ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Μία φορᾶ καὶ ἕναν καιρό, ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἑνὸς πλοίου ἔγιναν τόσο ματαιόδοξοι ἐξαιτίας τῆς ἱκανότητός τους στὴν ναυτικὴ τέχνη, τόσο πλήρεις Ὕβρεως καὶ τόσο ἐντυπωσιασμένοι μὲ τὸν ἑαυτὸ τους ὤστε τρελάθηκαν.

Ἔστρεψαν τὸ πλοῖο πρὸς βορρᾶν καὶ ἔπλευσαν ἕως ὅτου συνάντησαν παγόβουνα καὶ ἐπικίνδυνους ὀγκοπάγους, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ συνέχισαν νὰ πλέουν πρὸς βορρᾶν, σὲ ὅλο καὶ πιὸ ἐπικίνδυνα νερά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δώσουν στὸν ἑαυτὸ τους τὴν εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσουν ἀκόμα πιὸ λαμπρὰ κατορθώματα στὴν ναυτικὴ τέχνη.

Καθὼς τὸ πλοῖο ἔφτανε σὲ ὅλο καὶ ὑψηλότερα γεωγραφικὰ πλάτη, οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα αἰσθάνονταν ὅλο καὶ πιὸ ἄβολα. Ἄρχισαν νὰ καυγαδίζουν μεταξύ τους καὶ νὰ παραπονοῦνται γιὰ τὶς συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦσαν.

«Βρὲ ποὺ νὰ πάρει καὶ νὰ σηκώσει» εἶπε ἕνας θαλασσόλυκος. «Ἒ λοιπόν, αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερό μου ταξίδι. Τὸ κατάστρωμα γλιστράει ἀπὸ τὸν πάγο. Ὅταν εἶμαι στὸ παρατηρητήριο ὁ ἀέρας περνᾶ μέσα ἀπὸ τὸ πανωφόρι σχίζοντὰς το σὰν μαχαίρι. Κάθε φορὰ ποὺ δένω τὸ πανὶ τῆς πλώρης τὰ δάχτυλά μου κοντεύουν νὰ παγώσουν. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ τραβάω μόνο καὶ μόνο γιὰ πέντε ψωροσελίνια τὸ μήνα!».

«Νομίζεις ὅτι μόνο ἐσὺ τὴν ἔχεις ἄσχημα;», εἶπε μία γυναίκα ἐπιβάτης. «Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ τὰ βράδια ἀπὸ τὸ κρύο. Οἱ κυρίες σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο δὲν παίρνουν ὅσες κουβέρτες παίρνουν κι οἱ ἄντρες. Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιο!».

Στὴν συζήτηση μπαίνει ἕνας Μεξικάνος ναύτης: «Διάολε! Ἐγὼ παίρνω μόνο τὸν μισὸ μισθὸ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ παίρνουν οἱ Ἄγγλοι ναῦτες. Χρειαζόμαστε ἀρκετὸ φαΐ γιὰ νὰ κρατιόμαστε ζεστοὶ σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα καὶ ἐγὼ δὲν παίρνω τὴν μερίδα πού μοῡ ἀναλογεῖ. Οι Ἐγγλέζοι παίρνουν μεγαλύτερη. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι οἱ ἀξιωματικοί μοῡ δίνουν πάντα διαταγὲς στὰ ἀγγλικὰ ἀντὶ στὰ ἱσπανικά».

«Ἐγὼ ἔχω περισσότερους λόγους νὰ διαμαρτύρομαι ἀπὸ τὸν καθένα», εἶπε ἕνας Ἀμερινδιάνος ναύτης. «Ἂν τὰ χλωμὰ πρόσωπα δὲν εἶχαν κλέψει τὴν γῆ τῶν προγόνων μου δὲν θὰ βρισκόμουν ποτὲ σ’ αὐτὸ τὸ πλοῖο μέσα στὰ παγόβουνα καὶ τοὺς ἀρκτικοὺς ἀνέμους. Θὰ ἤμουν μέσα σὲ ἕνα κανὸ καὶ θὰ κωπηλατοῦσα σὲ μία ὄμορφη, ἥσυχη λίμνη. Δικαιοῦμαι ἀποζημίωσης. Τουλάχιστον ὁ καπετάνιος πρέπει νὰ μὲ ἀφήνει νὰ παίζω ζάρια γιὰ νὰ μπορῶ νὰ βγάζω μερικὰ λεφτά».

Ὁ λοστρόμος τότε φώναξε: «Χτὲς ὁ πρῶτος ἀξιωματικὸς μὲ εἶπε ‘πούστη’ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ παίρνω πίπες. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παίρνω πίπες χωρὶς νὰ μοῦ ἀποδίδονται ὑποτιμητικοὶ χαρακτηρισμοί».

«Δὲν εἶναι μόνο οἱ ἄνθρωποι ποὺ τυγχάνουν κακῆς μεταχείρισης σ’ αὐτὸ τὸ πλοῖο…», παρενέβη μία φιλόζωη ἐπιβάτης, μὲ φωνὴ τρεμάμενη ἀπὸ ἀγανάκτηση, «…γιατί τὴν τελευταία ἑβδομάδα εἶδα δυὸ φορὲς τὸν δεύτερο ἀξιωματικὸ νὰ κλωτσάει τὸν σκύλο τοῦ πλοίου!».

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες ἦταν καθηγητὴς πανεπιστημίου. Αὐτὸς ἀφοῦ ἔπλεξε τὰ χέρια του ἀναφώνησε:

«Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαίσια πράγματα! Εἶναι πράγματα ἀνήθικα! Ρατσισμός, σεξισμός, ἀνθρωποκεντρισμός, ὁμοφοβία καὶ ἐκμετάλλευση τῆς ἐργατικῆς τάξης! Δὲν εἶναι παρὰ ἀπαράδεκτες διακρίσεις! Πρέπει νὰ ὑπάρχει κοινωνικὴ δικαιοσύνη: ἴσοι μισθοὶ γιὰ τοὺς Μεξικανοὺς ναῦτες, ὑψηλότεροι μισθοὶ γιὰ ὅλους τους ναῦτες, ἀποζημίωση στὸν Ἰνδιάνο, ἴσο ἀριθμὸ κουβερτῶν γιὰ τὶς κυρίες, ἐγγυημένο δικαίωμα στὴν πεολειξία καὶ ὄχι ἄλλες κλωτσιὲς στὸν σκύλο!».

«Ναί-Ναί», φώναξαν οἱ ἐπιβάτες. «Ναί-Ναί», φώναξε καὶ τὸ πλήρωμα. «Εἶναι ἀπαράδεκτες διακρίσεις! Πρέπει νὰ ἀπαιτήσουμε τὰ δικαιώματά μας!».

Ὁ μικρὸς καμαρότος καθάρισε τὸ λαιμό του :

«Χμ., χμ. Ὅλοι ἔχετε κάποιον λόγο γιὰ νὰ παραπονεῖστε. Ἀλλὰ ἐμένα μοῡ φαίνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ πρέπει πραγματικὰ νὰ κάνουμε εἶναι νὰ στρέψουμε αὐτὸ τὸ πλοῖο πρὸς τὰ πίσω καὶ νὰ κατευθυνθοῦμε πρὸς νότον, γιατί ἂν συνεχίσουμε νὰ πηγαίνουμε πρὸς βορρᾶν σίγουρα θὰ ναυαγήσουμε καὶ τότε ἀργὰ ἢ γρήγορα οἱ μισθοί σας, οἱ κουβέρτες σας καὶ τὸ δικαίωμά σας στὴν πεολειξία δὲν θὰ προσφέρουν τίποτα γιατί θὰ ἔχουμε ὅλοι πνιγεῖ».

Ὅμως, κανεὶς δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία γιατί δὲν ἦταν παρὰ ἕνας μικρὸς καὶ ἀσήμαντος καμαρότος.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τὴν βάση τους στὸ πρόστεγο τοῦ πλοίου ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν τὰ γενόμενα. Χαμογελοῦσαν, ἔκλειναν τὸ μάτι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ καπετάνιου ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς κατέβηκε ἀπὸ τὸ πρόστεγο, βάδισε νωχελικὰ μέχρις ἐκεῖ ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα καὶ σπρώχνοντας ἐλαφρὰ μὲ τὸν ὦμο του μπῆκε ἀνάμεσά τους. Ἀφοῦ πῆρε μία πολὺ σοβαρὴ ἔκφραση, τοὺς εἶπε τὰ ἑξῆς:

«Ἐμεῖς, οἱ ἀξιωματικοί, ὀφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὄντως συμβαίνουν κάποια ἀσυγχώρητα πράγματα σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο. Δὲν εἴχαμε συνειδητοποιήσει πόσο ἄσχημη εἶναι ἡ κατάσταση μέχρι ποὺ ἀκούσαμε τὰ παράπονά σας. Ἐμεῖς εἴμαστε καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι καὶ θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐντάξει μαζί σας. Ὅμως, μαθές, ὁ καπετάνιος εἶναι κάπως συντηρητικὸς καὶ ἐνεργεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο, καὶ μᾶλλον χρειάζεται ἕνα μικρὸ σκούντημα γιὰ νὰ προβεῖ σὲ κάποιες σημαντικὲς ἀλλαγές. Ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι ὅτι ἂν διαμαρτυρηθεῖτε ἔντονα –ἀλλὰ πάντοτε εἰρηνικὰ καὶ δίχως νὰ παραβιάζετε τοὺς κανόνες τοῦ πλοίου– θὰ ταρακουνήσετε τὸν καπετάνιο, θὰ τὸν βγάλετε ἀπὸ τὴν ἀδράνειά του καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσετε νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὰ προβλήματα γιὰ τὰ ὁποία τόσο δίκαια διαμαρτύρεσθε».

Ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς γύρισε πίσω στὸ πρόστεγο. Καθὼς ἔφευγε, τὸ πλήρωμα καὶ οἱ ἐπιβάτες τοῦ φώναζαν: «Συμβιβαστικέ! Ρεφορμιστή! Νερόβραστε φιλελεύθερε! Τσιράκι τοῦ καπετάνιου!». Ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, ἔκαναν ὅ,τι τοὺς εἶπε. Μαζεύτηκαν ἐν σώματι μπροστὰ ἀπὸ τὸ πρόστεγο βρίζοντας τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀπαιτώντας τὰ δικαιώματά τους. «Θέλω ὑψηλότερο μισθὸ καὶ καλύτερες συνθῆκες ἐργασίας», φώναξε ὁ θαλασσόλυκος. «Ἴσες κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες», φώναξε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. «Θέλω νὰ παίρνω τὶς διαταγές μου στὰ ἱσπανικά», κραύγασε ὁ Μεξικανὸς ναύτης. «Θέλω νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παίζω ζάρια», φώναξε ὁ Ἰνδιάνος ναύτης. «Δὲν θέλω νὰ μὲ λένε ‘πούστη’, φώναξε ὁ λοστρόμος. «Ὄχι ἄλλες κλωτσιὲς στὸν σκύλο», φώναξε ἡ φιλόζωη. «Ἐπανάσταση τώρα», φώναξε ὁ καθηγητής.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μαζευτήκανε καὶ κουβεντιάσανε μεταξὺ τους γιὰ μερικὰ λεπτά, κλείνοντας τὸ μάτι, γνέφοντας καταφατικὰ καὶ χαμογελώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Τότε ὁ καπετάνιος στάθηκε μπροστὰ στὸ πρόστεγο καὶ μὲ μία σπουδαιοφανῆ προσποίηση καλοσύνης, ἀνακοίνωσε ὅτι:

– Ὁ μισθὸς τοῦ θαλασσόλυκου θὰ ἀνέβει στὰ ἕξι σελίνια τὸ μήνα.

– Ὁ μισθὸς τοῦ Μεξικανοῦ ναύτη θὰ ἀνέλθει στὰ δυὸ τρίτα του μισθοῦ τῶν Ἐγγλέζων ναυτικῶν.

– Ἡ διαταγὴ γιὰ τὸ μάζεμα τῶν πανιῶν θὰ δίδεται στὰ ἱσπανικά.

– Οἱ γυναῖκες ἐπιβάτες θὰ πάρουν ἄλλη μία κουβέρτα.

– Ὁ Ἰνδιάνος ναύτης θὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παίζει μπαρμπούτι τὰ σαββατόβραδα.

– Ὁ λοστρόμος δὲ θὰ ἀποκαλεῖται «πούστης», ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι θὰ παίρνει πίπες αὐστηρῶς κατ’ ἰδίαν.

– Καὶ τὸ σκυλὶ δὲν θὰ τρώει κλωτσιὲς ἐκτὸς ἂν κάνει κάποια πραγματικὴ ἀταξία, ὅπως τὸ νὰ κλέψει φαγητὸ ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο.

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα πανηγύρισαν γι’ αὐτὲς τὶς παραχωρήσεις θεωρώντας τες μία μεγάλη νίκη, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενο πρωὶ αἰσθάνονταν καὶ πάλι δυσαρεστημένοι.

«Ἕξι σελίνια τὸ μήνα εἶναι πενταροδεκάρες, καὶ ἀκόμα παγώνουν τὰ δάκτυλά μου ὅταν μαζεύω τὰ πανιά», γκρίνιαξε ὁ θαλασσόλυκος.

«Ἀκόμα δὲν παίρνω τὸν ἴδιο μισθὸ μὲ τοὺς Ἄγγλους ἢ ἀρκετὰ τρόφιμα γιὰ νὰ ἀντεπεξέλθω σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα», εἶπε ὁ Μεξικανὸς ναύτης.

«Ἐμεῖς οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουμε ἀκόμα ἀρκετὲς κουβέρτες, ποὺ νὰ μᾶς κρατᾶν ζεστές», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. Τὰ ἄλλα μέλη τοῦ πληρώματος καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες ἐξέφρασαν παρόμοια παράπονα καὶ ὁ καθηγητὴς τοὺς παρότρυνε.

Ὅταν τελείωσαν, ὁ μικρὸς καμαρότος μίλησε αὐτὴ τὴν φορὰ ἀρκετὰ δυνατὰ ὥστε ἐκεῖνοι νὰ μὴν μποροῦν εὔκολα νὰ τὸν ἀγνοήσουν:

«Εἶναι πράγματι τρομερὸ τὸ σκυλὶ νὰ τρώει κλωτσιὲς ἐπειδὴ κλέβει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο, οἱ γυναῖκες νὰ μὴν ἔχουν ἴσο ἀριθμὸ κουβερτῶν, τὸ νὰ παγώνουν τὰ δάχτυλα τοῦ ναυτικοῦ, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγο γιατί ὁ λοστρόμος νὰ μὴν παίρνει πίπες, ἂν αὐτὸ τοῦ ἀρέσει. Δεῖτε ὅμως πόσο χοντρὰ ἔχουν γίνει τώρα τὰ παγόβουνα καὶ ὅτι ὁ ἄνεμος φυσάει ὅλο καὶ πιὸ δυνατά! Πρέπει νὰ στρέψουμε τὸ πλοῖο πρὸς νότον, γιατί ἂν συνεχίσουμε νὰ πηγαίνουμε βόρεια θὰ ναυαγήσουμε καὶ θὰ πνιγοῦμε».

«Ναί, ἐντάξει», εἶπε ὁ λοστρόμος. «Εἶναι τόσο ἀπαίσιο νὰ συνεχίζουμε νὰ πηγαίνουμε βόρεια, ἀλλὰ γιατί θὰ πρέπει ἐγὼ νὰ παίρνω πίπες στὰ κρυφά; Γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀποκαλοῦμαι ‘πούστης’; Δὲν θὰ πρέπει νὰ εἶμαι κι ἐγὼ ἰσότιμος μὲ τοὺς ἄλλους;».

«Τὸ ὅτι πλέουμε βόρεια εἶναι τρομερό», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. «Ἀλλὰ δὲν βλέπεις; Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ γυναῖκες χρειάζονται περισσότερες κουβέρτες γιὰ νὰ μένουν ζεστές. Ἀπαιτῶ ἴσες κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες τώρα!».

«Εἶναι πράγματι ἀλήθεια», εἶπε ὁ καθηγητής, «τὸ ὅτι πλέουμε πρὸς βορρᾶν ἐπιφέρει μεγάλες ταλαιπωρίες σὲ ὅλους μας, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πρὸς νότον θὰ ἦταν μὴ ρεαλιστικό. Δὲν μπορεῖς νὰ γυρίσεις πίσω τὸ ρολόι. Πρέπει νὰ βροῦμε ἕναν ὥριμο τρόπο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν κατάσταση».

«Κοιτάξτε» εἶπε ὁ μικρὸς καμαρότος. «Ἂν ἀφήσουμε αὐτοὺς τοὺς τέσσερις παράφρονες ἐπάνω στὸ πρόστεγο νὰ τραβᾶνε τὴν δικιά τους πορεία θὰ πνιγοῦμε ὅλοι. Ἂν καταφέρουμε κάποια στιγμὴ νὰ ἀπομακρύνουμε τὸ πλοῖο ἀπὸ τὸν κίνδυνο, τότε μποροῦμε ἄνετα νὰ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὶς συνθῆκες ἐργασίας, γιὰ τὶς κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες καὶ γιὰ καὶ τὸ δικαίωμα στὴν πεολειξία. Ἀλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ στρέψουμε τὸ σκάφος πρὸς τὰ πίσω. Ἂν κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς μαζευτοῦνε, φτιάξουν ἕνα σχέδιο καὶ δείξουν λίγο θάρρος, τότε μποροῦμε νὰ σωθοῦμε. Δὲν χρειάζονται πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς. Ἕξι μὲ ὀχτὼ φτάνουν. Μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πρόστεγο, νὰ πετάξουμε αὐτοὺς τοὺς παλαβοὺς στὴν θάλασσα καὶ νὰ στρέψουμε τὸ πλοῖο πρὸς νότον».

Ὁ καθηγητὴς ἀνασήκωσε τὴν μύτη του καὶ εἶπε αὐστηρά: «Ἐγὼ δὲν πιστεύω στὴν βία. Αὐτὸ εἶναι ἀνήθικο».

«Ἡ χρήση βίας εἶναι πάντοτε ἀήθης», εἶπε ὁ λοστρόμος.

«Ἡ βία μὲ τρομάζει», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα. Μὲ ἕνα σῆμα ἀπὸ τὸν καπετάνιο ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς κατέβηκε στὸ κυρίως κατάστρωμα. Μπῆκε ἀνάμεσα στοὺς ἐπιβάτες καὶ στὸ πλήρωμα λέγοντάς τους ὅτι ἀκόμα ὑπάρχουν πολλὰ προβλήματα στὸ πλοῖο.

«Ἔχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο», εἶπε, «ἀλλὰ ἀπομένουν ἀκόμα πολλὰ νὰ γίνουν. Οἱ συνθῆκες ἐργασίας γιὰ τὸν θαλασσόλυκο εἶναι ἀκόμα σκληρές. Ὁ Μεξικάνος δὲν παίρνει ἀκόμα τὸν ἴδιο μισθὸ μὲ τὸν Ἐγγλέζο. Οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀκόμα τὶς ἴδιες κουβέρτες μὲ τοὺς ἄντρες. Τὸ μπαρμπούτι τοῦ ἰνδιάνου τὰ σαββατόβραδα δὲν εἶναι παρὰ μία πενιχρὴ ἀποζημίωση γιὰ τὴν χαμένη γῆ του. Εἶναι ἄδικο γιὰ τὸν λοστρόμο νὰ παίρνει πίπες στὰ κρυφά. Καὶ ὁ σκύλος ἀκόμα τρώει πότε-πότε κλωτσιές.

Νομίζω ὅτι ὁ καπετάνιος χρειάζεται ἕνα ἀκόμα σκούντημα. Θὰ βοηθοῦσε ἂν ὅλοι ἐσεῖς πραγματοποιούσατε ἄλλη μία διαμαρτυρία, εἰρηνικὴ ἀσφαλῶς ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορᾶ».

Καθὼς ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς βάδιζε πρὸς στὴν πρύμνη, οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου τὸν ἔβριζαν ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ ἔκαναν αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε καὶ μαζεύτηκαν μπροστὰ ἀπὸ τὸ πρόστεγο γιὰ ἀκόμα μία διαμαρτυρία. Μεγαληγοροῦσαν καὶ ἐμαίνοντο καὶ ἔδειχναν τὴν γροθιά τους, πέταξαν ἀκόμη κι ἕνα κλούβιο αὐγὸ στὸν καπετάνιο (ὁ ὁποῖος τὸ ἀπέφυγε μὲ ἕναν ἐπιδέξιο ἑλιγμό).

Ἀφοῦ ἄκουσε τὰ παράπονά τους, ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μαζεύτηκαν καὶ ἔκαναν μεταξὺ τους μία σύσκεψη κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ἔκλειναν τὸ μάτι καὶ ἔσκαζαν ἕνα πλατὺ  χαμόγελο ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Στὴν συνέχεια ὁ καπετάνιος στάθηκε μπροστὰ στὸ πρόστεγο καὶ ἀνακοίνωσε ὅτι:

– Ὁ θαλασσόλυκος θὰ πάρει γάντια γιὰ νὰ κρατᾶ τὰ δάκτυλά του ζεστά.

– Ὁ Μεξικανὸς ναύτης θὰ παίρνει μισθὸ ἴσο μὲ τὰ τρία τέταρτα τοῦ Ἐγγλέζου ναυτικοῦ.

– Οἱ γυναῖκες θὰ πάρουν ἀκόμα μία κουβέρτα.

– Ὁ Ἰνδιάνος ναύτης θὰ μπορεῖ νὰ παίζει μπαρμπούτι ὄχι μόνο τὸ σαββατόβραδο ἀλλὰ καὶ τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ.

– Ὁ λοστρόμος θὰ μπορεῖ νὰ παίρνει πίπες δημοσίως, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα νυχτώσει.

– Καὶ κανεὶς δὲν θὰ κλωτσᾶ τὸν σκύλο χωρὶς νὰ ἔχει εἰδικὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν καπετάνιο.

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα ἔμειναν ἐκστασιασμένοι ἀπὸ αὐτὴν τὴν μεγάλη ἐπαναστατικὴ νίκη, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενο πρωὶ αἰσθάνονταν ξανὰ δυσαρεστημένοι καὶ ἄρχισαν νὰ γκρινιάζουν γιὰ τὶς ἴδιες παλιὲς ταλαιπωρίες.

Ὁ μικρὸς καμαρότος αὐτὴ τὴν φορὰ ἄρχισε νὰ θυμώνει:

«Βρὲ ἠλίθιοι», φώναξε, «δὲν βλέπετε τί κάνουν ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοί; Σᾶς κρατοῦν ἀπασχολημένους μὲ τὰ ἀσήμαντα παράπονά σας γιὰ κουβέρτες, μισθοὺς καὶ κλωτσιὲς στὸν σκύλο ὥστε νὰ μὴν σκέφτεστε τί πραγματικὰ πάει στραβὰ σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο -τὸ ὅτι δηλαδὴ κατευθύνεται ὅλο καὶ περισσότερο πρὸς βορρᾶν καὶ ὅτι τελικὰ ὅλοι θὰ πνιγοῦμε. Ἂν ἔστω κάποιοι ἀπὸ ἐσᾶς ἔρθετε στὰ συγκαλά σας, μαζευτοῦμε καὶ καταλάβουμε τὸ πρόστεγο, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀλλάξουμε τὴν πορεία αὐτοῦ τοῦ πλοίου καὶ νὰ σώσουμε τὴν ζωή μας. Ἀλλὰ ἐσεῖς τὸ μόνο ποὺ κάνετε εἶναι νὰ κλαψουρίζετε γιὰ μικροπράγματα, ὅπως οἱ συνθῆκες ἐργασίας, τὰ μπαρμπούτια καὶ τὸ δικαίωμα στὶς πίπες».

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα ἐξαγριώθηκαν.

«Μικροπράγματα!!» φώναξε ὁ Μεξικάνος. «Θεωρεῖς λογικὸ τὸ νὰ παίρνω μόνο τὰ τρία τέταρτα τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἄγγλου; Εἶναι αὐτὸ μικρὸ πράγμα;»

«Πῶς μπορεῖς νὰ ἀποκαλεῖς τὸ παράπονό μου ἀσήμαντο!!» φώναξε ὁ λοστρόμος. «Δὲν ξέρεις πόσο ὑποτιμητικὸ εἶναι νὰ σὲ φωνάζουν ‘πούστη’;»

«Τὸ νὰ κλωτσᾶς ἕναν σκύλο δὲν εἶναι μικρὸ θέμα», φώναξε ἡ φιλόζωη. «Εἶναι ἄκαρδο, ἄσπλαχνο καὶ κτηνῶδες».

«Ἐντάξει λοιπόν», ἀπάντησε ὁ μικρὸς καμαρότος, «τὰ θέματα αὐτὰ δὲν εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Τὸ νὰ κλωτσᾶς τὸν σκύλο εἶναι ἄσπλαχνο καὶ κτηνῶδες, καὶ εἶναι ὑποτιμητικὸ νὰ σὲ ἀποκαλοῦν ‘πούστη’. Ἀλλὰ σὲ σύγκριση μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πλοῖο κατευθύνεται ἀκόμη πρὸς βορρᾶν, τὰ παράπονά σας εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα, ἐπειδή, ἂν δὲν γυρίσουμε αὐτὸ τὸ πλοῖο σύντομα πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση, τότε θὰ πνιγοῦμε ὅλοι».

«Φασίστα!», εἶπε ὁ καθηγητής.

«Ἀντεπαναστάτη!», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης.

Κι τότε ὅλοι οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα ἄρχισαν νὰ ἀποκαλοῦν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο τὸν μικρὸ καμαρότο «φασίστα» καὶ «ἀντεπαναστάτη». Τὸν ἔσπρωξαν μακριὰ καὶ συνέχισαν νὰ γκρινιάζουν γιὰ μισθούς, γιὰ κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες, γιὰ τὸ δικαίωμα στὴν πεολειξία καὶ γιὰ τὴν μεταχείριση τοῦ σκύλου. Τὸ πλοῖο συνέχισε νὰ πλέει πρὸς βορρᾶν καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο συνετρίβη ἀνάμεσα σὲ δυὸ παγόβουνα καὶ πνίγηκαν ὅλοι.

Τεντ Καζίνσκυ

Μετάφραση: Σωτήρης Γιαννέλης

Τίτλος πρωτοτύπου: Ted Kaczynski, The Ship of Fools

Πηγή: περιοδικὸ Off

Τὸ κείμενο γράφτηκε τὸ 1999.

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: