ΚΑΤΑΛΩΝΙΑ: Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ;

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Ἡ διαμάχη μεταξὺ τῆς κυβέρνησης τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς ἡγεσίας τοῦ κινήματος ἀνεξαρτησίας τῆς Καταλωνίας κατέστη τὸ κυριότερο γεγονὸς τῆς διεθνοῦς εἰδησεογραφίας στὶς ἀρχὲς Ὀκτωβρίου. Τὰ ἐθνικιστικὰ κόμματα ποὺ συγκροτοῦν τὴν τοπικὴ κυβέρνηση στὴν Βαρκελώνη ἀνακήρυξαν τὴν ἀνεξαρτησία τῆς χώρας. Ἡ Μαδρίτη δὲν κάνει παραχωρήσεις καὶ στέλνει τὶς ἀστυνομικές της δυνάμεις στὴν Καταλωνία. Οἱ τοπικὲς ἀρχὲς διενεργοῦν δημοψήφισμα γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία. Ἡ κεντρικὴ κυβέρνηση δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ καταβάλει προσπάθειες νὰ τὸ ὑπονομεύσει. Οἱ τοπικὲς ἀρχὲς ἀπαντοῦν μὲ τὴν κήρυξη γενικῆς ἀπεργίας καὶ ἀνακοινώνουν ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Καταλωνίας θὰ ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴν Ἱσπανία καὶ θὰ γίνει ἀνεξάρτητη δημοκρατία.

Αὐτὴ εἶναι μία μικρὴ σύνοψη τῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων, ἀλλὰ τί κρύβεται, ἀλήθεια, πίσω ἀπὸ αὐτά; Ποιὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἀληθινὰ κίνητρα τῶν δυὸ πλευρῶν σὲ αὐτὴν τὴν διαμάχη;

Ἡ Καταλωνία συχνὰ συγκρίνεται μὲ τὸ Κόσσοβο, τὸ Ντονπᾶς ἢ ἀκόμη καὶ τὴν Κριμαία (ὅπου, ὅπως γνωρίζουμε, οἱ ἀρχὲς ἀνεξαρτητοπήθηκαν ἀπὸ τὴν Οὐκρανία προτοῦ προχωρήσουν στὴν προσχώρησή της στὴν Ρωσία). Μία πιὸ σωστὴ σύγκριση θὰ ἦταν ἡ Σκωτία, ὅπου οἱ ἐθνικιστὲς ἦρθαν ἐπίσης στὴν ἐξουσία καὶ διοργάνωσαν ἕνα δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν νίκη τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς ἑνότητας μὲ τὴν Μεγάλη Βρετανία. Τέλος, πολλοὶ θυμοῦνται τὴν ἀναλογία ποὺ ἔκανε ὁ Ἀντόνοφ Ὀβσέγενγκο[1]. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς παραμονῆς του, τὴν δεκαετία τοῦ 1930, στὴν Ἱσπανία, ποὺ βυθιζόταν στὸν ἐμφύλιο πόλεμο, ἀποκάλεσε τὴν Καταλωνία «Ἱσπανικὴ Οὐκρανία».

Ἡ κατάσταση στὴν Καταλωνία καὶ τὴν Σκωτὶα εἶναι, στὴν πραγματικότητα, παρόμοια ἀπὸ δυὸ ἀπόψεις. Κατ’ ἀρχὴν καὶ στὰ δυὸ μέρη ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν ἐξέγερση τῶν πλουσίων ἐναντίον τῶν φτωχῶν. Ἀμφότερες, ὡς ἀναπτυγμένες περιοχὲς μὲ ὑψηλὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, δὲν θέλουν νὰ διαθέσουν τοὺς πόρους τους γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῶν λιγότερο εὐνοημένων καὶ καθυστερημένων περιοχῶν. «Δὲν θέλουμε νὰ ταΐζουμε πιὰ τὴν Ἀνδαλουσία», λένε στὴν Βαρκελώνη. «Δὲν θέλουμε νὰ ταΐζουμε πιὰ τὸ Μπέλφαστ», λένε στὴν Γλασκώβη καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἡ τοπικὴ γραφειοκρατία ὀνειρεύεται νὰ ἔχει τὸν ἀποκλειστικὸ ἔλεγχο ἐπὶ τῶν χρηματοοικονομικῶν ροῶν. Ἡ ἀπροθυμία τῆς μοιρασιᾶς μὲ τοὺς γείτονες δικαιολογεῖται μὲ πολιτισμικοὺς καὶ φυλετικοὺς ἰσχυρισμούς. «Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ πραγματικοὶ Εὐρωπαῖοι καὶ ὄχι ἐπαρχιακοὶ νησιῶτες ὅπως οἱ Ἄγγλοι», λένε στὴν Γλασκώβη. «Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἀληθινοὶ Εὐρωπαῖοι, ἀπόγονοι τῶν Γότθων, καὶ ὄχι βρωμοαπόγονοι τῶν Ἀράβων ὅπως οἱ Ἰσπανοί», λένε στὴν Βαρκελώνη. Ὁ καταλανώφονος Τύπος εἶναι γεμάτος ρατσιστικὰ παραληρήματα περὶ τῶν βρωμιάρηδων καὶ τεμπέληδων Ἰσπανῶν, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ζήσουν εἰς βάρος τῆς σκληρὰ ἐργαζόμενης Καταλωνίας. Αὐτὰ τὰ διαβάζουμε σὲ σχετικὰ «σοβαρά» ἔντυπα εὐρείας κυκλοφορίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι σημαντικό, ἂν ὄχι τὸ μεγαλύτερο μέρος, τοῦ ἀκαθάριστου ἐθνικοῦ προϊόντος της Καταλωνίας παράγεται ἀπὸ τοὺς μετανάστες ἀπὸ τὴν Ἀνδαλουσία, ποὺ δουλεύουν στὰ ἐργοστάσια καὶ συντηροῦν τὶς ὑποδομὲς τῆς Βαρκελώνης, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἀπόσυρση τῆς ἱσπανικῆς γλώσσας ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς κουλτούρας καὶ τῆς ἐκπαίδευσης ξεκίνησε πρὶν ἀπὸ 10 χρόνια καὶ συνεχίζεται σύμφωνα μὲ τὸ γνωστὸ ὀδυνηρὸ σενάριο. Οἱ γραφειοκρατικὲς θέσεις στὴν αὐτόνομη κοινότητα τῆς Καταλωνίας καταλαμβάνονται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ἐκπροσώπους τοῦ τοπικοῦ ἔθνους ἀνεξαρτήτως προσόντων. Ἡ Βαρκελώνη, ποὺ εἶναι ἕνα κοσμοπολιτικὸ πολιτιστικὸ κέντρο τοῦ ἱσπανικοῦ κόσμου, μετατρέπεται σὲ μία μονόχνοτη ἐπαρχία.

Οἱ ἀπροσδόκητες φιλοδοξίες ἀνεξαρτησίας τῆς Σκωτίας καὶ τῆς Καταλωνίας ὀφείλονται καὶ σὲ ἕναν ἀκόμη, λιγότερο γνωστό, ἀλλὰ ὄχι λιγότερο σημαντικό, βαθύτερο λόγο. Ἐπὶ πολλὰ χρόνια καὶ οἱ δυὸ περιοχὲς ἐφήρμοζαν προγράμματα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ποὺ ἀποσκοποῦσαν στὴν δημιουργία ἑνὸς νέου θεσμικοῦ συστήματος, ξεχωριστοῦ ἀπὸ τὸ τοπικὸ κράτος καὶ ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὴν γραφειοκρατία τῶν Βρυξελλῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ προγράμματος, ὑπὸ τὸν τίτλο, «Εὐρώπη τῶν Περιφερειῶν». Κάθε σκωτικὴ κομητεία εἶχε ἕνα πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, ἐνῶ ἡ Ἀγγλία ἢ ἡ Βόρειος Ἰρλανδία δὲν λάμβανε βοήθεια σὲ παρεμφερὲς ἐπίπεδο. Οἱ Βρυξέλλες ἐπίμονα καὶ συνειδητὰ δημιούργησαν τὸν «σκωτικὸ παράγοντα» ὡς ἀντιστάθμισμα στὴν Βρετανία, ἡ ὁποία κατὰ παράδοση ἀντιτίθεται στοὺς εὐρωκράτες.

Ἀσφαλῶς, ὅπως κάθε ἐθνικισμὸς ἑνὸς μικροῦ ἔθνους, ἡ ἰδεολογία τῆς σκωτικῆς καὶ καταλανικῆς ἀνεξαρτησίας ἐπικαλεῖται ποικίλες ἀδικίες τοῦ παρελθόντος, παρουσιάζοντας τὸ ἔθνος ἢ τὴν χώρα της ἀποκλειστικὰ ὡς θύμα. Γιὰ τὴν Σκωτὶα αὐτὸ δὲν «πιάνει» καὶ πολὺ, ἀφοῦ οἱ Σκῶτοι καταπιέστηκαν στὰ σοβαρὰ γιὰ τελευταῖα φορᾶ στὰ μέσα του 18ου αἰώνα. Οἱ κύριοι καταπιεστὲς τους δὲν ἦταν οἱ Ἄγγλοι ἀλλὰ Σκῶτοι: οἱ κάτοικοι τῶν πεδινῶν περιοχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλυναν τὶς διαφορές τους μὲ τοὺς κατοίκους τῶν βουνῶν, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως τοὺς λήστευαν. Τώρα, κατὰ τὴν διαδικασία τῶν περιφράξεων[2], οἱ κάτοικοι τῶν ὑψιπέδων ἤσαν αὐτοὶ ποὺ κατεστράφησαν, καὶ εἶχαν πλέον μονάχα δυὸ ἐπιλογές: ἢ νὰ καταταγοῦν στὸν βασιλικὸ στρατὸ ἢ νὰ κατασκευάζουν ἕνα λαθραῖο ἀλκοολοῦχο ποτό, τὸ ὁποῖο ἔγινε γνωστὸ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ὡς σκωτσέζικο οὐίσκι. Τοὺς ἑπόμενους δυὸ αἰῶνες οἱ Σκωτσέζοι ἔγιναν ὁ πιὸ προνομιοῦχος λαὸς τῆς Βρετανικῆς Αὐτοκρατορίας, καθὼς ἀποτελοῦσαν μία δυσανάλογα μεγάλη μερίδα τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς της ἐλὶτ καὶ βασικὰ στελέχη τῆς ἀποικιακῆς διοίκησης στὴν Ἰνδία καὶ τὴν Ἀφρική.

Στὴν Καταλωνία ἡ προσφυγὴ στὴν θυματοποίηση «πιάνει» καλύτερα, ἐπειδὴ τὰ αἴσχη τοῦ φρανκικοῦ καθεστῶτος μετὰ τὴν ἥττα τῆς Ἱσπανικῆς Δημοκρατίας παραμένουν στὴν μνήμη. Ἡ καταλανικὴ γλώσσα ἀπαγορεύθηκε τότε καὶ ἡ ἐθνικὴ κουλτούρα ἐκριζωνόταν συστηματικά. Αὐτό, ὡστόσο, δὲν ἐμπόδισε τὴν Βαρκελώνη νὰ ἀναπτυχθεῖ μὲ ἐπιτυχία καὶ ἔτσι αὐτὴ παρέμεινε ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα οἰκονομικᾶ κέντρα τῆς χώρας. Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου ἡ Καταλωνία δὲν ἦταν κατὰ κανέναν τρόπο ἐθνικιστικὴ ἢ αὐτονομιστική. Ἀντιθέτως, ἡ Κόκκινη Βαρκελώνη ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ κέντρο τοῦ πανισπανικοῦ δημοκρατικοῦ κινήματος. Ὁ ἀγώνας ποὺ διεξήχθη ἐκεῖ μεταξὺ τῶν φρανκιστῶν καὶ τῶν ἀριστερῶν δὲν εἶχε τίποτα κοινὸ μὲ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σήμερα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἰδεολογία τῆς ἀνεξαρτησίας ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται σοβαρὰ ὄχι ἀμέσως μετὰ τὴν πτώση τοῦ φρανκισμοῦ, ἀλλὰ τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, ἀφότου οἱ διαδοχικὲς ἀριστερὲς καὶ δεξιὲς κυβερνήσεις στὴν Μαδρίτη κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες γιὰ νὰ βελτιώσουν τὴν θέση τῶν Καταλανῶν, χορηγώντας τους ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια. Εἶναι σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν δεκαετία τοῦ 1970 καὶ τοῦ 1990, ἐνῶ ὑπῆρχαν ἀκόμη σοβαρὰ προβλήματα ὑπέρβασης τοῦ φρανκισμοῦ, τὸ αἴτημα περὶ ἀνεξαρτησίας δὲν ἐτέθη ἀπὸ τοὺς Καταλανούς, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Βάσκους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σήμερα σαφῶς μετριάσει τὶς ἐθνικές τους διεκδικήσεις (ἀκριβῶς ἡ ἴδια κατάσταση μὲ τὴν Βόρειο Ἰρλανδία, ὅπου τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας ἔχει τεθεῖ πλέον στὸ περιθώριο).

Ἡ μετατροπὴ τῆς πολιτικῆς τῶν ἐθνικῶν διακρίσεων ἀπὸ πραγματικὴ ἐμπειρία σὲ πολιτικὸ μύθο εἶναι ὁ σημαντικότερος παράγοντας ποὺ εἶναι πρόσφορος γιὰ τὴν ἄνοδο τοῦ ἐθνικισμοῦ. Αὐτοὶ ποὺ ὑφίστανται διακρίσεις ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κατάργηση τῶν διακρίσεων, ἐνῶ οἱ ἐθνικιστὲς μετατρέπουν τὶς ἀδικίες τοῦ παρελθόντος σὲ συμβολικὸ κεφάλαιο προκειμένου νὰ δικαιολογήσουν τὶς φιλοδοξίες τους.

Ἐδῶ, ὡστόσο, σταματᾶ νὰ ὑπάρχει ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς σκωτικῆς καὶ τῆς καταλανικῆς περίπτωσης. Διότι τὸ Λονδίνο προχώρησε ἀμέσως στὴν διεξαγωγὴ δημοψηφίσματος, στὸ ὁποῖο νίκησαν οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ἑνότητας, χάρη στὴν θέση τοῦ τοπικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖο θυσίασε ἀκόμη καὶ ἕνα μέρος τῆς δημοτικότητάς του λόγω τῆς συνεποῦς του ἀντίθεσης στὸν ἐθνικισμό. Ἐὰν ἡ Μαδρίτη κινητοποιοῦσε τὴν τοπικὴ φιλοϊσπανικὴ πλειονότητα, ἀντὶ νὰ προβαίνει σὲ ἀπαγορεύσεις καὶ ἀπειλὲς κατὰ τῆς Βαρκελώνης, θὰ εἶχε καταφέρει ἕνα παρόμοιο ἀποτέλεσμα. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἄκρως συντηρητικὴ καὶ ἀντιδραστικὴ κυβέρνηση τῆς Ἱσπανίας σαφῶς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν κινητοποίηση τῆς ἐργατικῆς τάξης τῆς Καταλωνίας. Διάλεξε νὰ προσφύγει στὴν ἀστυνομικὴ βία, ὑποσκάπτοντας τὸ ἠθικὸ τῶν Καταλανῶν ὑπέρμαχων τῆς ἑνότητας μὲ τὴν Ἱσπανία, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποστηρίζουν καθόλου αὐτὴν τὴν βία.

Δυστυχῶς, ὅλες αὐτὲς οἱ συνθῆκες, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ μεγαλύτερο μέρος τους, διαφεύγουν τὴν προσοχὴ τῶν ἀριστερῶν δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν μὲ θαυμασμὸ τὶς συγκρούσεις τῶν διαμαρτυρομένων Καταλανῶν ἐθνικιστῶν μὲ τὴν ἱσπανικὴ ἀστυνομία.

Ἡ καταλανικὴ ἐξέγερση, ὅπως καὶ τὸ κίνημα τῆς σκωτικῆς ἀνεξαρτησίας, εἶναι ἡ ἐξέγερση τῶν πλουσίων ἐναντίον τῶν φτωχῶν, ἡ διαμαρτυρία μίας φιλελεύθερης κοινωνίας ἐναντίον τῶν ὑπολειμμάτων ἑνὸς ἀναδιανεμητικοῦ κοινωνικοῦ κράτους. Ἡ μεσαία τάξη στὶς κεντρικὲς περιφέρειες τῆς Βαρκελώνης, ποὺ χτυπᾶ κατσαρόλες, δὲν εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὸν κόσμο τῶν φτωχῶν ἐργατικῶν συνοικιῶν, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει κὰν τὴν καταλανικὴ γλώσσα καὶ δὲν συνδέει καμία ἀπὸ τὶς προοπτικές του μὲ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Καταλωνίας. Εἶναι σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «γενικὴ ἀπεργία» ποὺ κήρυξαν τὰ ἐθνικιστικὰ κόμματα δὲν ἐπηρέασε καθόλου τὴν βιομηχανία. Ἡ ἐργατικὴ τάξη δὲν ὑποστηρίζει τὴν ἐξέγερση τῆς μικροαστικῆς διανόησης. Ἐπιπλέον, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ κύριος στόχος αὐτῆς τῆς ἐξέγερσης δὲν εἶναι ἡ ἱσπανικὴ μοναρχία, ὅπως πιστεύουν ὁρισμένοι ἀφελεῖς ἀριστεροί, ἀλλὰ οἱ ἀρχὲς τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ τὰ ὑπολείμματα τοῦ κοινωνικοῦ κράτους.

Ἀλλὰ ποιὸς χρειάζεται νὰ λάβει ὑπ’ ὄψιν τοῦ τοὺς ἱσπανόφωνους ἐργάτες; Αὐτοὶ θεωροῦνται «εἰσβολεῖς»! Ἐὰν θέλουμε νὰ ἀναζητήσουμε συγκρίσεις, τότε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει εἶναι παρόμοιο μὲ ὅ,τι συνέβαινε τὴν ἐποχὴ τῆς κατάρρευσης τῆς ΕΣΣΔ -καὶ στὴν Καταλωνία ἐπικρατοῦν οἱ ἴδιες φοβερὲς αὐταπάτες ποὺ ἔσπερναν οἱ ἐθνικιστὲς τὴν ἐποχὴ τῆς κατάρρευσης τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης. Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σήμερα ἔχει μία βαθύτερη βάση ὡς πρὸς τὴν σφαίρα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι ὁ θρίαμβος τοῦ νεοφιλελευθερισμοῦ συνοδεύθηκε παντοῦ ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἐθνικῶν κρατῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν ὁμοσπονδιῶν, τὴν ἀνάδυση καὶ τὴν εὐδοκίμηση ὅλων τῶν εἰδῶν ἀνεξαρτησίας, συμπεριλαμβανομένων καὶ ἀλλόκοτων περιπτώσεων. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν κυβερνώντων κύκλων τῆς Μαδρίτης καὶ τῆς Βαρκελώνης. Ἀμφότεροι ἐκπροσωποῦν τὰ ἴδια ταξικὰ συμφέροντα, μόνο ποὺ ὁ καθένας τὰ ἐκπροσωπεῖ σὲ διαφορετικὸ ἐπίπεδο. Ἡ διάλυση τῶν ὁμοσπονδιῶν καὶ ἡ κρίση τῶν κρατικῶν θεσμῶν, ἡ ὁποία συμβαίνει σήμερα παντοῦ, εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὶς πολιτικὲς λιτότητας ποὺ ἀκολουθοῦν τόσο ἡ Μαδρίτη ὅσο καὶ ἡ Βαρκελώνη. Εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γενικῆς λογικῆς τῆς διάλυσης τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, τῶν ἰδιωτικοποιήσεων καὶ τοῦ κοινωνικοῦ κατακερματισμοῦ, ποὺ ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ νεοφιλελευθερισμοῦ. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ οἰκονομικὴ λογικὴ εἶναι ποὺ ὑποκρύπτεται τῆς κατάρρευσης τῆς ΕΣΣΔ, τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας. Αὐτὴ ἡ λογικὴ δὲν συνεπάγεται μονάχα τὴν ἀπόρριψη τῆς ταξικῆς ἀλληλεγγύης καὶ κάθε κοινῆς ἀνθρωπιστικῆς ἀξίας, ἀλλὰ συνεπάγεται ἐπίσης καὶ τὴν ἀντικατάσταση τῶν ἐθνικῶν ἀξιῶν [national values] ἀπὸ ἐθνοτικὲς[3] ἀξίες  [ethnic values]. Αὐτὸς ὁ ἐθνοτικὸς ἐθνικισμὸς [ethnic nationalism] ἀποδεικνύεται ἰδεῶδες «ὑποκατάστατο» τῆς ταξικῆς ἀλληλεγγύης ἢ τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πολιτῶν. Διατηρεῖ τὸ ἀναγκαῖο αἴσθημα τῆς «κοινότητας» γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ ταυτόχρονα τὴν στενεύει στὸ μέγεθος μίας φαντασιακῆς μεγάλης οἰκογένειας.

Μία παρόμοια δυναμικὴ θὰ μποροῦσε νὰ παρατηρηθεῖ στὴν Εὐρώπη τῶν ἀρχῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ὅταν ἡ Ρόζα Λούξεμπουρκ προειδοποιοῦσε ἄλλους ἀριστεροὺς γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ ἐνέχουν οἱ ἐρωτοτροπίες μὲ τὸν μικροαστικὸ ἐθνικισμὸ τῶν μικρῶν ἐθνῶν. Ἀντιδραστικὰ καὶ ἠμιφασιστικὰ καθεστῶτα ἐγκαθιδρύθησαν στὰ περισσότερα νέα κράτη ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν θέση τῶν διαλυμένων αὐτοκρατοριῶν. Ἡ μόνη τυχερὴ ἐξαίρεση ἦταν ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ ὁποία σύντομα ἔγινε κομματάκια ἀπὸ γειτονικὲς χῶρες, ὅπως ἡ Γερμανία, μὲ τὴν βοήθεια τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Οὐγγαρίας. Φαίνεται ὅτι τὰ διδάγματα τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ χρήσιμων συμπερασμάτων. Δυστυχῶς, ἡ σύγχρονη εὐρωπαϊκὴ Ἀριστερά, ἡ ὁποία διαμορφώθηκε ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ἀποβιομηχάνισης καὶ τῆς παρακμῆς τῆς ταξικῆς ἀλληλεγγύης, εἶναι ἡ ἴδια ἕνα προϊόν του νεοφιλελευθερισμοῦ καὶ εἶναι πλήρως ἐμποτισμένη μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ μικροαστικοῦ ρομαντισμοῦ. Ἑπομένως, ἡ Ἀριστερὰ δὲν τολμᾶ νὰ πεῖ ἀνοιχτὰ ὅτι ὁ ἐθνικισμὸς τῶν μειονοτήτων δὲν εἶναι λιγότερο καταστροφικὸς γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς ἐργατικῆς τάξης ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐθνικισμό.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὑπάρχουν καὶ καλὰ νέα. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ Τζέρεμυ Κόρμπιν καὶ τοῦ ἀνανεωμένου Ἐργατικοῦ Κόμματος στὴν Σκωτὶα ἐπαναφέρει τὴν ταξικὴ ἀτζέντα στὴν περιοχή, ἡ ὁποία κάποτε ἐθεωρεῖτο ἡ ραχοκοκαλιὰ τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος. Ἡ ἐθνικιστικὴ δημαγωγία χάνει γρήγορα τὴν γοητεία της μεταξὺ τῶν μαζῶν κάθε φορὰ ποὺ ἐμφανίζεται μία πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἀριστερὴ ἐναλλακτικὴ λύση. Ἡ ἐξέλιξη τοῦ ἐθνικισμοῦ τῶν μικρῶν πόλεων (ὅπως καὶ ἄλλων μορφῶν ἐθνικισμοῦ) εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐπιρροῆς τῆς Ἀριστερᾶς. Κάθε φορὰ ποὺ οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν κοινωνικῶν ἀλλαγῶν ἀποτυγχάνουν, τὴν θέση τους καταλαμβάνουν ἀμέσως οἱ κήρυκες τῆς ἐθνικῆς ἀποκλειστικότητας. Ἀντιστρόφως, ἡ ἄνοδος τῶν ἀριστερῶν δυνάμεων ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρακμὴ τῶν ἐθνικιστικῶν ὀργανώσεων.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα δὲν ἔχουν σημασία καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ περιφερειακὰ συμφέροντα. Οἱ ἀριστεροὶ καὶ οἱ ἐθνικιστές, ὡστόσο, ἔχουν ἀσυμβίβαστες καὶ διαμετρικῶς ἀντίθετες προσεγγίσεις ὡς πρὸς τὴν ἐπίλυση αὐτῶν τῶν προβλημάτων. Οἱ πρῶτοι στηρίζονται στὴν ἰσότιμη ἕνωση τῶν λαῶν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι στὴν διαίρεση καὶ τὴν ἀντιπαράθεση τῶν λαῶν μεταξύ τους. Οἱ πρῶτοι κατανοοῦν ὅτι μία μεγάλη καὶ ἑνοποιημένη οἰκονομία ποὺ βασίζεται στὴν ἀναδιανομὴ τῶν πόρων πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πλειονότητας δημιουργεῖ τὶς καλύτερες προοπτικὲς μίας ἐπιτυχοῦς καὶ δημοκρατικῆς ἀνάπτυξης, ἐνῶ οἱ δεύτεροι ἀπαιτοῦν ἐλευθερία μοναχὰ γιὰ τὸ «ἐγώ» τους καὶ ἀπορρίπτουν ὄχι μόνο τὴν ἀρχὴ τῆς ἰσότητας ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοποὺς τῆς κοινωνικό-οἰκονομικῆς προόδου.

Δυστυχῶς, ἡ ἱσπανικὴ καὶ ἡ καταλανικὴ Ἀριστερὰ δὲν τολμοῦν νὰ μιλήσουν ἀνοιχτὰ γι’ αὐτό, ἀκόμη κι ἂν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀποτελεῖ θανάσιμο κίνδυνο γιὰ τὶς ἴδιες. Ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα παρεμποδίζει τὴν κατανόηση τῶν προβλημάτων καὶ ἐξαλείφει τὴν δυνατότητα μίας ἐποικοδομητικῆς συζήτησης. Παρ’ ὅλα αὐτά, θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, ἀργὰ ἢ γρήγορα, ὅτι ἐὰν ἐπιθυμοῦμε ὁποιεσδήποτε προοδευτικὲς ἀλλαγὲς στὴν Καταλωνία, δὲν μποροῦμε νὰ συνταχθοῦμε μὲ τὴν ἀνεξαρτησία της ἀπὸ τὴν Ἱσπανία. Πρέπει, ἀπεναντίας, νὰ παλέψουμε γιὰ προοδευτικὲς ἀλλαγὲς σὲ ὁλόκληρη τὴν χώρα.

11 Ὀκτωβρίου 2017

Μπορὶς Καγκαρλίτσκυ

Τίτλος πρωτοτύπου: Boris Kagarlitsky, Catalonia: The Revolt of the Rich?

Μετάφραση: Σωτήρης Γιαννέλης

Πηγή: https://www.counterpunch.org

[1] Ὁ Βλαντίμιρ Ἀλεξάντροβιτς Ἀντόνοφ Ὀβσέγενγκο ἦταν σημαίνων Σοβιετικὸς μπολσεβίκος ἡγέτης καὶ διπλωμάτης. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Ἱσπανικοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου διετέλεσε πρόξενος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης στὴν Βαρκελώνη. (Σ.τ.Μ.).]

[2] Πρόκειται γιὰ τὴν νομοθεσία περὶ περιφράξεων κοινοτικῆς γῆς, οἱ ὁποῖες ἀποστεροῦσαν τοὺς ἀγρότες ἀπὸ τοὺς πόρους τους. (Σ.τ.Μ.)]

[3] Ὡς ἐθνότητα ὁρίζεται ἐδῶ ἕνα σύνολο ἀνθρώπων μὲ κοινὰ γλωσσικὰ καὶ πολιτισμικὰ χαρακτηριστικά, ἡ ὁποία εἶναι στενότερη ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ ἔθνους. (Σ.τ.Μ.).

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: