνιστών μέσα στον στρατό και όχι σε κάποιες εκπληκτικές στρατιωτικές επιτυχίες.

Οι αγωνιστές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος εκείνη την περίοδο διεξήγαγαν μαζική προπαγάνδα κατά του πολέμου στο εσωτερικό του στρατού. Η αριστερή πτέρυγα του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος έγραφε τα εξής γι’ αυτήν την δραστηριότητα: «Όπως και οι Τούρκοι έτσι και οι Έλληνες εργάτες δεν είναι απαλλαγμένοι από την προπαγάνδα που φέρει το προσωπείο της θρησκείας και της εθνικότητας, την οποία διεξάγει η αστική τους τάξη. Εάν είχαν απαλλαγεί από αυτήν, τότε θα καταλάβαιναν ποια είναι τα πραγματικά τους συμφέροντα, θα έβλεπαν ποιοι είναι οι αληθινοί τους φίλοι και ποιοι οι πραγματικοί τους εχθροί και τότε θα εφορμούσαν εναντίον τους με όλη τους την δύναμη! Γι’ αυτό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών και των Ελλήνων ταξικά συνειδητών εργατών είναι να πουν στους συναδέλφους τους ποιοι είναι οι αληθινοί τους φίλοι και ποιοι οι πραγματικοί τους εχθροί και να δείξουν στην εργατική τάξη τον δρόμο για την απελευθέρωσή της. Θα πρέπει να είμαστε ευτυχείς διότι αυτοί οι σύντροφοί μας εκπλήρωσαν τα καθήκοντά τους με επιτυχία τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα. Σήμερα αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πίσω από την ήττα των ελληνικών στρατευμάτων βρίσκεται πρωτίστως η επιτυχημένη προπαγάνδα των Ελλήνων κομμουνιστών συντρόφων εναντίον του πολέμου τόσο μέσα στον στρατό όσο και μέσα στους Έλληνες εργάτες. Η επιρροή της προπαγάνδας τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε σήμερα η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να το σκεφτεί σοβαρά προτού σύρει την χώρα προς έναν νέο πόλεμο, επειδή έχει πλήρη επίγνωση ότι θα έχει αρνητική έκβαση και θα περιλαμβάνει μια πολύ μεγαλύτερη ήττα για την ελληνική αστική τάξη, μια εξέγερση και μια ανάληψη της εξουσίας από την ελληνική εργατική τάξη».[7]

Ωστόσο προς το τέλος του πολέμου, όταν το εργατικό κίνημα εναντίον του πολέμου οδήγησε σε μια σχεδόν επαναστατική κατάσταση, προσφέρθηκε στην ηγεσία του Ελληνικού Κόμματος η ευκαιρία της νομιμοποίησης. Ο Έλληνας επαναστάτης Άγις Στίνας, ο οποίος ήταν ένας από τους διεθνιστές που αργότερα αντιτάχθηκαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εξηγεί γιατί ο κομμουνιστής Πετσόπουλος[8] διαγράφηκε από το Κόμμα: «Σε μια τεράστια συγκέντρωση στην πιο μεγάλη πλατεία της Σόφιας, ο Πετσόπουλος χαιρετίζει εκ μέρους των εργατών της Ελλάδας τους βούλγαρους και εκεί μπροστά στις χιλιάδες των εργατών αγκαλιάζει και φιλεί τον τούρκο αντιπρόσωπο και οι δύο τώρα έλληνας και τούρκος, ενώ στη Μικρά Ασία έλληνες και τούρκοι αλληλοσφάζονται, αυτοί καταγγέλλουν τον πόλεμο, διακηρύσσουν με μεγάλη φωνή την αλληλεγγύη, τα κοινά συμφέροντα και τα κοινά ιδεώδη ελλήνων και τούρκων εργατών και καλούν τους δύο λαούς να συναδελφωθούν και από κοινού να αγωνιστούν για τον σοσιαλισμό. Όλα αυτά τα έκανε αμέσως γνωστά στην ελληνική κυβέρνηση ο έλληνας πρεσβευτής στη Σόφια. Αυτή η διεθνιστική στάση του Πετσόπουλου ήταν ασφαλώς ασυμβίβαστη με την πολιτική της ‘νομίμου υπάρξεως’ και της ‘υποστολής της σημαίας της πάλης των τάξεων’ και θα μπορούσε να εκθέσει το κόμμα στα μάτια των «πατριωτών αξιωματικών» ή να προκαλέσει την επέμβαση της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Σ’ αυτό και όχι αλλού πρέπει να ιδούμε τους λόγους της διαγραφής του Πετσόπουλου.»[9]

Τόσο οι κομμουνιστές από την Ελλάδα όσο και οι κομμουνιστές από την Τουρκία, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς, προσπάθησαν να αντιταχθούν στον ενδοϊμπεριαλιστικό ελληνοτουρκικό πόλεμο παρά τα εμπόδια που αντιμετώπισαν. Οι Έλληνες κομμουνιστές είχαν αντιταχθεί στον πόλεμο με όλες τους τις δυνάμεις μέχρι την νομιμοποίηση του κόμματος και είχαν δημιουργήσει έναν τεράστιο αντίκτυπο. Οι Τούρκοι κομμουνιστές δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν αντίστοιχο αντίκτυπο αφενός εξαιτίας της πολιτικής της Κομιντέρν που τους στάθηκε εμπόδιο και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι η αριστερή πτέρυγα του κόμματος, η οποία προσπαθούσε πάντα να αντιταχθεί στην αστική τάξη, είχε να αγωνιστεί εναντίον της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος που υποστήριζε τους Κεμαλιστές. Όπως έγραψε ο Στίνας: «Η ορθή, η σύμφωνα με τα συμφέροντα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης πολιτική έπρεπε να ήταν: συναδέλφωση ελλήνων και τούρκων στρατιωτών και κοινή πάλη με τις λαϊκές μάζες ανεξάρτητα από εθνικές, φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις για τη δημοκρατία των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων σ’ όλο το έδαφος της Μικράς Ασίας.»[10]

Ο αντίκτυπος του διεθνούς επαναστατικού κύματος που έδωσε τέλος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε αισθητός και στην Τουρκία και στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης καθώς και οι εγχώριοι κομμουνιστές να αισθανθούν την ανάγκη να αντιταχθούν ολοκληρωτικά στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ωστόσο, ο αγώνας των εργατών κατά του πολέμου δεν κατάφερε να φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο ικανό να γεννήσει τα εργατικά συμβούλια, των οποίων η σημασία είναι καθοριστική για την ανάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Ούτε η εργατική τάξη στην Τουρκία, ούτε το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ούτε η αριστερή πτέρυγα αυτού του Κόμματος μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από το διεθνές επαναστατικό κύμα. Η εμπειρία της αριστερής πτέρυγας του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Το πρώτο δίδαγμα που μπορεί να αντληθεί από την μελέτη αυτής της ιστορικής εμπειρίας στην σημερινή εποχή είναι ότι αφενός τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και οι πόλεμοι βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και αφετέρου ότι καμία φράξια της αστικής τάξης δεν πρέπει να υποστηριχθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτό το σημαντικό δίδαγμα που εξάγεται από τον αγώνα της αριστερής πτέρυγας του πρώιμου τουρκικού κομμουνιστικού κινήματος συνάδει με τα διδάγματα από τις εμπειρίες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Πολωνία, η Ουκρανία, η Κίνα, η Ελλάδα και ούτω κάθε εξής.

1920-1927: Η αριστερή πτέρυγα του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΤΚΡ)

Στις 17 Νοεμβρίου 1925, η φράξια που ηγείτο του TΚP πριν από το τρίτο συνέδριο -που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της 31ης Δεκεμβρίου 1924 και 1ης Ιανουαρίου 1925- μετέφερε την αντίθεσή της ως προς την φράξια Aydınlık (Λάμψη, από το όνομα της εφημερίδας της), η οποία προωθείτο στην ηγεσία κατά την διάρκεια του συνεδρίου, στο Ανατολικό Γραφείο της Κομιντέρν. Δήλωσε πως αν η φράξια Aydınlık, που υποστηριζόταν από τον Στάλιν, δεν απομακρυνθεί από την ηγεσία, τότε «το προλεταριάτο της Τουρκίας θα αντιταχθεί στην Κομιντέρν και την Σοβιετική Ένωση».[11] Η αντιπολίτευση που καθοδηγείτο από αυτή την φράξια και επικρίθηκε κυρίως για την «αριστερή θέση της κατά της εθνικής απελευθέρωσης»,[12] όταν εκείνη βρισκόταν επικεφαλής του κόμματος είχε χαρακτηρισθεί ως «αριστερή αντιπολίτευση» σε έγγραφα της Κομιντέρν.[13] Μέχρι τις 17 Νοεμβρίου, οι περισσότεροι αγωνιστές αυτής της φράξιας είχαν ήδη διαγραφεί, όσοι βρίσκονταν στην Ρωσία εστάλησαν σε εσωτερική εξορία κατά την διάρκεια της οποίας ορισμένοι πάγωσαν μέχρι θανάτου, κάποιοι τρελάθηκαν εξαιτίας της καταστολής και κάποιοι χρησιμοποίησαν την ίδια τους τη ζωή σε ένδειξη διαμαρτυρίας.[14] Μετά την αντιπαράθεση ανάμεσα στην αριστερή πτέρυγα και την ηγεσία του Κόμματος, που εναρμονιζόταν με την εκτελεστική επιτροπή της Κομιντέρν, ορισμένοι εξ’ αυτών συνθηκολόγησαν, παραδέχτηκαν τα «λάθη» τους και άρχισαν να παίρνουν εντολές από την Μόσχα, άλλοι δολοφονήθηκαν, ορισμένοι εστάλησαν σε στρατόπεδα εργασίας και κάποιοι άλλοι εγκατέλειψαν τον αγώνα.

Η αριστερή πτέρυγα, η οποία τελικά εξαφανίστηκε εντελώς και χάθηκε στις σκονισμένες σελίδες της ιστορίας που ξαναγράφτηκαν από τον σταλινισμό, δημιουργήθηκε στην Ανατολία που ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς όσον αφορά το «ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης», όταν ζούσε ακόμα ο Λένιν, και ουσιαστικά διαμορφώθηκε από αυτό το ζήτημα. Οι περισσότεροι από όσους συγκρότησαν αυτή την φράξια, όπως και οι περισσότεροι από όσους δημιούργησαν το κόμμα, είχαν ξεκινήσει την διαδρομή τους από την θέση υπεράσπισης της «πατρίδας» παρόλο που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «κομμουνιστές». Ωστόσο το «ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης», που συζητείτο από την Κομιντέρν, διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια τους και ο κύριος λόγος που αγωνιστές του TΚP μετακινήθηκαν προς τα αριστερά ήταν η φρικτή πραγματικότητα αυτού που αποκαλείτο «εθνική απελευθέρωση» τόσο για τους εργάτες όσο και για τους κομμουνιστές.

 

 

Οι καταβολές του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος

 

Το TΚP ιδρύθηκε, ως γνωστόν, στο Μπακού στις 10 Σεπτεμβρίου του 1920, εννέα ημέρες μετά το Συνέδριο του Μπακού των Λαών της Ανατολής, όπου συμμετείχαν ισλαμιστές, εθνικιστές και αντιδραστικοί κάθε ποικιλίας κρατώντας σπαθιά στα χέρια. Κατά την διάρκεια του Πρώτου Πανκομμουνιστικού Συνεδρίου που διεξήχθη με την συμμετοχή εκπροσώπων από την Ρωσία, την Ανατολία και την Κωνσταντινούπολη, τόσο οι αποφάσεις που ελήφθησαν όσο και η γραμμή που υιοθετήθηκε όσον αφορά το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης εναρμονίζονταν με τις θέσεις της Κομιντέρν. Πέρα από τους ανεξάρτητους συμμετέχοντες, το TΚP δημιουργήθηκε από την συγχώνευση τριών κύριων ομάδων.

Η πρώτη από αυτές, με επικεφαλής τον Μουσταφά Σουπχί, συγκροτείτο από αιχμάλωτους πολέμου στην Ρωσία. Πολλοί από αυτούς είχαν προσχωρήσει στους Μπολσεβίκους το 1915 και είχαν αποδεχθεί τις θέσεις τους χωρίς στην ουσία να τις θέσουν υπό αμφισβήτηση. Ο ίδιος ο Μουσταφά Σουπχί αρχικά έγινε γραμματέας του Μιρσάιντ Σουλτανγκαλιέβ, ενός υπερεθνικιστή ηγέτη της φράξιας των Τατάρων του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Παρόλο που οι θέσεις του Μουσταφά Σουπχί προσέγγισαν την βασική γραμμή των Μπολσεβίκων, εξακολουθούσε να διατηρεί ίχνη από τον «Εθνικό Κομμουνισμό» του Σουλτανγκαλιέβ.[15]

Η δεύτερη ομάδα που θα συμμετείχε στην δημιουργία του κόμματος ήταν το Τουρκικό Εργατικό και Αγροτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, που είχε ιδρυθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1919. Αποτελείτο κυρίως από εργάτες, φοιτητές και καθηγητές που είχαν σταλεί στην Γερμανία κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και έλαβαν μέρος στην εξέγερση των Σπαρτακιστών το 1918, μερικοί εκ των οποίων έδωσαν ένοπλες οδομαχίες και κάποιοι γνώρισαν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρλ Λίμπνεχτ και τον Λέο Γιόγκισες. Τα θεμέλια της ομάδας μπήκαν στην Γερμανία, ωστόσο η ομάδα ξεκίνησε ουσιαστικά να έχει παρουσία στην Κωνσταντινούπολη όταν όσοι είχαν αποσταλεί στην Γερμανία άρχισαν να επιστρέφουν. Αγωνιστές που γύρισαν από την Γερμανία γνώρισαν τον Σεφίκ Χουσνού που θα ηγείτο της φράξιας Aydınlık και θα γινόταν επικεφαλής του κόμματος και ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από τις σπουδές του σε ένα πανεπιστήμιο αναγνωρισμένου κύρους της Γαλλίας. Μαζί συγκρότησαν το Τουρκικό Εργατικό και Αγροτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Προεξάρχουσα αγωνιστική φυσιογνωμία αυτής της ομάδας που θα γινόταν σύντομα ο πρώτος γενικός γραμματέας του TΚP ήταν ο Ετέμ Νεζάτ. Ήταν δάσκαλος ο οποίος, προτού αποσταλεί στην Γερμανία, είχε μια ακραία εθνικιστική ιδεολογία που αποκαλείτο παντουρκισμός. Παρά το γεγονός ότι η βάση του κόμματος συγκροτείτο από άτομα που είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση των Σπαρτακιστών, εντούτοις δεν είχαν απαλλαγεί από εθνικιστικές τάσεις. Στα βαριά θεωρητικά τους άρθρα που απευθύνονταν σε διανοούμενους εξίσωσαν την έννοια του «προλεταριάτου» με αυτήν της «τουρκικότητας».

Η τρίτη ομάδα –αν και στην πραγματικότητα ήταν πιο πολύ μια κατηγορία παρά μια ομάδα– που θα συγκροτούσε το Κόμμα αποτελείτο από διαφορετικές οργανώσεις που έκαναν την εμφάνισή τους σε διάφορα μέρη της Ανατολίας και άρχισαν να αυτοαποκαλούνται «Μπολσεβίκοι» ή «κομμουνιστές». Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονταν διάφορες εργατικές ή αγροτικές οργανώσεις καθώς και ομάδες στρατιωτών που είχαν λιποτακτήσει κατά την διάρκεια του πολέμου και κρύβονταν στα βουνά προκειμένου να αποφύγουν την τιμωρία. Συμπεριλάμβανε επίσης ένα συνονθύλευμα από εθνικιστικές ομάδες αυτοαποκαλούμενων «Ισλαμικο-Μπολσεβίκων» που ονομαζόταν Πράσινος Στρατός, ο οποίος έθεσε υπό τον έλεγχό του την πόλη Εσκί-Σεχίρ. Υπήρχε επίσης μια ομάδα υπό το όνομα Λαϊκή Φράξια που είχε εκπροσώπους στην Εθνοσυνέλευση, ένας εκ των οποίων ήταν ο Ναζίμ Ρεσμόρ, που είχε εκλεγεί Υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων παρόλο που ο Μουσταφά Κεμάλ αντιτίθετο σ’ αυτό. [16] Το 1920 πολλές από αυτές τις διάσπαρτες και διασκορπισμένες ομάδες τόνιζαν την υποστήριξη που παρείχαν στον εθνικισμό και στην κεμαλική αστική τάξη.

 

 

Ο πυρήνας που είχε σχηματιστεί πριν την ίδρυση του κόμματος

 

Υπήρχε εξάλλου μια ομάδα που είχε οργανωθεί ανάμεσα στους εργάτες και η οποία υιοθέτησε μια πολύ διαφορετική θέση όσον αφορά την κεμαλική αστική τάξη σε σχέση με άλλες ομάδες που δραστηριοποιούνταν στην Ανατολία. Ο σημαντικότερος αγωνιστής αυτής της ομάδας ήταν ο Σερίφ Μανατόφ. Ο Σερίφ Μανατόφ καταγόταν από την Μπασκιρία και είχε συμμετάσχει στο επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία. Είχε έρθει στην Κωνσταντινούπολη το 1913 και χρησιμοποιούσε με ευχέρεια την οθωμανική γλώσσα. Το 1914 η θέση του κατά του πολέμου τον ανάγκασε να μεταναστεύσει στην Ελβετία. Εκεί γνώρισε και σύναψε φιλία με τον Λένιν.[17]

Μετά την Επανάσταση στην Ρωσία επέστρεψε στην Μπασκιρία, όπου και ξεκίνησε τους αγώνες του· κατάφερε να εκλεγεί μέχρι και πρόεδρος της Σοβιετικής Μπασκιρίας. Ο Μανατόφ αρχικά συμμετείχε στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, ωστόσο όταν ο εθνικιστής πρόεδρος της μπασκιριανής συνέλευσης και επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Ζεκί Βαλιντόφ προσχώρησε στις γραμμές του Λευκού Στρατού, ο Μανατόφ εναντιώθηκε στο εθνικιστικό κίνημα και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του ο Μανατόφ άρχισε να αμφισβητεί τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε βάθος. Όταν οι Μπολσεβίκοι υποσχέθηκαν να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της Μπασκιρίας το 1919, ο Ζεκί Βαλιντόφ άλλαξε και πάλι στρατόπεδο, άρχισε να συνεργάζεται με τους Μπολσεβίκους και προσχώρησε στο Μπασκιριακό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εις απάντησιν, ο Μανατόφ άρχισε να οργανώνει μια αριστερή πτέρυγα εντός του Μπασκιριανού Κομμουνιστικού Κόμματος εναντίον της εθνικιστικής δεξιάς πτέρυγας που συγκροτήθηκε γύρω από τον Βαλιντόφ. Εντωμεταξύ είχαν δημιουργηθεί αριστερές πτέρυγες στα Κομμουνιστικά Κόμματα των «μουσουλμανικών» χωρών της Ανατολής εναντίον αφενός των αμαρξιστικών, εθνικιστικών και θρησκευτικών στοιχείων εντός αυτών των κομμάτων που ήταν καλοδεχούμενα από την Κομιντέρν, και αφετέρου εναντίον της «εθνικοκομμουνιστικής» δεξιάς πτέρυγας γύρω από τον Σουλτανγκαλιέβ. Αυτές οι αριστερές πτέρυγες στην Κεντρική Ασία, αν και αριθμητικά ισχνές και με περιορισμένη επιρροή, διατηρούσαν ωστόσο μια αδιάλλακτη στάση εναντίον κάθε είδους εθνικισμού και δεν έκρυβαν το γεγονός ότι ήταν επίσης θανάσιμοι εχθροί της θρησκείας. Η Κομιντέρν ήταν επιφυλακτική απέναντι σε αυτά τα κινήματα, των οποίων ο Μανατόφ αποτελούσε μέρος, και τους ασκούσε κριτική λέγοντας ότι θα στρέψουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό εναντίον των Σοβιετικών. [18] Ο Ζεκί Βαλιντόφ προωθήθηκε στην ηγεσία της «Επαναστατικής Επιτροπής της Μπασκιρίας» και εκμεταλλευόμενος την καχυποψία των αρχών της Κομιντέρν απέναντι στην αριστερή πτέρυγα των κομμάτων κατάφερε να αναγκάσει τον Σερίφ Μανατόφ που του ήταν ανεπιθύμητος, να βρεθεί εκτός της Επιτροπής αυτής. [19] Ο Ζεκί Βαλιντόφ σύντομα στράφηκε εκ νέου κατά των Μπολσεβίκων και θα γινόταν ένας από τους επικεφαλής του εθνικιστικού κινήματος Μπασμάτζι [Basmachi]. Το 1919 ο Μανατόφ έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ως επίσημος αντιπρόσωπος των σοβιετικών αλλά φυλακίστηκε αμέσως. Σύντομα, ύστερα από την ίδρυση της Εθνοσυνέλευσης από την κεμαλική αστική τάξη, ο Μανατόφ δραπέτευσε από την φυλακή και πήγε στην Ανατολία όπου έμεινε μέχρι τον Μάιο του 1920. Εκεί ήρθε σε επαφή με κομμουνιστικούς κύκλους που δραστηριοποιούνταν στους εργάτες και άρχισε να συμβάλλει στις προσπάθειές τους για να οργανωθούν περισσότερο. Παράλληλα, υπό το φως της πείρας του στο επαναστατικό κίνημα και των απόψεών του στο ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης, έδινε σεμινάρια πάνω στον κομμουνισμό. Προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου θα διεξάγονταν συζητήσεις. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Μανατόφ άρχισε να δραστηριοποιείται μαζί με έναν κύκλο που απαρτιζόταν από έναν σημαντικό αριθμό αγωνιστών. Τα σεμινάριά του, ιδιαίτερα στην Άγκυρα και το Εσκισεχίρ, πήραν τη μορφή αποτελεσματικών και καρποφόρων δημόσιων συναντήσεων στις οποίες συμμετείχαν σύντροφοί του και ντόπιοι εργάτες.[20]

Η πιο διακεκριμένη προσωπικότητα στην κομμουνιστική οργάνωση γύρω από τον Μανατόφ ήταν ο Σαλίχ Χατζίογλου. Ο Χατζίογλου, γεννημένος το 1880, ήταν κτηνίατρος. Σπούδασε στην ίδια σχολή με τον Ισμέτ Ινονού, που θα αποτελούσε έναν από τους επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και που στη συνέχεια θα γινόταν πρωθυπουργός και πρόεδρος του τουρκικού κράτους. Στην σχολή ο Χατζίογλου, που είχε από τότε αριστερές απόψεις, είχε μια διαμάχη με τον Ινονού που υποστήριζε τον Σουλτάνο, κάτι το οποίο τον οδήγησε, ως τιμωρία, στην Μπάσρα.[21] Αργότερα εργάστηκε στην Μακεδονία και στην συνέχεια άρχισε να διδάσκει στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εστάλη ως στρατιωτικός κτηνίατρος στο μέτωπο και υπηρέτησε στην Καλλίπολη, στο ρωσικό μέτωπο και στην Αραβία, μέρη όπου οι πλέον φοβερές εκφράσεις του πολέμου είχαν γίνει γενικός κανόνας. Τελικά ο Σαλίχ Χατζίογλου έφυγε αηδιασμένος, μαζί με ορισμένους συναδέλφους του κτηνίατρους, κατευθύνθηκε προς τα Άδανα και κατέληξε στην Άγκυρα, όπου ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα κτηνιατρικό νοσοκομείο.[22] Εκεί συμμετείχε στα σεμινάρια που διοργανώνονταν από τον Σερίφ Μανατόφ και λόγω της εμπειρίας που είχε αποκομίσει από τον πόλεμο γρήγορα υιοθέτησε απολύτως τις διεθνιστικές κομμουνιστικές θέσεις που υπερασπιζόταν ο Μανατόφ ενάντια σε κάθε εθνικισμό και ως εκ τούτου κατά του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που βρισκόταν υπό την καθοδήγηση της κεμαλικής αστικής τάξης. [23]

Τα αποτελέσματα της δουλειάς της ομάδας γύρω από τον Σερίφ Μανατόφ και τον Σαλίχ Χατζίογλου ήταν σχεδόν άμεσα, ιδίως όταν αυτή πήρε υπό τον έλεγχό της την τοπική οργάνωση του Τουρκικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Εσκισεχίρ που, εκείνη την περίοδο, θεωρείτο μέρος της «απελευθερωμένης ζώνης» από τους κομμουνιστές. Η ομάδα δημοσίευε μια καθημερινή εφημερίδα που λεγόταν “Emek” (Mόχθος), με μια κυκλοφορία 2000 φύλλα, η οποία απαγορεύτηκε από τους Κεμαλιστές. Εκείνη την περίοδο η ομάδα απαρτιζόταν από 350-400 αγωνιστές και είχε κατορθώσει να δημιουργήσει δώδεκα τοπικά τμήματα σε διάφορες πόλεις συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων της Γιοζγκάτ, της Κασταμονής, του Ικονίου, της Σεβάστειας, της Τραπεζούντας και της Ινέπολης.[24]

Στο πρώτο άρθρο του καταστατικού του Κομμουνιστικού Κόμματος, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο 1920, διακηρύχθηκε ότι «ιδρύεται στην Τουρκία Κομμουνιστικό Κόμμα, με σκοπό την πραγματοποίηση το συντομότερο δυνατόν της παγκόσμιας επανάστασης και του σοσιαλισμού, που θα φέρουν ανακούφιση και ευτυχία στο σύνολο της ανθρωπότητας».[25] Στις 14 Ιουλίου του 1920 διακηρύχθηκε σε «όλους τους αγρότες, τους εργάτες και τους στρατιώτες στην Τουρκία, στο διεθνές προλεταριάτο και στους κομμουνιστές» ότι «στην Τουρκία, με έδρα την Άγκυρα, έχει ιδρυθεί Κομμουνιστικό Κόμμα, που αποτελεί μέρος του Διεθνούς».[26]Το νέο αυτό Κόμμα όρισε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα ως κάτι που τελεί «υπό τον έλεγχο της αστικής τάξης»[27] και διακήρυξε ότι «για το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα υπάρχει από την μια μεριά η κυβέρνηση όσων υποστηρίζουν τις συμμαχικές δυνάμεις και από την άλλη μεριά η εθνικοαπελευθερωτική κυβέρνηση που αποτελείται από μέλη της πρώην Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο. Οι δύο αυτές κυβερνήσεις δεν διαφέρουν σε τίποτα παρά μονάχα στα προσωπεία που φέρουν. Το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα δηλώνει ότι δεν έχει σχέσεις μαζί τους και δεν παρέχει υποστήριξη σε καμιά από αυτές τις κυβερνήσεις». [28] Δεν δίστασαν να διακηρύξουν «τον αγώνα εναντίον της εθνικοαπελευθερωτικής κυβέρνησης και της εθνικιστικής της πολιτικής καθώς και τον αγώνα εναντίον της μοναρχίας των σουλτάνων»[29] και να δηλώσουν ότι το κόμμα αγωνίζεται υπέρ «της εξουσίας των εργατικών συμβουλίων».[30]Συμπλήρωναν ότι «οι κομμουνιστές στην Τουρκία απορρίπτουν τον πόλεμο, αντιτάσσονται στην επιστράτευση και καταδικάζουν όλες τις ανισότητες που δικαιολογούνται εξ’ αυτών», [31] υιοθετώντας έτσι μια ξεκάθαρη στάση εναντίον του πολέμου και του μιλιταρισμού. Επίσης το κόμμα δεν δίστασε να ασκήσει δριμεία και ξεκάθαρη κριτική σε θεσμούς όπως η θρησκεία και η οικογένεια.[32]

Αυτές οι θέσεις του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος που άκμαζε στην Ανατολία ήταν τελείως αντίθετες με την εσφαλμένη θέση που υιοθετήθηκε από την Κομιντέρν όσον αφορά τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και την εθνική αστική τάξη. [33] Σε τελική ανάλυση, αυτές οι διεθνιστικές φωνές που εξηγούσαν τον πραγματικό χαρακτήρα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος πριν ξεσπάσουν οι επιθέσεις του τελευταίου κατά του ΤΚΡ ήταν η ένδειξη της δυνατής πολεμικής ιαχής που θα επακολουθούσε. Σε κάθε περίπτωση, όσο ισχνές και αν ήταν, αυτές οι φωνές ενόχλησαν την Κεμαλική αστική τάξη περισσότερο.

Το γεγονός ότι η οργάνωση του ΤΚΡ σε ορισμένα μέρη στην Ανατολία κάποιες φορές αναπτύχθηκε μαζί με αριστερές ομάδες που υποστήριζε όπως ο Πράσινος Στρατός και η Λαϊκή Φράξια, δεν οφείλετο στο ότι δεν υπήρχε κάποια οργανική ενότητα ή οργανωτικές σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις διαφορετικές οργανώσεις αλλά στο ότι ορισμένοι αγωνιστές του ΤΚΡ στην Ανατολία είτε είχαν σχέσεις ή ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις μέλη τόσο του Πράσινου Στρατού και της Λαϊκής Φράξιας όσο και του ΤΚΡ. [34] Αυτές οι επαφές που ενδεχομένως δεν γίνονταν σκόπιμα κατέληξαν σε θετικά αποτελέσματα για την οργάνωση του ΤΚΡ στην Ανατολία. Το Κόμμα κατάφερε να βοηθήσει ορισμένα στοιχεία μέσα στον Πράσινο Στρατό και την Λαϊκή Φράξια να ξεκαθαρίσουν τις θέσεις τους και να υιοθετήσουν τον κομμουνισμό. Πράγματι έγιναν δυναμικές διαδηλώσεις εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης στους δρόμους του Εσκισεχίρ, όπου οι εγχώριοι εργάτες άρχισαν να αντιτάσσονται σε αυτήν.[35]

Σε κάθε περίπτωση, τα ριζοσπαστικά στοιχεία του Πράσινου Στρατού και της Λαϊκής Φράξιας θα ενωθούν και θα δημιουργήσουν στην συνέχεια το ενιαίο Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα στο Μπακού.

Αναλύσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η πρώτη επίθεση από πλευράς αστικής τάξης

Στο πρώτο Συνέδριο του ΤΚΡ, που διεξήχθη με την πρόθεση να ενώσει όλες τις οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονταν «κομμουνιστικές»-συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος “Emek” επικεφαλής του οποίου είχε εκλεγεί ο Μουσταφά Σουπχί- ελήφθη η απόφαση το κόμμα να στείλει δυνάμεις στην Ανατολία για να υποστηρίξει το κεμαλικό κίνημα. Παρά την αντίθεση κάποιων εκπροσώπων μεταξύ των οποίων και του Σαλίχ Χατζίογλου [36] που είχε έρθει ως εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος καθώς επίσης και ορισμένων πρώην αιχμαλώτων πολέμου που είχαν ενταχθεί στους αριστερούς Μπολσεβίκους, το ΤΚΡ επισήμως προσχώρησε στον «εθνικοαπελευθερωτικό» αγώνα της κεμαλικής αστικής τάξης. Θα ήταν λάθος να σκεφτεί κανείς ότι η Μόσχα δεν είχε καμία ανάμειξη σ’ αυτή την απόφαση. Εντέλει η Ρωσική κυβέρνηση υποστήριζε όσο το δυνατόν περισσότερο την κεμαλική αστική τάξη στον αγώνα της «εναντίον της Δύσης». Αφενός οι θέσεις της Κομιντέρν πάνω στο εθνικό ζήτημα προώθησαν την άποψη ότι θα πρέπει να υποστηριχθούν τα «εθνικοαπελευθερωτικά» κινήματα και να αναγνωριστεί το «δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών». Αφετέρου η Κομιντέρν, παρόλο που είχε σχετική επιρροή, δεν χρειάστηκε να πιέσει το ΤΚΡ να αποδεχτεί αυτή την άποψη. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων στο συνέδριο, όπως εξάλλου και η πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής, δεν είχε κατορθώσει να απαλλαγεί από εθνικιστικές ιδεολογίες, και ορισμένοι έτρεφαν αισθήματα απέναντι στους Δυτικούς που ήταν αναμφισβήτητα ιδιαίτερα ρατσιστικά. Μετά το συνέδριο οι αγωνιστές από την Κωνσταντινούπολη θα διέσχιζαν την Ανατολία ενόσω ο Μουσταφά Σουπχί, ο Ετέμ Νεζάτ και τα ιδρυτικά στελέχη της ηγεσίας του ΤΚΡ – οι επονομαζόμενοι «15» –είχαν αρχίσει να ανταλλάσσουν με ενθουσιασμό γράμματα με τον Μουσταφά Κεμάλ ώστε να πάνε στην Άγκυρα.

Δυστυχώς οι αφελείς υπολογισμοί που έγιναν στο συνέδριο του ΤΚΡ δεν θα ανταποκρίνονταν στην σκληρή πραγματικότητα, γιατί η κεντρική αστική κυβέρνηση δεν είχε σκοπό να επιτρέψει σε κανένα άλλο κίνημα να υπάρξει εξαιρουμένης της ίδιας. Σε πρώτη φάση, στις 5 Ιανουαρίου 1921, οι ισλαμικο-μπολσεβικο-εθνικιστικές συμμορίες που οι κομμουνιστές συνέδραμαν στην Ανατολία διαλύθηκαν και οι ηγέτες τους χρειάστηκε να σπεύσουν να διαφύγουν από την χώρα. Στις 19 Ιανουαρίου 1921, πολλοί από τους αυτοαποκαλούμενους κομμουνιστές και αριστεριστές στο κοινοβούλιο καθώς και αγωνιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ανατολία, συμπεριλαμβανομένου του Σαλίχ Χατζίογλου που είχε εκλεγεί στην κεντρική επιτροπή του ΤΚΡ και που είχε προσφάτως επιστρέψει στην Άγκυρα, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν από τα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» – ένα είδος επαναστατικού δικαστηρίου του εθνικιστικού κινήματος – σε 15 χρόνια φυλάκιση με καταναγκαστική εργασία, για τις προσπάθειές τους να «αποδυναμώσουν τα αισθήματα για την προάσπιση της πατρίδας».[37] Ο Σερίφ Μανατόφ, ένας επαναστάτης που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των κομμουνιστών στην Ανατολία, απελάθηκε λίγο αργότερα.[38]

Τέλος, την νύχτα της 28ης προς 29 Ιανουαρίου τα 15 ιδρυτικά στελέχη που ήταν επικεφαλής του ΤΚΡ, που είχαν την αφέλεια να επιστρέψουν στην Τουρκία παρόλα όσα είχαν συμβεί, δολοφονήθηκαν άγρια με εντολή του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος επέδειξε ένα αληθινό παράδειγμα αστικής υποκρισίας εξωθώντας «τους 15» εκεί όπου θα μπορούσε να τους συλλάβει, δηλ. στο πλοίο που είχαν επιβιβαστεί στην Τραπεζούντα για να ξεφύγουν από τους αντιδραστικούς που τους κυνηγούσαν. Στόχος της κεμαλικής αστικής τάξης ήταν να ξεφορτωθεί όλους όσοι αποκαλούσαν τον εαυτό τους κομμουνιστές. Για άλλη μια φορά, εξαιτίας αυτής τη επίθεσης, σύντομα θα εμπλέκονταν σε μια κατάσταση όπου θα έπρεπε να έρθουν αντιμέτωποι με τους πραγματικούς κομμουνιστές.

Οι περισσότεροι από τους αγωνιστές του ΤΚΡ παρόλο που είχαν πείρα στους αγώνες, δεν είχαν ούτε θεωρητικό υπόβαθρο, ούτε αρκετή πληροφόρηση για την παγκόσμια κατάσταση που επικρατούσε. Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν καν τα χαρακτηριστικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ούτε την πολιτική αντίστοιχων κινημάτων στον υπόλοιπο κόσμο. Δεν είχαν κατανοήσει την αντεργατική τάξη ούτε και την αντικομμουνιστική φύση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Οι περισσότεροι εξ αυτών που αποτελούσαν την βάση του προσφάτως ενοποιημένου ΤΚΡ δεν μπορούσαν να φανταστούν το μέγεθος της επίθεσης που λάμβανε χώρα. Παρόλα αυτά, ορισμένα στοιχεία του ΤΚΡ, κυρίως εκείνα που προέρχονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα “Emek” της Ανατολίας, είχαν επισημάνει τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά του Κεμαλικού καθεστώτος προτού λάβει χώρα η επίθεση. Προτού ακόμα ιδρυθεί το ενοποιημένο ΤΚΡ, ένας σημαντικός αγωνιστής του ΤΚΡ Ανατολίας, ο Σερίφ Μανατόφ, είχε προειδοποιήσει τον Μουσταφά Σουπχί για τα προσωπικά σχέδια του Κεμάλ λέγοντας ότι δεν έτρεφε καμία εμπιστοσύνη στους αστούς πολιτικούς. [39] Άλλη μια σημαντική φυσιογνωμία από το ΤΚΡ Ανατολίας, ο Σαλίχ Χατζίογλου, είχε πει ότι: «ο Μουσταφά Κεμάλ είναι ένας δικτάτορας, δεν επιτρέπει τίποτα σε κανέναν. Ένας Μπολσεβίκος που είχε σταλεί στην Οδησσό για να κάνει οργανωτική δουλειά στους εργάτες συνελήφθη στην Ινέπολη και, παρά το γεγονός ότι επαναλάμβανε ότι είναι Μπολσεβίκος, βασανίστηκε μέχρι θανάτου». Αποτελεί άξιο ενδιαφέροντος ότι αυτές οι παρατηρήσεις του Χατζίογλου, στις οποίες εξηγούσε γιατί θα αποτελούσε αυτοκτονία να διασχίσουν την Ανατολία ανοιχτά και όλοι μαζί, είχαν αναφερθεί λίγες μέρες πριν διεξαχθεί το ιδρυτικό συνέδριο του ΤΚΡ. [40] Ύστερα από τις επιθέσεις η Κομιντέρν δεν έκανε απολύτως τίποτα, απλά τις αγνόησε.

… συνεχίζεται

Τίτλος πρωτοτύπου: “The Left Wing of the Turkish Communist Party”

 

 

Πηγή: Η πρώτη έκδοση του φυλλαδίου σχετικά με την ιστορία της Αριστερής Πτέρυγας του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος γράφτηκε και δημοσιεύθηκε το 2008 από την τουρκική ομάδα Enternasyonalist Komünist Sol (Διεθνιστική Κομμουνιστική Αριστερά, EKS). Το φυλλάδιο επανεκδόθηκε το 2009 από το Διεθνές Κομμουνιστικό Ρεύμα (ICC) στο οποίο είχε προσχωρήσει η EKS δημιουργώντας τμήμα του ICC στην Τουρκία.

Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά.

Ευχαριστούμε τον σύντροφο Α. που μας βοήθησε στην απόδοση των τουρκικών ονομάτων στα ελληνικά.

 Δημοσιεύτηκε στο Ένζυμο Νο 4, Άνοιξη 2015, σ. 86-99

[1] Lenin, Draft Thesis on National and Colonial Questions [«Προσχέδιο Θέσεων για το εθνικό και το αποικιακό ζήτημα», 1920] https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1920/jun/05.htm.

[2] Rosa Luxemburg, Junius Pamphlet [«Η μπροσούρα του Γιούνιους», 1915] http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1915/junius/ch07.htm

[3] ό.π.

[4] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η Ρωσική Επανάσταση, σ. 50, μτφ. Α. Στίνα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1980. (Σ.τ.Μ.)

[5] Dilber Orhan, Kemalizmin Cumhuriyetçlik Diye Bir Ikesi Var mi? http://www.peyamaazadi.org/foto/PdfDosyalari/Kemalizm_ve_Cumhuriyetcilik.pdf

[6] Erzincan Şurasi: Halklar Arasunda Savaşa, Siniflar Arasindaki Barişa Son! Tarihte Dört Ekim! Bir Muzaffer Devrim! Proleter Devrimci KöZ 29, Δεκέμβριος 2005.

[7] Tunçay, Mete. Eski sol üzerine yeni bilgiler. Istanbul, Εκδόσεις Belge, 1982, σελ. 190.

[8] Ο Γιάννης Πετσόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1891-Αθήνα 1965) ήταν ιδρυτής του Ριζοσπάστη, είχε διαγραφεί από το ΣΕΚΕ τον Οκτώβριο του 1922 χωρίς να διακόψει, στη συνέχεια, την οργανωτική επαφή με το ΚΚΕ. Στις αρχές του ελληνοϊταλικού πολέμου, μετείχε, με την έγκρσι της (παλαιάς) Κεντρικής Επιτροπής αυτού του κόμματος, στην οργάνωση του «Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας» και μόλις τον Αύγουστο του 1943 αποκαθιστά πάλι τη συνεργασία του με το ΚΚΕ και εντάσσεται στο ΕΑΜ. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας δημοσιοποιεί τη διαφωνία του με την ηγεσία του ΚΚΕ σε θέματα πολιτικής τακτικής και θεωρητικής επάρκειας για τη σύλληψή τους. Το 1946 ο Πετσόπουλος δημοσιεύει το βιβλίο του Τα πραγματικά αίτια της διαγραφής μου από το ΚΚΕ, δημοσιοποιώντας έτσι τις κριτικές του. [Πηγή υποσημείωσης: Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974. Εισαγωγή, επιλογή κειμένων, υπομνηματισμός: Παναγιώτης Νούτσος. Τόμος Γ΄, σελ. 665, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα, 1993]. (Σ.τ.Μ.)

[9] Στίνας, Άγις. Αναμνήσεις. Αθήνα, εκδόσεις Ύψιλον, 1985,σελ. 64-65. (Σ.τ.Μ.)

[10] Στίνας, σελ. 33. (Σ.τ.Μ.)

[11] Akbulut, Erden. Komintern Belgelerinde Nazım Hikmet. Ankara, Tüstav, 2002, σελ.51.

[12] Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6, Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1874.

[13] Akbulut, Erden. Komintern Belgelerinde Nazım Hikmet. Ankara, Tüstav, 2002, σελ.50.

[14] Akbulut, ό.π. , σελ.60.

[15] Tunçay, Mete. Eski sol üzerine yeni bilgiler. Istanbul, Εκδόσεις Belge, 1982. σελ. 53.

[16] Δυστυχώς γι’ αυτόν, η θητεία του κράτησε μονάχα μία ημέρα, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ, με διάφορα πολιτικά τεχνάσματα, τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει το γραφείο του.

[17] Harris, George S. Türkiyede Komünizmin Kaynakları. Istanbul, Εκδόσεις BOĞAZİÇİ, 1975. σελ. 99-100.

[18] Βennigsen, Alexandre and Chantal Lemercier- Quelquejay. Islam in the Soviet Union, London, Pall Mall Press, 1967, σελ. 104.

[19] Tevetoğlu, Fethi. Turkiyede sosyalist ve komunist faaliyetler. Ankara, Ayyildiz Press, 1967, σελ. 187.

[20] Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6, Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1873.

[21] Bilen, İsmail. “Türkiye Komünist Partisi MK Genel Sekreteri İ.Bilen Yoldaşın Konuşması.” Yeni Çağ – Barış ve Sosyalizm Problemleri Dergisi. Ocak 1975. σελ.68

[22] Tunçay, Mete. Eski sol üzerine yeni bilgiler. Istanbul, Εκδόσεις Belge, 1982, σελ. 205.

[23] Harris, George S. Türkiyede Komünizmin Kaynakları. Istanbul, Εκδόσεις BOĞAZİÇİ, 1975, σελ. 100.

[24] Akbulut, Erden ve Mete Tunçay, Türkiye Halk İştirakiyun Fırkası. Istanbul, TÜSTAV, 2007, σελ. 161.

[25] Harris, George S. Türkiyede Komünizmin Kaynakları. Istanbul, Εκδόσεις BOĞAZİÇİ, 1975, σελ. 217.

[26]Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6. Istanbul: Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1873.

[27] Ό.π.

[28] Tunçay, Mete. Türkiyede sol akımlar, Vol. 1, Istanbul, Εκδόσεις BDS, 1991, σελ. 97.

[29] Tevetoğlu, Fethi. Turkiyede sosyalist ve komunist faaliyetler. Ankara, Ayyildiz Press, 1967, σελ. 191.

[30] Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6, Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1873.

[31] Harris, George S. Türkiyede Komünizmin Kaynakları. Istanbul, Εκδόσεις BOĞAZİÇİ, 1975, σελ. 217-21.

[32] Akbulut, Erden & Mete Tunçay, Türkiye Halk İştirakiyun Fırkası, Istanbul, TÜSTAV, 2007, σελ. 161.

[33] Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6. Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1873.

[34] Ό.π.

[35] Cilasun, Emrah. Gürkan Hacır ile Röportaj. ASLINDA 1919-23 ARASI KURTULUŞ SAVAŞI YOK, BİR İÇ SAVAŞ VAR. Yeni Hartman, 1 Αυγούστου 2006.

[36] Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6, Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1856.

[37]Kurtuluş Savaşı ve Sosyalist Hareket. Sosyalizm ve Toplumsal Mücadeleler Ansiklopedisi, Vol. 6, Istanbul, Εκδόσεις İleticim, 1988, σελ.1874.

[38] Tevetoğlu, Fethi. Turkiye’de sosyalist ve komunist faaliyetler. Ankara, Ayyildiz Press, 1967, σελ. 487.

[39] Manatov, Şerif. “Mustafa Suphi Beş Sene Evvel Moskova’da”. Mustafa Suphi: Yaşamı, Yazıları, Yoldaşları, İstanbul, Sosyalist Publications, 1992, σελ. 47.

[40] Dervişoğlu, Sinan. 28 Kanunisani’yi Unutma! ‘Dönüş Belgeleri’ Üzerine. Fabrika. Nisan 2004, σελ. 49.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.