ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ: Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΣ ΛΑΟΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

«Πρέπει ὁ Ἕλληνας νὰ βρεθεῖ σὲ κόσμο ἐπικίντυνο, σὲ κόσμο ἀλύπητο, περιτριγυρισμένο ἀπὸ γκρεμοὺς καὶ βάραθρα, ἀπὸ διαβόλους καὶ Βουλγάρους, ἀπὸ τριβόλους καὶ παγίδες, ἀπὸ στοιχειὰ κι ἀπὸ αἵματα, ― σὲ κόσμο ζωῆς ἀληθινῆς. Πρέπει νὰ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἕλληνες νακονίσουν τὸ μυαλό τους, τὰ πόδια τους, τὰ χέρια τους, νὰ ξεσκουριάσουν τ’ ἅρματά τους, νὰ εἶναι ἀδιάκοπα, κάθε στιγμή, ἕτοιμοι, ξυπνητοί, ἀνασκουμπωμένοι γιὰ πόλεμο μὲ θηρία. Πρέπει νὰ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἕλληνες ναγναντεύουν τὸ θάνατο ― γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἀλήθεια δυνατώτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη καὶ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ ψευτιὰ ποὺ μ’ αὐτὴ συνήθισε νὰ ζεῖ. Οἱ ψεύτικοι Ἕλληνες, μὲ τὴν ἀνατροφὴ αὐτή, θὰ γίνουν Ἕλληνες ἀληθινοί, ― ἄνθρωποι, γιατί ἔχουν τὴ ζύμη γιὰ νὰ γίνουν, μὰ τοὺς λείπει ἡ ἀνατροφή».

Ἴων Δραγούμης, Ὁ εὐγενικότερα πολιτισμένος λαὸς

 

 

Ἴων Δραγούμης: Ὁ εὐγενικότερα πολιτισμένος λαὸς

ΓΝΩΡΙΣΑ μία Ρώσσα, νέο κορίτσι. Μοιάζει ὅλες τὶς Ρῶσσες. Ἐπειδὴ βρίσκομαι σὲ τόπο Ἑλληνικό, περιτριγυρισμένος ἀπὸ Ἕλληνες κ’ Ἑλληνίδες, μοῦ φανερώθηκε χτυπητότερη ἡ Ρώσσα. Μοῦ φάνηκε σὰ μάζα ἀδούλευτη, ἄμορφη, ἀσχημάτιστη, ζεστή, ζωντανή, ζουμερή, ποὺ μπορεῖ κάθε μορφὴ νὰ μεταλλάξει, ποὺ θὰ κατασταλάξει βέβαια κάποτε, σὲ μακρυνότερους καιρούς, καὶ θὰ βρεῖ τὸν τελειωτικό της τύπο ― τὸ καλούπι της, μὰ τώρα ἀκόμα εἶναι σὰν τὴ μαλακή, τὴ διαλυμένη οὐσία τῶν ἄστρων, ποὺ δὲν ἔπηξαν ἀκόμα, καὶ στριφογυρίζουνε γύρω στὸν ἥλιο σὰ μισολυωμένες σβοῦρες. Ἡ Ρώσσα εἶναι μάζα ποὺ δὲν ἔπηξε. Μπορεῖ νὰ γίνεται μονομιᾶς ὅ,τι θέλεις, θρήσκα, ἄθεη, συντηρητική, ἐπαναστάτρια, κοιμισμένη, ριζοσπαστική, φουριόζα. Μπορεῖ, μόλις ἀγναντέψει κάποιον, νὰ τὸν ἐρωτευτεῖ, καὶ μόλις ἀπαντήσει κάποιον ἄλλο, νὰ ξαπολύκει τὸν πρῶτο καὶ μονοστιγμὶς νὰ ἐρωτευτεῖ τὸ δεύτερο. Ὅ,τι ἔχει μέσα της τὸ βγάζει, στὸ φόρο, ἤ, καλλίτερα, βγαίνει μονάχο του, ἄθελα. Ὅ,τι στοχάζεται, τὸ λέει, δὲν κρύβει τίποτα. Δὲν ξέρει καλὰ καλὰ τί λέει καὶ τί φτειάνει, δὲν ὁρίζει τὸν ἑαυτό της. Εἶναι τῆς στιγμῆς, καὶ στὴ στιγμὴ παθαίνεται, ἀκράτητη. Καὶ δὲν ντρέπεται, δειλὴ δὲν εἶναι. Καὶ δὲν ὑποψιάζεται μὴν τύχει κι ὁ ἀντικρυνὸς της τὴν κρίνει, ἀκόμα λιγώτερο μὴν πάει καὶ τὴν κατακρίνει. Ἅμα τῆς τὸ πεῖς πὼς τὴν κρίνουν ἔτσι γιὰ ἀλλιῶς, θὰ φανεῖ σὰ νὰ ξυπνᾶ ἐκείνη τὴ στιγμή, θὰ σκοτιστεῖ λιγάκι, θὰ συλλογιστεῖ καὶ θὰ πεῖ: «Καὶ τί μὲ νοιάζει ἐμένα;». Κ’ εὐτὺς θὰ ξαναπιάσει τὶς ὁμιλίες, θὰ λέει, θὰ ρωτᾶ, θὰ ξεχύνει τὰ σωτικά της στὸν καθένα. Λέει καὶ εἶναι σὰ νὰ μὴ συλλογίζεται ὁλότελα τί θὰ πεῖ. Τὰ λόγια της ἔρχονται κουτρουβαλιαστά τὸ ἕνα πάνου στ’ ἄλλο, σὰ νὰ μὴν ἔβγαιναν ἀπὸ κεφάλι, μὰ ἀπὸ μηχανή. Εἶναι ὅμως ζωντανὰ τὰ λόγια της, γιατί εἶναι ζωντανὴ κι αὐτὴ ἡ ἴδια, καίει, βράζει, θερμαίνεται, παθαίνεται καὶ σὲ ἀφαρπάζει. Ἡ Ρώσσα δὲν ἔχει πήξει ἀκόμα.

Ἀμέσως ἔπειτα εἶδα τὴν Ἑλληνίδα. Τὰ φούμαρα ἔχουν ἀπὸ καιρὸ ξεθυμαίνει. Δὲν εἶναι μάζα, εἶναι μορφή, καὶ οἱ γραμμὲς της εἶναι ξεκομμένες, ζωγραφιστές. Ὁ σκελετὸς της εἶναι ξετελειωμένος, καὶ ἡ Ἑλληνίδα εἶναι πηγμένη. Ζεῖ βέβαια κι αὐτή, καὶ ἴσως καίει, μὰ καίει ὄμορφα, σὰν τὸ λυχνάρι, ὄχι σὰν τὴν τρελλὴ τὴ φωτιά. Μετρημένη σ’ ὅλα, λογαριάζει, τὸ τί θὰ πεῖ, τὸ πς θὰ τὸ πεῖ, τὸ γιατί θὰ τὸ πεῖ, τὸ πότε θὰ τὸ πεῖ. Θὰ ἐρωτευτεῖ ἀφοῦ λογαριάσει καὶ τῆς ἔρθει στὸ λογαριασμὸ ὁ ἄντρας ποὺ ἀπαντᾶ. Πάντα ὁρίζει τὸν ἑαυτό της, καὶ στὶς τρέλλες της ἀκόμα. Ζουμερὴ δὲν εἶναι, εἶναι ξερή. Ἡ δροσιὰ της εἶναι ἡ χάρη της, ἐνῶ τῆς ἄλλης ἡ δροσεράδα εἶναι τὸ ἀσυλλόγιστο καὶ σύγκαιρα στοχαστικό τῆς σκέψης. Μπορεῖ καὶ ἡ Ἑλληνίδα, νὰ μὴν εἶναι πάντα δειλή, μὰ πάντα κρύβει τὴ σκέψη της, δὲ βγάζει ἀπὸ τὰ σωτικὰ της ὅ,τι καὶ νάναι. Καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀντικρυνοῦ της τὴ φοβᾶται. Ὅλα εἶναι πιὸ κατακαθισμένα μέσα της, τίποτα δὲ μνήσκει στὴν ἐπιφάνεια, παρὰ μονάχα ἡ χάρη της, ― ἡ μορφή, ― γιατί ἡ μορφὴ εἶναι τὸ πᾶν, ἡ σκέψη δὲ σημαίνει τίποτα.

Καὶ μονομιᾶς, σὰ φῶς, ἔνοιωσα τὸ χάσμα πού μας χωρίζει ἀπὸ τ’ ἄλλα ἔθνη, πρὸ πάντων τὰ βορεινά (γιατί μὲ τοὺς νότιους θάχουμε, δὲ γίνεται, κάποιες ὁμοιότητες). Καὶ εἶδα, φῶς φανερό, τὴν ἐνέργεια ἑνὸς παλιοῦ, προαιώνιου πολιτισμοῦ, τὸ βάρος γενεῶν καὶ χρόνων, ἐπάνω στὴν Ἑλληνίδα. Ἡ μορφή της, πῶς νὰ μὴν εἶναι ὁρισμένη, σίγουρη κι ἀλάθευτη, ποὺ μπῆκε στὸ αἷμα της, στὰ νεῦρα της, στὰ κόκκαλά της ἡ ἱστορία της ὅλη ― καὶ τὴν πότισε;

«Ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς ὅλος, ἀπὸ τὸ μικρὸ ἴσαμε τὸ μεγάλο, εἶναι πολιτισμένος». Μοῦ τὸ εἶπε ἕνας Βούλγαρος. Ἡ ζωὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἁπλή, πολλὰ πράματα δὲν τοῦ χρειάζονται, οἱ πολυτέλειες καὶ τὰ ἀκροπρεπίδια τὰ πολλὰ δὲν τοῦ ἀρέσουν, μὰ ἔχει τὴ λεπτότητα κάθε εὐγενικῆς καταγωγῆς, κάθε μακρυνοῦ, αἰώνιου κι ἀδιάκοπου πολιτισμοῦ. Οἱ Πελασγοὶ ἦταν πολιτισμένοι, οἱ Ἕλληνες πολιτισμένοι, οἱ Μακεδόνες κι αὐτοὶ πολιτισμένοι, κ’ οἱ Βυζαντινοὶ πολιτισμένοι. Τόσοι αἰῶνες πολιτισμός, μπῆκε πιὰ στὸ αἷμα, στὰ νεῦρα καὶ στὰ κόκκαλα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ σκελετὸς καὶ τὰ νεῦρα τοῦ Ἕλληνα κατάντησαν παλιὰ καὶ πολιτισμένα. Μά, σὰν τὰ παλιὰ τὰ κεραμίδια, εἶναι δοκιμασμένα κι ἀντιστέκονται. Καὶ τοῦτο εἶναι σύγκαιρα κ’ ἡ δύναμη κ’ ἡ ἀδυναμία τῆς φυλῆς. (Ἡ χοντρὴ ἡ δύναμη τῶν δυτικῶν λαῶν μπορεῖ νὰ εἶναι ἴσα ἴσα τοῦτο, ὅτι εἶναι λιγώτερο πολιτισμένοι στ’ ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες).

Ἅμα θέσει κανεὶς τὰ ζητήματα ἔτσι, βγαίνουνε μόνα τους διάφορα συμπεράσματα:

α) Ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός, ὅπως καὶ κάθε ἄλλος ξένος πολιτισμός, δὲν μπορεῖ ναλλάξει τὸν Ἕλληνα, οὔτε κι ἂν αἰῶνες ἐνεργήσει ἐπάνω του. Εἶναι λοιπὸν περιττὸ νὰ πολεμοῦν ὁ κ. Δαμβέργης καὶ ὁ κ. Μιστριώτης γιὰ νὰ κρατήσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς «τὰ πάτρια». ― «Τὰ πάτρια» τὰ κρατεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μονάχος του, χωρὶς νὰ τὸ θέλει καὶ δίχως νὰ τὸ πολυξέρει. Καὶ εἶναι μάλιστα ὑπερβολικὰ συντηρητικὸς ἴσως. Τὸ σακάκι, ἡ ρεπούμπλικα, ὁ κορσὲς καὶ τὸ τρισμέγιστο καπέλλο ― ταψὶ μὲ τὰ ψεύτικα κεράσια καὶ τριαντάφυλλα, δὲν ἀλλάζουν οὔτε τὸν Ἕλληνα οὔτε τὴν Ἑλληνίδα, ὅπως δὲν τὸν ἀλλάζουν μήτε οἱ φράγκικες ἰδέες. Αὐτὰ μοναχὰ τὸν ἀσχημαίνουν. Θὰ πάρει ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅ,τι τοῦ χρειάζεται, μικρὰ πράματα ὅμως. Τὰ ἄλλα θὰ ξεθυμαίνουν μόνα τους. Θὰ γίνουν καπνός, στάχτη, ἀέρας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια καπνός, στάχτη, ἀέρας γιὰ τὸν Ἕλληνα ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωνέψει καὶ νὰ τὸ κάμει δικό του. Χάνουν τὸν καιρὸ τους οἱ κύριοι αὐτοί, σκοτίζουνται καὶ λυποῦνται ἄδικα, γιατί εἴτε τὸ θέλουν, εἴτε δὲν τὸ θέλουν, εἴτε αὐτοί, εἴτε καὶ ἄλλοι τόσοι «πάτριοι» ἢ «ἀπάτριοι», ὁ Ἕλληνας θὰ μείνει Ἕλληνας.

β) Εἶναι στενόμυαλοι καὶ κοντόφθαλμοι ὅσοι Ἕλληνες θέλουν καὶ καλὰ νὰ μᾶς καθίσουν φράγκικες ἰδέες, συστήματα καὶ συνήθια. Κι αὐτοὶ τίποτα δὲν κάνουν. Κι αὐτοὶ τὸν καιρὸ τους χάνουν. Φαντάζουνται πὼς ὁ φράγκικος πολιτισμὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάμει ἄλλους, καὶ θαρροῦν πὼς ὁ φράγκικος πολιτισμὸς εἶναι εὐγενικώτερος καὶ καλλίτερος ἀπὸ τὸν ἑλληνικό, ἢ νομίζουν ἴσως πὼς ἑλληνικὸς πολιτισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ἂν σεῖς ἔχετε καλλίτερα τὶς φράγκικες ἰδέες καὶ τὰ συνήθια, γενῆτε Φράγκοι κι ἀφῆστε μας στὴν ἡσυχία μας. Δὲν εἶστε ἄξιοι γιὰ νὰ μένετε μεταξύ μας.

γ) Κανείς μας δὲν ταιριάζει νὰ παθαίνεται πάρα πολὺ γιὰ τὰ πολιτικὰ ζητήματα, τὰ τρεχούμενα. Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ χάνει τὴν πίστη του στὴ δύναμη τοῦ Ἔθνους. Πρέπει νὰ βλέπουμε μακρύτερα. Δὲ θὰ χαθεῖ ἡ φυλὴ κι ἂν πέσει ἀκόμα σὲ ξένα χέρια. Καὶ νὰ χάσει τὴν ἀνεξαρτησία του (τὴ δῆθεν ἀνεξαρτησία του), τὸ τωρινὸ τὸ κράτος, ἡ Ἑλλαδούλα, ― ἡ φυλή, δὲ θὰ χαθεῖ. Φτάνει νὰ νοιώσει κάθε Ἕλληνας τὴν ἑλληνική του ὑπόσταση καὶ νὰ περηφανεύεται γι’ αὐτή. Περήφανος γιὰ τὴ γενιά μου τὴν ἑλληνική, τὴν εὐγενικότατη, χαρούμενος γιατί βλέπω ξάστερα τὸ ἔθνος μου τυραννισμένο, καὶ φτενό, καὶ ἑφτάψυχο, ἔμορφο στὴ μοναξιά του καὶ στὴν ἐρημιά του, καὶ στὴν ἐγκατάλειψη, ― μ’ ἀρέσει νὰ χώνουμαι στὴ ζωή του καὶ νὰ κοιτάζω ἀπὸ τί πέρασε, ― μ’ ἀρέσει νὰ τὸ ξέρω πὼς τυραννιέται, γιατί θέλω νὰ φανερώσει, πάλι ὅλη τὴν ἀπέθαντη δύναμη ποὺ κρύβει. Πρέπει, νὰ βασανιστεῖ, γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀξιοσύνη του. Καὶ εἶναι καιρὸς νὰ τηνὲ δείξει.

δ) Ἡ ἀνατροφὴ πρέπει νὰ ξεπλακώσει τὰ Ἑλληνόπουλα ἀπὸ τοὺς ὄγκους τὶς ἀνωφέλευτες γνῶσες ποὺ τοὺς φόρτωσαν ὡς τώρα οἱ δάσκαλοι, νὰ καθαρίσει τὸ μυαλό τους ἀπὸ τὰ ἀρχαιόπρεπα βάρη ποὺ ἔχωσαν στὰ κεφάλια τῶν πατέρων τους ἡ ἀμάθεια καὶ κουταμάρα διαφόρων δασκάλων τοῦ Γένους καὶ νομοθετῶν τοῦ Κράτους, νὰ ξεζαρώσει τὸ νοῦ τους τὸ σκοτισμένο, νὰ τοὺς ἀνοίξει τὰ μάτια, νὰ τοὺς ἐλευτερώσει. Ἡ ἀνατροφὴ θὰ ξεσκλαβώσει τοὺς Ἕλληνες, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ σηκώσουν κεφάλι, νὰ σταθοῦν ἴσια, νὰ κουνηθοῦν, νὰ τανυσθοῦν, νὰ φυτρώσουν ἐλεύτερα σὰν τὰ δέντρα, ― νὰ φουντώσουν, νὰ θεριέψουν καὶ ν’ ἁπλώσουν τὰ κλαριά τους. Στὴν ἀνατροφὴ αὐτὴ θὰ βροῦνε κόπους πολλούς, μὰ θὰ χαίρουνται, γιατί θὰ τοὺς νικοῦν. Καὶ στὸ τέλος, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, θὰ συμπληρώνουν τὶς σπουδές τους, ὄχι τὸ σκολεῖο τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν στὸ Παρίσι, ἀλλὰ στὸν Ἑλληνικό στρατὸ ἢ στὴ Μακεδονία, ― γιατί στὴν ἀνατροφὴ τῶν Ἑλλήνων χρειάζονται πρὸ πάντων οἱ κίντυνοι, καὶ ὁ πόλεμος. Πρέπει ὁ Ἕλληνας νὰ βρεθεῖ σὲ κόσμο ἐπικίντυνο, σὲ κόσμο ἀλύπητο, περιτριγυρισμένο ἀπὸ γκρεμοὺς καὶ βάραθρα, ἀπὸ διαβόλους καὶ Βουλγάρους, ἀπὸ τριβόλους καὶ παγίδες, ἀπὸ στοιχειὰ κι ἀπὸ αἵματα, ― σὲ κόσμο ζωῆς ἀληθινῆς. Πρέπει νὰ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἕλληνες νακονίσουν τὸ μυαλό τους, τὰ πόδια τους, τὰ χέρια τους, νὰ ξεσκουριάσουν τ’ ἅρματά τους, νὰ εἶναι ἀδιάκοπα, κάθε στιγμή, ἕτοιμοι, ξυπνητοί, ἀνασκουμπωμένοι γιὰ πόλεμο μὲ θηρία. Πρέπει νὰ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἕλληνες ναγναντεύουν τὸ θάνατο ― γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἀλήθεια δυνατώτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη καὶ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ ψευτιὰ ποὺ μ’ αὐτὴ συνήθισε νὰ ζεῖ. Οἱ ψεύτικοι Ἕλληνες, μὲ τὴν ἀνατροφὴ αὐτή, θὰ γίνουν Ἕλληνες ἀληθινοί, ― ἄνθρωποι, γιατί ἔχουν τὴ ζύμη γιὰ νὰ γίνουν, μὰ τοὺς λείπει ἡ ἀνατροφή.

Ἄρθρο τοῦ Ἴωνος Δραγούμη στὸ περιοδικὸ «Νουμᾶς», 23 Δεκεμβρίου 1907.

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: