ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ: ΜΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ!

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Μεγάλωσα σὲ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας ἡ ὁποία, σπάνιο γιὰ τὴν περίοδο ἐκείνη (δεκαετία τοῦ ’80), εἶχε ἀθλητικὸ κέντρο. Μοῦ ἄρεσε ὁ ἀθλητισμὸς καὶ οἱ γονεῖς μου ἦταν ἀρωγοὶ σ’ αὐτό, ὁπότε οἱ ἐπισκέψεις μας στὸ ἀθλητικὸ κέντρο ἦταν συχνές. Οἱ δυνατότητες αὐτοῦ τοῦ χώρου ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἀθλοπαιδιὲς ἦταν πολλὲς (ποδόσφαιρο, βόλεϊ, στίβος κ.ἄ.) ἀλλὰ αὐτὸ πού μοῦ κέντρισε τὸ ἐνδιαφέρον ἦταν τὸ μπάσκετ. Ἦταν ἀλήθεια πὼς ὁ πατέρας μου δὲν ἦταν καὶ πολὺ «ζεστός» γι’ αὐτὸ τὸ ἄθλημα, ὡστόσο κρατοῦσε διακριτικὰ ἀποστάσεις, πράγμα ποὺ δὲν καταλάβαινα τότε ἀλλὰ καὶ μὲ βόλευε. Μεγαλώνοντας ἔπαιζα πολὺ μπάσκετ, εἶχα σχεδὸν δεθεῖ μὲ τὴν πορτοκαλιὰ μπάλα. Ποῦ μὲ ἔχανες, ποῦ μὲ ἔβρισκες, κάτω ἀπὸ τὴν μπασκέτα. Προσπαθοῦσα νὰ κάνω ὅλα τὰ κόλπα ποὺ ἔβλεπα ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους, ριβέρς, τζάμπ-σούτ, λέι-ἄπ, ἐλπίζοντας πὼς μεγαλώνοντας κι ἐγὼ θὰ μπορῶ σὰν κι αὐτοὺς νὰ γίνω ἀνταγωνιστικός, ἀκόμα καὶ νὰ καρφώνω.

Δὲν ἄργησα ὅμως νὰ πάρω τὴν πρώτη ψυχρολουσία. «Εἶσαι κοντός», μοῦ εἶπε μία μέρα ὁ πατέρας μου, «δὲν κάνεις γιὰ τὸ μπάσκετ». «Πλάκα μοῦ κάνεις», τοῦ εἶπα, «δὲν εἶμαι κοντός, εἶμαι ἁπλῶς μικρὸς ἀκόμα, θὰ ψηλώσω». Ἐκεῖνος τότε μὲ χτύπησε συμπονετικὰ στὴν πλάτη καὶ μοῦ εἶπε σχεδὸν τρυφερά: «Ἄκου ἀγόρι μου, ἐμεῖς στὴν οἰκογένειά μας εἴμαστε κοντοί. Δὲν σὲ βλέπω νὰ ψηλώνεις καὶ πολὺ ἀκόμη, καὶ ὅπως ξέρεις τὸ μπάσκετ εἶναι γιὰ ψηλούς». Αὐτὰ τὰ λόγια μὲ χτύπησαν στὴν καρδιὰ καὶ μὲ πλήγωσαν ἀνεπανόρθωτα.

Τὸν πρῶτο καιρὸ δὲν ἤθελα ὄχι ἁπλῶς νὰ πάω στὸ γήπεδο ἀλλὰ οὔτε μπασκέτα νὰ δῶ, τὸ εἶχα πάρει βαριά. Δὲν ἄργησαν νὰ ἔρθουν καὶ τὰ ἐπακόλουθα. Μὲ τὸ ποὺ πέρασε λίγος καιρὸς συνειδητοποίησα πὼς ἤμουν ἀπ’ τοὺς πιὸ κοντοὺς μέσα στὴν τάξη καὶ γενικὰ στὸ σχολεῖο. Τὰ ἄλλα παιδιὰ ψήλωναν, μεγάλωναν τὰ χέρια τους, τὸ νούμερο τοῦ παπουτσιοῦ τοὺς ἦταν σχεδὸν ἀντρικό, ἐνῶ ἐγὼ στὰ ἴδια. Μεταξὺ σοβαροῦ καὶ ἀστείου ἔπεφταν καὶ οἱ σχετικὲς σπόντες: κοντέ, τάπα, κλπ. Τὰ δὲ κορίτσια οὔτε πού μοῦ δίναν σημασία ἀφοῦ ἀπὸ μερικὲς κιόλας ἤμουν πιὸ κοντός.

Περνώντας τὰ χρόνια τὸ δράμα μου μεγάλωνε, οἱ φίλοι μοῦ κάναν πλάκα καὶ οἱ γυναῖκες ἀδιαφοροῦσαν μιᾶς καὶ δὲν πληροῦσα τὶς προδιαγραφὲς ἔστω τοῦ μέσου ὄρου τῶν ἀνδρῶν ποὺ προβάλλονταν ὡς τὰ ἀπόλυτα ἀρσενικά. Ὅλο αὐτὸ ποὺ ζοῦσα μὲ κατέθλιβε, ἔβλεπα στὸν ὕπνο μου νάνους νὰ μὲ εἰρωνεύονται καὶ γιγάντιες γυναῖκες ποὺ τὶς ἔφτανα μέχρι τὸ γόνατο. Κλείστηκα στὸν ἑαυτό μου, δὲν ἤθελα νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ σπίτι, οἱ γονεῖς μου ἤθελαν νὰ μὲ βοηθήσουν ἀλλὰ δὲν ἤξεραν πῶς, μέχρι καὶ τὴν αὐτοκτονία σκέφτηκα.

Μέχρι ποὺ μία μέρα κατάφεραν νὰ μὲ πείσουν νὰ ἐπισκεφτῶ ἕναν ψυχίατρο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὑποδέχτηκε σ’ ἕνα ὄμορφο φωτεινὸ γραφεῖο καὶ ἔκανε ὑπομονὴ νὰ μὲ ἀκούσει χωρὶς νὰ μιλάει γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Ὅταν τελείωσα, ἐκεῖνος σηκώθηκε ἀπὸ τὴν πολυθρόνα του καὶ ἦρθε δίπλα μου. Μία μεγάλη ἔκπληξη μὲ περίμενε. Ὁ γιατρὸς ἦταν κοντύτερος ἀπὸ μένα. «Μὴν ἀνησυχεῖς» μου εἶπε «δὲν εἶσαι μόνος, ὅλοι ἔχουμε περάσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ στάδιο. Ἄκουσὲ μέ σὲ παρακαλῶ. Πάρε αὐτὴ τὴν διεύθυνση». Καὶ μοῦ ἔβαλε στὸ χέρι μία κάρτα. «Σὲ περιμένω τὸ ἀπόγευμα στὶς ὀκτὼ ἐκεῖ», καὶ μοῦ ἔκλεισε τὸ μάτι. Βγῆκα ἄφωνος καὶ καταμπερδεμένος ἀπὸ τὸ γραφεῖο του.

Τὸ ἀπόγευμα ὅλος περιέργεια πῆγα στὴν διεύθυνση ποὺ ἔγραφε ἡ κάρτα. Ἦταν ἕνα μεγάλο κτήριο. Χτύπησα τὸ κουδούνι καὶ μοῦ ἄνοιξε ὁ ἴδιος ὁ γιατρός. Μὲ ὑποδέχτηκε μ’ ἕνα ζεστὸ χαμόγελο καὶ μὲ πέρασε μέσα. Τί ἔκπληξη μὲ περίμενε! Ἕνα τσοῦρμο κοντοὶ καὶ κοντὲς ποὺ μόλις μὲ εἶδαν ἄρχισαν νὰ χειροκροτοῦν. Στὴν ἀρχὴ τὰ’ χασα καὶ ἡ ἀμηχανία μου φάνηκε ἔντονα. Τότε μία ὄμορφη κοντὴ κοπέλα μὲ πλησίασε, μ’ ἔπιασε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ γελώντας μ’ ἔβαλε νὰ κάτσω δίπλα της.

Ἡ ζωή μου ἀπὸ ἐκείνη τὴν μέρα ἄλλαξε. Οἱ συναντήσεις ἦταν καθημερινὲς καὶ εἶχαν πέρα ἀπὸ τὴν διασκέδαση καὶ περιεχόμενο. Ἔμαθα ὅτι γίνονταν ἴδιες συναντήσεις καὶ σὲ ἄλλες γειτονιές, καὶ σὲ ἄλλες πόλεις. Ἔμαθα πολλὰ πράγματα ποὺ οὔτε κάν μοῦ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό. Ἔμαθα ἂς ποῦμε πὼς δὲν εἶμαι κοντός, ἁπλῶς οἱ ἄλλοι εἶναι ψηλοὶ καὶ πὼς ἄλλωστε ὁ ὅρος ψηλὸς εἶναι σχετικός. Ἐνσωματώθηκα στὴν ὁμάδα καὶ δραστηριοποιήθηκα ἀμέσως.

Τώρα δὲν ἔχω κατάθλιψη καὶ εἶμαι κοινωνικὰ δραστήριος. Εἶμαι στὴν Ἀντιφασιστικὴ – Ἀντικοντοφοβικὴ – Ἀντιρατσιστικὴ ὁμάδα τῆς γειτονιᾶς μου καὶ διεκδικῶ τὰ κοινωνικά μας δικαιώματα.

-Ψηλὸς/ὴ νὰ ὀνομάζεται ὅποιος/α εἶναι ἄνω τῶν δυόμισι μέτρων.

-Νὰ καταργηθοῦν τὰ τακούνια ὡς μεσαιωνικὸ κατάλοιπο.

-Ὅποιος/α ἀναφέρει τὴν λέξη «κοντός»/«κοντή» νὰ τιμωρεῖται ἀπ’ τὸν ἀντιρατσιστικὸ νόμο μὲ πρόστιμο.

-Νὰ μὴν ἀναγράφεται τὸ ὕψος στὶς ταυτότητες, ὡς εὐαίσθητο προσωπικὸ δεδομένο.

-Νὰ κατέβει τὸ ὕψος τῶν μπασκετῶν στὸ ἑνάμισι μέτρο ὥστε νὰ καρφώνουμε ὅλοι/ες.

-Δὲν ὑπάρχουν ψηλοὶ/ὲς καὶ κοντοί/ὲς, ὅλοι/ες εἴμαστε ἴσοι/ες, ἁπλῶς κάποιοι/ες εἶναι πιὸ ἴσοι/ες.

Καὶ αὐτὰ εἶναι μόνο ἡ ἀρχή!

Ἠλίας Π.

«Ὁποιαδήποτε ὁμοιότητα μὲ πρόσωπα καὶ καταστάσεις εἶναι συμπτωματικὴ καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα…»

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: