Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ

KATEBΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 «Ποιος κάνει λόγο για την εξόντωση των Αρμενίων σήμερα;», ρώτησε ο Χίτλερ λίγες ημέρες πριν από την γερμανική επίθεση στην Πολωνία, σε μια ομιλία του όπου, μεταξύ άλλων, δήλωσε απερίφραστα τη σκληρή συμπεριφορά που πρέπει να υιοθετηθεί εκ μέρους των Ταγμάτων Θανάτου των SS κατά του άμαχου πληθυσμού. Πρόκειται για μία αξιοσημείωτη αναφορά που καταδεικνύει ότι ακόμη και τότε η γενοκτονία των Αρμενίων ήταν ευρέως γνωστή καθώς επίσης και ότι εξυπηρέτησε φανατικούς εθνικιστές, όπως ο Χίτλερ, ως παράδειγμα προς μίμηση. Ωστόσο, τα γεγονότα που συνέβησαν 95 χρόνια πριν[1] μερικές φορές δεν αναγνωρίζονται ή, τουλάχιστον, θεωρούνται εξαιρετικά αμφιλεγόμενα. Τα ιστορικά γεγονότα για το θέμα αυτό αμφισβητούνταν και εξακολουθούν να αμφισβητούνται, τα ιστορικά βιβλία παραμένουν παραποιημένα και όποιος, για παράδειγμα κάποιος δημοσιογράφος, κάνει απλά και μόνο λόγο για γενοκτονία, πατάσσεται αυστηρά. Ακόμη και αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, πολύ συχνά, ο ίδιος ο φιλελεύθερος Τύπος είναι αυτός που ενισχύει καθημερινά τη μη αναγνώριση της ιστορίας.

Στη Γερμανία, εντούτοις, δεν είναι τόσο η γενοκτονία των Αρμενίων που αμφισβητείται, όσο ένα πέπλο σιωπής που καλύπτει τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι Γερμανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι -για σοβαρούς λόγους, όπως θα δούμε. Σε γενικές γραμμές, η τάση που επικρατεί είναι η γενοκτονία των Αρμενίων να θεωρείται, όπως το Ολοκαύτωμα, ένα λυπηρό επεισόδιο της ιστορίας.

Η υπεκφυγή των γεγονότων βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις δημοφιλείς απόψεις του Στεφάν Κουρτουά [Stephane Courtois] ο οποίος στην εισαγωγή του στο βιβλίο «Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» παραθέτει σκοπίμως «φύρδην μίγδην» τα ανθρώπινα δεινά:

«Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδόθηκε στη γενοκτονία των Αρμενίων και η Γερμανία σε εκείνη των Εβραίων και των Τσιγγάνων. Η Ιταλία του Μουσσολίνι κατέσφαξε τους Αιθίοπες. Οι Τσέχοι δυσανασχετούν όταν τους υπενθυμίζουν ότι η στάση τους προς τους Γερμανούς της Σουδητίας, το 1945-1946, δεν υπήρξε άμεμπτη».[2]

Αντί να τονιστεί η σχέση ανάμεσα στις σφαγές των Εβραίων και των Αρμενίων, πόσω δε μάλλον να αναφερθεί η γερμανική συμμετοχή στην δεύτερη, με τον παραπάνω τρόπο αυτό που στην καλύτερη περίπτωση επιτυγχάνεται είναι να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο όλες τις «καταστροφές της ανθρωπότητας».

 

 

 

Η Γερμανία και η Γενοκτονία του 1915

 

Τον Ιανουάριο του 1916, ο Καρλ Λήμπκνεχτ[3] σε μια επερώτησή του στο γερμανικό κοινοβούλιο ανέφερε ότι «στη σύμμαχό μας, την Τουρκική Αυτοκρατορία, εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και σφαγιάστηκαν» και ζητούσε να ενημερωθεί για τις συνέπειες αυτού του γεγονότος.

Η απάντηση του αρχηγού του Πολιτικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών και εκπρόσωπου του Κάιζερ, Δρ. φον Στουμ [Dr. Von Stumm] ήταν η ακόλουθη:

«Η Καγκελαρία του Ράιχ γνωρίζει ότι οι ανατρεπτικές δραστηριότητες των εχθρών μας έχουν αναγκάσει την Τουρκική Αυλή να εκτοπίσει τον αρμενικό πληθυσμό από ορισμένες περιοχές της Τουρκικής Αυτοκρατορίας και να τον στείλει σε νέους τόπους διαμονής. Λόγω ορισμένων επιπτώσεων αυτών των μέτρων υπήρξε μια ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της γερμανικής και της τουρκικής κυβέρνησης. Περισσότερες λεπτομέρειες δεν μπορούν να κοινοποιηθούν».

 

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία και η Τουρκία ήταν σύμμαχοι. Την περίοδο διεξαγωγής της Γενοκτονίας πολλοί Γερμανοί διέμεναν στην Τουρκία και ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ή είχαν ακούσει γι’ αυτήν. Ορισμένοι από αυτούς συμμετείχαν κιόλας. Δίνουμε, στη συνέχεια, μονάχα μερικά παραδείγματα:

  • Τα σχέδια απέλασης των Αρμενίων ξεκίνησαν από τον Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς[4], ο οποίος είχε εργαστεί από το 1883 στην Τουρκική Αυτοκρατορία ως στρατιωτικός εκπαιδευτής και οργανωτής του στρατού, είχε λάβει τον βαθμό του Τούρκου Στρατάρχη και ήταν γνωστός και ως “Γκολτς-Πασά”.

  • Ο Γερμανός δημοσιογράφος Πάουλ Ρόερμπαχ [Paul Rohrbach] είχε προτείνει ήδη από το 1913 την απέλαση των Αρμενίων ούτως ώστε να επιλυθεί το «αρμενικό ζήτημα».

  • Το 1913 περίπου 800 Γερμανοί αξιωματικοί υπό τον στρατηγό Λίμαν κατέφθασαν στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να προετοιμάσουν στρατιωτικά την μελλοντική τους σύμμαχο. Μερικοί από αυτούς τους αξιωματικούς έλαβαν μέρος στον σχεδιασμό και την διενέργεια των απελάσεων.

  • Ο Γερμανός Στρατηγός Φριτς φον Μπρόνσαρτ Σέλεντορφ [Fritz von Bronsart Schellendorf], αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Οθωμανικού Στρατού, δικαιολόγησε τις εγκληματικές ενέργειες κατά των Αρμενίων, ακόμη και μετά τον πόλεμο, γράφοντας το 1919: «Ο Αρμένιος είναι σαν τον Εβραίο, όταν βρίσκεται έξω από την πατρίδα του είναι ένα παράσιτο που απομυζεί την υγεία της άλλης χώρας στην οποία εγκαθίσταται. Από εκεί προέρχεται το μίσος μεσαιωνικού τύπου εναντίον τους, εναντίον ενός ανεπιθύμητου λαού. Και το οποίο μίσος οδήγησε στη δολοφονία τους».[5]

 

 

Οι Νεότουρκοι

Η Επανάσταση των Νεοτούρκων[6] του 1908 οδήγησε στην αποπομπή του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ και έθεσε σε αυστηρούς περιορισμούς στα δικαιώματα του Σουλτανάτου, χωρίς να το καταργεί τυπικά. Υπό τον Αμπντούλ Χαμίτ ο αρμενικός πληθυσμός υπέστη εξαιρετικά βάναυσα πογκρόμ. Από το 1894 έως το 1896 δολοφονήθηκαν χιλιάδες Αρμένιοι. Εκείνη την περίοδο η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελείτο σε πολύ μεγάλο βαθμό από αγρότες και από μια τεράστια μάζα στρατιωτών. Το προλεταριάτο ήταν εξαιρετικά μικρό, αλλά η Επανάσταση είχε ως απότοκο την διεξαγωγή των πρώτων σημαντικών απεργιών. Η «Επανάσταση», ωστόσο, πραγματοποιήθηκε κυρίως από ομάδες αξιωματούχων. Η «Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο» (Itihat ve Terakki CemiyetΕΕΠ), που ιδρύθηκε το 1890, εμπλεκόταν πολιτικά σε αυτήν. Η δυσαρέσκεια και η αντίθεση των Νεότουρκων προς τον Αμπντούλ Χαμίτ τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις στρατιωτικές ήττες και την απώλεια εδαφών, κυρίως στα Βαλκάνια, αλλά επίσης και σε σχέση με την Ρωσία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε κηρύξει ως κράτος χρεοκοπία ήδη από το 1875. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-8 οδήγησε σε εδαφικές απώλειες στην Αρμενία και τα Βαλκάνια. Εξαιτίας της παρακμής της Αυτοκρατορίας και της οικονομικής κατάρρευσης η εξάρτηση της Τουρκίας από την ξένη υποστήριξη μεγάλωσε, πάνω από όλα από τη Γερμανία. Τον Ιανουάριο η «Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο» επικράτησε έναντι των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης και στον απόηχο της βαριάς ήττας στον Βαλκανικό Πόλεμο εγκαθίδρυσε με πραξικόπημα την απόλυτη εξουσία της. Ο Ταλάτ έγινε υπουργός Εσωτερικών, ο Ενβέρ υπουργός Πολέμου και ο Κεμάλ υπουργός Ναυτικού. Αυτή η τριανδρία παρέμεινε στην κορυφή του κράτους έως την έναρξη του 1918.

Η είσοδος της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας προκλήθηκε ουσιαστικά από αυτή την τριανδρία, η οποία προσέβλεπε στην κυριαρχία της πάνω στον πληθυσμό· κυριαρχία η οποία ήταν ήδη ισχνή και συρρικνώθηκε περαιτέρω εξαιτίας του λιμού. Εν πάση περιπτώσει, ο χριστιανικός πληθυσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορούσε να περιμένει τίποτε άλλο πέρα από διώξεις και σφαγές. Οι πρώιμες ελπίδες τους προς την Επανάσταση των Νεοτούρκων γρήγορα εξανεμίσθηκαν εξαιτίας των πογκρόμ που μαίνονταν πολύ πριν από το 1915.

Στο εσωτερικό της ΕΕΠ, άρχισε να επικρατεί όλο και περισσότερο ο παντουρκισμός [7] έναντι του παραδοσιακού οθωμανισμού, ο οποίος θεωρούσε το Ισλάμ ως την κατ’ εξοχήν θρησκεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι υπόλοιπες θρησκείες υφίσταντο κατασταλτικούς νόμους, όπως παραδείγματος χάριν την επιβολή ενός έκτακτου φόρου. Οι μη μουσουλμάνοι, λίγο πριν από τη Γενοκτονία του 1915, δεν επιτρεπόταν να υπηρετήσουν στρατιωτική θητεία και αποκλείονταν από καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Έτσι, παρέμειναν απομονωμένοι σε μεγάλο βαθμό και, στον βαθμό που δεν είχαν οργανωθεί προκειμένου να προβάλλουν ένοπλη αυτοάμυνα, αποτέλεσαν θύματα των πογκρόμ χωρίς να τυγχάνουν καμίας προστασίας.

Ο παντουρκισμός διέφερε από τον οθωμανισμό ως προς το ό,τι συγχώνευσε την ηγεμονία του Ισλάμ με το έθνος. Η αιτία κάθε δυστυχίας και ήττας θα έπρεπε έτσι να αναζητηθεί στους χριστιανούς, στους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Αραμαίους. Η «τουρκικότητα» θα πρέπει να διαιωνίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Ενβέρ επεσήμαινε το εξής το 1915 απευθυνόμενος προς τον πρόεδρο της γερμανικής αποστολής στην Ανατολή, Δρ. Λέπσιους [Dr. Lepsius]: «Λάβετε υπόψη σας ότι οι Τούρκοι αριθμούν 40 εκατομμύρια. Αν συγκροτούνταν σε μια αυτοκρατορία, τότε θα είχαν την ίδια σημασία στην Ασία με αυτή που έχει η Γερμανία στην Ευρώπη».[8]

 

Εκείνη την εποχή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν περίπου 9 εκατομμύρια Τούρκοι. Για την σύσταση αυτής της αυτοκρατορίας οι Αρμένιοι έπρεπε να «εξαλειφθούν», δεδομένου ότι αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό εμπόδιο σε αυτό το εθνικιστικό επεκτατικό σχέδιο. Είναι αλήθεια ότι τα πογκρόμ κατά των χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν σπάνια, αλλά το 1915 υπερέβησαν ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν. Ακόμη και το 1914, αρχής γενομένης από τη Δυτική Ανατολία, διαπράττονταν πογκρόμ κυρίως εναντίον Ελλήνων, τα οποία κυρίως πραγματοποιούνταν από τις ειδικές μονάδες Teskalit -i Mahsura, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολέμου. Έως το 1916 περίπου 500.000 άνθρωποι είχαν δολοφονηθεί μονάχα σε αυτή την περιοχή και χιλιάδες άλλοι είχαν εκτοπιστεί. Η «επιτυχία» στη Δυτική Ανατολία θα ενθαρρύνει τώρα τους δολοφόνους της άρχουσας τάξης να διαπράξουν τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Η είσοδος στον Παγκόσμιο Πόλεμο σήμαινε ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να δολοφονηθούν «ήσυχα». Εν τέλει, δεν απαιτείται να καταβληθεί κανενός είδους σεβασμός σε κανέναν, και ο καθένας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως θύμα του πολέμου.

Αρχικά, στις 25 Φεβρουαρίου 1915, ο Ενβέρ Πασά διέταξε τον αφοπλισμό των Αρμενίων στρατιωτών και στη συνέχεια αυτοί εντάχθηκαν σε τάγματα καταναγκαστικής εργασίας. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους εκεί ή εκτελέστηκαν μαζικά. Στις 24 Απριλίου, 600 Αρμένιοι διανοούμενοι απελάθηκαν από την Κωνσταντινούπολη και δολοφονήθηκαν. Τώρα θα μπορούσε να ξεκινήσει η πραγματική «απέλαση». Κατά πρώτο λόγο οι άνδρες οδηγήθηκαν μακριά από τους τόπους διαμονής τους και εν συνεχεία ακολούθησαν οι γυναίκες και τα παιδιά. Κατά γενικό κανόνα δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα μαζί τους. Οδηγήθηκαν κατά ομάδες σε μακρά οδοιπορικά, στο τέλος των οποίων σχεδόν πάντοτε τους περίμενε ο θάνατος. Όταν Τούρκοι, Κούρδοι και Κιρκάσιοι τους συναντούσαν κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας τους επιτίθονταν, τους βίαζαν, τους δολοφονούσαν. Κάποιοι άλλοι που προσπάθησαν να τους βοηθήσουν, εκτελέστηκαν. Τα οδοιπορικά κατέληξαν στις συριακές ή ιρακινές ερήμους όπου οι ασθένειες, η πείνα και η δίψα τους σκότωναν.

«Στο φαράγγι της Κάμαχα [Kemach], κοντά στην πόλη Ερζερούμ, όπου ο ποταμός Ευφράτης διαρρέει το βουνό, οι άνθρωποι δένονται σε ομάδες ανά πέντε και πετιούνται κάτω στο ποτάμι. Την άνοιξη το νερό φέρνει τα πτώματα στην πεδιάδα, όπου γίνονται λεία των συφοριασμένων και πάντα πεινασμένων κοπρόσκυλων των χωριών. Στην Τραπεζούντα θα απελαθούν μόνο λίγοι από τους Αρμένιους. Οι υπόλοιποι θα πνιγούν μαζί με κάποιους Έλληνες. Φορτώθηκαν σε πλοία και σύρθηκαν στη θάλασσα. Εκεί οι βάρκες απλούστατα βυθίστηκαν. Γη, ζώα, σπίτια, μαγαζιά και όλα τα αγαθά που άφησαν πίσω τους τέθηκαν υπό την κυριότητα των ισλαμιστών γειτόνων τους και των κρατικών αξιωματούχων».[9]

Ο αριθμός των θυμάτων της Γενοκτονίας είναι μάλλον 1,5 ή ίσως ακόμη και 2 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι περισσότεροι από τους δολοφόνους κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ύστερα από τις δίκες στην Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δίκες πραγματοποιήθηκαν κάτω από βρετανική «πίεση». Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανία διακρίνεται για την υπόθαλψη των καταζητούμενων δολοφόνων. Για παράδειγμα, ο Ταλάτ Πασάς ζούσε στο Βερολίνο το 1921 ως ένας αξιοσέβαστος πολίτης. Αργότερα πυροβολήθηκε από τον Αρμένιο φοιτητή Σάλομον Τεϊλιριάν [Salomon Teilirian], η οικογένεια του οποίου είχε πέσει θύμα της γενοκτονίας.

 

Κεμαλικοί μύθοι και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα

 

Ωστόσο, οι δυνάμεις της Αντάντ[10] δεν είχαν κι αυτές κανένα πραγματικό συμφέρον για να κάνουν γνωστή τη Γενοκτονία. Ο μοναδικός στόχος των Βρετανών ιμπεριαλιστών ήταν να αποσπάσουν για λογαριασμό τους όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μεριδίου από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και για τον σκοπό αυτόν χρειαζόντουσαν κάποιες δικαιολογίες. Το ίδιο ίσχυε και για τα υπόλοιπα ιμπεριαλιστικά κράτη. Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντά τους απάλλαξαν τους Τούρκους κρατούντες από το βάρος της Γενοκτονίας. Ύστερα από την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 δεν υπήρχε πλέον ζήτημα Γενοκτονίας. Οι νικήτριες δυνάμεις ενδιαφέρονταν περισσότερο για μια ισχυρή Τουρκία ως «προπύργιο ενάντια στον κομμουνισμό». Παρ’ όλα  αυτά, ο «απελευθερωτικός αγώνας» υπό την ηγεσία του Ατατούρκ κατά των κατοχικών δυνάμεων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξαρτώνταν σε σημαντικό βαθμό από τις ειδικές μονάδες Teskilat-i Mahusa, που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στη Γενοκτονία. Ο ίδιος ο Ατατούρκ φρόντισε για την αποφυλάκισή τους (εάν είχαν ποτέ συλληφθεί) και πολλοί οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους αρμενική ιδιοκτησία ανησυχούσαν μήπως επιστρέψουν οι επιζώντες. Ως εκ τούτου, υποστήριξαν με πάθος τον Ατατούρκ και τον «απελευθερωτικό αγώνα». Η τουρκική άρχουσα τάξη αντιδρά με εξαιρετική ευαισθησία σε κατηγορίες σε σχέση με τη Γενοκτονία, μιας και η κυριαρχία της στηρίζεται ακριβώς στον μύθο του «απελευθερωτικού αγώνα». Το να κάνει κάποιος λόγο για τη Γενοκτονία σημαίνει αμφισβήτηση του Ατατούρκ και της Δημοκρατίας του, η οποία στηρίζεται στην εκδίωξη ή στην εξόντωση των άλλων λαών, και σημαίνει επίσης αντίθεση προς τον κεμαλισμό, ο οποίος δεσπόζει σε μεγάλη μερίδα της τουρκικής Αριστεράς. Όπως αναφέρθηκε, η τουρκική ιστοριογραφία δεν αναγνωρίζει τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων συγγραφέων και δημοσιογράφων έχουν αναπτύξει διάφορες «επιχειρηματολογίες».

Ένα δημοφιλές επιχείρημα είναι το ακόλουθο: «γινόταν πόλεμος και ως εκ τούτου υπήρχαν θάνατοι και από τις δύο πλευρές». Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι Αρμένιοι απελάθηκαν επειδή συνεργάστηκαν με τους Ρώσους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι άλλοι καταμετρούν τον αριθμό των Τούρκων που έχασαν τη ζωή τους στα διάφορα μέτωπα και συγκρίνουν τα στοιχεία. Ο πιο διαδεδομένος μύθος είναι αυτός που μετατρέπει τα θύματα σε θύτες. Τα τελευταία χρόνια ακόμη και η συζήτηση που έχει ανακύψει σε διπλωματικό επίπεδο σχετικά με τη γενοκτονία των Αρμενίων δεν αφορά τόσο την αναγνώρισή της όσο την επικράτηση πολιτικών θέσεων μεταξύ ανταγωνιζόμενων εθνικών κρατών. Σε αυτό το κυνικό παιχνίδι εξουσίας που διεξάγεται οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης προσπαθούν να ερμηνεύσουν και να εκμεταλλευτούν τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν πριν από 95 χρόνια με βάση τα ίδια ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα.

Η γενοκτονία των Αρμενίων ήταν το αποτέλεσμα μιας εθνικιστικής επεκτατικής κίνησης η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής του ιμπεριαλισμού. Μονάχα όταν ο κανόνας του ιμπεριαλισμού διαρρηχθεί σε ολόκληρο τον κόσμο και η δικτατορία του κεφαλαίου τελικά αρθεί, θα μπορέσουν να δικαιωθούν τα θύματα αυτής της μαζικής σφαγής.

GIS (Gruppe Internationaler Sozialistinnen)

 

Τίτλος άρθρου: “Τhe Genocide against the Armenians and German Participation”.

Τίτλος πρωτοτύπου:Der Genozid an den Armeniern und die deutsche Beteiligung”.

Πηγή: http://leftcom.org

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου γερμανικού άρθρου.

 Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Ένζυμο», Νο 7,

Φθινόπωρο 2016, σελ. 86-91.

 https://engymo.wordpress.com

[1] Το άρθρο γράφτηκε το 2010. (Σ.τ.Μ.)

[2] Η Μαύρη Βίβλος του κομμουνισμού, σ. 41, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, Αγγελική Ξύδη, Βιβλιοπωλείον της ‘Εστίας’ Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α. Ε., Αθήνα, 2001. (Σ.τ.Μ.)

[3] Ιδρυτικό μέλος της Ένωσης «Σπάρτακος» (Spartakusbund), μαζί με την Ρόζα Λούξεμπουργκ και την Κλάρα Τσέτκιν, η οποία ήταν μια μαρξιστική επαναστατική οργάνωση που δημιουργήθηκε στην Γερμανία την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με βάση διεθνιστικές αντιπολεμικές θέσεις. Έφθασε στο απόγειο της δραστηριότητάς της την περίοδο της Γερμανικής Επανάστασης του 1918. Το 1919 προσχώρησε στην Κομιντέρν και μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). (Σ.τ.Μ.)

[4] Ο Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς [Colmar Freiherr von der Goltz] (18431916), ήταν Πρώσος στρατάρχης που είχε λάβει μέρος στον αυστρο-πρωσικό πόλεμο, τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο και ακολούθως ως αναδιοργανωτής του οθωμανικού στρατού στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, γνωστός και ως Γκολτς Πασάς, όπου διεύθυνε την εναντίον της Ελλάδας εκστρατεία, λαμβάνοντας τον τίτλο του μεσίρη (στρατάρχη), καθώς και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως γενικός διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων. (Σ.τ.Μ.)

[5] Alsan, F., Bozay Κ u.a .: Die Grauen Wölfe heulen wieder, Münster 1997, σελ.30.

[6] Το εθνικό επαναστατικό κίνημα των Νεοτούρκων, το οποίο ίδρυσε την Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο (Ittihat ve Terakki Cemiyeti -ΕΕΠ), αποτελείτο κυρίως όχι από την ανερχόμενη βιομηχανική αστική τάξη αλλά από απογοητευμένους Τούρκους αξιωματικούς του στρατού και κρατικούς αξιωματούχους. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της η ΕΕΠ έλαβε σημαντική υποστήριξη από τις εθνικές μειονότητες και, τουλάχιστον στην αρχή, από την Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία του Αβραάμ Μπεναρόγια. Παρ’ όλο που εμπνεόταν από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και την αποτελεσματικότητα της γερμανικής στρατιωτικής οργάνωσης η ΕΕΠ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακριβώς ως εθνικιστική οργάνωση, αφού σκοπός της ήταν ο μετασχηματισμός και η ενίσχυση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μια πληρέστερη αναφορά στην ιστορία της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται στο πρώτο μέρος του αφιερώματος του περιοδικού μας στην Αριστερή Πτέρυγα του Κομμουνιστικού Κόμματος (βλ. ‘Ενζυμο Νο 3, Νοέμβριος 2014, σελ. 80-84). (Σ.τ.Μ.)

[7] Πρόκειται για ακραία εθνικιστική ιδεολογία η οποία γεννήθηκε μέσα στο πλαίσιο των ζυμώσεων σε κύκλους οι οποίοι επεδίωκαν την ένωση του «τουρκικού» κόσμου και την ανάδειξή του σε παγκόσμια δύναμη. (Σ.τ.Μ.)

[8] Seidel-Pielen, Eberhard: Unsere Turken, Βερολίνο 1995, σελ.51.

[9] Alsan, F., Bozay Κ u.a.: Die Grauen Wölfe heulen wieder, Münster 1997, σελ. 32.

[10] Η γνωστή ιμπεριαλιστική συμμαχία μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία ονομαζόταν Entente Cordiale (Εγκάρδια Συνεννόηση) ή απλώς Αντάντ. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: