ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ: Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

α) Ἕνας ἄσημος βίος

Στὴν πινακοθήκη τῶν Ἑλλήνων ἡρώων ή ἀνάρτηση τῆς μορφῆς τοῦ Ἰωάννου Ῥωμανίδη ἠμπορεῖ νὰ ξενίση. Ἡ ζωή του ἦταν μουντή. Τὸ συγγραφικό του ἔργο σχετικὰ ἰσχνὸ καὶ ἐπαναληπτικό. Καμμία διάκριση δὲν τὸν ἀνεβίβασε στὸ ἐπικοινωνιακὸ βάθρο. Οὔτε ὑπῆρξε μοναχός, πνευματικὸς πατέρας σὲ φημισμένη μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὔτε στυλίτης στήν εἴσοδο τοῦ αὐτοκρατορικοῦ μελάθρου στὴν Κωνσταντινούπολη, οὔτε περιεφέρετο ὡς Διογένης μὲ σκισμένο ῥάσο, διότι ῥάσο δὲν ἐφόρη στοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. Δὲν ἐπαρουσιάζετο ποτὲ στὸ ῥαδιόφωνο, τὴν τηλεόραση καὶ τὶς ἐφημερίδες. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παρέμενε σπίτι του, μὲ συγγραφικὸ καὶ ἐπικοινωνιακὸ ἐργαλεῖο τὸ διαδίκτυο. Σπανίως ἄνοιγε τὴν ταχυδρομικὴ θυρίδα του καὶ ὡς ʺσύγχρονος παπάςʺ ἐκάθητο ὧρες στὸν ὑπολογιστή του. Ἐκτὸς ἑνὸς στενοῦ θεολογικοῦ κύκλου, ἐλάχιστοι τὸν ἐγνώριζαν, οὐδεὶς σχεδὸν ἠδύνατο νὰ διαβάση τὰ δύο βασικὰ του βιβλία, διότι ἦσαν δυσεύρετα καὶ σπανίως ἐπανεκδίδοντο. Συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ μου Ἐνδιάμεση Περιοχή, μαζὶ μὲ τὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, τὸν πλέον στενό του φίλο, ἐπανελάμβανε συχνὰ τὰ ἴδια ὀλιγάριθμα συγγράμματα του καὶ τὶς δημοσιευμένες πανεπιστημιακές του παραδόσεις.

Καὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ Σωκράτης τῆς Ῥωμηοσύνης, μὲ μία προφορικὴ ἤ γραπτὴ φράση σὲ ἀπέσπαζε ἀμέσως ἀπὸ τὴν μετριότητα τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου. Τὸ 1976 ἦμουν ἐπισκέπτης καθηγητής Διεθνῶν Σχέσεων στὸ Deree, τὸ ἀξιόλογο ἀμερικανικὸ πανεπιστήμιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ποὺ ἡ ἀνύπαρκτη ἑλλαδικὴ δημοσία ἀνωτάτη ἐκπαίδευση ἐσνόμπαρε ὡς ζηλώτυπη ἀλώπηξ κάτω ἀπὸ κληματαριά. Στὰ χέρια μου ἔπεσε τὸ βιβλίο Ῥωμηοσύνη τοῦ Ῥωμανίδη ποὺ περιεῖχε τὴν συνθηματικὴ ὀρθογραφία γιὰ τοὺς μυημένους: ῥωμηοσύνη μὲ ἦτα καὶ ὄχι ῥωμιοσύνη μὲ ἰῶτα. Μὲ τὶς πρῶτες λέξεις ποὺ ἐδιάβασα ἔπεσε ἐπάνω μου κεραυνός. Ἐπείσθην ὅτι αὐτὸ τὸ βιβλίο, ὅπως τὸ Der Judenstaat (Κράτος τῶν Ἑβραίων) ποὺ ὁ Χὲρτζλ εἶχε δημοσιεύση τὸ 1896 (καὶ ἀκόμη σήμερα ἐλάχιστα γνωστὸ σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση), θὰ ἐπανίδρυε τὸν ἑλληνισμό. Ἀπεφάσισα νὰ ʺπαρανομίσωʺ, τὸ ἐπαρουσίασα ἀμέσως στοὺς φοιτητές μου καὶ τὸ ἐδίδαξα ἀπʹ ἄκρον εἰς ἄκρον, ἄν καὶ ἦτο ἀπολύτως ἐκτὸς προγράμματος. Ἔκτοτε ἔγινα Ῥωμηὸς μὲ ἦτα!

β) Ἕνας Ἑλληνοαμερικανὸς ʺΜπρούκληςʺ εἰσέρχεται στὴν δυτικοποιημένη ἑλλαδικὴ γενέτειρά του

Κοινὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ Ῥωμανίδη μὲ τοὺς τρεῖς προηγουμένους ἥρωες τοῦ πλανητικοῦ ἑλληνισμοῦ (Σάβιτρι, Πάμπλο καὶ Ξενάκη) εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ Ἕλληνα τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ναὶ μὲν ἐγεννήθη στὸν Πειραιᾶ, στὶς 2 Μαρτίου 1927, ἀλλὰ μὲ τοὺς γονεῖς του ἐγκατεστάθη στὴν Νέα Ὑόρκη, ὅταν ἦταν μόλις 72 ἡμερῶν. Ἄλλωστε οἱ γονεῖς του ‐ὁ Σάββας καὶ ἡ Εὐλαμπία Ῥωμανίδη‐ εἶχαν φθάσει ὡς πρόσφυγες στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸ 1922 ἀπὸ τὴν Ἀραβησσὸ τῆς Καππαδοκίας, τὸ χωριὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ῥώσου, γιʹαὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ἐώρταζε στὴν μνήμη τοῦ ἁγίου αὐτοῦ.

Στὴν Ἀμερική, ὁ πατέρας του ὑπῆρξε ἐνεργὸ μέλος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος στὴν πόλη τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ ἀνέθρεψε τὸν νεαρὸ Ἰωάννη μέσα στὴν κοινὴ ἀγάπη γιὰ Ἀμερικὴ καὶ Ἑλλάδα ὅλων τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν ποὺ ἔβλεπαν τὶς ΗΠΑ ὡς γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ Ἰωάννης ἐτελείωσε τὸ Δημοτικὸ καὶ τὸ Γυμνάσιο στὴν ἀμερικανικὴ μεγαλούπολη. Στὸ Γυμνάσιο ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν ῥωμαιοκαθολικισμὸ ἀπὸ ἕνα καθηγητή του, ὁ ὁποῖος ὅμως στὴν συνέχεια ἔγινε Ὀρθόδοξος. Ὁ Ῥωμανίδης ἐγνώρισε τὴν Ὀρθοδοξία ʺmade in USAʺ , σπουδάζοντας στὴν ὀρθόδοξη ἱερατικὴ σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὸ Μπρούκλαιν τῆς Βοστώνης (Holy Cross Greek Orthodox School of Theology) ποὺ εἶχε ἱδυθῆ τὸ 1937 στὴν Πολιτεία τῆς Κοννεκτικούτης καὶ ποὺ τὸ 1946 εἶχε μετακομίσει στὴν Βοστώνη. Τὸ τετραετὲς πανεπιστήμιό του ὀνομάζεται Ἑλληνικὸ Κολλέγιο (Hellenic College, μὲ 82 φοιτητές σήμερα) καὶ τὸ μεταπτυχιακὸ τμῆμα του ποὺ δίδει μάστερς Θεολογίας, ὀνομάζεται Holy Cross School. Ἀφοῦ ἀπεφοίτησε ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κολλέγιο, εἰσήχθη στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ περιφήμου Πανεπιστημίου Yale στὸ New Haven τῆς Κοννεκτικούτης, ὅπου ἐσπούδασε καὶ ἀπεφοίτησε στὸ πλαίσιο τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας. Κατόπιν αὐτοῦ ἐπῆγε στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔλαβε τὸ διδακτορικό του στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τὸ 1957.

Ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα δὲν ἀπεκόμισε γνησία γνώση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν εἶχε ἱδρυθῆ τὸ 1837, ἐπὶ Βαυαροκρατίας, μὲ πρότυπο τὰ γερμανικὰ πανεπιστήμια. Τὸ πρόγραμμα τῆς Σχολῆς εἶχε συνταχθῆ κατὰ γράμμα συμφώνως μὲ τὶς διατάξεις καὶ τὴν διδασκαλία τῶν γερμανικῶν πανεπιστημίων, καθολικῶν καὶ προτεσταντικῶν, ἀντικατοπτρίζοντας τὴν νοοτροπία τῶν βασιλέων τοῦ ἑλληνικοῦ κρατιδίου μὲ τὸ δυτικὸ κατεστημένο τους.

Ὅλοι οἱ Ἕλληνες θεολόγοι καθηγητὲς εἶχαν σπουδάσει στὴν Δύση, καὶ ἐσυνέχιζαν μέχρι πρόσφατα νὰ σπουδάζουν στὴν Δύση, σὲ καθολικὰ καὶ προτεσταντικὰ πανεπιστήμια καὶ ἦταν φύσει ἀδύνατον νὰ μὴν μεταφέρουν, ἔστω καὶ ἀπὸ ἄγνοια, ἐπιστρέφοντας στὴν Ἑλλάδα, μερικὲς τοὐλάχιστων τῶν αἱρετικῶν θέσεων τῶν Εὐρωπαίων καθηγητῶν τους. Ἡ Ῥωσία ἄλλωστε πρὸ τοῦ 1917, εἶχε καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο πρόβλημα καὶ μετὰ τὴν μπολσεβικικὴ ἐπανάσταση ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἐνεκλωβίσθη στὸ ἄθεο κομμουνιστικὸ καθεστώς.

Ὅτι ἡ κατάσταση αὐτὴ στὸ ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο δὲν εἶχε ἀκόμη οὐσιαστικὰ ἀλλάξει τὸ 1957, ὅταν ὁ Ῥωμανίδης ὑπεστήριξε στὴν Ἀθήνα τὴν διατριβή του, ὀκτὼ μόλις χρόνια μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ σὲ πλήρη ἀτμόσφαιρα ἀμερικανοκρατίας, τὸ ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος στὸν πρόλογο τῆς δευτέρας ἐκδόσεως τῆς διατριβῆς του, Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ποὺ οἱ ἐκδόσεις Δόμος, ἐκυκλοφόρησαν τὸ 1989, ὅταν γράφει: ʺἩ παροῦσα μελέτη ἀνήκει εἰς ἐποχὴν καθʹἥν κατεβάλλοντο προσπάθειαι ἐξακριβώσεως ἑτεροδόξων ἐπιδράσεων ἐπὶ τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἦτο δὲ ἀρκούντως αἰσθητὴ ἡ παρέκκλισις ἐκ τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Σήμερον δυνάμεθα νὰ περιγράψωμεν τὰ πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐσχεδιάσθησαν καὶ ἐπεχερείθησαν αἱ ἐπεμβάσεις τῶν ἑτεροδόξων, πλαίσια πολιτικὰ καὶ θεολογικά, διὰ τὴν κατάργησιν τῆς Ῥωμαιοσύνης καὶ τὴν δυτικοποίησιν τῆς Ὀρθοδοξίαςʺ(σ. ιε΄).

γ) Ἐμφάνιση τοῦ ἡρωϊκοῦ στοιχείου στὸν Ῥωμανίδη

Φαίνεται πὼς τὰ προκαταρκτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἕλληνος ἥρωος ποὺ ἐχαρακτήριζαν καὶ τὸν Ῥωμανίδη, εἶναι: 1) ἡ εὐκατάστατη κοινωνικὴ θέση· 2) ὁ πανελληνισμός· 3)ὁ ἀντικονφορμισμός· 4) ἕνας χαρακτήρας δύσκολος, βροντερός, γεμᾶτο πάθος ποὺ συννέφιαζε σὰν τὸν Ὄλυμπο στὰ πρόθυρα καταιγίδος· 5‐ μία ἐμφάνιση τῆς ἰδιωτικῆς του ζωῆς, διαφορετική. Ὁ Ῥωμανίδης ἦταν διαζευγμένος ἱερεύς, ἐκυκλοφόρει δὲ στὸν δρόμο χωρὶς ῥάσο. Τὰ τελευταῖα χρόνια στὴν Ἀθήνα ὅταν τὸν προσκαλοῦσα, ἐρχόταν συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν Γαλλοβελγίδα ʺγραμματέαʺ του, Rejeane de Weulf. (Ἡ διαζευγμένη σύζυγος τοῦ Ῥωμανίδη εἶναι Ἑλληνοαμερικανίδα καὶ ὀνομάζεται Βαΐα. Ἔχουν δύο κόρες. Ἡ μία ζῇ στὶς ΗΠΑ μὲ τὴν μητέρα της Βαΐα. Ἡ ἄλλη, ποὺ ὀνομάζεται Εὐλαμπία, διαμένει στὴν Ἑλλάδα). Ἐπικοινωνοῦσε συστηματικὰ μέσῳ ὑπολογιστοῦ σὲ μία ἐποχὴ ποὺ στὴν Ἑλλάδα ὁ ὑπολογιστὴς ἦταν ἐλάχιστα διαδεδομένος. Οἱ παπάδες στὴν Ἑλλάδα ἔχουν ὅλοι, λίγο πολύ, τὸ ἴδιο παρουσιαστικό, ἐνῷ ὁ Ῥωμανίδης ἦταν διαφορετικός, ὅπως ὁ Ῥουσσὼ ποὺ περιεφέρετο ντυμένος ὡς Ἀρμένιος.

Στὴν Ἑλλάδα, τὸ 1975, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐνεφανίσθη τὸ ἔργο τοῦ αἰῶνος, τὸ βιβλίο του Ῥωμηοσύνη, ὄχι μόνον ἐλάχιστοι τὸ ἐπρόσεξαν ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ ἐνδιέφερε τότε τὸν Ἕλληνα τοῦ κατεστημένου ἦταν ἐὰν ὁ Ῥωμανίδης ὑπῆρξε ἤ ὄχι χουντικός! Ἀκόμα καὶ φίλοι του σὰν τὸν π. Γ. Μεταλληνό, ἐθεώρησαν πρέπον νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἦταν χουντικὸς ἀλλὰ δημοκράτης! Στὸ βιβλίο ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ʺπροφήτη τῆς Ῥωμηοσύνηςʺ ὅπως ἀποκαλεῖ ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς τὸν Ῥωμανίδη, ὁ ἀγαπητὸς ʺπαπα Γιώργηςʺ καταναλώνει πολύτιμο χῶρο γιὰ νὰ ἀποδείξη ὅτι ὁ Ῥωμανίδης ἦταν πολιτικὰ ἕνας κονφορμιστὴς ἀστός. Γράφει: ʺὉ πατέρας τοῦ καθ. Ῥωμανίδη ἦταν ἐνεργὸ μέλος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος στὴν πόλη τῆς Ν. Ὑόρκης καὶ ἀνέθρεψε ἀνάλογα τὸ γιό του…Μὲ τὴν πτώση τῶν συνταγματαρχῶν…κηρύχθηκαν ἐκλογές. Ἀντιχουντικοὶ [;] βασιλικοὶ πλησίασαν τὸν π. Ῥωμανίδη ζητώντας του νὰ γίνει ὑποψήφιος τοῦ κόμματος τους, τὴν Ἐθνικὴ Παράταξη. Μὴ ὄντας βασιλικὸς ὁ π. Ῥωμανίδης, ἀλλὰ δημοκράτης [λὲς καὶ δὲν γίνεται νὰ εἶσαι βασιλικὸς καὶ συνάμα δημοκράτης], ἀρνήθηκε… Παρʹὅλα αὐτὰ ὁ π.Ῥωμανίδης εἶδε τὸ ὄνομά του νὰ συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων τοῦ παραπάνω κόμματος στὶς ἐφημερίδες… Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κατέλθει ὡς ὑποψήφιος, ἀφοῦ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι παραμένει σοσιαλιστὴς καὶ δὲν εἶχε ποτὲ μεταβάλει τὴν πολιτικὴ ἰδεολογία του, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτὸς ἦταν συνάδελφος τοῦ Γεωργίου Παπανδρέου [τοῦ πρεσβυτέρου]ʺ (Γ.Δ. Μεταλληνός, Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σ. Ῥωμανίδης. Ὁ προφήτης τῆς Ῥωμηοσύνης, Ἀθήνα, Ἐκδόσεις Ἁρμός, 2003, σ. 27).

Τὰ πράγματα ὅμως ἦσαν τελείως διαφορετικά, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀντικονφορμιστοῦ Ῥωμανίδη. Στὶς 12 Ἰουνίου 1968, ἐπὶ χούντας, ἐξελέγη τακτικὸς καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ ἄρχισε νὰ διδάσκη στὴν ἕδρα αὐτὴ ἀπὸ τὸ 1970. Ἐὰν δὲν ξεκίνησε τὴν διδασκαλία του ἀπὸ τὸ 1968 αὐτὸ ὀφείλεται στὸν συνήθη γραικυλισμὸ τοῦ κατεστημένου τῆς ἑλλαδικῆς κοινωνίας ποὺ κατηγορεῖ συστηματικὰ τὸν ἀντίπαλο ὑποψήφιο γιὰ ἰδεολογικὴ τοποθέτηση μὴ ἀρεστὴ στὴν κυβέρνηση ποὺ εὑρίσκεται ἐκείνη τὴν στιγμὴ στὴν ἐξουσία, κάτι ἄγνωστο στὰ δυτικά πανεπιστήμια. Διότι ἡ γνώμη δὲν διώκεται παρὰ μόνον ἡ δράση. Ἔτσι, ἄν καὶ ἐγὼ ἐξεδιώχθην δικαίως ἀπὸ τὸ γαλλικὸ πανεπιστήμιο γιὰ τὴν δράση μου ὡς μαοϊστοῦ τὸ 1968, δὲν εἶχα κανένα πρόβλημα νὰ διορισθῶ τὸ 1970 στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀττάβας, ἐφʹὅσον, ἄν καὶ παρέμενα μαοϊστής, εἶχα παύσει νὰ δρῶ ὡς ἐπαναστάτης. (Ἐπίσης, ἄλλο νὰ ὑποστηρίζης τὴν 17Ν καὶ ἄλλο νὰ τὴν συνδράμης στὶς ἐπιχειρήσεις της). Ὁ Ῥωμανίδης λοιπὸν ἐκατηγορήθει ἀπὸ συνάδελφο τὸ 1968 ὅτι ἦταν κομμουνιστής. (Τὴν ἴδια στιγμὴ εἶχε κατηγορηθῆ γιὰ κομμουνιστής ἀπὸ συνάδελφο, ὁ θεωρητικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ καθηγητὴς Δημήτρης Βεζανῆς, 1904‐1968). Γιὰ νὰ ἀποδείξη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ψεύδους προσεκόμισε μία δημοσιευμένη διάλεξή του ποὺ εἶχε κάμει στὴν Βοστώνη, στὶς 9 Ἀπριλίου 1964, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀμερικανοῦ γερουσιαστοῦ τῆς Μασσαχουσέττης Soltonstall.

Μὲ τὴν μεταπολίτευση, ἡ νοοτροπία τῶν ʺσυναδέλφωνʺ δὲν εἶχε ἀλλάξει. Αὐτὴν τὴν φορὰ τὸν ἐκατηγόρησαν γιὰ χουντικό. Φυσικά, ὁ Ῥωμανίδης ὡς μοναρχικός αὐτοκρατορικός, δὲν ἦταν οὔτε δημοκράτης, οὔτε χουντικός, οὔτε ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας οὔτε τῆς ρεπούμπλικας καὶ δὲν εἶχε οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τοὺς νεωρθοδόξους ʺδημοκράτες καὶ σοσιαλιστέςʺ, τοὺς ἀποκαλουμένους ʺχριστιανοσοσιαλιστὲςʺ τοῦ μεταπολιτευτικοῦ κατεστημένου (ʺχριστιανοσοσιαλιστὲς γιὰ νὰ μὴν μᾶς ποῦν φασίστεςʺ ἐλέγετο, ποὺ εἶχαν δῆθεν κάμει ʺἀντιδικτατορικὸ ἀγῶναʺ). Ὡς γνήσιος Ὀρθόδοξος δὲν εἶχε τίποτα τὸ ʺνέοʺ ἀλλὰ μόνον τὸ συντηρητικὸ καὶ τὸ ἐπαναστατικό. Ἧταν ὑπὲρ τοῦ βυζαντινοῦ προτύπου διακυβερνήσεως, σφόδρα ἀντιδυτικὸς ἀντιφράγκος, ἀντιοικουμενιστὴς ἀντιπαπικός, συνάμα ὅμως καὶ ὑποστηρικτὴς τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀπολωλὼς καὶ παραστρατημένο πρόβατο τοῦ πλανητικοῦ ἑλληνισμοῦ. Δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ προτιμᾶ τοὺς ἀστοὺς τοῦ Κολωνακίου τῆς μεταπολιτεύσεως ἀπὸ τοὺς συνταγματάρχες τῶν λαϊκῶν συνοικιῶν τῆς Ἀθήνας. Καὶ πάλι, γιὰ νὰ ὑποστηρίξη τὸν φίλο του, ὁ π. Μεταλληνὸς ἐθεώρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ γράψη ὅτι ʺἡ προσπάθεια τοῦ π. Σπιτέρη [καπουτσίνος κληρικὸς καθηγητὴς Ἱωάννης Σπιτέρης] νὰ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ π. Ῥωμανίδης ἔχει ἀντιδυτικὰ αἰσθήματα εἶναι ἀποκύημα καθαρᾶς φαντασίαςʺ(σ.27).

Στὶς 24 Νοεμβρίου 1977, Τὰ Νέα ἔγραφαν: ʺὉ Ῥωμανίδης στὶς ἐκλογὲς τῆς περασμένης Κυριακῆς ἔλαβε σὰν ὑποψήφιος τῆς Ἐθνικῆς Παρατάξεως 1.298 σταυρούςʺ καὶ προσέθετε ὅτι εἶχε κυκλοφορήσει κατὰ τὴν προεκλογική του ἐκστρατεία προκήρυξη ποὺ ἐκάλει τὸν λαὸ νὰ τὸν ὑπερψηφίση μὲ σκοπὸ ʺνὰ παύση ἡ ἐκμετάλλευση ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν καὶ συνοδοιπόρων τοῦ ὀνόματος Ῥωμιός [μὲ ἰῶτα], ποὺ σημαίνει [μὲ ἦτα] ὀρθόδοξος χριστιανὸς καὶ ὄχι ἄθεος ξενοκίνητος κομμουνιστήςʺ.

Τὴν προηγουμένη ἡμέρα, ἡ Ἐλευθεροτυπία τῆς 23 Νοεμβρίου 1977, ἔγραφε πὼς ʺτὸ Περιφερειακὸ Συμβούλιο τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Διδακτικοῦ Προσωπικοῦ καὶ τὸ Κ.Σ. τῆς Φοιτητικῆς Ἕνωσης Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , ζήτησαν νὰ κινηθεῖ ἡ διαδικασία γιὰ τὴν πειθαρχικὴ δίωξηʺ τοῦ Ῥωμανίδη, ἐπειδὴ ὡς ʺσυγκλητικὸς τοῦ Ἀριστοτελείου πῆρε μέρος στὶς ἐκλογὲς σὰν ὑποψήφιος τῆς Ἐθνικῆς Παρατάξεως…τῶν χουντοβασιλικῶν. ʺΤὰ δύο Συμβούλια μὲ κοινὴ ἀνακοίνωσή τους, ἀφοῦ στιγματίζουν τὴ στάση τοῦ Ἰ. Ῥωμανίδη, διακηρύσσουν ὅτι ʺδὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ δεχθοῦν τὴν προσβολὴ ποὺ τοὺς ἔγινεʺ. Παράλληλα, φοιτητὲς τῆς Θεολογικῆς, ὅπου διδάσκει ὁ Ῥωμανίδης, ζήτησαν νὰ πάρει θέση ἡ Ἐκκλησία ἐπειδὴ ὁ ὑποψήφιος τῆς Ε.Π. εἶναι καὶ ἱερωμένοςʺ.

Ἀναμφιβόλως, ἡ εἴσοδος στὴν Βουλὴ, κατόπιν τῶν ἐθνικῶν ἐκλογῶν τῆς 16ης Σεπτεμβρίου 2007, δέκα ἀντιπροσώπων τοῦ Λαϊκοῦ Ὀρθοδόξου Συναγερμοῦ (ΛΑΟΣ), ἔβαλε τέρμα στὴν μακρόχρονη περίοδο 1974‐2007, μεταπολιτευκοῦ φανατισμοῦ, θῦμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ὁ Ῥωμανίδης.

Ὁ Ῥωμανίδης εἶχε χειροτονηθῆ τὸ 1951 στὴν Ἀμερική, ἐνῷ ἀκόμη ἐσπούδαζε στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Yale καὶ παρὰ τὸ διαζύγιό του δὲν εἶχε ἀποσχηματισθῆ. Ἀπὸ τὸ 1951 ἕως τὸ 1954 εἶχε ὑπηρετήσει ὡς κληρικὸς στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Waterbury τῆς Κοννεκτικούτης. Ἡ ἐπιρροὴ ποὺ ἐδέχθη ἀπὸ τοὺς Ῥώσους ὀρθοδόξους τῆς ἀντικομμουνιστικῆς Διασπορᾶς ὑπῆρξε σημαντική. Εἶχε σπουδάσει στὸ Ῥωσικὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ στὸ ἐπίσης Ῥωσικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὸ Παρίσι καὶ στὸ Μόναχο τῆς Γερμανίας. Ὑπῆρξε φοιτητὴς τοῦ Ῥώσου θεολόγου π. Φλωρόφσκυ (Georges Vasilievich Florovsky, 1893‐1979) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Harvard, λόγῳ τοῦ θαυμασμοῦ ποὺ τοῦ ἔτρεφε, παρʹ ὅ,τι ὁ Ῥωμανίδης ἦταν ἤδη διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τέλος μεγάλη ἐπιρροὴ εἶχε ἐπάνω του τὸ γαλλικὸ βιβλίο τοῦ Ῥώσου θεολόγου Βλαδιμήρου Λόσσκυ (Vladimir Lossky, 1903‐1958), ἐγκατεστημένου στὸ Παρίσι, Essai sur la theologie mystique de lʹEglise dʹOrient (Παρίσι,1944).

δ) Ὁ Ῥωμανίδης διώκεται

Τὸ ἡρωϊκὸ στοιχεῖο στὸν Ῥωμανίδη εἶναι ἐμφανὲς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦσε ἕναν βίο διὰ Χριστὸν σαλοῦ, εἰργάσθη μόνος καὶ ἀπομονωμένος στὴν Ἑλλάδα ὡς ξένος γιὰ τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, μὲ ἐλαχίστους ὀπαδοὺς καὶ μόνον μετὰ τὸν θάνατό του τὴν 1η Νοεμβρίου 2001, στὴν Ἀθήνα, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι ὑπάρχει ἡ προρωμανιδικὴ καὶ ἡ μεταρωμανιδικὴ Ἑλλάς. Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι ἐνῷ ἕνα χρόνο πρὸ τοῦ θανάτου του, στὶς 21 Ἰουνίου 2000, ἡ πλατεῖα Συντάγματος ἐσείετο ἀπὸ τὶς κραυγὲς τῆς γιγαντιαίας λαοσυνάξεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐνώπιον τοῦ πλήθους, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς εἶχε κατηγορηθῆ γιὰ συμπάθεια πρὸς τὸ καθεστὼς τῆς 21ης Ἀπριλίου, ἐσήκωνε τὸ λάβαρο τοῦ 1821, ὁ μόνος πραγματικὸς ἐπαναστάτης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι ψευδοπροφήτης, ὁ ἀποκαλούμενος προφήτης τῆς Ῥωμηοσύνης, ἦταν ἀπὼν καὶ ἀγνοημένος. Τί καταπληκτικὸ μάθημα μᾶς δίδει ἡ Ἱστορία γιὰ τὸν ῥόλο τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν, τοῦ βεβαρυμένου μὲ ἐπισήμους τίτλους, πλούσια ἐνδύματα καὶ χρυσαφικὰ κοσμήματα τοῦ λαοπροβλήτου ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χριστοδούλου καὶ τοῦ ἀσήμου ἱερέως Ῥωμανίδη. Ἡ Ἱστορία ἔχει ἤδη κρίνει ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο ἔχει ἀναβιβάσει στὸν κολοφῶνα τῶν ἡρώων.

Παρὰ τὴν ἔλλειψη ἐπισήμων σημαντικῶν θέσεων στὴν ἱεραρχεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ῥωμανίδης διώκεται, διότι τὸν φθονοῦν καὶ τὸν φοβοῦνται. Μὲ τεραστία γνώση καὶ πεῖρα τῆς παγκοσμίας σοφίας, τοποθετεῖται ὑπὲρ τοῦ συνεχοῦς διαλόγου μεταξὺ τῶν θρησκειῶν, ἀλλὰ ἀντιτίθεται μὲ πεῖσμα στὴν μασονία, τὸν παπισμό, τὸν οἰκουμενισμό, τὸν νεωτερισμό, τὸν ῥασιοναλισμὸ, τὸν δυτικισμό, τὸν ἐθνικισμὸ, τὸν ἀντισημιτισμό, τὸν ἀντιτουρκισμό, τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν μοναχισμό μὲ μία καταπληκτικὴ διορατικότητα ποὺ οὐδεὶς ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐδεὶς καθηγητὴς Πανεπιστημίου κατέχει. Μετὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς περὶ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τὸ 1957, στὴν Ἀθήνα, ἐπέστρεψε στὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ ὁ τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Μιχαήλ, ὑπὸ τὶς πιέσεις Ἑλλήνων καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ποὺ θεωροῦν τὸν Ῥωμανίδη ἐχθρὸ τῶν αἱρετικῶν τους παπικῶν καὶ προτεσταντικῶν τοποθετήσεων, ἠρνήθη νὰ τὸν διορίση σὲ ἑνορία ἤ στὴν θεολογικὴ σχολὴ τῆς Βοστώνης. Δηλαδή, μὲ ντοκτορά, οὔτε ἐφημέριος δὲν ἠδύνατο νὰ γίνη! Χωρὶς δουλειά, ἐνεγράφη στὸ τμῆμα μεταπτυχιακῶν σπουδῶν τῆς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Harvard, γιὰ νὰ παρακολουθήση τὴν διδασκαλία τοῦ Φλωρόφσκυ.

Ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἰάκωβος ἀπεφάσισε νὰ τὸν διορίση καθηγητὴ στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τῆς Βοστώνης, Holy Cross καὶ ἐφημέριο τοῦ Hamshire, τὸ 1958 καὶ τὸ 1959‐1965 στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασἰου τοῦ Arlington τῆς Κοννεκτικούτης. Ἀλλὰ ἀντελαμβάνετο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Βορείου Ἀμερικὴς, ὅπως καὶ αὐτὴ τῆς Ἑλλάδος κατετρώγετο ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ δυτικισμοῦ καὶ πὼς ἐπαγγελματικὸ μέλλον δὲν ὑπῆρχε γι αὐτόν. Ἔτσι, ἀπεφάσισε νὰ ἐπιστρέψη στὶς σπουδὲς καὶ νὰ προετοιμάση στὸ Harvard δεύτερη διατριβὴ μὲ σκοπὸ νὰ διορισθῆ σὲ ἀμερικανικὸ πανεπιστήμιο. Δηλαδή, εἶχε καταλάβει, κάπως ἀργά, αὐτὸ ποὺ ἀνακαλύπτουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι εἶναι μοιραῖο λάθος νὰ θέλουν νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐπαγγελματικὰ στὴν Ἑλλάδα τῆς πνευματικῆς φτώχειας, τοῦ ῥουσφετιοῦ καὶ τοῦ ἀδυσωπήτου ἀνταγωνισμοῦ τῶν μετριοτήτων.

Τὸ 1965, παρητήθη ἀπὸ τὴν διδασκαλία του στὸ Holy Cross, διαμαρτυρόμενος γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν Σχολὴ τοῦ κορυφαίου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἰάκωβο. Πράγματι, ὁ Ἰάκωβος, ὅπως καὶ ὁ μητροπολίτης Καναδᾶ Σωτήριος, ἀκολουθώντας τὸν εὐσεβισμὸ τῆς Ζωῆς, εἶχαν ἐπιβάλει καὶ συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ ἐπιβάλουν στὶς βορειοαμερικανικὲς λειτουργίες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἁρμόνιο καὶ τὶς δυτικοῦ τύπου χορωδίες, τὸ γονάτισμα τὶς Κυριακὲς στὰ δυτικὰ στασίδια. Πρόκειται γιὰ ὑψίστη ὕβρις πρὸς τὴν ἀναστάσιμη ἐκείνη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὀρθόδοξος πρέπει νὰ παραμένη ὄρθιος. Ὁ π. Φλορώφσκυ εἶχε ἐκφράσει τὴν ἀντίθεσή του στὰ αἱρετικὰ αὐτὰ μιάσματα, μέσα στὴν τάξη, καὶ ἐξεδιώχθη. Κατόπιν αὐτοῦ, ὁ Ῥωμανίδης παρέμεινε ἁπλῶς ἐφημέριος, ἀπὸ τὸ 1965 ἕως τὸν διορισμό του στὴν Ἑλλάδα τὸ 1968, στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ Haveraill τῆς Μασσαχουσέττης, διότι δὲν ὡλοκλήρωσε ποτὲ τὸ ἀμερικανικὸ ντοκτορά του.

Μετὰ τὸν κατατρεγμὸ ποὺ ὑπέστη τὸ 1975, παρέμεινε μὲν καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης μέχρι τὸ 1984, ἀλλὰ τελικὰ ἐκείνη τὴν χρονιά, σὲ ἡλικία 57 ἐτῶν, παρητήθη ʺγιὰ προσωπικοὺς λόγουςʺ, μὲ πλήρη σύνταξη, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τοῦ ἀπονεμηθῆ ὁ τίτλος τοῦ ὁμοτίμου.

ε) Ἡ λατινικὴ διεύρυνση τοῦ βυζαντινωθωμανικοῦ φαναριωτισμοῦ

Προτοῦ διαβάσω τὴν Ῥωμηοσύνη τὸ 1976, ὡς αὐτοκρατορικός ἐπίστευα ἀποκλειστικὰ στὸν βυζαντινωθωμανικὸ οἰκουμενισμὸ τῶν Φαναριωτῶν ποὺ ἤθελα νὰ ἀναγεννήσω ὑπὸ μορφὴν ἑλληνοτουρκικῆς συνομοσπονδίας. Διαβάζοντας ὅμως τὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέως μὲ τὸ σημαδιακὸ ὄνομα Ῥωμανίδης, ἀνεκάλυψα ἔκπληκτος ὅτι αὐτὸς ὁ ἑλληνικὸς οἰκουμενισμὸς ἐξηπλοῦτο καὶ πρὸς Δυσμάς, συμπεριλαμβάνοντας ὅλην τὴν δυτικὴ λατινικὴ Εὐρώπη ἡ ὁποία ἐστέναζε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Καρλομάγνου, ὄχι ὑπὸ λατινικὴ ἀλλὰ ὑπὸ φραγκικὴ κατοχὴ! Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1789, ἔλεγε ὁ Ῥωμανίδης, ἦταν ἡ ἐξέγερση τοῦ ὑποδούλου ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Καρλομάγνου ῥωμαιολατινικοῦ (γαλλορωμαϊκοῦ) λαοῦ κατὰ τῆς γερμανοφραγκικῆς ἀριστοκρατίας. Ἐπρόκειτο γιὰ μεγαλοφυῆ ἱστορικὴ διαίσθηση. Ἔκτοτε ἔπαψα νὰ δηλώνω ἀντιευρωπαῖος καὶ ἀπήτησα τὴν ἐπάνοδο ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης στὸν ἑλληνισμό. Τέτοιου εἴδους ἐνοράσεις ἔχουν μόνον οἱ ἥρωες. Ἡ Ἀλβανία μὲ τὴν βυζαντινὴ πολεμικὴ ἐρυθρὰ δικέφαλη ἐθνική της σημαία, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ ἐκεῖ κομμουνισμοῦ καὶ τὴν ἀθρόα μετὰ τὸ 1989 ἀλβανικὴ μετανάστευση στὴν Ἑλλάδα, ἔπαιζε λοιπὸν τὸν ῥόλο τοῦ κρίκου, τοῦ λαιμοῦ, μεταξὺ τῶν δύο κεφαλῶν (μικρασιατικοῦ καὶ δυτικοευρωπαϊκοῦ) τοῦ ἀετοῦ. Διαίσθηση θεϊκὴ ποὺ ἐξευτέλιζε τὶς περισπούδαστες ἀναλύσεις τοῦ ἑλληνικοῦ καθηγητικοῦ πανεπιστημιακοῦ κατεστημένου. Ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι ἐπιστήμονες καὶ ὅπως ὁ ποιητὴς Περικλῆς Γιαννόπουλος, ὁ Ῥωμανίδης ἐξεφράζετο μὲ πάθος, χρησιμοποιώντας ποιητικὸ καὶ αἰχμηρὸ λόγο. Ὑπῆρξε ὁ πρῶτος, πολὺ πρὶν ἀπὸ ἐμένα ποὺ ἄφοβα ἀπεκάλει τὸ σημερινὸ ἀθηναϊκὸ κράτος, κρατίδιο καὶ Ἑλλαδίτσα, καὶ τοὺς κατοίκους του Γραικύλους, ἐκφράσεις ποὺτ όσο πολὺ ἐνοχλοῦν ἀκόμη καὶ τὸ Τρίτο Μάτι. Συγκεκριμένα, ἔγραφε τὸ παρακάτω μανιφέστο: ʺὉ Γραικύλος τὸν ἡγέτη κάμνει μόνον ἐντὸς τῆς Ἑλλαδίτσας του…Ὁ Γραικύλος κάμνει τὸ λεοντάρι εἰς τοὺς Ῥωμηοὺς μὲ τὴν βοήθειαν τῶν ξένων, ἀλλὰ εἶναι φρόνιμον ποντικάκι εἰς τοὺς ξένους…Ἐξ ἀπόψεως Ῥωμηοσύνης οἱ Γραικύλοι εἶναι ὅλοι προδόται…Ὁ Ῥωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ῥωμηοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν… Τὸ δοκίμιο τοῦτο δὲν προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξη τίποτε. Ἡ Ῥωμηοσύνη δὲν ἀποδεικνύεται. Περιγράφεται. Δὲν χρειάζεται ἀπολογητάς. Εἶναι ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ δέχεται κανεὶς ἤ τὸ ἀπορρίπτει…Μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑλλαδίτσας τῶν ἑλλαδιτσιστῶν οἱ Ῥωμηοὶ ἐξετοπίσθησαν ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν καὶ ἀνέλαβον αὐτὴν οἱ Γραικύλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἵδρυσαν τὸν Νεογραικισμόνʺ(Ῥωμηοσύνη, σ.11‐14).

Γιὰ νὰ δώση παραστατικὰ τὴν θέση ποὺ ἡ Ἀλβανία κατέχει ὡς λαιμὸ μεταξὺ τῶν δύο κεφαλῶν τοῦ ἀετοῦ τῆς Ῥωμηοσύνης, τῆς Τουρκίας στὴν Ἀνατολὴ καὶ τῆς Εὐρώπης στὴν Δύση, διηγεῖται τὸ ἑξῆς περιστατικὸ ὅταν, μόλις 24 ἐτῶν, ξεκινοῦσε στὸ Waterbury τῆς Κοννεκτικούτης τὸ λειτούργημα τοῦ ἐφημερίου, μὴ ἔχοντας ἀκόμη ταξιδεύση στὴν Ἑλλάδα. Στοὺς ἐμπνευσμένους ἡ γνώση ἀποκαλύπτεται ὄχι μέσῳ ἐμπειρίας ἀλλὰ ὡς ἀστραπή. Λέγει λοιπὸν ὁ Ῥωμανίδης: στὸ τηλέφωνο μοῦ εἶπαν νὰ πάω σὲ σπίτι Ἕλληνος ἀσθενοῦς νὰ διαβάσω εὐχή. Κατὰ λάθος, κτυπῶ θύρα γειτονικῆς οἰκίας. Ἐμφανίζεται κάποιος ποὺ μοῦ λέγει ἑλληνικά ὅτι δὲν εἶναι ὁ Παπαστεφάνου ποὺ ἔψαχνα ἀλλὰ ὁ Παπακώστας. Βγαίνει καὶ ὁ ἀδελφός του ποὺ ἦταν γνωστὸς ὡς ἀρχηγὸς τῶν Ἀλβανῶν τῆς πόλεως. Τὰ δύο ἀδέλφια ἦσαν δίγλωσσοι μὲ ῥωμαίϊκο ὄνομα. Ἀφοῦ εἶχε ἐπικρατήσει ὡς γνώμων τῆς ἐθνικότητος ἡ γλῶσσα, ὁ ἕνας ἀδελφὸς ἦταν Ἕλλην καὶ ὁ ἄλλος Ἀλβανός, ἐνῷ καὶ οἱ δύο τους ἦσαν Ῥωμηοί.

Ἀπὸ τὴν ἱστορία αὐτὴ ὁ Ῥωμανίδης ἔβγαλε τὰ παρακάτω δύο συμπεράσματα: 1) Ὅτι ὁ συνδετικὸς κρῖκος μεταξὺ Ἑλλήνων‐Ῥωμηῶν, Ἀρβανιτῶν‐ʹΑλβανῶν καὶ Βλάχων‐Ῥουμάνων εἶναι πὼς ὅλοι τους εἶναι Ῥωμαῖοι. 2) Ὅτι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ῥώμης‐Ῥωμανίας εἶχεν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της δύο ἐπίσημες γλῶσσες, τὴν λατινικὴ καὶ τὴν ἑλληνική. ʺΕἶναι μεγάλης σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ ἕνα ἰῶτα, τὸ ʺῥωμαϊκάʺ, σημαίνει λατινικὰ καὶ μὲ δύο ἰῶτα, τὸ ʺῥωμαίϊκαʺ, σημαίνει ἑλληνικά, δηλοῦν οὕτω τὰς δύο γλώσσας τῶν Ῥωμαίων. Πρὶν ἀκόμη μεταφερθῆ ἡ πόλις τῆς Ῥώμης ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, εἶχεν ἤδη ὑποχωρήσει ἡ ῥωμαϊκὴ καὶ ἐπεκράτησε ὡς πρώτη γλῶσσα ἡ ἑλληνικήʺ(σ. 25‐26). Ὡς ἐπιβεβαίωσιν τῶν ἀνωτέρω διαβάζουμε στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιον, ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, εἶχε τίτλο ʺγεγραμμένον ἑβραϊστί, ἑλληνιστί, ῥωμαϊστίʺ (Ἰωάννην, ιθ΄ 20).

ς) Τὸ νεοελληνικὸ ἔθνος πρέπει νὰ καταργηθῆ διότι εἶναι δυτικὸ ἔκτρωμα

Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν διαπίστωση ὅτι ʺοἱ Ῥωμαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ ἦσαν περισσότερον Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Νεογραικούςʺ(σ.39), καὶ συμφωνώντας μὲ τοὺς δυτικίζοντες σημερινοὺς Ἕλληνες ἱστορικοὺς, ὅπως ὁ Νῖκος Σβορῶνος, ὅτι τὸ νεοελληνικὸ ἔθνος εἶναι καινούργιο καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ὁ Ῥωμανίδης καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ Νεοέλληνες εἶναι νόθοι ποὺ σφετερίζονται τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος καὶ τὴν περιγελοῦν. Τὸ ἐθνοκράτος τοῦ 1821 δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἱδρυθῆ καὶ ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ περισωθῆ ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι νὰ καταργηθῆ. Ἡ σωστὴ κατανόηση τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι τὸ βασικὸ ὅπλο γιὰ μία τέτοια ἐπανίδρυση.

Ἡ πρόταση αὐτὴ τοῦ π. Ῥωμανίδη εἶναι τόσο ἀκραία καὶ ἐπαναστατικὴ ὥστε ἐλάχιστοι τὴν ἐκατάλαβαν πλήρως καὶ τὴν ὑποστήριξαν. Μόνον τὸ τμῆμα αὐτῆς τῆς προτάσεως ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἐπάνοδο στὴν θρησκευτικὴ ὀρθοδοξία κατενοήθη, ἀλλὰ ἀποσπασμένο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ θεώρηση τῆς ὁποίας εἶναι μέρος. Ὁ Ῥωμανίδης εἶναι γιὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ ἀντίστοιχο τοῦ Χομεϊνὶ γιὰ τὸ Ἰράν, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀπέτυχε παταγωδῶς νὰ ἐνσαρκώση ὁ Χριστόδουλος, ἐπειδὴ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἦταν μέρος τοῦ συστήματος τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους τοῦ ὁποίου ὑπεστήριζε τὸν βενιζελικὸ ἐθνικισμό.

ζ) Γιατὶ τὸ νεοελληνικὸ κράτος εἶναι ἕνα πολιτικὸ ἔκτρωμα

Τὸ ὅτι ἡ πρόταση τοῦ Ῥωμανίδη εἶναι πρωτίστως πολιτικὴ καὶ ὄχι θρησκευτικὴ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἔντονα πολιτικό του ἔργο Ῥωμηοσύνη, καὶ τὸ ἔτερο βασικό του βιβλίο, Τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα ποὺ εἶναι ἡ θεολογική του διδακτορικὴ διατριβή, περιέχει ἕναν ἐκτενέστατο πολιτικὸ πρόλογο 22 σελίδων ποὺ προσετέθη τὸ 1989, στὴν Β΄ ἔκδοση.

Στὸν ἔντονα συνωμοσιολογικὸ αὐτὸν πρόλογο, ἡ ἀρχὴ τῆς δυτικῆς συνωμοσίας γιὰ τὴν διάλυση τῆς Ῥωμαιοσύνης καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπικεντρώνεται στὴν δράση τοῦ Ναπολέοντος καὶ στὸν καθοριστικὸ ῥόλο ποὺ ἔπαιξαν δύο Ἕλληνες ἄνδρες, ὁ Ῥήγας Βελεστινλῆς καὶ ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Θέτει τὶς βάσεις τῆς συνωμοσίας ὡς ἑξῆς: ʺὍτε ἐγράφετο ἡ παροῦσα μελέτη, δὲν ἦτο εἰσέτι αἰσθητὸν ὅτι εἰς ξένα κέντρα ἀποφάσεων ἐσχεδιάσθη οὐχὶ μόνον ἡ κατάργησις τῆς Ῥωμαιοσύνης ἀλλὰ καὶ ἡ ἀλλοίωσις τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὰ πρότυπα τῶν Δυτικῶν. Σήμερον παραδόξως ἡ ἔρευνα ὁδηγεῖ εἰς τὸν Ναπολέοντα καὶ τὸ ἐπιτελεῖον αὐτοῦ ὡς ἀρχιτέκτονας τῶν ἐνεργηθέντων. Οὗτος εἶχε εἰς τὸ ἐπιτελεῖον του μεταξὺ ἄλλων τὸν Ῥήγαν Βελεστινλῆν καὶ τὸν Ἀδαμάντιον Κοραῆνʺ (Τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα, Ἀθήνα, Δόμος, Β΄ ἔκδ., 1989, σ. ιε΄).

Γιὰ τὸν Ῥήγα λέγει ὅτι ἤθελε νὰ ἱδρύση μία Ῥωμανία μὲ πρωτεύουσα τὴν Κωνσταντινούπολη, συμπεριλαμβάνοντας όρθοδόξους καὶ μουσουλμάνους, ἀλλὰ κατʹἐντολὴν τοῦ Ναπολέοντος ὁ Κοραῆς ἠργάσθη γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῶν σχεδίων τοῦ Ῥήγα. Ἔτσι, στὸ ψήφισμα τῆς Γ΄ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς Τροιζῆνος τοῦ 1827, ἀνεγνωρίζοντο ὡς θεμελιώδη τὰʺ ἄριστα συγγράμματα, οἱ λόγοι καὶ αἱ παραγγελίαιʺ τοῦ Κοραῆ καὶ ἐξεφράζετο εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἄνδρα. Οἱ περισσότεροι τῶν πληρεξουσίων δὲν ἐγνώριζον τί περιεῖχαν οἱ παραγγελίες αὐτὲς καὶ ἐψήφισαν τὰ ἑξῆς φοβερὰ τοῦ Κοραῆ: 1‐ ὅτι τὸ Ἔθνος ἦταν ὑπόδουλο στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἕως τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου (!) καὶ ἐν συνεχεία στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο· 2‐ ὅτι τὸ νεοσύστατο κράτος ὀφείλει νὰ μεταβάλη τὴν θρησκεία χωρὶς ἀλλαγὴ τῶν δογμάτων.

Τὸ 1806 τὸ ἐπιτελεῖο τοῦ Ναπολέοντος συνέγραψε βιβλίο ʺἀνωνύμου Ἕλληνοςʺ μὲ τίτλο Ἑλληνικὴ Νομαρχία, ἤτοι Λόγος περὶ ἐλευθερίας. Ἀφιερώνει πονηρὰ τὸ βιβλίο στὸν Ρήγα ἀλλὰ ἀντικαθιστᾶ τὸ σχέδιό του μὲ αὐτὸ τοῦ Ναπολέοντος ποὺ ἀργότερα θὰ παρουσιασθῆ ὡς σχέδιο Κοραῆ καὶ τὸν πράκτορα τῶν Γάλλων Κοραῆ ὡς διάδοχο τοῦ Ῥήγα. Προσπαθεῖ νὰ ἀφαιρέση ἀπὸ τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὸν τίτλον τοῦ οἰκουμενικοῦ γιὰ νὰ ἀποκόψη τὴν Ἐκκλησία τοῦ μελλοντικοῦ ἑλλαδικοῦ ἀνεξαρτήτου κρατιδίου, γράφοντας ʺὁ γελοιώδης τίτλος οἰκουμενικόςʺ. Ὁ Ῥωμανίδης δηλώνει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὸν πράκτορα Κοραῆ: ʺἩ σύγχυσις τοῦ συντάκτου ὅσον ἀφορᾶ θέματα ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀσφαλῶς ὀφείλεται εἰς τὰ πηγὰς… τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ ἀρχεῖα κατασκοπίαςʺ(σ. ιζ΄).

Ὁ Ναπολέων, ὡς μέλος τῆς κατωτέρας εὐγενικῆς τάξεως τῆς Τοσκάνης ἦταν Φράγκος καὶ ὄχι Γαλλο‐Ῥωμαῖος, δηλαδὴ δὲν ἦταν μέλος τοῦ tiers etat (τρίτης καταστάσεως). Ἐννέα χιλιάδες Φράγκοι ἀξιωματικοί, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Ναπολέοντος, κατώτεροι εὐγενεῖς, ἀνῆκαν σε 25 στρατιωτικὲς στοὲς τῆς franc‐maconnerie (φραγκομασόνοι ἤ ἐλευθεροτέκτονες) ἔλαβαν μέρος στὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, στὸ πλευρὸ τῶν Γαλλο‐Ῥωμαίων. Ἔτσι εἰσῆλθε τὸ φθοροποιὸ στοιχεῖο τῆς μασονίας τῶν ὁπαδῶν τοῦ Ναπολέοντος στὸν ἐκδυτικισμὸ τῆς οἰκουμένης καὶ συγκεκριμμένα τοῦ ἑλλαδισμοῦ μέσῳ τῶν Ἑλλήνων μασόνων τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας.

Ἡ συνωμοσία ἐπῆρε διαστάσεις ὅταν ὁ Ῥήγας, ὑποστηρικτὴς τῶν Γαλλο‐Ῥωμαίων κατὰ τῶν Φραγκομασόνων ἐξηπατήθη ἀπὸ τὸν Ναπολέοντα ποὺ προσεποιεῖτο ὅτι ὑπεστήριζε τοὺς Γαλλο‐Ῥωμαίους ἐνῷ στὴν πραγματικότητα προωθοῦσε τοὺς Φράγκους καὶ ἐπεζήτει τὸν ἀφανισμὸ τῆς Ῥωμαιοσύνης στὴν Δύση καὶ τὴν Ἀνατολή. ʺΤὰ ἀνωτέρω δεικνύουν ποῖα ὕψιστα συμφέροντα ἀπήτουν τὸν θάνατον τοῦ Ῥήγα προκειμένου νὰ ἀντικατασταθῆ πάσῃ θυσίᾳ τὸ σχέδιόν του διʹ ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἶχεν κατὰ νοῦ ὁ Ναπολέωνʺ ( σ. κα΄). Ἡ εὐνοϊκὴ στάση τοῦ τσάρου ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, μετὰ μίαν περίοδο ἀβεβαιότητος, ἐξηγεῖται ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τελικῶς ἐπείσθη ὅτι ἡ ἀρχαιοελληνικὴ καὶ μασονικὴ τροπὴ της θὰ ἀπέτρεπε τὴν ἀναγέννηση τῆς Ῥωμαιοσύνης καὶ δὲν θὰ καθιστοῦσε ἐμπόδιο στὶς ῥωσικὲς βλέψεις ἐπὶ τοῦ Φαναρίου καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Πολλοὶ δὲ Ῥωμαῖοι πεισθέντες ὅτι δὲν θὰ ἐβοηθοῦντο ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις ἐὰν δὲν προσεποιοῦντο ὅτι ἦσαν ἀρχαιοέλληνες (βλέπε περικεφαλαία τοῦ Κολοκοτρώνη), ἀπεφάσισαν νᾶ συμμορφωθοῦν. Αὐτὸ ἐκατάλαβε καὶ ὁ Παλαμᾶς, γράφοντας: ʺ Ἕλληνες, γιὰ νὰ ῥίχνουμε στάχτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου, πραγματικά, Ῥωμιοίʺ.

Τελικά, ὅπως ὁ Φράγκος Καρλομάγνος τὸ 800 μ.Χ. ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῆς Ῥωμαιοσύνης, ἔτσι καὶ ὁ Φράγκος Ναπολέων, ὡς νέος Καρλομάγνος ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῆς Ῥωμηοσύνης. Τὸ 1801, ὁ Κοραῆς σὲ ἐπιστολή του, δίδει στὸ ἀφεντικό του, τὸν Ναπολέοντα, τὸ κωδικὸ ὄνομα Καραοσμάνογλου, δηλαδὴ Carolus Magnus, ποὺ θὰ κατακτήση τὴν Ἰωνίαν καὶ θὰ καταστρέψη τὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου.

Τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, λέγει ὁ Ῥωμανίδης στὸ σχέδιο δυτικοποιήσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπῆρξε ὁ μοναχισμός. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ τὴν λυσσαλέα ἐχθρότητα τῶν Νεοελλήνων κατὰ τῶν ʺῥαθύμων καὶ ἀχρήστωνʺ μοναχῶν, ὅπως τῆς προτεσταντιζούσης ἀδελφότητος Ζωή. Οἱ Φράγκοι ἀπὸ τότε ποὺ κατέκτησαν, στὸν Ε΄ αἰῶνα τὴν Γαλλικὴ Ῥωμανία, ἀντεκατέστησαν τοὺς μοναχοὺς στὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας μὲ Φράγκους ἐπισκόπους, ʺἀστυνομικοὺς καταπιεστὰς τοῦ λαοῦ… Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον οἱ Γαλλο‐Ῥωμαῖοι κατέσφαξαν τόσους Φράγκους κληρικοὺς κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασινʺ( σ. κε΄). Ὁ μοναχισμὸς ἦταν ἡ καλύτερη βάση γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς πατρολογίας, τὴν μελέτη δηλαδὴ τῶν ἔργων καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ἐφαρμογή της μέσῳ τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, ποὺ προϋποθέτει γνώση τῆς νευροφυσιολογίας τῆς θεώσεως καὶ τῆς ὀρθοδόξου ψυχοθεραπευτικῆς. (Στὸν τομέα τῆς ὀρθοδόξου ψυχοθεραπευτικῆς βλ. τὶς 3 ἀκόλουθες μελέτες: Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Σ. Βλάχου, Όρθόδοξη Ψυχοθεραπεία, 1987, Ἀρχιεπισκόπου Ἔτνας Χρυσοστόμου, A Guide to Orthodox Psychotherapy, 2007 καὶ St Herman of Alaska Brotherhood, Conquering Depression, 1995).

Ὁ Ῥωμανίδης παρατηρεῖ: ʺΔιὰ τοῦτο οἱ παραδοσιακοὶ μοναχοί, οἵτινες ὡς θεμέλιον εἶχον τὴν κάθαρσιν καὶ φωτισμὸν τῆς καρδίας καὶ τὴν θέωσιν, ἀντικατεστάθησαν ὑπὸ ἀποφοίτων θεολογικῶν σχολῶν εἰς τὰ ὁποίας ἔμαθον ὅτι θεμέλιον τῆς πατερικῆς παραδόσεως εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ φιλοσοφία τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων… Περισσότερον διαφωτισταὶ ἦσαν οἱ καλόγηροι ἀρνούμενοι τὴν μεταφυσικήν, ἤ ὅσον ὁ Κοραῆς καὶ οἱ Νεοέλληνες οἴτινες εἰσέτι ζοῦν εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν τῆς φιλοσοφικῆς φαντασίαςʺ(σ. κε΄‐ κς΄). Ἡ μωρία τοῦ Κοραῆ ποὺ ὑπεστήριξαν οἱ Βαυαροὶ τοῦ βασιλέως Ὄθωνος, ἐνέπλεξε τὴν ἑλληνικὴ σκέψη στὴν μεταφυσικὴ τῶν Φραγκολατίνων καὶ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοθῆ τὸ προβάδισμα στὶς ἐμπειρικὲς ἐπιστῆμες μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ἡ ἐμπειρικὴ ἐπιστήμη τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

η) Ὀρθόδοξη πολιτικὴ μὲ προφήτη τὸν Ῥωμανίδη

Ἐδῶ θὰ τολμήσουμε νὰ ποῦμε τὰ σῦκα σῦκα καὶ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπαναστατικὴ πρόταση τοῦ Ῥωμανίδη εἶναι ἀπείρως πιὸ ἐπικίνδυνη γιὰ τὸ σημερινὸ ἀθηναϊκὸ κατεστημένο ἀπὸ τὴν δράση οἱασδήποτε τρομοκρατικῆς ὀργανώσεως τοῦ τύπου τῆς 17Ν. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ πνευματικὰ κινήματα νεωρθοδόξων ἤ χριστιανοσοσιαλιστῶν οὔτε μὲ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἤ οἱασδήπτε ἄλλης ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἤ μοναστηρίου καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχη ἀκόμη σημαντικοὺς ὀπαδοὺς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς, διότι αὐτοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦσαν ἔτοιμοι νὰ ὀργανώσουν πραξικόπημα γιὰ τὴν κατεδάφιση τῶν θεμελίων τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Παρὰ τὶς προσπάθειες φοβισμένων φίλων τοῦ Ῥωμανίδη νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ʺδημοκράτης καὶ ἀντιβασιλικόςʺ, καὶ ὅτι δὲν εἶχε καμμία σχέση μὲ τὴν χούντα τῆς 21ης Ἀπριλίου, ὅπως κατηγορεῖται ὅτι εἶχε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ἡ σκέψη τοῦ Ῥωμανίδη ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ τὴν 21η Ἀπριλίου. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ ὑπάρξη κάποτε ἤ καὶ ὅτι ἐκολάπτεται ἤδη ἕνα ὑπόγειο ἐπαναστατικὸ κίνημα στὴν Ἑλλάδα ποὺ βασίζεται στὶς πλέον ἀκραῖες πολιτικὲς θέσεις τοῦ Ῥωμανίδη καὶ ποὺ στόχος του εἶναι ἡ κατάληψη τῆς ἀρχῆς καὶ ἡ οἰκοδόμηση μίας τελείως διαφορετικῆς ὑφῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Ῥωμανίδη δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα καὶ θὰ καθίστατο ἄχρηστο, μία φολκλορικὴ ἰδιοτροπία ἑνὸς διανοουμένου. Ποῖα εἶναι τὰ θεμέλια τῆς ῥωμανιδικῆ πολιτικῆς;

1) Καταδίκη τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἐθνοκράτους.

2) Καταδίκη ὅλων τῶν συγχρόνων μορφῶν διακυβερνήσεως, ἤτοι συνταγματικῆς βασιλείας, ἀβασιλεύτου δημοκρατίας, ὁλοκληρωτικοῦ κράτους φασιστικοῦ ἤ κομμουνιστικοῦ, διάκριση τῶν τριῶν ἐξουσιῶν (νομοθετική, έκτελεστική, δικαστική) τῆς φιλελεύθερης ἀστικῆς δημοκρατίας, βουλευτοκρατίας, δικτατορίας, ἀριστοκρατίας.

3) Καταδίκη ὅλων τῶν διεθνῶν συσπειρώσεων, ἤτοι, Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, ΝΑΤΟ, Ἡνωμένα Ἔθνη, σλαυϊκὸς ἠπειρωτισμός, ἀγγλοσαξωνικὴ θαλασσοκρατία. Οὐδεμία φιλία μὲ καμμία ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις παρὰ μόνον περιστασιακὲς συμμαχίες. Λέγει: ʺ Ὁ Ῥωμηὸς γνωρίζει σαφῶς ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ συμμαχίας καὶ δουλείας. Γίνεται σύμμαχος μὲ ὁποιονδήποτε, ἐφ ὅσον συμφέρει εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ ποτὲ δοῦλος τῶν συμμάχων…. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸν Ῥωμηὸν τί λέγουν οἱ ξένοι διʹ αὐτόν, διότι τὰ κριτήριά του εἶναι ῥωμαίϊκα…Ἀποκτᾶ ὅλα ὅσα χρειάζονται ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν ἐπιστημόνων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ προσαρμόζει εἰς τὸν ῥωμαίϊκον πολιτισμόν του. Οὐδέποτε συγχέει τὰ θετικὰς ἐπιστήμας μὲ τὸν πολιτισμόν, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι καὶ ὁ βάρβαρος δύναται νὰ ἔχη ἤ νὰ ἀποκτήση καὶ νὰ προαγάγη τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, διὰ νὰ χρησιμοποιήση αὐτὰς εἰς τὴν ὑποδούλωσιν καὶ καταστροφὴν τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο ὁ Ῥωμηὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὡς τεχνοκράται καὶ ὡς οἰκονομικὴ δύναμις ἡγεῖται…Ἡ Ῥωμηοσύνη εἶναι σήμερον πολιτιστικὸς ἡγέτης ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων ἐκτὸς τῆς Ἑλλαδίτσας τωνʺ(Ῥωμηοσύνη, σ. 10‐12).

Στὴν θέση τοῦ σημερινοῦ ἐθνοκράτους ἐπιθυμεῖ νὰ ἱδρύση:

1) Μία διαρκῆ ἐπανάσταση. Λέγει: ʺ Τὸ πόνημα τοῦτο εἶναι προσκλητήριον εἰς τοὺς Ῥωμηοὺς καὶ τὲς Ῥωμαίγισσες νὰ ἀναλάβουν τὸν ἐπιστημονικὸν ἀγῶνα [ἀποφεύγει νὰ ἀναφερθῆ σὲ πραξικόπημα], νὰ ἀναστήσουν τὴν Ῥωμηοσύνην ἀπὸ τὸν ἐπιστημονικὸν θάνατο, τὸν ὁποῖον ἐπεξειργάσθησαν διʹ αὐτήν α) οἱ Φράγκοι ἀπὸ τὸν Θ΄ (9ο) αἰῶνα, β) οἱ Ῥῶσοι μετὰ τὴν Ἅλωσιν, γ) οἱ Γραικοὶ πρὸ τῆς Ἁλώσεως καὶ δ) οἱ Νεογραικοὶ τῆς δούλης εἰς τοὺς Εὐρωπαίους καὶ Ῥώσους Ἑλλαδίτσας τοῦ ΙΘ΄(19ου) αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι μετέτρεψαν τὴν ῥωμαιϊκὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 εἰς ἧτταν τῆς Ῥωμηοσύνης καὶ θρίαμβον τοῦ Γραικισμοῦ τοῦ Καρλομάγνου καὶ τοῦ νεογραικισμοῦ τῶν ʺφιλελλήνωνʺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεωνʺ (Ῥωμηοσύνη, σ.15.) Ὡς ὑποστηρικτὴς τῆς Ὀθωμανίας, συνεχιστὴς τοῦ Βυζαντίου, ἀποφεύγει ἐπιμελῶς νὰ ἐπιτεθῆ κατὰ τῶν Τούρκων. Ἀντιθέτως σημειώνει: ʺἘξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἐκτιμήσεως τοῦ [προφήτου] Μωάμεθ διὰ τὴν θρησκείαν τῶν Ῥωμαίων, οἱ Ἄραβες καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ἐπέτρεπον εἰς τοὺς Ῥωμαίους νὰ ζοῦν κατὰ τὴν θρησκείαν των συμφώνως πρὸς τοὺς ῥωμαϊκούς των νόμους. Διὰ τοῦτο αἱ ἐθναρχίαι τῶν Ῥωμαίων εἰς τὰς μουσουλμανικὰς χώρας διασώζονται μέχρι σήμερον. Μόνον τὸ οἰκουμενικὸν πατριαρχεῖον κινδυνεύει σήμερον διότι οἱ Νεοτοῦρκοι ἐγκατέλειψαν οὐσιαστικῶς τὸ Ἰσλάμ καὶ οὕτω τὰς διαθέσεις τοῦ Μωάμεθ ἔναντι τῶν Ῥωμαίων ἀλλὰ καὶ διότι οἱ Ἑλλαδιτσῖται τὸ περιφρόνησαν ὡς κάτι τὸ ξένον πρὸς τὸν εὐρωπαϊκὸν νεογραικισμόν τωνʺ(σ.273)

2) Τὸ ῥωμαϊκὸ (βυζαντινὸ) πρότυπο διακυβερνήσεως βασισμένο οὔτε στὸν καισαροπαπισμό, οὔτε στὸν παποκαισαρισμό, οὔτε στὸν χωρισμὸ ἐκκλησίας‐κράτους, ἀλλὰ στὴν συναλληλία (συμφωνία) κράτους καὶ ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό.

3) Τὴν ῥωμαϊκὴ ( βυζαντινὴ) ἀπόλυτη καὶ ἐκλεγμένη βασιλεία

4) Τὴν ῥωμαϊκὴ (βυζαντινὴ) πολυεθνικὴ οἰκουμενικὴ αὐτοκρατία μὲ κοινοτισμὸ καὶ μιλλέτια καὶ πρωτεύουσα τὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ συνεργασία πρωτίστως μὲ τοὺς Τούρκους στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὸν ἀντιφραγκικὸ πληθυσμὸ στὴν Δύση. Σημειώνει σχετικά: ʺἩ παλαιὰ Φραγκιὰ δὲν ὑπάρχει πλέον. Οἱ ἐν τῇ Δύσει ἀπόγονοι τῶν Ῥωμαίων ὄχι μόνον ἀνέτρεψαν τὴν ταξικὴν εὐγένειαν καὶ θεολογίαν τοῦ φεουδαλισμοῦ τῶν κατακτητῶν των, ἀλλὰ εἶναι ὥριμοι διʹ ἐπάνοδον εἰς τὴν Ῥωμαιοσύνην τῶν προγόνων τωνʺ (σ.273). Προσθέτει ὅτι σήμερα οἱ θεολόγοι εἰς τὴν Γαλλία ἡγοῦνται ἰσχυροῦ κινήματος ἐπανόδου εἰς τοὺς πατέρες τῆς Ῥωμαιοσύνης. Ἐὰν ἡ παλαιὰ Ῥώμη ἐπανέλθη, ὅπως ἐλπίζει, στὴν Ῥωμηοσύνη, τότε, ʺἀποκαθίσταται αὐτομάτως εἰς τὴν ἱστορικὴν της πρώτην θέσιν ἐντὸς τῆς πενταρχίας τῶν ῥωμαϊκῶν πατριαρχείωνʺ(σ. 275). Ὁ Ῥωμανίδης δὲν ἀντιτίθεται στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἐφὅσον αὐτὴ γίνη ἑλληνικὴ (ῥωμαϊκή). Γράφει: ʺΟὕτω θὰ εἴχομεν βρεταννικὴν Ῥωμανία, ἰρλανδικὴν Ῥωμανία, πορτογαλικὴν Ῥωμανίαν, ἱσπανικὴν Ῥωμανίαν, βελγικὴν Ῥωμανία, γαλλικὴν Ῥωμανίαν, ἑλβετικὴν Ῥωμανίανʺ κλπ (σ.276)

5) Τὰ σύμβολα τῆς ἐπερχομένης αὐτοκρατίας τῆς Ῥωμηοσύνης πρέπει νὰ ἀντικαταστήσουν ὅλα τὰ σύμβολα τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἤτοι τὴν γαλανόλευκη σημαία, τὸν ἐθνικὸ ὕμνο τοῦ Σολωμοῦ καὶ τὴν ἐθνικὴ ἑορτὴ τῆς 25ης Μαρτίου. Ἡ σημαία τῆς νέας αὐτοκρατορίας θὰ ὁμοιάζει μὲ τὴν ἀλβανικὴ καὶ θὰ εἶναι ἡ στρατιωτικὴ σημαία τῆς Ῥωμανίας (Βυζαντίου). Ἰδοὺ πὼς τὴν περιγράφει ὁ Ῥωμανίδης τὴν σημαία: ʺὉ χρυσοῦς ἀετὸς εἶναι ἡ Ῥωμηοσύνη τῶν ῥωμαίϊκων τραγουδιῶν καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀετοῦ εἶναι ὁ χρυσοῦς σταυρός. Ἡ σημαία τῆς Ῥωμηοσύνης εἶναι ὁ χρυσοῦς σταυρὸς ἐπάνω εἰς κόκκινο πανί. Κάποτε οἱ Ῥωμαίϊσσες ἔβαφαν τὰ μαλλιὰ των κόκκινα καὶ ἐφοροῦσαν φουστάνια μὲ τὰ ἐθνικὰ αὐτὰ χρώματα. Διὰ τοὺς Ῥωμηοὺς τὰ ἐθνικὰ χρώματα καὶ σύμβολα δὲν εἶναι συζητήσιμα. Εἶναι ῥωμαίϊκα… Ἡ Ῥωμανία Νικᾶʺ(σ.15). Ἐπειδὴ τὸν ἐγνώρισα καλά, φρονῶ πὼς τὸ τελευταῖο σύνθημα μαρτυρεῖ ὅτι πρόθεσις τοῦ Ῥωμανίδη ἦταν νὰ ξυπνήση καὶ νὰ ὀργανώση ὑπὸ τὴν ἰδεολογία του, ἐπαναστατικὸ κίνημα γιὰ τὴν κατάληψη τῆς ἀρχῆς.

6) Ὡς ἐθνικὸ ὕμνο, σὲ ἀντικατάσταση τοῦ Ὕμνου εἰς τὴν Ἐλευθερίαν τοῦ Σολωμοῦ, ὁ Ῥωμανίδης εἶχεν κατὰ νοῦ, ἀπὸ ὅ,τι μοῦ εἶχε δηλώσει, νὰ καθιερωθῆ ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος (βλ. ἄρθρο μου στὴν Ἐνδιάμεση Περιοχή,τεῦχος 46, σ.2: ʺἘπιβεβλημένη ἡ ἀλλαγή τοῦ ἐθνικοῦ ὕμνουʺ).

7) Ὡς ἐθνικὴ ἑορτή, πάντα κατὰ τὰ λεγόμενά του σὲ ἐμένα, θὰ ἠδύνατο νὰ καθιερωθῆ ἡ 29η Μαΐου 1453, δηλαδὴ ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Πορθητή, ὁ ὁποῖος ʺἀπηλευθέρωσε τὴν Ῥωμηοσύνη ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση τῶν Φράγκων καὶ ἐσυνέχισε ὑπὸ τὴν ἡγεσία του τὴν αὐτοκρατορία τῶν Ῥωμαίωνʺ. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θέση του μὲ εἶχε ὠθήσει νὰ ἀφιερώσω τὸ βιβλίο μου, Τὸ Βυζαντινὸ πρότυπο διακυβερνήσεως καὶ τὸ τέλος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, Ἔσοπτρον, 2001, στὸν Γεννάδιο, τὸν ἐπιλεχθέντα ἀπὸ τὸν Πορθητὴ πρῶτο πατριάρχη μετὰ τὴν Ἅλωση: ʺἘγὼ οὐκ ἀρνήσομαί σε, φίλη Ὀρθοδοξίαʺ.

θ) Διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προτύπου τῆς 21ης Ἀπριλίου καὶ τοῦ προτύπου τοῦ Ῥωμανίδη

Στὸ τεῦχος 122, Μαΐου 2004, τοῦ Τρίτου Ματιοῦ, εἶχα δημοσιεύσει ἄρθρο μὲ τίτλο, ʺἩ 21η Ἀπριλίου ὡς θρησκευτικὴ ἐπανάσταση. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ συνθήματος, Ἑλλὰς Ἑλλήνων Χριστιανῶνʺ. Ἄν καὶ ὁ Ῥωμανίδης ποτὲ δὲν ἐξέφρασε τὴν ἀντίθεσή του στὸ καθεστὼς τῆς 21ης Ἀπριλίου, τὸ πρότυπό του διακυβερνήσεως ἦταν πολὺ διαφορετικὸ. Πράγματι, ἡ θρησκευτικὴ ἐπανάσταση τῆς 21ης Ἀπριλίου ἐχαρακτηρίζετο ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ δυτικιζόντων θρησκευτικῶν κύκλων προσκειμένων στὴν μασονία καὶ τὴν ῥωμαιοκαθολικὴ Opus Dei. Ἔγραφα: ʺἈπεδείχθη ὅτι τελικὰ ἡ 21η Ἀπριλίου 1967 στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρξε φασιστικὴ ἐπανάσταση ἀλλὰ κατέληξε νὰ γίνη ὅ,τι καὶ στὴν Ἱσπανία τοῦ Φράνκο, δηλαδὴ ἕνα ἐγχείρημα περισώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ καπιταλιστικοῦ κατεστημένου, δηλαδὴ δικτατορία. Στὸ μπλοκάρισμα τῶν ἐπαναστατικῶν ἀρχικῶν διαθέσεων τῆς 21ης Ἀπριλίου, καθοριστικὸ ῥόλο ἔπαιξε ἡ Ζωή, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε μὲ τὴν Opus Dei στὴν Ἱσπανίαʺ. Προσέθετα ὅτι ζωϊκοὶ καὶ παραζωϊκοὶ ὑπῆρχαν πολλοὶ στὶς κυβερνήσεις τῆς Ἑπταετίας. Μασόνοι καὶ ζωϊκοὶ ἐπλαισιώνοντο καὶ ἀπὸ γερμανοφίλους, ὄχι μόνον στοὺς κύκλους τῶν ἀντιβασιλικῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς κύκλους τῶν βασιλικῶν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς Βασιλίσσης μητρὸς Φρειδερίκης. Ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος ἦταν ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν εὐσεβισμὸ τῆς ὀργανώσεως Ζωῆς, ἦτο δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουν οἱ ῥωμαιοκαθολικοὶ πιετιστής.

Ζωή, ἡ ὁποία εἶχε ἱδρυθῆ τὸ 1907, συνεδέετο μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία τοῦ ΙΘ΄(19ου) αἰῶνος καὶ τὴν προσήλωσή της στὸν νεοελληνικὸ ἐθνικισμό. Κατεφέρετο συνεχῶς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ. Ὑπῆρξε παντοδύναμη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ καθεστῶτος τῆς 21ης Ἀπριλίου. Ὥς φιλοφραγκικὴ καὶ δυτικιστικὴ ὀργάνωση ἐπρέσβευε τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα τῶν θέσεων τοῦ Ῥωμανίδη. Ὁ τελευταῖος, ἰδεολογικά, ἦταν τελείως ξεκομμένος ἀπὸ τὶς θέσεις τοῦ Φράγκου βασιλέως Κωνσταντίνου ὅπως καὶ τῶν συνεχιστῶν τοῦ Κοραῆ, ὀπαδοὶ τῆς Ζωῆς. Πράγματι, ὅ σημερινὸς πρώην συνταγματικὸς βασιλεὺς Κωνσταντῖνος εἶναι ἀπόλυτα προσηλωμένος στὰ δυτικὰ πρότυπα διακυβερνήσεως. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὄχι μόνον ἡ Ζωὴ ἐξετράπη σὲ πολιτικὴ κίνηση δηλαδὴ στὸν ὀρθοδοξισμό, ἀλλὰ καὶ ὁ Ῥωμανίδης ἐπίσης, στὸ ἀντίθετο ρεῦμα, ἐξετράπη στὸν ὀρθοδοξισμό. Ἡ πρότασή του εἶναι σαφῶς πολιτική. Θὰ ἐλέγαμε ὅτι οἱ Ζωϊκοὶ τῆς 21ης Ἀπριλίου καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἦσαν φονταμενταλιστὲς τύπου Μπούς, ἐνῷ ὁ Ῥωμανίδης, ὡς σφόδρα ἀντιδυτικός, ἦταν φονταμενταλιστὴς τύπου Χομεϊνί.

Ἀπὸ τὰ παραπάνω, γίνεται ἐμφανὲς ὅτι ὅλη μου ἡ θρησκευτικὴ καὶ πολιτικὴ τοποθέτηση ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1960 βασίζεται ἐξʹ ὁλοκλήρου στὶς ἰδέες τοῦ Ῥωμανίδη, ὡς σύμπτωση ἀπόψεων μέχρι τὸ 1976 καὶ συνειδητὰ πλέον ἀπὸ τότε ποὺ τὸν ἐγνώρισα μέσῳ τῶν βιβλίων του καὶ προσωπικά. Θέλω νὰ τονίσω δὲ ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ῥωμανίδης δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐχθρὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἑβραίων ἀλλὰ ἀντιθέτως συμπαθοῦσε τοὺς ἑβραίους χασιντίμ τῶν ὁποίων τὴν θεολογία εἶχε μελετήσει.

Ἡ οὐτοπία εἶναι βασικὸ στοιχεῖο τῶν ἡρώων ὡς καὶ ἡ ἔλλειψη ὀπαδῶν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ βίου τους. Ἡ Σάβιτρι, ὁ Πάμπλο, ὁ Ξενάκης, ὅπως καὶ ὁ ἐνανθρωπίσας Χριστὸς, δὲν ἐγνώρισαν ποτὲ ἀνθρωποθάλασσες ὑποστηρικτῶν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τους. Τὸ ἴδιο συνέβη μὲ τὸν Ῥωμανίδη σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ποὺ ἀπεθεώθη ἀπὸ τὶς λαοσυνάξεις, οἱ ὁποῖες ὅμως ἀργότερα ἐκόπασαν. Οἱ τέσσερίς τους ὅμως (Σάβιτρι, Πάμπλο, Ξενάκης, Ῥωμανίδης) ἐχάραξαν τὶς τεραστίες διατάσεις τοῦ πλανητικοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ περιφρόνησαν τὸν ἑλλαδισμό. Ἡ θεολογία τοῦ Ῥωμανίδη εἶναι ἀναπόσταστο μέρος τοῦ πολιτικοῦ του σχεδίου καὶ σφάλουν αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πὼς ἠμποροῦν νὰ ἀκολουθήσουν τὶς ὀρθόδοξες θέσεις του χωρὶς νὰ καταδικάζουν τὴν ἴδια τὴ ὕπαρξη τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους τοῦ 1821. Ὁ Ῥωμανίδης θὰ δικαιωθῆ κάποτε ἀπὸ μία ἀκραία ἐπαναστατικὴ δράση ποὺ θὰ τὸν ἐκτινάξη, ὅπως τὸν Ῥουσσὼ ἀπὸ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, στὸν κολοφῶνα τῆς παγκοσμίου φήμης. Ὅσοι ἐκ τῶν φίλων του προσπαθοῦν, σὰν τὸν π. Γ. Μεταλληνὸ, νὰ τὸν ʺκαλύψουνʺ, παρουσιάζοντάς τον ὡς δημοκράτη, ἀντιβασιλικό, μὴ ἀντιδυτικὸ καὶ προσαρμοσμένο στὸ σημερινὸ ἀθηναϊκὸ καθεστώς, ἁπλῶς ἄθελά τους τὸν ὑποβιβάζουν καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦν τὴν μνήμη του. Ὁ Ῥωμανίδης ὑπῆρξε μὲ τὴν σειρά του ἕνας γίγας στριμωγμένος στὸ ἑλλαδικὸ μεσοπάτωμα.

Δημήτρης Κιτσίκης

Ἱστορικός, διεθνολόγος, τουρκολόγος καὶ σινολόγος, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀττάβας καὶ τακτικὸ μέλος τῆς Καναδικῆς Ἀκαδημίας

Τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε ὡς ἄρθρο στὸ περιοδικὸ Τὸ Τρίτο Μάτι, τ. 159, Φεβρουάριος 2008, σ. 24-32 καὶ ἀναδημοσιεύθηκε μὲ ὁρισμένες προσθῆκες ὡς κεφάλαιο στὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Κιτσίκη, Περὶ ἡρώων-Οἱ ἥρωες καὶ ἡ σημασία τους γιὰ τὸν σύγχρονο ἑλληνισμό, ἐκδόσεις Ἡρόδοτος, Αθηνα, 2014.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: