Η ΣΙΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΛΑΝΗ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Η Παλαιστίνη είναι μια μικρή χώρα. Όμως αυτό που γίνεται στην Παλαιστίνη είναι ενδεικτικό της όλης κατάστασης που επικρατεί στον κόσμο. Το σημείο στο οποίο θέλω να εστιάσω την προσοχή είναι οι μέθοδοι εγκαταστάσεως Εβραίων προσφύγων που εφαρμόζονται στην Παλαιστίνη, παρά η ίδια η εγκατάσταση εν γένει που μπορεί να επιτευχθεί. Οι μέθοδοι αυτοί, όπως θα προσπαθήσω να καταδείξω, είναι καταστροφικές, και εάν εμμείνουμε στην εφαρμογή τους και σε άλλα μέρη του κόσμου –και υπάρχουν όλες οι ενδείξεις ότι θα το κάνουμε- το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μονάχα η βία και ο πόλεμος.

Στον βαθμό κατά τον οποίον ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ενείχε ένα ηθικό ζήτημα, τούτο αφορούσε το ζήτημα του εάν οι διεθνείς σχέσεις θα διέπονται από την ισχύ ή από τον νόμο. Νόμος σημαίνει εφαρμογή των αρχών δικαίου στις διαμάχες. Έτσι, το πραγματικό ζήτημα αφορά την επιλογή μεταξύ της ισχύος ή  του δικαίου. Έχουμε εξέλθει με επιτυχία από αυτόν τον πόλεμο και φρονούμε ότι το δίκαιο νίκησε την ισχύ. Όμως τώρα, στην περίοδο της ειρήνης, ακολουθούμε τις μεθόδους του δικαίου ή τις μεθόδους της ισχύος; Από την απάντηση που θα δώσουμε εξαρτάται το μέλλον του κόσμου· ο πόλεμος ή η ειρήνη. Είναι καλύτερα να πάρουμε μια συγκεκριμένη σημερινή περίπτωση και να την αναλύσουμε λεπτομερώς προκειμένου να διαπιστώσουμε προς τα πού τείνουν τα πράγματα, παρά να κάνουμε γενικές δηλώσεις. Η Παλαιστίνη είναι ένα παράδειγμα.

Οι γνώμες των ανθρώπων για πολιτικά και διεθνή ζητήματα σχεδόν πάντοτε διαμορφώνονται βάσει των συναισθημάτων και των φατριαστικών αισθημάτων τους και σχεδόν καθόλου με βάση τον λόγο. Αυτή είναι η πρωταρχική αιτία των πολέμων και των αιματοχυσιών, από τις οποίες είναι γεμάτος ο κόσμος. Διότι το συναίσθημα και το φατριαστικό αίσθημα όταν δεν τιθασεύονται από τον λόγο, καταλήγουν κατ’ ανάγκην στην βία. Ο λόγος είναι η αρχή της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Σταθμίζει τα ζητήματα που κάθε φορά εκκρεμούν με τρόπο αδέκαστο. Ένας άξιος δικαστής καταλήγει σε μια απόφαση εξετάζοντας προσεκτικά την υπόθεση και όχι παρασυρόμενος από τα συναισθήματά του. Ο λόγος και όχι το συναίσθημα, και πολύ περισσότερο η ιδιοτέλεια, θα πρέπει να είναι ο οδηγός του. Οι πόλεμοι θα σταματήσουν όταν οι άνθρωποι μάθουν να κατευθύνουν τις γνώμες και τις πράξεις τους στις διεθνείς σχέσεις με απροκατάληπτη και αμερόληπτη δικαιοσύνη, με βάση τον λόγο.

Η Παλαιστίνη αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όχι μόνο οι Εβραίοι και οι Άραβες εξάπτονται από τα πάθη τα οποία αποκαλούν «πατριωτισμό», αλλά και τα μεγαλύτερα έθνη, τα οποία τουλάχιστον όφειλαν να είναι αμερόληπτα, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για να κρίνουν την διαμάχη μεταξύ Εβραίων και Αράβων με τρόπο αμερόληπτο, αλλά καθένα από αυτά ενδιαφέρεται μονάχα για το συμφέρον του και αντιλαμβάνεται το ζήτημα είτε ως έναν αγώνα για την απόκτηση εθνικής ισχύος είτε, ακόμη χειρότερα, ως μέσον για την αλίευση ψήφων για ένα συγκεκριμένο κόμμα.

Οποιαδήποτε προσπάθεια να εφαρμοστεί στην Παλαιστίνη η αρχή της δικαιοσύνης είναι πλήρης σοβαρών δυσκολιών. Εν πρώτοις, βρίσκεται μπροστά σε ένα συμπαγές τείχος προκαταλήψεων. Εκτός αυτού, η ίδια η προσπάθεια αποτελεί αντικείμενο επικρίσεως. Εφόσον η δικαιοσύνη είναι μια ηθική έννοια, δεν μπορεί κανείς να την εξετάσει χωρίς να εγείρει ζητήματα περί «δικαίου» και «αδίκου». Στην συνέχεια εγείρεται η ένσταση ότι ομιλεί κανείς ακαδημαϊκώς, ότι προσπαθεί να διευθετήσει πρακτικά ζητήματα με «αφηρημένους» ηθικούς κανόνες, που είναι παντελώς ανεφάρμοστοι και μη «ρεαλιστικοί». Όμως πώς αλλιώς μπορεί ο κόσμος να προωθήσει οποιοδήποτε είδους διεθνές δίκαιο –που αποτελεί έναν διακηρυγμένο στόχο των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος έχει εισαχθεί στον Καταστατικό τους Χάρτη κατόπιν του αιτήματος των Αμερικανών- παρά μονάχα εφαρμόζοντας σε συγκεκριμένες καταστάσεις αρχές που αυτές καθαυτές είναι αφηρημένες; Οι αρχές τις οποίες εφαρμόζουν τα δικαστήρια επί των πράξεων των ανθρώπων, όπως αναφέρεται στα νομικά βιβλία και στους νομικούς κώδικες, είναι αφηρημένες και επιπλέον αποτελούν, σε τελική ανάλυση, προϊόν «ηθικών» ιδεών.

Το σκηνικό στην Παλαιστίνη μεταβάλλεται τόσο γοργά, ώστε φαίνεται αδύνατον να πούμε κάτι γι’ αυτό που να μην είναι ξεπερασμένο ύστερα από έναν μήνα. Όμως οι αρχές του δικαίου και της δικαιοσύνης δεν αλλάζουν ή τουλάχιστον αλλάζουν πολύ αργά. Τώρα η βασική αρχή του διεθνούς δικαίου είναι αυτή που διατυπώθηκε στον Χάρτη του Ατλαντικού[1], ότι δηλαδή τα έθνη πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ρυθμίζουν τις εσωτερικές τους υποθέσεις δίχως την παρέμβαση άλλων εθνών. Τούτο δεν είναι διόλου καινούργιο· κάτι που επινοήθηκε από τον Ρούσβελτ ή τον Τσόρτσιλ. Ήταν κάτι που εξυπακούετο στην πολιτική και στις διακηρύξεις του Ουίλσον. Ήταν η ιδέα σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε η Κοινωνία των Εθνών. Ήταν πάντα, ως προς το θέμα αυτό, η θεμελιώδης ιδέα της δημοκρατίας. Διότι αυτοδιάθεση ή δημοκρατία ενός έθνους σημαίνει ότι οι υποθέσεις του διευθετούνται σύμφωνα με τις επιθυμίες του ίδιου του λαού του. Και αφού οι επιθυμίες του λαού δεν είναι ποτέ ομόθυμες, τούτο σημαίνει στην πράξη ότι διέπονται από τις επιθυμίες της πλειοψηφίας του.

Εάν ένα έθνος δια της βίας ή μέσω απειλών να εξαναγκάζει ένα άλλο έθνος να ενεργήσει εν αντιθέσει προς τις επιθυμίες της πλειοψηφίας του λαού του συνιστά «επιθετική ενέργεια». Βρίσκεται σε αντίθεση με τις αρχές του δικαίου, της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης, τόσο ως προς την εφαρμογή τους στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Το ότι μια μειοψηφία εντός του έθνους μπορεί δια της βίας να επιβάλλει την βούλησή της στην πλειοψηφία αποτελεί επίσης επιθετική ενέργεια, η οποία γενικώς ονομάζεται «τυραννία». Τούτη αποτελεί άρνηση των αρχών του δικαίου, της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης ως προς την εφαρμογή τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αυτή είναι η μόνη «αφηρημένη» ή «ηθική» αρχή η οποία απαιτείται για την επιδίκαση της παλαιστινιακής διαμάχης. Και καμία αλλαγή του τοπικού σκηνικού, τίποτε εντός του καλειδοσκοπίου των μεταβαλλόμενων γεγονότων, δεν μπορεί να την αλλάξει. Δεν μπορεί να ξεπεραστεί ύστερα από έναν χρόνο ή μια δεκαπενταετία. Πώς αυτή λοιπόν εφαρμόζεται στην διαμάχη μεταξύ Εβραίων και Αράβων;

Η περίπτωση των Αράβων είναι, κατ’ ουσίαν, η εξής. Οι Άραβες αποτελούν την μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Παλαιστίνης. Τούτο δεν αληθεύει μονάχα σήμερα, αλλά αληθεύει από τις απαρχές της εποχής του χριστιανισμού, τουτέστιν επί σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια. Οι Άραβες της Παλαιστίνης αντιτίθενται, δικαίως ή αδίκως, στην μαζική μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη. Επομένως, σε μια τέτοια μαζική μετανάστευση αντιτίθεται η πλειονότητα των κατοίκων της Παλαιστίνης. Όμως, σύμφωνα με την αρχή της αυτοδιάθεσης, η οποία αποτελεί παραδεδεγμένη αρχή του διεθνούς δικαίου, οι υποθέσεις μιας χώρας διευθετούνται σύμφωνα με τις επιθυμίες της πλειοψηφίας των κατοίκων της και κάθε προσπάθεια άλλης χώρας να αντιπαρέρθει δια της βίας τις επιθυμίες μιας τέτοιας πλειοψηφίας αποτελεί «επιθετική ενέργεια». Επομένως, οι ενέργειες των σιωνιστών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Αμερικής, που επιδιώκουν να επιβάλλουν στην Παλαιστίνη την μαζική μετανάστευση Εβραίων παρά την αντίθετη βούληση της αραβικής πλειονότητας, αποτελούν ενέργειες εχθρικές και βρίσκονται σε αντίθεση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, της αυτοδιάθεσης και της δημοκρατίας.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι το εάν η αραβική πλειονότητα στην Παλαιστίνη ενεργεί «λανθασμένα» όταν εναντιώνεται στην εβραϊκή μετανάστευση ή το ότι, λόγω των δεινών του εβραϊκού λαού, οι Άραβες «θα έπρεπε» να τους καλωσορίσουν. Διότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή του δικαίου, η ίδια η πλειονότητα του λαού της Παλαιστίνης είναι αυτή που δικαιούται να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Αυτή είναι η ουσία αυτής της αρχής. Η προσπάθειά μας να τους πούμε τι θα έπρεπε να κάνουν και να τους επιβάλλουμε την γνώμη μας επ’ αυτού του ζητήματος δια της βίας ή δια των απειλών αποτελεί επιθετική ενέργεια.

Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτήν την αρχή, εάν την εφαρμόσουμε σε ένα ζήτημα εγγύτερο προς εμάς. Η πλειοψηφία των κατοίκων των Ηνωμένων Πολιτειών αντιτίθεται στην μαζική μετανάστευση μη Καυκασίων λαών και αποκλείει αυτούς τους λαούς δια νόμου. Ας υποθέσουμε ότι κάποιο άλλο έθνος είναι αρκετά ισχυρό για να προσπαθήσει να επιβάλλει στις Ηνωμένες Πολιτείες να δεχθούν μη Καυκασίους μετανάστες κατά εκατοντάδες χιλιάδες παρά την θέλησή τους. Θα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρήσουμε αυτήν την ενέργεια εχθρική, παρότι θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η αντίθεσή μας στους μη Καυκασίους λαούς είναι «λανθασμένη». Πρέπει, επομένως, να αναγνωρίσουμε στην πλειοψηφία των κατοίκων της Παλαιστίνης το ίδιο δικαίωμα να επιλύουν τέτοιου είδους ζητήματα περί σωστού και λάθους οι ίδιοι, όπως το αυτό αναγνωρίζουμε και στους κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας ισχύει πράγματι σε μια χώρα με ομοιογενή πληθυσμό, όπως η Αγγλία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν μπορεί να ισχύει σε μια χώρα στην οποία μια πάγια θρησκευτική ή φυλετική μειονότητα έχει απέναντί της μια εχθρική και πάγια φυλετική ή θρησκευτική πλειονότητα, όπως στην Παλαιστίνη αλλά και επίσης στην Ινδία. Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια κατάσταση προκαλεί σοβαρές δυσκολίες στην άσκηση μιας δημοκρατικής διακυβέρνησης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για την πραγματοποίηση διχοτόμησης ή γι’ αυτό που στην Ινδία ονομάζεται «κοινοτική εκπροσώπηση». Τούτο καταδεικνύει ότι η εφαρμογή δημοκρατικών αρχών σε μια τέτοιου είδους χώρα θα πρέπει να συνδυαστεί με την επίτευξη ενός ειδικού διακανονισμού για την προστασία της μειονότητας από την καταπίεση. Όμως δεν μπορώ να καταλάβω πώς αυτοί οι παράγοντες, οι οποίοι παρ’ όλο που μπορεί να καταδεικνύουν την ανάγκη πραγματοποίησης ειδικών συνταγματικών ρυθμίσεων, άπτονται του ζητήματος που τίθεται ενώπιόν μας. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, αφού η αρχή της πλειοψηφίας είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί εν απουσία ενός ομοιογενούς πληθυσμού, θα πρέπει εν πάσει περιπτώσει να υπερισχύσει τελικώς η αρχή της μειοψηφίας σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως οι νόμοι περί μεταναστεύσεως. Και σε αυτό το συμπέρασμα τελικώς θέλει να καταλήξει το αντεπιχείρημα το οποίο εξετάζουμε. Ως εκ τούτου, η ένσταση που προβάλλεται στις θέσεις των Αράβων θα πρέπει να απορριφθεί. Έτσι, θα φανεί ότι οι αραβικές θέσεις εδράζονται ακριβώς επί των παραδεδεγμένων αρχών του διεθνούς δικαίου. Αποτελούν την άμεση εφαρμογή τους στην Παλαιστίνη. Και η λογική του επιχειρήματος, όπως καταδεικνύεται, είναι αδιαμφισβήτητη και αναντίρρητη. Ας δούμε όμως τα σιωνιστικά επιχειρήματα που διατυπώνονται εναντίον των αραβικών θέσεων.

Ο σιωνισμός στηρίζει την θέση του πάνω σε πέντε βασικά επιχειρήματα. Τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι συνήθως ευκρινώς ταξινομημένα και εντελώς διακριτά. Όπως τα περισσότερα επιχειρήματα που διατυπώνονται για τα περισσότερα θέματα, παρουσιάζονται και αυτά συχνά στο κοινό αναμεμειγμένα μεταξύ τους με έναν συγκεχυμένο τρόπο. Εάν θέλουμε όμως να τα αναλύσουμε και να τα αποτιμήσουμε σωστά, πρέπει να τα παρουσιάσουμε ξεχωριστά και να τα εξετάσουμε ένα προς ένα. Κάθε άλλος τρόπος δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα κομφούζιο.

Το πρώτο επιχείρημα είναι ότι η Παλαιστίνη ήταν εβραϊκή κατά την αρχαιότητα. Ήταν για πολλά χρόνια η εθνική γη και η εθνική εστία των Εβραίων. Μπορεί εύλογα να ειπωθεί ότι αυτή «ανήκε» στους Εβραίους. Επιπλέον, οι Εβραίοι δεν την εγκατέλειψαν με την θέλησή τους. Άλλοι τούς την αποστέρησαν. Τούτο δίνει στους Εβραίους το δικαίωμα να γυρίσουν στην Παλαιστίνη και να την καταστήσουν ξανά εθνική τους εστία.

Πόσο έγκυρος, ωστόσο, είναι αυτός ο ισχυρισμός; Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μονάχα εφόσον αποφασίσουμε πρώτα σε τι θεμελιώνεται το δικαιώμα δια του οποίου ένα έθνος μπορεί να διεκδικήσει την χώρα την οποία κατέχει. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Κανένα έθνος δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα επί της γης που κατέχει πάνω σε οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα στο ότι την κατέχει επί μακρόν. Με ποιο δικαίωμα οι Αμερικανοί ζουν, κατέχουν και εξουσιάζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες; Με κανένα απολύτως δικαίωμα εκτός από το γεγονός ότι ζουν εκεί επί διακόσια-τριακόσια χρόνια. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες υποτίθεται ότι αγόρασαν γη από τους Ινδιάνους. Ουδείς όμως μπορεί να ισχυρισθεί ότι εν γένει το δικαίωμα του αμερικανικού λαού να κατέχει αυτήν την χώρα θεμελιώνεται σε αυτές τις αγορές. Γενικώς, κατακτήσαμε αυτήν την γη με οιοδήποτε μέσο φαινόταν κατά καιρούς το πιο πρόσφορο. Οι Ινδιάνοι στις περισσότερες περιπτώσεις έχασαν την γη τους δια της βίας. Κατά συνέπεια, τα δικαιώματα των Αμερικανών βασίζονται επάνω σε ό,τι οι νομικοί ονομάζουν «μακρά κατοχή» ή «χρησικτησία».

Το ίδιο ισχύει για κάθε άλλον λαό στον κόσμο. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρξε καν η πρόφαση της αγοράς όπως στην περίπτωση των Αμερικανών. Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Ιάπωνες, οι Ζουλού δεν έχουν κανένα δικαίωμα επί των χωρών που κατοικούν εκτός από την επίκληση του επιχειρήματος της επί μακρόν κατοχής.

Επί τη βάσει αυτής της αρχής, η οποία είναι και η μόνη που μπορούμε να επικαλεστούμε, οι Άραβες έχουν ακόμη μεγαλύτερο δικαίωμα επί της Παλαιστίνης από το δικαίωμα των Αμερικανών επί της Αμερικής. Διότι κατέχουν την χώρα επί σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια. Ίσως να υπήρχε πάντοτε μια μικρή εβραϊκή μειονότητα στην Παλαιστίνη, όπως υπάρχει και στην Αμερική μια μικρή ινδιάνικη μειονότητα από την εποχή της λευκής κατοχής μέχρι σήμερα. Τούτο δίνει στους Εβραίους στην Παλαιστίνη το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, όπως ακριβώς και στους Ινδιάνους στην Αμερική. Όμως αυτό είναι όλο.

Οι σκέψεις αυτές καθιστούν σαφές ότι το γεγονός πως η Παλαιστίνη ήταν εβραϊκή γη κατά την αρχαιότητα δεν είναι δυνατόν να δίδει σήμερα το δικαίωμα στους Εβραίους να εισέρχονται μαζικά σ’ αυτήν την χώρα. Ασχέτως του πώς ένα λαός έθεσε αρχικώς υπό την κατοχή του μια χώρα -είτε με εισβολή, είτε με πόλεμο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο- πρέπει στο τέλος, δηλαδή ύστερα από ένα αρκούντως μεγάλο διάστημα, να αποδεχθούμε το αποκλειστικό του δικαίωμα επί αυτής, όπερ σημαίνει ασφαλώς ότι όλες οι προηγούμενες αξιώσεις έχουν παρέλθει. Διότι αυτή είναι η μοναδική βάση επί της οποίας κάθε λαός μπορεί να διεκδικεί την χώρα στην οποία κατοικεί. Ποιο είναι το «αρκούντως μεγάλο χρονικό διάστημα»; Ασφαλώς δύο χιλιάδες χρόνια είναι όντως αρκετά. Έτσι, το πρώτο σιωνιστικό επιχείρημα στερείται οποιασδήποτε ισχύος.

Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι η Παλαιστίνη έχει για τους Εβραίους μια ειδικά ιερή θρησκευτική σημασία. Μπορούμε να δεχθούμε ότι τα θρησκευτικά αισθήματα συνιστούν κάποιου είδους αξίωση για την «μαζική μετανάστευση σε μια χώρα»; Θα αναγνωρίζαμε μια τέτοια αξίωση σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση; Προφανώς όχι. Οι Ταϊλανδοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να μεταναστεύσουν στην Ινδία, επειδή είναι βουδιστές και η Ινδία, στην οποία γεννήθηκε και έζησε ο Βούδας, έχει γι’ αυτούς μια ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία; Επίσης, οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, που είναι χριστιανοί, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να εγκατασταθούν μαζικά στην Παλαιστίνη για τον λόγο ότι έχει γι’ αυτούς, όπως ακριβώς εξίσου και για τους Εβραίους, μια βαθιά θρησκευτική σημασία; «Μα οι Ταϊλανδοί, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί διαθέτουν ήδη τη δική τους ο καθένας εθνική εστία, ενώ οι Εβραίοι είναι ανέστιοι. Επομένως, οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι παρόμοιες», θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. Όμως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα συγκεχυμένης σκέψης, η οποία οφείλεται στην ανάμειξη διαφορετικών μεταξύ τους επιχειρημάτων. Το εάν η ανεστιότητα των Εβραίων μεταβάλλει το όλο ζήτημα είναι ένα ξεχωριστό θέμα το οποίο πρέπει να εξεταστεί μόνο του.

Το τρίτο σιωνιστικό επιχείρημα είναι ότι η βρετανική κυβέρνηση το 1917 υποσχέθηκε στους Εβραίους μια εθνική εστία στην Παλαιστίνη.[2] Μια ηθική αξίωση βασίζεται εδώ στην γενική αρχή της ιερότητας των υποσχέσεων. Για τον λόγο αυτό η αραβική αξίωση στην αυτοδιάθεση και η εβραϊκή αξίωση με βάση την Διακήρυξη Μπάλφουρ έχουν χαρακτηρισθεί από την βρετανική επιτροπή ως «θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ ενός δικαιώματος με ένα άλλο δικαίωμα». Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα συγκεχυμένης σκέψης. Δέχεται, κατά πρώτον λόγο, ότι τα ηθικά κριτήρια του «σωστού» και του «λανθασμένου» πρέπει να εφαρμοστούν στην διαμάχη. Αυτό είναι σωστό. Κατά δεύτερο λόγο, δέχεται ότι η αραβική αξίωση βασίζεται στην αρχή της αυτοδιάθεσης και είναι, επομένως, «σωστή». Αυτό είναι επίσης σωστό. Κατά τρίτο λόγο, από αυτά έπεται ότι η σιωνιστική αξίωση, η οποία βασίζεται στην υπόσχεση που έδωσε η Βρετανία, δίνει στους Εβραίους ένα ηθικό δικαίωμα. Όμως τούτη η τελευταία πρόταση αποδεικνύει ότι οι βασιλικοί επίτροποι ήσαν πολύ κακοί ηθικοί φιλόσοφοι. Η θέση που υιοθετείται εδώ είναι ευρέως αποδεκτή, επειδή ούτε ο μέσος σιωνιστής, ούτε ο μέσος άνθρωπος οποιουδήποτε είδους, ούτε –όπως φαίνεται- ο μέσος βασιλικός επίτροπος είναι ικανός να κάνει περισσότερο από ένα βήμα σε αυτήν την ανάλυση. Όλοι αυτοί πιστεύουν ότι: «Οι υποσχέσεις πρέπει να τηρούνται και αυτοί που είναι αποδέκτες υποσχέσεων έχουν το ηθικό δικαίωμα να απαιτούν την τήρησή τους. Επομένως, οι Εβραίοι, σε αυτήν την περίπτωση, έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα».

Αυτό είναι ένα δείγμα χονδροειδούς ηθικής ανάλυσης. Οι άδικες υποσχέσεις δεν πρέπει να υλοποιούνται και δεν δίνουν κανένα δικαίωμα στην απαίτηση να πραγματοποιηθούν. Παραδείγματος χάριν, δεν μπορείς να αξιώνεις ένα ηθικό δικαίωμα στην εφαρμογή μιας απόφασης κλοπής. Και εάν το κάνεις, είσαι συνένοχος στην κλοπή. Επομένως, το ερώτημα που πρέπει τώρα να τεθεί είναι εάν η Βρετανία έχει δικαίωμα να δίνει υποσχέσεις ως προς το πώς θα διατεθεί η Παλαιστίνη σε αντίθεση με τις επιθυμίες της πλειοψηφίας των κατοίκων αυτής της χώρας. Είναι ολοφάνερο ότι σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης, οι οποίες είναι οι παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, δεν έχει αυτό δικαίωμα. Η πράξη της είναι μια πράξη επιθετική. Επομένως, η Διακήρυξη Μπάλφουρ δεν παρέχει ουδεμία ηθική αξίωση στους σιωνιστές και εάν επιμένουν στην πραγματοποίησή της είναι συνεργοί στην πραγματοποίηση μιας πράξης βίας.

Ας έλθουμε τώρα στο ζήτημα ως προς το εάν η ανεστιότητα των Εβραίων -στην οποία θα πρέπει να προσθέσουμε και τα φοβερά δεινά που υπέστησαν και υφίστανται- τις διώξεις, τα πογκρόμ και όλα τα άλλα δεινά, μπορούν να αποτελέσουν την βάση της αξίωσής να μεταναστεύσουν μαζικά στην Παλαιστίνη. Αυτόν μπορούμε να τον κατατάξουμε ως τον τέταρτο σιωνιστικό ισχυρισμό.

Κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να μην δει αυτά τα γεγονότα χωρίς βαθειά αισθήματα ευσπλαχνίας και καταισχύνης· ευσπλαχνίας για τα θύματα και καταισχύνης για την ασπλαχνία και την κακοήθεια του ανθρωπίνου είδους μας. Όμως, πρέπει να ερωτήσουμε τι ηθικές αξιώσεις μπορούν να θεμελιωθούν επ’ αυτού. Σε αυτό το σημείο είναι που ανασφαλώς εμφανίζεται η αξίωση για την παροχή γενναιόδωρης μεταχείρισης από όλες τις χώρες του κόσμου. Όμως, ακριβώς επειδή τα γεγονότα εγείρουν την ίδια αξίωση προς όλες εξίσου τις πολιτισμένες χώρες (εκτός από την περίπτωση των χωρών που είναι περισσότερο υπεύθυνες για τα δεινά, έναντι των οποίων η αξίωση είναι ισχυρότερη), δεν εγείρεται καμία ειδική αξίωση προς την Παλαιστίνη. Η αξίωση εγείρεται προς την Αγγλία, την Αμερική, την Ρωσία, την Γαλλία και την Παλαιστίνη (αν η Παλαιστίνη είναι μια ανθρωπινή και πολιτισμένη χώρα), αλλά όχι περισσότερο προς την Παλαιστίνη απ’ ό,τι προς οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει αυτοστιγμεί να αποδεχθούμε αυτήν την αρχή. Εάν ένας μεμονωμένος πολίτης μιας χώρας είναι άστεγος, καταπιεσμένος και πεινασμένος, αυτός μπορεί να εγείρει την αξίωση να διασωθεί από αυτές τις συνθήκες. Όμως, η αξίωση αυτή εγείρεται έναντι της κοινότητας εν συνόλω και όχι έναντι ενός συγκεκριμένου μεμονωμένου πολίτη (εκτός εάν αυτός ο πολίτης έχει προκαλέσει παρανόμως την δυστυχία του). Η κατάσταση όμως αυτού του ανθρώπου δεν του παρέχει την αξίωση να μετατρέψει το σπίτι του κυρίου Σμιθ ή του κυρίου Τζόουνς σε σπίτι του ή να ζητήσει τροφή από αυτούς. Ο κύριος Σμιθ και ο κύριος Τζόουνς έχουν όντως εν προκειμένω καθήκοντα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο ως μέλη της κοινότητας μαζί και εξίσου με όλους τους άλλους πολίτες. Έτσι, η ανθρωπότητα εν γένει έχει σαφέστατα το καθήκον να βρει μια λύση στο εβραϊκό ζήτημα και να θέσει τέρμα στις διώξεις και την δυστυχία των Εβραίων. Όμως, η λύση δεν είναι η Παλαιστίνη. Ως προς το ποια πρέπει να είναι η κατάλληλη λύση στο πρόβλημα θα αναφερθώ παρακάτω. Αυτό που καταδεικνύεται εδώ είναι ότι οι λόγοι που επικαλούνται οι σιωνιστές δεν έχουν μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί τους. Είναι αυτό που καλούν οι νομικοί «προσφυγή στον οίκτο» [plea ad misericordiam].

Το τελευταίο επιχείρημα που συνήθως προβάλλεται από τον σιωνισμό είναι το γεγονός ότι οι Εβραίοι μετανάστες στην Παλαιστίνη έχουν ήδη επιφέρει μια τεράστια βελτίωση της χώρας και ότι έτσι η περαιτέρω μετανάστευση θα την ωφελήσει ακόμα περισσότερο. Το γεγονός αυτό πράγματι ισχύει και είναι περιττό να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες ως προς τις οικονομικές και πολιτιστικές βελτιώσεις που έχουν επιφέρει οι Εβραίοι στην Παλαιστίνη, οι οποίες είναι πολύ καλά γνωστές. Το ερώτημα όμως που πρέπει να τεθεί είναι εάν αυτές συνιστούν ένα έγκυρο επιχείρημα από την πλευρά του σιωνισμού.

Το αδύνατο σημείο του επιχειρήματος είναι ότι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει σχεδόν οποιαδήποτε πράξη βίας, και μάλιστα οποιαδήποτε πράξη βίας μιας προηγμένης και λίαν πολιτισμένης χώρας εναντίον μιας καθυστερημένης χώρας. Ο Χίτλερ θα μπορούσε να είχε υποστηρίξει ότι θα κυβερνούσε την Γαλλία, την Αγγλία, ακόμη και την Αμερική, πιο αποτελεσματικά από ό,τι αυτοί που σήμερα κυβερνούν αυτές τις χώρες. Και οι ισχυρισμοί του δεν θα στερούνταν εντελώς αληθείας. Θα μπορούσε να είχε ισχυρισθεί –και όντως το έκανε- ότι οι κατακτήσεις του στο τέλος θα ωφελούσαν τον κόσμο. Και εάν σε αυτήν την περίπτωση θεωρούμε αυτούς τους ισχυρισμούς πλασματικούς, μπορούμε να εξετάσουμε κάποιους άλλους. Η Βρετανία δικαιολογούσε πάντοτε την κατοχή της Ινδίας επικαλούμενη τα οφέλη που είχε επιφέρει σε αυτήν. Και ο ισχυρισμός της ότι είχε βελτιώσει την χώρα, παρά την προπαγάνδα του Κόμματος του Κογκρέσου[3], αληθεύει από ορισμένες πλευρές, παρ’ όλο που δεν αληθεύει για άλλες. Ο Μουσολίνι δικαιολόγησε την κατάκτηση της Αιθιοπίας με τον ισχυρισμό ότι θα καταργήσει την δουλεία και γενικώς θα καθιερώσει έναν πιο πολιτισμένο τρόπο ζωής. Και κατά πάσα πιθανότητα πράγματι θα το έκανε συν τω χρόνω.

Οι περιπτώσεις αυτές είναι αναμφίβολα σε εξαιρετικό βαθμό αμφιλεγόμενες. Όμως η γενική αρχή που τις διέπει είναι σαφής. Ένας σε υψηλό βαθμό πολιτισμένος λαός κατακτώντας έναν καθυστερημένο λαό σχεδόν πάντοτε καλυτερεύει την χώρα του καθυστερημένου λαού. Επομένως, εάν αυτό το επιχείρημα δικαιολογεί τον σιωνισμό, δικαιολογεί και κάθε πράξη βίας ενός περισσότερο πολιτισμένου λαού εναντίον ενός λιγότερο πολιτισμένου. Και αυτό δεν μπορούμε να το δεχθούμε δίχως να υπονομεύσουμε, και στο τέλος να καταργήσουμε, την έννοια του διεθνούς δικαίου, το οποίο διατεινόμαστε ότι τηρούμε. Επιπλέον, εάν αποδεχόμαστε αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι οι λαοί (που στην πραγματικότητα σημαίνει την πλειονότητα κάθε λαού) έχουν δικαίωμα να διευθετούν κακώς τις υποθέσεις τους και να εναντιώνονται σε όλες τις απόπειρες να διευθετούνται αυτές καλώς από ξένους.

Υπάρχει πράγματι εδώ ο κίνδυνος να γίνουμε σχολαστικοί. Ίσως ήταν «λάθος» του Καίσαρα που υπέταξε τους Γαλάτες. Μπορούμε όμως στ’ αλήθεια να λυπόμαστε που η Pax Romana εκπολίτισε την Ευρώπη; Ίσως κάναμε «λάθος» που κλέψαμε από τους Ινδιάνους την χώρα τους. Θα ήταν όμως «σωστό» για χάρη ενός ημιπολιτισμένου λαού να αποκλειστούν για πάντα από αυτήν την αχανή ήπειρο όσοι ήταν αξιότεροι από αυτόν για να κάνουν χρήση των ευκαιριών που αυτή παρείχε;

Παρ’ όλα αυτά μού φαίνεται ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία ένας λαός έχει το δικαίωμα να εισβάλλει σε μια χώρα και να την κατακτήσει, εάν μπορέσει να αποδείξει ότι την βελτιώνει –που αποτελεί και την πραγματική βάση του σιωνιστικού ισχυρισμού, παρ’ όλο που δεν την διατυπώνει με αυτόν τον τρόπο- δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Είναι καλύτερο να σφάλουμε από πλευράς υπερβολικού ζήλου κατά της εισβολής και κατοχής παρά να υιοθετήσουμε στην φιλοσοφία μας περί των διεθνών σχέσεων μια αρχή που μπορεί τόσο εύκολα να διαστραφεί για να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε επίθεση ή οποιοσδήποτε πόλεμος.

Η ανάλυση των επιχειρημάτων υπέρ και κατά του σιωνισμού μού φαίνεται ότι αποδεικνύει με τρόπο απολύτως αδιαμφισβήτητο την σαθρότητα των σιωνιστικών επιχειρημάτων από οποιαδήποτε λογική σκοπιά. Ίσως να έχουν γίνει κάποια λάθη ήσσονος σημασίας κατά την παρουσίαση αυτού του ζητήματος. Είναι δε πάντοτε δυνατόν να πιαστεί κάποιος από μια πρόταση ή από μια έκφραση και να ανακαλύψει κάποιο σφάλμα. Όμως η λογική του όλου ζητήματος συνολικά είναι τόσο σαφής, ώστε να μην υπάρχει κανένα λάθος ως προς το γενικό συμπέρασμα, με αποτέλεσμα, στην διαμάχη μεταξύ Εβραίων και Αράβων, οι διεκδικήσεις των Αράβων να είναι ορθές και οι διεκδικήσεις των σιωνιστών να στερούνται οιασδήποτε βάσεως. Τούτο είναι το αναπόδραστο συμπέρασμα στο οποίο θα κατέληγε ένας αμερόληπτος κριτής.

Ασφαλώς, τούτο το συμπέρασμα θα τύχει σφοδρής αμφισβήτησης, αλλά αυτή θα βασίζεται στην προκατάληψη, στο συναίσθημα και στο αίσθημα μεροληψίας. Ας αφήσουμε τον σιωνιστή που είναι θυμωμένος ή περιφρονητικός ως προς ό,τι έχει ειπωθεί να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί και να ρωτήσει τον εαυτό του εάν είναι απαλλαγμένος από την προκατάληψη, το συναίσθημα και το αίσθημα μεροληψίας και εάν οι απόψεις του βασίζονται σε μια αντικειμενική ανάλυση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Και εάν ρωτήσει πώς μπορεί να αναμένεται να είναι αμερόληπτος σε ένα ζήτημα που αφορά τον ίδιο και τον λαό του ως ζήτημα ζωής και θανάτου, θα πρέπει κανείς να του δώσει την παρακάτω αναμφιβόλως σκληρή απάντηση: η αμεροληψία μεταξύ του εαυτού μας και του άλλου καθώς επίσης και των ισχυρισμών του μεν και του δε είναι η ουσία της δικαιοσύνης και της ηθικής και είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να ενεργεί κανείς δίκαια έναντι των άλλων σε αυτόν τον κόσμο.

Όμως η θλιβερή κατάσταση των Εβραίων στην Ευρώπη τούς δίδει, όπως είδαμε, την αξίωση προς όλα εξίσου τα πολιτισμένα έθνη του κόσμου. Ως εκ τούτου η πραγματική λύση του προβλήματος είναι πρόδηλη. Όλες οι αραιοκατοικημένες χώρες του κόσμου –Αυστραλία, Καναδάς, τμήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, η ίδια η Παλαιστίνη κ.ά.- θα πρέπει να τροποποιήσουν την μεταναστευτική τους πολιτική, ώστε να έχει καθεμιά το μερίδιο που της αναλογεί σύμφωνα με τον διαθέσιμο ακατοίκητο χώρο γι’ αυτούς που χρήζουν ασύλου. Αυτή είναι ευνοήτως η μόνη λύση που είναι δίκαιη για όλα τα μέρη και για την οποία καμία πλευρά δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά της. Γιατί λοιπόν αυτή η λύση δεν υιοθετείται από τους πολιτικούς ηγέτες του κόσμου; Γιατί, αφού η υποχρέωση όλων των χωρών να δεχθούν πρόσφυγες, εφόσον διαθέτουν τον ανάλογο χώρο, προβλέπεται στα πρόσφατα αγγλοαμερικανικά πρακτικά, δεν τηρείται, ενώ προκρίνεται η μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη; Γιατί αυτή η υποχρέωση σχεδόν καθόλου δεν αναφέρεται και δεν συζητείται;

Είναι αλήθεια ότι ο πρόεδρος Τρούμαν εξέφρασε την πρόθεσή του να ζητήσει από το Κογκρέσο την αύξηση της ποσόστωσης της μετανάστευσης για τους πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένων και των Εβραίων. Όμως αυτή δεν συνοδεύεται από ουδεμία αναγνώριση ότι αυτή μονάχα συνιστά την δίκαιη λύση του εβραϊκού ζητήματος. Δεν συνοδεύεται από την εγκατάλειψη της άδικης πολιτικής που εφαρμόζεται στην Παλαιστίνη. Δεν μεταβάλει εκ βάθρων την κατάσταση. Και θα πρέπει να επαναλάβουμε το ερώτημά μας ως προς το γιατί, παρ’ όλο που δείχνουμε αυτήν την απρόθυμη και διστακτική αναγνώριση στις διεκδικήσεις της δίκαιης λύσης, ρίχνουμε όλο το βάρος μας προς την πλευρά της άδικης λύσης. Εάν βρούμε την σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, τότε θα καταλάβουμε τι είναι σάπιο στον σημερινό κόσμο, τι προορίζεται αναπόφευκτα να αποτελέσει για τον κόσμο τον εφιάλτη του πολέμου και τι καθιστά άνευ νοήματος όλες τις ειρηνευτικές προσπάθειες. Η απάντηση είναι ότι εμείς, οι κάτοικοι των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Αυστραλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των άλλων ενδιαφερομένων χωρών, δεν επιθυμούμε να αποδεχθούμε τις σαφείς ηθικές μας υποχρεώσεις ως προς το εν λόγω ζήτημα. Ότι δεν επιθυμούμε να αποδεχθούμε να αναλάβουμε το μερίδιο που μας αναλογεί σε αυτήν την υποχρέωση. Έχουμε βρει μια μικρή χώρα, την Παλαιστίνη, και έναν μακρινό και ανυπεράσπιστο λαό, τους Άραβες, στους οποίους μπορούμε άδικα να φορτώσουμε το βάρος των καθηκόντων μας.

Συχνά λέγεται ότι οι Εβραίοι λαχταρούν οι ίδιοι να πάνε στην Παλαιστίνη και ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν επιθυμούν να πάνε σε άλλες χώρες. Αυτό πράγματι είναι αλήθεια. Όμως δεν θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί κάποιο επιχείρημα που καθιστά δίκαιες τις σιωνιστικές διεκδικήσεις. Από πότε έχει καταστεί αρχή δικαίου ότι σε μια αντιδικία όσον αφορά την ιδιοκτησία ή οτιδήποτε άλλο η έντονη επιθυμία ενός από τα αντίδικα μέρη επί του οιοδήποτε διαφιλονικούμενου θέματος του δίνει και το δικαίωμα να το διεκδικεί; Αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν αποδεικνύει μονάχα ότι το επιθυμούν και όχι ότι το δικαιούνται. Εάν δε τα εν λόγω έθνη καθιστούν σαφές ότι η Παλαιστίνη θα ερωτηθεί για να πάρει μόνο την μερίδα των προσφύγων που της αναλογεί, όπως και όλα τα άλλα έθνη του κόσμου, και παραμείνουν σταθερά σε αυτήν την απόφαση, οι Εβραίοι της Ευρώπης θα πάνε ευχαρίστως στην Αμερική, στον Καναδά ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα που θα τους μεταχειριστεί αξιοπρεπώς. Και εάν αυτές οι χώρες δώσουν την θερμή τους ευχή στους Εβραίους να πάνε στην Παλαιστίνη ως λόγος για να μην μειώσουν τα δικά τους περιοριστικά όρια στην μετανάστευση, αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια υποκριτική δικαιολογία.

Ο πραγματικός λόγος της απροθυμίας αυτών των χωρών να μειώσουν τα δικά τους περιοριστικά όρια στην μετανάστευση έγκειται αλλού. Όταν ο κ. Μπέβιν[4] είπε ότι η Αμερική πίεζε την Βρετανία να δεχθεί περισσότερους Εβραίους στην Παλαιστίνη, επειδή δεν επιθυμεί να τους επιτρέψει την είσοδο στην Αμερική, η δήλωσή του έγινε δεκτή με μια θύελλα αποδοκιμασιών. Φυσικά, αφού η αλήθεια πλήττει εμάς τους ίδιους και αποκαλύπτει την κακοήθεια και την υποκρισία μας! Όμως η επισήμανσή του ισχύει εξίσου τόσο όσον αφορά την Βρετανική Αυτοκρατορία όσο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρέπει, ωστόσο, να αντιμετωπίσουμε κατάματα την αλήθεια όσο δυσάρεστη κι αν είναι –ή όσο επονείδιστη, αν προτιμάτε- ότι κανένα από τα μεγάλα έθνη δεν θέλει τους πρόσφυγες και, επομένως, προσπαθεί να τους παραπετάξει σε μια μικρή αραβική χώρα. Και ο λόγος για τον οποίον ειδικά η Αμερική προσπαθεί να επιταχύνει τον ρυθμό, ενώ η Βρετανία διστάζει, είναι απλώς ότι η εβραϊκή ψήφος είναι ισχυρή στην Αμερική, ενώ η αραβική επιρροή είναι σημαντική στην Βρετανική Αυτοκρατορία.

Όμως ο όλος συλλογισμός, όπως θα ειπωθεί, δεν αποτελεί πρακτική πολιτική. Δεν είναι «ρεαλιστικός». Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανική Αυτοκρατορία αρνούνται να μειώσουν αρκετά τα δικά τους περιοριστικά όρια για να λύσουν το πρόβλημα και δεν έχει το παραμικρό νόημα να προσπαθεί κανείς να τις πείσει να το πράξουν ή να υιοθετήσουν την λύση του εβραϊκού προβλήματος την οποία προτείναμε εδώ. Επομένως, η μόνη λύση βρίσκεται στην Παλαιστίνη. Ίσως να είναι έτσι. Οι πρακτικοί πολιτικοί θάπρεπε να γνωρίζουν. Όμως, αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι το «πρακτικό» και «ρεαλιστικό» είδος της πολιτικής τους είναι αυτό που οδηγεί στον πόλεμο και αυτό που αναπόφευκτα θα οδηγήσει ξανά στον πόλεμο, όχι μόνο στην Παλαιστίνη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Θέλουμε ή δεν θέλουμε ειρήνη; Εάν θέλουμε, τότε υπάρχει μονάχα ένας τρόπος για να την επιτύχουμε. Πρέπει να πάψουμε να αποφασίζουμε για τα διεθνή θέματα με βάση ψηφοθηρικούς υπολογισμούς, ιδιοτέλεια, ισχύ, πλεονεξία, προκατάληψη, πάθος και λίγο-πολύ με βάση συναισθήματα συγκαλυμμένα εν ονόματι του πατριωτισμού. Πρέπει να αρχίσουμε να αποφασίζουμε για τα ζητήματα αυτά με τρόπο αμερόληπτο, με βάση την λογική και τις αρχές του δικαίου.

Αυτό είναι το αληθινό δίδαγμα από την Παλαιστίνη. Δεν είναι ένα μεμονωμένο ζήτημα. Άπτεται του μέλλοντος του κόσμου. Όπως η Γκερνίκα[5] ήταν ένα καλό πεδίο δοκιμής των γερμανικών και ιταλικών μεθόδων πολέμου, έτσι και η Παλαιστίνη είναι το πεδίο δοκιμής για την δικιά μας πολιτική της ειρήνης. Οι μέθοδοι που εφαρμόζουμε εκεί, η όλη συναισθηματική και παράλογη προσέγγιση του προβλήματος αποκαλύπτει την κενότητα και την ασημαντότητα των διακηρύξεών μας περί ειρήνης.

Γ. Τ. Στέις

Τίτλος πρωτοτύπου:

  1. T. Stace, The Zionist Illusion, The Arab Office, London, 1947

Μετάφραση: Σωτήρης Γιαννέλης

O Γουώλτερ Τέρενς Στέις (Walter Terence Stace, 1886-1967) υπήρξε κρατικός αξιωματούχος και διακεκριμένος καθηγητής φιλοσοφίας. Το έργο του καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: μεταφυσική, γνωσιοθεωρία, ηθική, αισθητική, πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και σπούδασε στο Τρίνιτι Κόλετζ (Trinity College) του Δουβλίνου. Υπηρέτησε ως βρετανός κρατικός αξιωματούχος στην Σρι Λάνκα και διετέλεσε δήμαρχος της πρωτεύουσας της χώρας (Κολόμπο). Ύστερα από 22 χρόνια υπηρεσίας αποσύρθηκε για να ασχοληθεί αποκλειστικά με την έρευνα και την διδασκαλία της φιλοσοφίας. Από το 1935 έως το 1955 δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον (Princeton) και διετέλεσε πρόεδρος της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας την περίοδο 1949-1950.

[1] Απόφαση που υπεγράφη τον Αύγουστο του 1941 μεταξύ των Συμμάχων και προσδιόριζε τους μεταπολεμικούς τους στόχους. (Σ.τ.Μ.)

[2] Η Διακήρυξη Μπάλφουρ ήταν μια επιστολή του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Άρθουρ Μπάλφουρ [Arthur Balfour] προς τον Εβραίο Λόρδο Ρόθτσαϊλντ [Walter Rothschild, 2ος Βαρόνος Ρόθτσαϊλντ], ηγέτη της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, προκειμένου να την διαβιβάσει προς την Σιωνιστική Ομοσπονδία Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας. Η επιστολή αυτή έχει ως εξής:

«Υπουργείο Εξωτερικών
2 Νοεμβρίου 1917
Αγαπητέ Λόρδε Ρόθτσαϊλντ, έχω την μεγάλη ευχαρίστηση να μεταφέρω, εξ ονόματος της κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος, την ακόλουθη δήλωση συμπάθειας για τις εβραϊκές σιωνιστικές φιλοδοξίες, η οποία έχει υποβληθεί και εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο:
‘Η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος  βλέπει ευνοϊκά την εγκαθίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό, και θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου. Είναι σαφώς κατανοητό ότι τίποτα δεν θα γίνει το οποίο μπορεί να θίγει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υφιστάμενων μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη ή των δικαιωμάτων και του καθεστώτος  που απολαμβάνουν οι Εβραίοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα’.
Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν φέρνατε την δήλωση αυτή εις γνώσιν της Σιωνιστικής Ομοσπονδίας.
Μετά τιμής
Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ».

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Balfour_Declaration#/media/File:Balfour_portrait_and_declaration.JPG (η μετάφραση είναι δική μας). (Σ.τ.Μ.)

[3] Το Κόμμα του Κογκρέσου (Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο) ιδρύθηκε το 1885. Κατά την διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή του ινδικού κινήματος εθνικής απελευθέρωσης και μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ινδίας το 1947 ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας. Σήμερα είναι ένα από τα δύο σημαντικότερα κόμματα της Ινδίας. (Σ.τ.Μ.)

[4] Έρνεστ Μπέβιν (Ernest Bevin, 1881-1951): Ηγετικό στέλεχος του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και συνδικαλιστής ηγέτης. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, Υπουργός Εξωτερικών τής Βρετανίας την περίοδο 1945-51. (Σ.τ.Μ.).

[5] Η Γκερνίκα (η οποία συχνά αποδίδεται λανθασμένα στα ελληνικά ως «Γκουέρνικα») είναι μια βασκική πόλη ανατολικά του Μπιλμπάο. Στις 26 Απριλίου 1937 γερμανικά και ιταλικά αεροπλάνα, που είχαν σπεύσει προς βοήθεια των φρανκιστών, σφυροκόπησαν την πόλη προκαλώντας εκατοντάδες νεκρούς. Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα αποτυπώθηκε στο ομώνυμο έργο του Πάμπλο Πικάσο. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: