ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΕΜΠΕΣΗΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΑΓΩΓΙΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

Τεραστίαν ἔκτασιν κατέλαβεν ἡ ἐπ’ ἐσχάτων περὶ δημαγωγίας συζήτησις, καὶ τοῦτο ὄχι βέβαια ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἄλλων σοβαρῶν ζητημάτων. Ἡ δημαγωγία, παρουσιασθεῖσα τελευταίως τόσον ἐντόνως, κατώρθωσε νὰ ἀναγνωρισθῆ ὡς σπουδαῖος παράγων ἱκανὸς νὰ βαυκαλίση τὸν λαόν μὲ μίαν ὑπέρμετρον αἰσιοδοξίαν, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ μέν, ἤ νὰ ἐξουδετερώση εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τὰ ἀποτελεσματικώτερα ὑπὲρ αὐτοῦ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἄλλοι. Μία μόνον «λεπτομέρεια» διέφυγε τοὺς συζητοῦντας: τὸ τὶ ἐστὶ δημαγωγία.

Εἰς τήν Ἑλλάδα, τὸ νά γνωρίζῃ κανεὶς περὶ τίνος συζητεῖ, προτοῦ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν, θεωρεῖται ὡς πολυτέλεια καὶ μεταφυσική. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες — καθὼς τουλάχιστον διαβάζομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας— εἴμεθα λαὸς ὀξύνους, μὲ διάνοιαν διαυγῆ καὶ διὰ τοῦτο μόνον ὅταν σκοτισθῆ ἡ διάνοιά μας, ὅταν παραπαίωμεν μέσα εἰς λέξεις, τῶν ὁποίων ἡ σημασία ἔχει ἐξατμισθῆ, τότε μόνον ἀρχίζομεν, ὄχι βέβαια ν’ ἀναζητοῦμεν τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων, πράγμα κοπιῶδες, ἀλλὰ νὰ δυσπιστοῦμεν πρὸς πᾶσαν σκέψιν καί, χρησιμοποιοῦντες καὶ τὴν φιλοσοφίαν τοῦ… Μάξ Νορδάου, νὰ ἐξυψούμεθα, (βαθύτατοι ἡμεῖς φιλόσοφοι), ὑπὲρ τὰ ἐγκόσμια ἐν γένει, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Ἐπιστήμης καὶ τελειώνοντες εἰς τὴν μοιρολατρείαν. Οὕτως ἐπιτελοῦμεν τὸ ἐκπληκτικὸν διὰ τοὺς «μεταφυσικούς» λαοὺς τῆς Εὐρώπης κατόρθωμα, νὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε ἐκτὸς τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς συζητοῦμεν.

Ἀλλὰ τὸ θαυμαστὸν ὄντως νεοελληνικὸν δόγμα «ἄλλο ἡ θεωρία καὶ ἄλλο ἡ πράξις»(!), τὸ ὁποῖον μᾶς ἄγει εἰς ἄλλου εἴδους μεταφυσικήν, τὴν ἀνωτέρω, ἔχει τεραστίαν πρακτικὴν σημασίαν, ὅταν τὴν «φιλοσοφικήν ἐξύψωσίν μας ὑπὲρ τὰ ἐγκόσμια», (ὁ Ἕλλην ἐκφράζεται πάντοτε μὲ ἠχηρὰς λέξεις, προκειμένου νὰ δικαιολογήση λ.χ. τὴν νωθρότητά του), δηλαδὴ τὴν μοιρολατρείαν, τὴν πληρώνωμεν…

α) Ἀφ ἧς λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατέλαβε τὴν ἀρχήν, μερὶς τοῦ δῆθεν κυβερνητικοῦ (μᾶλλον, βενιζελικοῦ) τύπου ἠκολούθησε μίαν τακτικήν, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τοῦτο: Ἐπετίθετο συστηματικῶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διαστρέφουσα ἐναντίον της καὶ ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, ποὺ ἦσαν προφανῶς εἰς τὸ ἐνεργητικόν της. Αἱ ἐπιθέσεις της κατηυθύνοντο μόνον κατὰ τῶν ὑπουργῶν, οὐδέποτε δὲ κατά τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος. (Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ μερίς αὔτη τοῦ τύπου ἦτο βενιζελικὴ καί οὐχί κυβερνητική — μία ἀντίφασις, ὡς θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, χαρακτηριστικὴ διὰ μίαν «μαζώδη» κοινωνίαν). Ἡ τακτικὴ αὕτη ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημαγωγική.

β) Ἡ προσκείμενη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μερὶς τοῦ τύπου, ἐκτὸς ἀξιολόγων τινῶν ἐξαιρέσεων, ἠκολούθει τὴν ἑξῆς τακτικήν: 1) Ὑπεστήριζε πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τοῦ κόμματος. 2) Ὑπεστήριζε τὸ κόμμα, πάλιν χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ. Τὸ ὅτι ὑπεστήριζε καὶ ἕκαστον ὑπουργὸν ἰδιαιτέρως, δὲν δημιουργεῖ καμμίαν διαφοράν, διότι τὸ ὅλον κυβερνητικὸν καὶ κομματικὸν συγκρότημα ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ. Δὲν εἶναι ἑπομένως ὀρθὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ πρώτη, ὡς ἄνω, κατηγορία τοῦ τύπου δὲν εἶναι «ἐντός τοῦ πλαισίου τοῦ κόμματος», διότι ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν Φιλελευθέρων ὑπουργῶν. Ἡ πρώτη μερίς τοῦ βενιζελικοῦ τύπου ἐπετίθετο μόνον κατὰ τῶν ὑπουργῶν (καὶ ὄχι καί κατά τοῦ ἀρχηγοῦ) πρὸς χάριν τοῦ τελευταίου τούτου. Ἡ δευτέρα ὑπεστήριζε μαζὶ μὲ τὸν ἀρχηγὸν καὶ τοὺς ὑπουργούς, πάλιν πρὸς χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ. Καὶ ἐάν δὲ δεχθῶμεν τὰς προσωπικὰς σχέσεις τῶν ὑπουργῶν χωριστὰ πρὸς τὴν μερίδα ταύτην τοῦ τύπου, καὶ πάλιν τὸ ζήτημα δὲν ἔχει δι ἡμᾶς σημασίαν, διότι δεν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν προσωπικὰς εὐθύνας. Ὁπωσδήποτε καὶ ἡ τακτικὴ αὕτη ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημαγωγική.

Αἱ δύο αὕται κατηγορίαι ἔχουν δύο κοινὰ χαρακτηριστικά: Πρῶτον ὅτι ἐπιτίθενται ἤ ὑποστηρίζουν μονομερῶς. Καὶ δεύτερον ὅτι ὀχυροῦνται ἀμφότεραι ὄπισθεν τοῦ ἀρχηγοῦ. Οὕτως ἔχομεν δύο ἔννοιας δημαγωγίας, ἐφαρμοζόμενας καὶ εἰς τὰς δύο συγχρόνως κατηγορίας. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν μίαν μερίδα ν’ ἀποκαλῆ τὴν ἄλλην δημαγωγόν, νὰ ἔχη δηλαδὴ μίαν ἰδικήν της ἔννοιαν δημαγωγίας, ἔννοιαν ἐπίσης δημαγωγικήν. Διότι δὲν ἔχει ἰδικήν της ἔννοιαν, παρά ἐκτοξεύει μόνον τὴν λέξιν, ὄπισθεν τῆς ὁποίας δῆθεν κρύπτεται μία ἔννοια. Διότι αἱ δύο ἀνωτέρω ἔννοιαι τῆς δημαγωγίας εἶναι καὶ εἰς τὰς δύο κατηγορίας κοινὰ χαρακτηριστικά, παρ’ ὅλον ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἀρνοῦνται ἀμφότεραι ν’ ἀναγνωρίσουν. Οὕτω μὲ τὰς διαφόρους ἀσυμφωνίας, διαφωνίας καὶ παραφωνίας, παρὰ τὴν ἔννοιαν τῆς δημαγωγίας, ὁ λαός δὲν γνωρίζει ἀκόμη τί ἐστί δημαγωγία καὶ ποῖοι οἱ δημαγωγοί, ἀρχίζει δὲ ἴσως, κουρασθείς, νά «ἐξυψοῦται ὑπὲρ τὰ ἐγκόσμια,..».

γ) Εἰς ταῦτα προσετέθη τέλος, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ ἡ μέθοδος τῆς διαφωνοσυμφωνίας, ἀρθεῖσα εἰς ὕψη δημοσιογραφικῆς φρασεολογίας καὶ ὡς γνωστὸν ἀείποτε ἑλληνική. Ἡ μέθοδος αὕτη συνίσταται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἰς μίαν πρωτότυπον, νεοελληνικήν, ἐκδοχὴν τῆς διαλεκτικῆς: εἰς τὸ νά διαφωνῆ κανεὶς μὲ τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ νὰ συμφωνῆ μὲ τὰ αἴτια τῶν ἀποτελεσμάτων! Καὶ ἡ μέθοδος αὕτη δὲν διανοίγει μόνον νέους ὁρίζοντας εἰς τὴν λογικήν, ὡς θὰ ἠδύνατο ὁ ἀφιλοσόφητος νοῦς νὰ ὑποθέση, ἀλλὰ καταργεῖ συγχρόνως καὶ τὸ χάσμα ποὺ χωρίζει δύο γνωστὰς εἰς τὴν Κοινωνιολογίαν ἐννοίας, τὴν Στατικὴν καὶ τὴν Δυναμικήν, αἵρουσα ἐπὶ τέλους τὴν προαιωνίαν μεταξύ των ἀντίθεσιν…

Ἄλλ ἐὰν ἀφήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὰς ἀστειότητας, τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ βαθύτερον ἀπὸ τὴν νεοελληνικὴν λογικήν, εἶναι δὲ θλιβερὸν ὅτι οὐδεὶς νόμος μέχρι τοῦδε ἐφευρέθη (οἱ κοινωνικοὶ νόμοι δὲν ἐφευρίσκονται, καὶ τοῦτο ἀγνοοῦν πάρα πολλοὶ ἐκ τῶν γραφόντων ἐν Ἑλλάδι), ὁ ὁποῖος ν’ ἀλλάξη τ’ ἀποτελέσματα, ἐνῷ τὰ αἴτια νὰ παραμένουν τὰ αὐτά.

Θὰ ἠδύνατο ἴσως, ἐκ πρώτης ὄψεως, νὰ θεωρηθῆ ὡς συνεπές, τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ τρίτη κατηγορία τοῦ τύπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὡς δημαγωγική, ἐπιτίθεται ὄχι μόνον κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ, διατηροῦσα, καθ ὅ ἔχει δικαίωμα, τὴν θέσιν της ἐντὸς τοῦ δημοκρατικοῦ πλαισίου.

Θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ συνεπής, ὡς ἐπιτιθέμενη καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ συστήματος ποὺ διοικεῖ, ὡς λέγει, σήμερον τὴν χώραν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον καθαρῶς ἀρνητικὸν καὶ ἐάν ἀκόμη αἵρεται ὑπὲρ τὰ πρόσωπα.

Καὶ ἐὰν βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῆ ὅτι ἡ ἄρνησις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ δημαγωγίαν, οὔχ ἧττον δημαγωγίαν ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ἡ ἄνευ προγράμματος ἄρνησις, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει, ἤ, φοβουμένη νὰ ἐξαγάγη τὰς τελευταίας συνεπείας, ἀποσιωπᾷ αὐτάς, μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως, μέσα εἰς τὴν ἐπί τῆς ἐννοίας τῆς δημαγωγίας σύγχυσιν, «ψαρεύση» αὔριον «εἰς θολὰ νερά».

Ἡ τελευταία συνέπεια δηλαδὴ τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ προσωπικοῦ συστήματος καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ δι’ αὐτοῦ πληγέντος κοινοβουλευτισμοῦ θὰ ἦτο ἡ ἀξίωσις νὰ σχηματισθοῦν κόμματα ἀρχῶν, τουτέστι τάξεων.

Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὕτη, ἄλλωστε τόσον εὐρείας φύσεως, δὲν προβάλλεται. Καὶ δὲν προβάλλεται διότι ὅλα τὰ κόμματα ἐν Ἐλλάδι εἶναι προσωπικά. Δὲν τίθεται, διότι δὲν κυμαίνεται μόνον ὁ κ. Βενιζέλος μεταξὺ τῶν πλέον ἀντιθέτων καὶ τῶν πλέον ἀσυμβιβάστων κοινωνικῶν τάξεων, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Καφαντάρης.

Δὲν τίθεται ἡ ἀξίωσις νὰ δηλώσουν τὰ πολιτικά κόμματα ποίαν τάξιν ἐκπροσωποῦν καὶ νὰ παύσουν ἐπί τέλους νὰ ὁμιλοῦν περὶ τοῦ «λαοῦ» καὶ νὰ θέλουν νὰ εὐχαριστήσουν ὁλόκληρον τὸν «λαόν», – καὶ τοῦτο διότι ὄχι μόνον ὁ κ. Βενιζέλος δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπαρνηθῇ ἑαυτόν, ἄλλ οὔτε καὶ ὁ κ. Καφαντάρης.

Τί ἀπάντησις εἶναι λοιπόν δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἐρώτημα: Διατὶ διαμαρτύρεσθε κατὰ τῆς δημαγωγικῆς, ὡς λέγετε, μεθόδου τοῦ κ. Βενιζέλου, νὰ δίδη εἰς τὸν λαὸν ἀνεκπληρώτους ἐλπίδας, τὴν στιγμὴν ποὺ σεῖς οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίζετε τὴν ἔννοιαν «λαός», διότι φοβεῖσθε νά εἴπετε: τάξεις; Ἐὰν αἱ ἐλπίδες τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τὸν «λαόν» εἶναι ἀνεκπλήρωτοι, καὶ ἄν ἀκόμη μάλιστα ἐκπληρωθοῦν, δὲν θὰ τὸν εὐχαριστήσουν ὁλόκληρον, διότι κάθε κοινωνικὴ τάξις μόνον εἰς βάρος τῆς ἄλλης δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ, ταῦτα πάντα διότι ἀκριβῶς ἡ ἔννοια «λαός» εἶναι ἀνύπαρκτος.

Πῶς λοιπόν σεῖς, οἱ πλέον ἀναρμόδιοι, ἐπιρρίπτετε εἰς τὸν κ. Βενιζέλον δημαγωγίαν, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι πιστεύετε, ὅτι, ἔστω καὶ μὲ ὀλιγωτέρας ὑποσχέσεις, δύναται πράγματι νὰ ἱκανοποιηθῆ ὁ «λαός», γνωρίζοντες ὅτι «λαός» εἶναι μόνον μία ὡρισμένη τάξις;

Οἱ ἀγωνισταί, λοιπόν, κατὰ τῆς «δημαγωγίας» παρέβλεψαν, ὅτι ἡ πλέον δημαγωγικὴ ἀκριβῶς λέξις εἶναι ἡ λέξις «λαός», διὰ τὸν ὁποῖον δῆθεν κόπτονται.

Οἱ ἴδιοι ἀγωνισταί, ἤ οἱ πολιτικοὶ τούς ὁποίους θὰ ὑποστηρίξουν, θ’ ἀπευθυνθοῦν αὔριον εἰς τὸν «λαόν», διὰ νὰ τοῦ ὑποσχεθοῦν μικρότερα, ἴσως, πράγματα, ἐνῷ ἀπολύτως τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, παρὰ πρὸς ὄφελος μίας τάξεως καὶ μόνον εἰς βάρος τῆς ἄλλης, ὁμιλοῦντες πάντοτε περὶ τοῦ «λαοῦ», τὸν ὁποῖον ὑπονοοῦν χωρὶς τάξεις, παρομοιάζοντες αὐτὸν καὶ τὴν κοινωνίαν μὲ τοὺς κατωτάτους, ἀδιαφοροποιήτους ὀργανισμούς, οἷον ὁ σκώληξ τῶν ζωολόγων.

Οὕτω, (καὶ βέβαια μόνον εἰς καθυστερημένας χώρας παρατηρεῖται γενικώτερα τὸ ἐκπληκτικὸν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ βαθύτερα δημαγωγικὸν φαινόμενον), ὁμιλοῦν περὶ τοῦ «λαοῦ» ἄνευ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ, ἄνευ τάξεων, τόσον δημαγωγικῶς, ὅσον θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ὁμιλήση περὶ τοῦ ἄνευ ὡρισμένων καὶ διαφόρων μελῶν ἀνθρώπου, ἐνῷ εἶναι φανερόν, ὅτι ἤ ἔννοια «ἄνθρωπος», ὡς ἀνεξάρτητος καὶ ὑπέρ τὰ μέλη ταῦτα εἶναι τόσον ἀνύπαρκτος, ὅσον ὁ «λαός».

Καὶ δὲν θὰ ἐξετάσω βέβαια τὴν πλάνην περὶ τῆς «κοινωνικῆς ἁρμονίας», ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐνῷ ἡ «κοινωνικὴ ἁρμονία», ὑπάρχουσα βέβαια ἐν τῇ πράξει, μόνον διὰ τῆς ἐλευθέρας συγκρούσεως τῶν ταξικῶν συμφερόντων δύναται νὰ ἐπιτευχθῆ, κατ’ οὐδένα λόγον δὲ ἀσφαλῶς διὰ τῆς δημαγωγίας, ἡ ὁποία παρεμποδίζει τὴν ἐκ τῆς ὀργανώσεως τῶν δυνάμεων μόνον ἀποκτώμενην «φρόνησιν», εἴτε κατὰ τούς συμβιβασμούς, εἴτε κατὰ τὰς συγκρούσεις δρᾶ αὕτη.

Διότι ἡ πεῖρα τῶν πολιτισμένων χωρῶν τοῦτο ἀκριβῶς ἀπέδειξεν: ὅτι ὅσον περισσότερον ὠργανωμέναι εἶναι αἱ δυνάμεις τῶν ἀντιπάλων στρατοπέδων, (εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε κοινωνικῶν), τόσον ἡ «φρόνησις» πρὸς ἀποφυγὴν συγκρούσεων εἶναι ὡριμοτέρα, καὶ τόσον ὀλιγώτεραι εἶναι αἱ θυσίαι τῆς τυχὸν ἀναποτρέπτου συγκρούσεως.

Ἐνῷ εἰς χώρας μὲ ἀνοργανώτους κοινωνικὰς τάξεις, τόσον αἱ συγκρούσεις ἀποτελοῦν τὰς μόνας λύσεις τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, ἐλλείψει ὀργανώσεως, τουτέστι τοῦ ὀργάνου τῆς φρονήσεως καὶ τῶν συμβιβασμῶν, καὶ τόσον περισσότερον καὶ συχνότερον ἐπαναλαμβάνονται αὗται, ἐπειδὴ ἀκριβῶς αἱ δυνάμεις τοῦ ἀνοργανώτου ἀντιπάλου εἶναι ἄγνωστοι.

Ἀλλά τί νά εἴπη κανείς, ὅταν πολιτικός ἀνὴρ φιλοδοξῶν νά ἀντιπροσωπεύση αὐστηρότερον τὴν ἀστικὴν τάξιν, καὶ φυσικὰ ὀπαδὸς τῆς ἐννοίας «λαός», ἐκλαμβάνη τὸν τελευταῖον τοῦτον ὡς ὀργανισμὸν μαλακίου καὶ ἐπιζητῇ νὰ λύσῃ τό πρόβλημα τῶν κοινωνικῶν λειτουργιῶν δι’ ἐνέσεως ναρκωτικοῦ ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, καί, ὡς εἰσηγητής «ἰδιωνύμου» νόμου, θέλει νὰ καταδικάση τὸ κόμμα τῆς ἐργατικῆς τάξεως εἰς ἀφάνειαν, ἀποκρύπτων οὕτω τὴν πραγματικὴν αὐτῆς δύναμιν ἀπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀντιπάλου ἀστικῆς τάξεως καὶ προσφέρων τοιουτοτρόπως εἰς αὕτην τὴν χειρίστην ὑπηρεσίαν; Ἡ ἀστικὴ ὅμως τάξις θὰ ἱκανοποιεῖτο καὶ ἡ δημαγωγία θὰ «ἔπιανε»… Γιατί ὄχι;

Μέ τήν ἐξαθλίωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, συστηματικῶς πλέον ἀσκούμενην παρὰ τῆς ἀστικῆς (ἐλλείψει καὶ πάσης πλέον πολιτικῆς ἀντιδράσεως), μὲ τὴν συνεπείᾳ ταύτης μείωσιν τῆς ἀποδοτικότητός της καὶ μὲ τὰς διαφόρους κρίσεις ποὺ διατρέχει ἡ ἀναρχικὴ ἰδιωτικὴ μας οἰκονομία, καὶ συνεπῶς καὶ ἡ πολιτική, ἴσως μάθωμεν σὺν τῷ χρόνῳ, φυσικὰ πάντοτε κατόπιν ἑορτῆς, ὅτι ὁ «λαός» δὲν εἶναι ὀργανισμός μαλακίου, καὶ τί ἔστι ἐπὶ τέλους δημαγωγία, ποία ἡ ὀρθὴ ἔννοια αὐτῆς – ἡ μόνη καθαρὰ καὶ συγκεκριμένη: ἡ ἔννοια «λαός», καὶ ποῖοι τέλος οἱ δημαγωγοί: οἱ χρησιμοποιοῦντες ταύτην εἰς ὅλα τὰ κοινωνικά, οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ζητήματα.

Εὐάγγελος Λεμπέσης

Περιοδικὸ «Ἐργασία», 15 Μαρτίου 1930

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: