Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ»

sorosmigrants1

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

κείμενο μεταναστευτικό ανταγωνισμός pdf

ενγκελς ανταγωνισμός pdf

 

Η πολιτική της μαζικής μετανάστευσης, της οποίας ακροτελεύτια απόρροια είναι τα «ανοικτά σύνορα», εν απουσία των απαραίτητων προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν στους μετανάστες την νόμιμη υπόσταση, την αξιοπρεπή απασχόληση και την κοινωνική ένταξη στις χώρες υποδοχής, έχει ως αναπόφευκτες συνέπειες αφενός την ανομία, την υπερεκμετάλλευση και την περιθωριοποίηση των αλλοδαπών εργατών και αφετέρου την ανασφάλεια, την πτώση του βιοτικού επιπέδου και την άρση των κατακτήσεων των ημεδαπών εργαζομένων.

Στην περίπτωση της απεριόριστης και αχαλιναγώγητης εισροής μεταναστών, και ειδικά υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά εργασίας που λειτουργεί εν προκειμένω εις βάρος τόσο των ξένων όσο και των ντόπιων εργατών και δρα αποκλειστικά προς όφελος των εργοδοτών. Το αποτέλεσμα είναι η ενεργοποίηση του ανταγωνισμού, όχι μεταξύ της εργατικής και της αστικής τάξης, αλλά μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων για την αναδιανομή των διαθέσιμων πόρων και την εξασφάλιση των προσφερόμενων μέσων διαβίωσης μετατρέποντάς τους από «εν τη τάξει αδελφούς» σε «εν πολέμω αδελφοκτόνους».

Ο νεαρός Φρειδερίκος Ένγκελς, ο οποίος είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς και να μελετήσει συστηματικά τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης στην Γηραιά Αλβιόνα των μέσων του 19ου αιώνα, έγραψε μια εκτενή εργασία υπό τον τίτλο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (1845). Οπωσδήποτε από εκείνη την εποχή πολλά έχουν αλλάξει. Ωστόσο, η ανάγνωση αυτού του έργου εκπλήσσει με τις εύστοχες παρατηρήσεις του, την ισχύ των γενικών του συμπερασμάτων και την επικαιρότητα των επισημάνσεών του. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα από το κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Ο ανταγωνισμός», τα οποία αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες τα μέλη της εργατικής τάξης επιδίδονται στον μεταξύ τους ανταγωνισμό για τον προσπορισμό των μέσων διαβίωσης υπό συνθήκες πλεονάζουσας εργατικής δύναμης.

Ο Ένγκελς επισημαίνει εύγλωττα ότι τούτος ο ανταγωνισμός συνιστά την «χείριστη πλευρά της παρούσας κατάστασης πραγμάτων ως προς τις συνέπειες που επιφέρει στον εργάτη» και αποτελεί «το πιο αιχμηρό όπλο που έχει στα χέρια της η αστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου».

Η σύγχρονη συστημική και παρασυστημική Αριστερά βρίσκεται, μαζί με την νεοφιλελεύθερη Δεξιά, στην εμπροσθοφυλακή των υπέρμαχων της αθρόας και ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, την οποία ευνοούν ανοικτά οι κύκλοι του μεγάλου κεφαλαίου προκειμένου να ενισχύσουν την κερδοφορία τους διαμέσου της μισθολογικής μείωσης, την διάλυση των μηχανισμών και θεσμών εργατικής προστασίας και την αποδόμηση της εργατικής αλληλεγγύης.

Τούτη η πρόθυμη προσφορά υπηρεσίας προς την άρχουσα τάξη εκ μέρους της μεταμοντέρνας Αριστεράς πραγματοποιείται μάλιστα υπό το επίχρισμα της «ανθρωπιστικής αρωγής» και της «ταξικής αλληλεγγύης» προκειμένου να καταστεί περισσότερο θελκτική και πειστική έναντι των ιθαγενών εργαζομένων, ώστε να διατηρηθούν εκουσίως στην κατάσταση των αγόγγυστων υποζυγίων. Εξ ου και ο συστηματικός συναισθηματικός εκβιασμός των συστημικών μέσων μαζικής προπαγάνδας, που αίφνης εκφράζουν την περισσή τους κροκοδείλια ευαισθησία στο δράμα των απανταχού αναξιοπαθούντων.

Έτσι, η Αριστερά αναδεικνύεται σε στυλοβάτη του συστήματος και θανάσιμο αντίπαλο του κόσμου της εργασίας και της υπόθεσης της κοινωνικής απελευθέρωσης από την σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη κεφαλαιοκρατική τυραννία, καθώς πλειοδοτεί υπέρ μιας πολιτικής που αποβαίνει απερίφραστα και απροκάλυπτα προς όφελος της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Οπωσδήποτε αυτού του είδους η μετανάστευση επιφέρει και άλλες σοβαρές συνέπειες, αλλά εμείς θα περιοριστούμε εδώ στις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που προκαλεί στον κόσμο της εργασίας. Στο σημείο αυτό θέλουμε επίσης να επισημάνουμε ότι το κλασσικό εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα σταθερά εξέφραζε και εξεδήλωνε την αντίθεσή του στην πάγια εργοδοτική πολιτική της σωρηδόν εισροής ξένων εργατών, ακριβώς διότι, εν αντιθέσει με την σύγχρονη φιλελεύθερη Αριστερά, αντιλαμβανόταν τους θανάσιμους κινδύνους που ελλοχεύουν για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, τις αιματηρές κατακτήσεις τους και την ταξική τους συνοχή.

Συστατικό μέρος της αναβαπτισμένης στον σύγχρονο πολιτισμικό φιλελευθερισμό Αριστεράς αποτελεί εν πολλοίς και η συγκαιρινή εκπεσούσα «ακροαριστερά», η οποία κυμαίνεται μεταξύ μιας ιδιάζουσας νεοσοσιαλδημοκρατίας και ενός λάιφ στάιλ αναρχισμού, η οποία εν προκειμένω επιδεικνύει έναν θαυμαστό συντονισμό με την κυβερνητική πολιτική των «ανοικτών συνόρων». Σε συνδυασμό με την άκριτη υιοθέτηση της ατλαντικής ρητορείας περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», η εν λόγω ακροαριστερά προβάλλει το πρόταγμα της «ταξικής αλληλεγγύης» ως «επαναστατικό» επιχείρημα υπέρ των ανοικτών συνόρων.

Εν πρώτοις, για να υπενθυμίσουμε το «αυτονόητο», η ύπαρξη των συνόρων οφείλεται στην ύπαρξη κρατών. Κατά συνέπεια για να καταργηθούν τα σύνορα πρέπει πρώτα να καταργηθούν τα κράτη. Αυτό θεωρητικά μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους: είτε με την καθολική και ταυτόχρονη κατάργηση των κρατών όπου γης (μαζί και των στρατών) και την από κοινού συνομολόγηση όλων των εθνών ότι προτίθενται να συμβιώσουν ειρηνικά, αποδεχόμενα ταυτοχρόνως την υφιστάμενη εθνική κυριαρχία κάθε λαού, είτε με την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου κράτους. Σε κάθε περίπτωση, η κατάργηση των συνόρων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μία ή σε ορισμένες χώρες χωρίς την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας των εκάστοτε χωρών προς όφελος των υπολοίπων κρατών και ειδικά όσων χωρών έχουν ιδιαίτερο συμφέρον από την κατάργηση αυτή, και εν πάσει περιπτώσει το αίτημα αυτό αποτελεί μια ουτοπία και μάλιστα αντιδραστική.

Κατά δεύτερο λόγο, η εργατική ταξική αλληλεγγύη δεν πραγματοποιείται εν κενώ, από το γεγονός και μόνο ότι μια κατηγορία ανθρώπων αποτελείται από μέλη της ίδιας τάξης. Με άλλα λόγια, το γεγονός της κοινής εργατικής ιδιότητας δεν επιφέρει αυτομάτως την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της εργατικής τάξης και την δημιουργία μιας εργατικής κοινότητας άνευ συγκεκριμένων όρων. Μπορεί μάλιστα να επιφέρει ακριβώς το αντίθετο: τον ενδοταξικό ανταγωνισμό και τον ταξικό κατακερματισμό, όταν απουσιάζουν αυτές οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να εκπεφρασθεί η κοινότητα συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων που τυπικά (δηλαδή σύμφωνα με θεωρητικά κοινωνιολογικά κριτήρια) αποτελούν μέλη της ίδιας τάξης. Παραδείγματος χάριν, απεργοί και απεργοσπάστες από τυπικής-θεωρητικής απόψεως αποτελούν μέλη της ίδιας τάξης αλλά από ουσιαστικής-πραγματικής πλευράς βρίσκονται σε αντιπαλότητα και διαμάχη μεταξύ τους ακριβώς επειδή απουσιάζουν οι συγκεκριμένοι όροι για την μεταξύ τους ενότητα επί τη βάσει κοινών ταξικών συμφερόντων. Το να πιστεύει λοιπόν κανείς ότι αρκεί και μόνο η γενική ιδιότητα του μέλους μιας τάξης οδηγεί αφ’ εαυτή στην αλληλεγγύη και στην ενότητα μεταξύ τους αποτελεί χονδροειδή αφέλεια. Υπό συνθήκες μάλιστα οικονομικής ύφεσης, που αντικειμενικά εντείνουν στο μέγιστο τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών της εργατικής τάξης, η επισώρευση εφεδρικού εργατικού δυναμικού δεν οδηγεί παρά στην περαιτέρω υποτίμηση της εργατικής δύναμης και στην ενίσχυση της εξατομίκευσης και της αντιπαλότητας μεταξύ των εργαζομένων, ειδικά μάλιστα όταν παρεισφρέουν και άλλοι, εξωταξικοί παράγοντες που, σε πείσμα του στενόμυαλου «οικονομισμού», παίζουν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση κοινών τόπων μεταξύ των μελών της τάξης.

Θα πρέπει, τέλος, να προβούμε σε μια αναγκαία διάκριση μεταξύ των συχνά, και όχι τυχαία, συγχεόμενων όρων «πρόσφυγας», «μετανάστης» και «λαθρομετανάστης».

Πρόσφυγας είναι ο άνθρωπος που εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει την χώρα του προκειμένου να αποφύγει διώξεις της εντόπιας πολιτικής εξουσίας ή απειλείται η ζωή του εξαιτίας πολέμου. Ως εκ τούτου, οι πρόσφυγες, κατά κανόνα, πρέπει να τυγχάνουν αμέριστης αρωγής από όλες τις χώρες, και κατά κύριο από τις χώρες που τυχόν ευθύνονται για την προσφυγοποίησή τους.

Στους ανθρώπους που είναι αποδεδειγμένα πρόσφυγες πρέπει να δίδεται άσυλο και να παρέχεται φιλοξενία από τις χώρες στις οποίες καταφεύγουν, ανάλογα με τις εκάστοτε δυνατότητες των τελευταίων, να εγκαθίστανται και να διαβιούν αξιοπρεπώς σε ειδικά προβλεπόμενους χώρους με έξοδα του κράτους και να επαναπατρίζονται μόλις εκλείψουν οι λόγοι της προσφυγοποίησής τους. Οι πρόσφυγες είναι οι σύγχρονοι ικέτες και κατά συνέπεια πρέπει να θεωρούνται πρόσωπα προστατευόμενα.

Χρέος των χωρών φιλοξενίας είναι να εγγυώνται την αξιοβίωτη διαμονή τους κατά την διάρκεια του νόστου τους για την επιστροφή στην πατρίδα και η ποικιλότροπη καλλιέργεια της φιλίας μεταξύ των λαών. Αυτονόητη υποχρέωση του πρόσφυγα είναι η τήρηση των νόμων και ο σεβασμός της κοινωνίας και του πολιτισμού της χώρας φιλοξενίας. Η πολιτική μιας ανεξάρτητης και κυρίαρχης χώρας, ενός κράτους δικαίου και μιας ευνομούμενης πολιτείας έναντι των προσφύγων είναι η οργανωμένη υποδοχή τους υπό συνθήκες νομιμότητας και αξιοπρέπειας. Είναι, με άλλα λόγια, το άκρον αντίθετο της πολιτικής επί του προσφυγικού που εφαρμόζει η τοπαρχία του νεοελληνικού προτεκτοράτου.

Μετανάστης είναι ο άνθρωπος που εγκαταλείπει ιδία βούληση την χώρα του για να εργασθεί, να σπουδάσει ή να ζήσει στο εξωτερικό. Οι μετανάστες πρέπει να γίνονται δεκτοί σε μια χώρα μόνο εφόσον η ίδια το επιθυμεί, και εάν το επιθυμεί θα πρέπει να γίνονται δεκτοί με βάση τις επιλογές, τις ανάγκες και τις δυνατότητές της. Η χώρα υποδοχής οφείλει να εγγυάται ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής για τους ξένους μετανάστες, ενώ οι ίδιοι θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τους νόμους και να σέβονται την χώρα φιλοξενίας.

Στην περίπτωση μάλιστα των ξένων εργατών η είσοδος και η παραμονή στην χώρα πρέπει να πραγματοποιείται υπό συνθήκες νομιμότητας και με αυστηρή τήρηση των νόμιμων αμοιβών, των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας που ισχύουν εξίσου για τους ημεδαπούς εργαζόμενους.

Λαθρομετανάστης είναι ο μετανάστης που εισέρχεται ή διαβιεί παρανόμως σε μια χώρα. Η λαθρομετανάστευση αποτελεί εξαίρετη πηγή εσόδων για το σύγχρονο δουλεμπόριο και πρώτης τάξεως πάροχο ανθρώπινης ύλης προς υπερεκμετάλλευση προς την εκάστοτε κεφαλαιοκρατία και εργοδοσία, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιείται ως πρόσφορο μέσο για την υποτίμηση των εργατικών αμοιβών και την υπονόμευση των εργασιακών σχέσεων.

Ο λαθρομετανάστης, ακριβώς εξαιτίας αυτής του της ιδιότητας, μετατρέπεται σε έναν σύγχρονο δούλο, που όχι μόνο συμβάλει στον ευτελισμό της εργασίας των γηγενών και εντοπίων ταξικών συναδέλφων του αλλά και στον δικό του εκμαυλισμό, αφού, ως «λάθρα βιών», μετατρέπεται σε ανδράποδο των σύγχρονων δουλοκτητών, των κεφαλαιοκρατών, των μικρομεσαίων εκμεταλλευτών, των πολυτρόπων κακουργηματικών κυκλωμάτων, των μαστροπών και άλλων καθαρμάτων καθώς επίσης και των ποικίλων μυστικών υπηρεσιών που δρουν στην χώρα υποδοχής και ζει υποχρεωτικά στο περιθώριο της κοινωνίας, στερούμενος την δυνατότητα να ευδοκιμήσει ως άνθρωπος, να μορφωθεί, να έρθει σε επαφή με τον πολιτισμό και γενικώς να αφομοιωθεί στην εντόπια κοινωνία, όντας επί μονίμου βάσεως εκ της θέσεώς του κοινωνικά έκπτωτος.

Η λαθρομετανάστευση δεν αποτελεί απλώς ένα αδίκημα για τον λαθρομετανάστη, αλλά και ένα έγκλημα για όσους την ευνοούν και επωφελούνται από αυτήν. Γι’ αυτό και η δίωξή της δεν πρέπει μονάχα να επισύρει την άμεση απέλαση και τον επαναπατρισμό του λαθρομετανάστη, αλλά κυρίως τον αυστηρό ποινικό κολασμό των ποικιλοτρόπως ωφελουμένων από αυτήν δια της επιβολής πολυετούς ποινής φυλάκισης, υψηλών χρηματικών προστίμων και στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων. Ο βαθμός διαμαρτυρίας μιας κοινωνίας έναντι του απάνθρωπου φαινομένου της λαθρομετανάστευσης αποτελεί βασικό δείκτη του πολιτιστικού της επιπέδου, κριτήριο της ηθικής της στάθμης και εν γένει της ωριμότητάς της, στρεφόμενη όχι εναντίον των ίδιων των λαθρομεταναστών αλλά εναντίον όσων ευθύνονται, επωφελούνται ή ενέχονται σε αυτήν.

Αυτά προς τα παρόν. Και έπεται συνέχεια.

 

Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

(…) Ο ανταγωνισμός αποτελεί την πληρέστερη έκφραση του πολέμου όλων εναντίον όλων, που βασιλεύει στην σύγχρονη αστική κοινωνία. Αυτός ο πόλεμος, ο πόλεμος για την επιβίωση, για την ύπαρξη, για όλα, εν προκειμένω ένας αγώνας ζωής και θανάτου, δεν διεξάγεται μονάχα μεταξύ των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας αλλά επίσης και μεταξύ των μεμονωμένων μελών αυτών των τάξεων. Ο ένας φράζει τον δρόμο στον άλλο και καθένας επιδιώκει να παραγκωνίσει τον άλλον και του πάρει την θέση. Οι εργάτες βρίσκονται υπό διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους όπως και τα μέλη της αστικής τάξης.

(…) Αυτός, λοιπόν, ο ανταγωνισμός των εργατών μεταξύ τους είναι η χείριστη πλευρά της παρούσας κατάστασης πραγμάτων ως προς τις συνέπειες που επιφέρει στον εργάτη, το πιο αιχμηρό όπλο που έχει στα χέρια της η αστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου.

(…) Το προλεταριάτο είναι αβοήθητο, αφημένο στον εαυτό του, δεν μπορεί να ζήσει ούτε μια μέρα. Η αστική τάξη έχει αποκτήσει το μονοπώλιο των μέσων προς το ζην με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου. Ό,τι έχει ανάγκη ο προλετάριος μπορεί να το προμηθευτεί μονάχα από την αστική τάξη, της οποίας το μονοπώλιο προστατεύεται από την κρατική εξουσία. Ο προλετάριος είναι, επομένως, τόσο σύμφωνα με τον νόμο όσο και στην πραγματικότητα, ο δούλος της αστικής τάξης, η οποία έχει πάνω του εξουσία ζωής και θανάτου. Αυτή του προσφέρει τα μέσα διαβίωσης αλλά μονάχα αντί ενός «ισοδυνάμου»: την εργασία του. Τον αφήνει μάλιστα να ενεργεί υπό την επίφαση της ελεύθερης επιλογής, της ελεύθερης σύναψης μιας σύμβασης, της αβίαστης συγκατάθεσης, ενός υπεύθυνου ενήλικου ανθρώπου.

Ωραία ελευθερία, υπό την οποία ο προλετάριος δεν έχει άλλη επιλογή από την αποδοχή των όρων που του θέτει η αστική τάξη, ειδάλλως θα πεινάσει, θα πεθάνει από το κρύο ή θα πλαγιάσει ολόγυμνος για να κοιμηθεί με τα άγρια ζώα του δάσους! Ωραίο «ισοδύναμο», το οποίο αποτιμάται κατά την βούληση της αστικής τάξης! Κι αν ένας προλετάριος είναι αρκετά μωρός για να προτιμήσει να πεινάσει  από το να συμφωνήσει με τις «δίκαιες» προτάσεις της αστικής τάξης, των «φυσικώς ανωτέρων» του[1], κάποιος άλλος θα βρεθεί εύκολα για να πάρει την θέση του. Υπάρχουν αρκετοί προλετάριοι στον κόσμο και δεν είναι όλοι τόσο τρελοί για να προτιμήσουν να πεθαίνουν παρά να ζήσουν.

Να ποιος είναι ο ανταγωνισμός των εργατών μεταξύ τους. Αν όλοι οι προλετάριοι προανήγγελλαν ότι είναι αποφασισμένοι να πεινάσουν παρά να εργασθούν για την αστική τάξη, τότε η αστική τάξη θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το μονοπώλιό της. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, αφού στην πραγματικότητα είναι μια περίπτωση αδύνατη, κι έτσι η αστική τάξη ευδοκιμεί. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα όριο: κανένας εργάτης να μην δουλέψει για λιγότερα από όσα χρειάζεται για να συντηρηθεί.

(…) Με άλλα λόγια ο εργάτης είναι, τόσο σύμφωνα με τον νόμο όσο και στην πραγματικότητα, δούλος της κατέχουσας τάξης, αφού πωλείται σαν εμπόρευμα και η αξία του ανεβαίνει και πέφτει όπως η αξία των εμπορευμάτων. Αν αυξάνεται η ζήτηση εργατών, τότε η τιμή τους ανεβαίνει. Αν πέφτει, τότε πέφτει και η τιμή τους. Εάν πέσει τόσο πολύ, ώστε ένας αριθμός από αυτούς μείνει στα αζήτητα, αν μπουν σε διαθεσιμότητα, τότε απλούστατα μένουν άνεργοι, και αφού δεν μπορούν να βρουν δουλειά για να ζήσουν, πεθαίνουν απ’ την πείνα… Η μόνη διαφορά σε σχέση με την αρχαία απερίφραστη δουλεία είναι ότι ο σημερινός εργάτης φαίνεται σαν να είναι ελεύθερος, επειδή δεν πωλείται άπαξ και διαπαντός αλλά λίγο-λίγο, με την ημέρα, την εβδομάδα, τον χρόνο, και επειδή κανένας ιδιοκτήτης δεν τον πωλεί σε κάποιον άλλο, αλλά είναι αναγκασμένος να πωλεί ο ίδιος τον εαυτό του κατ’ αυτόν τον τρόπο, μη όντας δούλος ενός συγκεκριμένου προσώπου αλλά ολόκληρης της κατέχουσας τάξης… Η αστική τάξη, από την άλλη μεριά, είναι σε πολύ καλύτερη θέση υπό το παρόν σύστημα από ό,τι με το παλιό απροκάλυπτο δουλοκτητικό σύστημα. Μπορεί να απολύει τους υπαλλήλους της κατά την κρίση της χωρίς να θυσιάζει επενδυμένο κεφάλαιο και κάνει την δουλειά της κατά πολύ φθηνότερα απ’ ό,τι ήταν δυνατό με την εργασία των δούλων, όπως επεσήμανε παρηγορητικώς ο Άνταμ Σμιθ.[2]

(…) Και τι άλλο απομένει σ’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν βρίσκουν δουλειά και δεν εξεγείρονται κατά της κοινωνίας από το να ζητιανέψουν;

(…) Κι αν ένας από τους «πλεονάζοντες ανθρώπους» διαθέτει περίσσιο θάρρος και πάθος για να έλθει σε ανοικτή σύγκρουση με την κοινωνία, για να απαντήσει με κεκηρυγμένο πόλεμο στην αστική τάξη απέναντι στον κεκαλυμμένο πόλεμο που διεξάγει αυτή εναντίον του, τότε αυτός πηγαίνει να κλέψει, να ληστέψει, να δολοφονήσει και να κάψει!

Φρήντριχ Ένγκελς, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, κεφ. «Ο ανταγωνισμός»

Τίτλος Πρωτοτύπου: Friedrich Engels, Condition of the Working Class in England, ‘Competition’

Πηγή: https://www.marxists.org/

Μετάφραση: Σωτήρης Γιαννέλης

[1] Προσφιλής όρος των Άγγλων βιομηχάνων [Σ.τ.Σ.].

[2] Λέγεται ότι η συνήθης φθορά ενός σκλάβου βαρύνει τον αφέντη του. Η συνήθης φθορά όμως ενός ελεύθερου υπηρέτη βαρύνει αυτόν τον ίδιο. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, αυτό το είδος συνήθους φθοράς του τελευταίου βαρύνει τον αφέντη του στον ίδιο βαθμό που βαρύνει και τον αφέντη του πρώτου. Ο μισθός που πληρώνεται στους έμμισθους τεχνίτες και στους κάθε λογής υπηρέτες πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να τους επιτρέπει, σε έναν προς έναν, να διαιωνίσουν το είδος των έμμισθων τεχνιτών και υπηρετών, ανάλογα με το τι απαιτεί η αυξανόμενη, μειούμενη ή στάσιμη κοινωνική ζήτηση. Παρόλο όμως που η συνήθης φθορά ενός ελεύθερου υπηρέτη βαρύνει εξίσου τον αφέντη του, γενικά κοστίζει σε αυτόν πολύ λιγότερα απ’ ό,τι η συνήθης φθορά ενός σκλάβου. Οι πόροι που προορίζονται για την αντικατάσταση ή την επισκευή, αν μου επιτρέπεται αυτή η έκφραση, της συνήθους φθοράς ενός σκλάβου γενικά διατίθενται από έναν αμελή αφέντη ή από έναν απρόσεκτο επιστάτη». Adam Smith, Wealth of Nations, I. McCuloch’s  (εκδ.), σ. 36. (Σ.τ.Σ.)  Άνταμ Σμιθ, Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, σ. 111-112, μτφ. Χρήστος Βαλλιάνος, ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 2010. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: