ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

 

Θεωρίες περὶ ἔθνους

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων λαϊκῶν ἐπαναστάσεων τοῦ 18ου αἰῶνα στὸν δυτικὸ κόσμο, οἱ ὁποῖες κατέληξαν στὸν σχηματισμὸ τῶν πρώτων ἐθνικῶν ἀστικῶν κρατῶν, τὸ πρόβλημα τῆς διατύπωσης ἑνὸς ἔγκυρου καὶ περιεκτικοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἔθνους ταλανίζει τοὺς μελετητὲς τοῦ ἐθνικοῦ φαινομένου. Ἔκτοτε ἡ σχετικὴ διαπραγμάτευση φαίνεται νὰ ἔχει καταλήξει σὲ ἀδιέξοδο, καθὼς διατυπώνονται συνεχῶς νέες θεωρίες, ἐνῶ ἀναδιατυπώνονται οἱ παλιές, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ διαρκὴς συζήτηση περὶ ἔθνους νὰ ἔχει καταντήσει πρὸ πολλοῦ ἕνα διανοητικὸ παίγνιο σίγουρα μπερδεμένο καὶ μᾶλλον πληκτικό.

Ὅμως τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἐθνικὸ βίωμα ἀπαντᾶται σὲ πλείστους ὅσους λαοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καταδεικνύει ὅτι ὁ περιβόητος ὁρισμὸς τοῦ ἔθνους δὲν ἀφορᾶ, τελικῶς, τόσο τὴν θέσπιση ἐπιστημονικῶς ἔγκυρων κριτηρίων μεταξὺ τῶν εἰδικῶν μελετητῶν, ὅσο τὸν ἔντονα πολιτικὸ χαρακτήρα ποὺ ἀπέκτησε ἡ ἐν λόγῳ ἔννοια, ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ καὶ μονοσήμαντη διάστασή της ὡς ἔθνος-κράτος, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Νεωτερικότητας, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τὴν ἀνάδειξη τῶν ἀστικῶν κοινωνιῶν στὴν Δύση. Ἐπὶ χιλιάδες χρόνια τὸ ζήτημα αὐτὸ οὐδόλως εἶχε ἀπασχολήσει, παρὰ τὴν κατάδηλη ὕπαρξη τῶν ἐθνῶν.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε πολλοὺς νὰ θεωρήσουν ἐσφαλμένως ὅτι τὸ ἔθνος ἐν γένει ἀποτελεῖ ἕνα πολὺ πρόσφατο φαινόμενο τῆς Ἱστορίας, τὸ ὁποῖο συνδέεται εὐθέως μὲ τὴν συγκρότηση ἐθνικοῦ κράτους καὶ ὅτι, συνεπῶς, τοῦτο ἀποτελεῖ νεώτατο προϊόν της ἀστικῆς ἐποχῆς. Παράγωγο τῆς τελευταίας αὐτῆς ἀντίληψης, ἡ ὁποία ταυτίζει τὸ ἔθνος μὲ τὸ κράτος, εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἐν τέλει τὸ ἔθνος ἀποτελεῖ δημιούργημα τοῦ νεωτέρου κράτους.

Ἐφόσον τὸ κράτος ἀντιμετωπίσθηκε ἀπὸ τοὺς κατεξοχὴν διανοητὲς τῶν Νέων Χρόνων ὡς ἀποτέλεσμα μίας κοινωνικῆς σύμβασης («κοινωνικὸ συμβόλαιο»), ἀπηχῶντας τὴν ἀντιπαράθεση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφιστικῆς μεταξὺ φύσης καὶ νόμου, τὸ ἔθνος θεωρήθηκε ὡς μία «πολιτικὴ κατασκευή» καὶ ὡς μία «φαντασιακὴ κοινότητα», δηλαδὴ ὡς μία ὑποκειμενικὴ πραγματικότητα καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὡς μία ἐπινόηση, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ πολιτικὲς σκοπιμότητες. Ὁ Βασίλης Ραφαηλίδης στὸ ἄρθρο του μέ τὸν ἐμβληματικὸ τίτλο «Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι μοντερνισμός» σημειώνει ὅτι «ὁ λόγος ὕπαρξης τοῦ ἐθνικισμοῦ εἶναι καθαρὰ πολιτικός: τὰ μέλη κάθε ἐθνότητας πρέπει νὰ καταλαβαίνουν τὴν ἰδιαιτερότητά τους, σὲ μία δεδομένη στιγμὴ τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου, προκειμένου νὰ θέλουν νὰ δροῦν πολιτικὰ γιὰ τὸ συμφέρον τους».1

Ἐθνικισμός = Ἐθνοκρατισμός

Οἱ σύγχρονες ἀντιλήψεις περὶ ἔθνους ἔχουν τὶς καταβολές τους στὴν ἐθνικὴ ὡρίμανση καὶ τὴν πολιτικὴ ἀφύπνιση τῶν λαῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Δύσης, οἱ ὁποῖες διαδόθηκαν στὶς ἀποικίες τοῦ Νέου Κόσμου. Ἡ Ἀγγλικὴ Ἐπανάσταση (Ἐμφύλιος Πόλεμος 1642-49, «Ἔνδοξη Ἐπανάσταση» 1688-69), ἡ Ἀμερικανικὴ Ἐπανάσταση (1775-1783) καὶ ἡ Μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάσταση (1789) σηματοδοτοῦν τὴν συγκρότηση τῶν σύγχρονων δυτικῶν ἐθνοκρατῶν διαμέσου τῆς ἀνατροπῆς τῶν παλαιῶν ἀπολυταρχιῶν καὶ τῆς ἀνεξαρτητοποίησης τῶν ἀμερικανικῶν ἀποικιακῶν τους κτήσεων.

Στὶς ἐπαναστάσεις αὐτὲς ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν ἔννοια τῆς κρατικῆς ὀργάνωσης τῆς κοινωνίας τῶν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι μέσω τῆς συνταγματικῆς διακυβέρνησης μετατρέπονται σὲ πολίτες. Ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν Νέων Χρόνων διαμορφώνονται δυὸ ἀντιλήψεις περὶ ἔθνους. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ γαλλική, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ ἔθνος εἶναι ζήτημα συνειδήσεως, δηλαδὴ εἶναι μία ὑποκειμενικὴ πραγματικότητα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτη. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ βρῆκε τὴν καλύτερη ἐφαρμογὴ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία ἀποίκων ἦταν ἕνα χωνευτήρι (melting pot) λαῶν, φυλῶν, θρησκειῶν, γλωσσῶν καὶ πολιτισμῶν, ἑνωμένων μέσω τῆς καπιταλιστικῆς ἀγορᾶς καὶ συγκροτημένων σὲ ἔθνος μέσω τοῦ ἀμερικανικοῦ κράτους.

Στὸν ἀντίποδα τοῦ γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ βρέθηκε ὁ γερμανικὸς ρομαντισμός, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους δὲν προϋποθέτει τὴν φαντασία γιὰ νὰ συγκροτηθεῖ σὲ πραγματικότητα, ἀλλὰ τουναντίον ἀποτελεῖ ἕνα χειροπιαστό γεγονός, τὸ ὁποῖο συνίσταται στὴν πολιτισμικὴ κοινότητα τοῦ λαοῦ, μὲ ὑπόβαθρο τὴν φυλή, τὴν γλῶσσα καὶ τὰ ἤθη. Ὡστόσο, παρὰ τὴν οὐσιώδη διαφορά τους, οἱ δυὸ ἀντιλήψεις ἀποδέχονται τὴν λεγόμενη «ἀρχὴ τῶν ἐθνοτήτων», δηλαδὴ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ αὐτοσυνείδηση ἑνὸς συνόλου ἀνθρώπων ὅτι ἀποτελοῦν ἔθνος, ἀλλὰ τὸ ὅτι πρέπει νὰ συμπίπτει ἡ κρατικὴ ὀργάνωση μὲ τὴν ἐθνικὴ ὑπόσταση.

Ἡ «ἀρχὴ τῶν ἐθνοτήτων» εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ποὺ χαρακτηρίζει τὸ ἔθνος ὡς μορφὴ συλλογικῆς αὐτοσυνείδησης ἑνὸς λαοῦ, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸ ἐντάσσει στὴν νεωτερικότητα ὡς ἰδιαίτερη μορφὴ ταυτότητας καὶ δημιουργεῖ τὸν ἐθνικισμὸ ὡς ἰδεολογία τῆς ὑπέρτατης ἀξίας τοῦ ἔθνους-κράτους -ἀποτελεῖ δηλαδὴ μία συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη τῆς εὐρωπαϊκῆς Δύσης στὴν νεώτερη ἱστορία της. Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι γνησίως δυτικογενὴς ἰδεολογία (ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς ἰδεολογίας), ἡ ὁποία διαδόθηκε σὲ ὁλόκληρο τὸν πλανήτη μέσω τῆς ἐξάπλωσης τοῦ καπιταλισμοῦ.

Ὁ ἀστικὸς ἀτομικισμὸς τῆς Δύσης

Ἡ νεωτερικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη στηρίζεται στὴν ἀρχὴ τῆς αὐτονομίας τοῦ ὑποκειμένου, δηλαδὴ στὴν ἀναγόρευση τῆς ἀτομικῆς συνείδησης σὲ θεμέλιο τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ συνιστᾶ τὴν βιοθεωρία της ἀστικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀτόφιο προϊόν του δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς κοινωνίας ἀποτελούμενης ἀπὸ ἕνα ἄθροισμα ἰδιοτελῶν ἀτόμων (ἰδιωτῶν), ποὺ συναντῶνται στὸ πεδίο τῆς ἀγορᾶς (κοινωνία τῶν πολιτῶν) καὶ ἑνοποιοῦνται μέσω τοῦ κράτους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δημιουργεῖται μία διάσταση μεταξὺ κοινωνίας καὶ κράτους. Ἡ πολιτικὴ κοινωνία δομεῖται ὡς νομικὸ πρόσωπο, τὸ ὁποῖο βασίζεται σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο, ποὺ συνάπτεται μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀτομικῶν «ἐγώ» καὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν μεταξὺ τους ἐναρμόνιση, γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία τῆς κοινωνίας, χορηγῶντας δικαιώματα καὶ κατανέμοντας ὑποχρεώσεις μεταξὺ τῶν μελῶν της. Τὸ ἔθνος-κράτος εἶναι ὀργανικὸ συστατικό του καπιταλισμοῦ καὶ τοῦ ἀστικοῦ κράτους, τὰ ὁποία ἀποτελοῦν αὐθεντικὰ δημιουργήματα τοῦ δυτικοῦ ἀτομικισμοῦ.

Ἡ δυτική-ἀστικὴ διάσταση μεταξὺ κοινωνίας καὶ κράτους ἀντανακλᾶται στὴν διχοστασία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὴν ὁποία ἀνακήρυξε ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση μὲ τὴν «Διακήρυξη τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτη» (26 Αὐγούστου 1789), τὴν ὁποία ὁ Μὰρξ ἀπομυθοποίησε, ὑποβάλλοντάς την σὲ ἐξαντλητικὴ κριτικὴ στὸ κείμενό του «Γιὰ τὸ ἑβραϊκὸ ζήτημα» (Φεβρουάριος 1844):

«Κανένα λοιπὸν ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα δὲν ὑπερβαίνει τὸν ἐγωιστικὸ ἄνθρωπο, τὸν ἄνθρωπο ὅπως εἶναι μέλος τῆς ἀστικῆς κοινωνίας, δηλαδὴ ἕνα ἄτομο ἀναφερόμενο στὸ ἀτομικὸ συμφέρον καὶ στὴν ἀτομικὴ αὐθαιρεσία του καὶ διαχωρισμένο ἀπὸ τὴν κοινότητα. Πόρρω ἀπέχοντας ἀπὸ τὸ νὰ συλλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος ἐντὸς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ὡς ὄν γένους, ἐμφανίζεται πολὺ περισσότερο ὁ ἴδιος ὁ βίος γένους, ἡ κοινωνία, ὡς ἕνα πλαίσιο ἐξωτερικὸ πρὸς τὰ ἄτομα, ὡς περιορισμὸς τῆς πρωταρχικῆς αὐτοτέλειάς τους. Ὁ μοναδικὸς δεσμὸς ποὺ τὰ συνέχει εἶναι ἡ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ ἀτομικὸ συμφέρον, ἡ αὐτοσυντήρηση τῆς ἰδιοκτησίας τους καὶ τοῦ ἐγωιστικοῦ προσώπου τους».2

Σήμερα τὸ ἰδεολόγημα περὶ ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἔχει ἐπανέλθει στὸ προσκήνιο ὡς πρόσχημα γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν ἀνὰ τὸν κόσμο ἀμερικανικῶν ἰμπεριαλιστικῶν ἐπεμβάσεων κατὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ πλανητικοῦ τέταρτου παγκοσμίου πολέμου. Ταυτόχρονα, τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα μεθερμηνευόμενα ὡς ἀτομικὰ δικαιώματα βρίσκονται στὸν πυρῆνα τῆς σύγχρονης φιλελεύθερης ἰδεολογίας, ποὺ συνοδεύει τὴν χρηματοπιστωτικὴ παγκοσμιοποίηση τῶν ἀγορῶν, προκειμένου νὰ ἀναδείξει τὸ μεμονωμένο ἄτομο –τὸ κατεξοχὴν πολιτικὸ ὑποκείμενο τοῦ φιλελευθερισμοῦ, παλιοῦ καὶ νέου- ὡς θεμιτὸ φορέα ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ ἰδιοτελῶν συμφερόντων καὶ ὡς ἀπόλυτη ἀξία μέσα σὲ μία μαζικὴ κοινωνία, στὴν ὁποία καταλύεται κάθε ἀναφορὰ σὲ συλλογικὲς ταυτότητες.

Τὸ ἰδεῶδες τῶν παγκοσμιοποιητικῶν ἰθυνουσῶν τάξεων εἶναι ἡ διάλυση τῆς κοινωνίας καὶ ἡ μετατροπή της σὲ ἕναν ἀνθρωπολτὸ ἀτομοκρατικῶν δούλων τοῦ Κεφαλαίου, ποὺ θὰ ἐπιδίδονται στὴν ἡδονοθηρία (ἢ τὴν ἡδονοβλεψία) τῆς κατανάλωσης ἐκδηλώνοντας ἀνεμπόδιστα τὴν προσωπική τους ἀσημαντότητα, ὑπὸ τὴν μορφὴ ἀτομικῶν ἐπιλογῶν αὐτοέκφρασης -πάντοτε κατὰ τὰ πρότυπα του συστήματος, ποὺ διοχετεύονται ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἐπιταγὲς τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας. Τὸ μαζοδημοκρατικό ἄτομο εἶναι ὁ σύγχρονος αὐτάρεσκος ἠλίθιος.

Ἀσφαλῶς, ἡ παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία (μαζὶ μὲ ποικίλες ἀκροαριστερὲς της ἀπολήξεις), ὡς κατὰ παράδοση ἀριστερὴ πτέρυγα τοῦ συστήματος, ὄχι μόνο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μείνει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ παιχνίδι, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συστατικὸ καὶ ἀπαραίτητο μέρος του. Δεξιὰ καὶ Ἀριστερὰ συγχωνεύονται καὶ συνταυτίζονται ὡς πρὸς τὴν κοινή τους πίστη ὁμολογίας στὰ ἰδεώδη του σύγχρονου καπιταλισμοῦ, καταλαμβάνοντας κάθε φορὰ θέση ὡς φατρίες στὸν καταμερισμὸ ἐργασίας τοῦ συστήματος.

Ἀπὸ τὴν νεωτερικότητα στὸν φασισμὸ

Αὐτὴ ἡ ἄλυτη διάσταση μεταξὺ κοινωνίας καὶ κράτους, ἀτόμου καὶ πολίτη, ταλανίζει τὴν νεώτερη καὶ σύγχρονη ἱστορία τῆς Δύσης, ἡ ὁποία βρίσκεται συνεχῶς σὲ μία ἀγωνιώδη προσπάθεια ἐξεύρεσης μίας ἰσορροπίας μεταξὺ μερικοῦ καὶ γενικοῦ, ἀμφιταλαντευόμενη διαρκῶς μεταξὺ ἐπὶ μέρους ἑτεροτήτων ποὺ καταργοῦν τὴν καθολικότητα καὶ μίας καθολικότητας ποὺ καταργεῖ τὶς ἐπὶ μέρους ἑτερότητες. Ὁ δυτικὸς πολιτικὸς στοχασμὸς κινεῖται ἀμφίδρομα μεταξὺ μίας κοινωνίας-ἑταιρείας, στὴν ὁποία κυριαρχοῦν τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα τῶν ἰσχυροτέρων μετόχων της, καὶ μίας κοινωνίας ποὺ ἐκμηδενίζει τὸ ἄτομο ὑποτάσσοντάς το σὲ μία πολιτικὴ αὐθεντία. Ὁ ἀτομικισμὸς ἐκδηλώνεται εἴτε ὡς ἕνα ἀτομικὸ εἴτε ὡς ἕνα ὑπερατομικὸ Ἐγώ, ἐγκλωβισμένο στὴν προάσπιση τῆς δικῆς του ἀπολυτοποιημένης «ἀλήθειας».

Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς ἀπόρροια τοῦ ἀτομικιστικοῦ δυτικοῦ προτάγματος εἶναι ἡ ἐκδήλωση τοῦ ἐθνοκρατικοῦ ἐγωισμοῦ. Στὴν γαλλικὴ ἀντίληψη περὶ ἔθνους ἡ ἀτομικὴ ἀλήθεια τοῦ ἔθνους-κράτους ἐκδηλώνεται μέσω τοῦ συνταγματικοῦ κράτους (συνταγματικὸς πατριωτισμός) καὶ ἑδράζεται ἐπὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Στὴν περίπτωση τοῦ γερμανικοῦ ἐθνικισμοῦ κεντρικὸ ρόλο παίζουν ὁ ἐθνικὸς διανοούμενος ὡς ἐκφραστὴς τοῦ ἐθνικολαϊκοῦ πνεύματος καὶ ὁ ἰσχυρὸς μονάρχης ὡς θεματοφύλακας τῆς συνοχῆς τοῦ κράτους. Ἡ Γαλλία, τὴν ἐποχὴ τῆς Ἐπανάστασης, ἦταν ἤδη μία ἐπικράτεια, ποὺ ἔμενε νὰ ἀποκτήσει ἀστικὴ συγκρότηση μὲ τὴν κατάργηση τῆς διοικητικῆς δομῆς τοῦ ἀπολυταρχικοῦ καθεστῶτος καὶ τὴν δημιουργία ἑνὸς ἑνιαίου συστήματος περιφερειακῆς καὶ τοπικῆς διοίκησης ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ συνταγματικοῦ συγκεντρωτικοῦ κράτους. Τὴν ἴδια περίοδο ἡ σημερινὴ Γερμανία ἀποτελεῖτο ἀπὸ περισσότερα ἀπὸ 300 ξεχωριστὰ κράτη, δουκάτα καὶ ἐλεύθερες πόλεις, ποὺ συνδέονταν μεταξὺ τους μὲ χαλαροὺς δεσμοὺς ὡς μέρη τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους ὑπὸ τὴν ἀρχηγία τοῦ Φραγκίσκου Α΄ τῆς Αὐστρίας.

Ὁ γαλλικὸς ἐθνικισμὸς ἐκδηλώθηκε στὸ ἐσωτερικὸ μὲ τὴν Γιορτὴ τῆς Ὁμοσπονδίας (14 Ἰουλίου 1790) στὸ Παρίσι, μὲ τὴν ὁποία οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν περιοχῶν τῆς Γαλλίας ἐπισφράγισαν μὲ ὅρκο τὴν βούλησή τους νὰ ἀνήκουν στὸ γαλλικὸ ἔθνος ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἐλευθερία, τὸ σύνταγμα καὶ τὸν νόμο. Μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἑδραίωση τοῦ νέου καθεστῶτος ὁ γαλλικὸς ἀμυντικὸς ἐθνικισμὸς ἐναντίον τῶν ξένων ἀντεπαναστατικῶν στρατευμάτων, ποὺ τραγουδήθηκε μὲ τὸν Ὕμνο τῆς Μασσαλιώτιδας («Ἐμπρὸς παιδιὰ τῆς πατρίδας!»), μετετράπη ἀμέσως σε ἰμπεριαλισμὸ καὶ σωβινισμό. Ὁ Ναπολέων ἀναγορεύθηκε σὲ αὐτοκράτορα καὶ ἐπίδοξο ἡγεμόνα τῆς Εὐρώπης ἐν ὀνόματι τῆς διαρκοῦς ἐπανάστασης τοῦ συνταγματικοῦ πατριωτισμοῦ.

Στὴν Γερμανία ἡ ἀδυναμία ἐθνικῆς ἑνοποίησης ἀντισταθμίσθηκε ἀπὸ τὴν διανοητικὴ ἐξιδανίκευση τοῦ πρωσικοῦ κράτους καὶ τῆς ἱστορικῆς ἀποστολῆς τοῦ γερμανικοῦ ἔθνους. Ὁ φιλόσοφος Γκέοργκ Χέγκελ, μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες φυσιογνωμίες τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας, ἐπανάφερε στὸ ἐπίκεντρο τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ διαλεκτικὴ οἰκοδομῶντας ἕνα πλῆρες φιλοσοφικὸ σύστημα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἱστορία ἀποτελεῖ τὴν ἐκκοσμίκευση τοῦ Ἀπόλυτου Πνεύματος, δηλαδὴ τῆς Ἰδέας τοῦ Θεοῦ. Στὴν πολιτικὴ του φιλοσοφία ὁ Χέγκελ ἀποθέωσε τὸ Κράτος χαρακτηρίζοντάς το ὡς «θεία Ἰδέα στὴν Γήινη ὕπαρξή της» καί δηλώνοντας ἀπερίφραστα ὅτι «ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του στὸ Κράτος».

Ὁ Χέγκελ στὸ σύστημά του περιγράφει λεπτομερῶς τὴν κατάβαση τῆς Ἀπόλυτης Ἰδέας στὸ ἐπίπεδο τῆς Ἱστορίας, ἡ ὁποία ἐνσαρκώνεται κάθε φορὰ στὸν πολιτισμὸ ἑνὸς λαοῦ ἀναθέτοντάς του τὴν ἑκάστοτε ἱστορική του ἀποστολή. Καθὼς θεωροῦσε ὅτι στὴν ἐποχὴ του αὐτὸν τὸν ρόλο τὸν ἔχει ἀναλάβει ἡ πατρίδα του, ἡ Πρωσία, προέβη σὲ μία δήλωση πού, ἄθελά του, θὰ ἀποτελέσει ἴσως τὴν καλύτερη δυνατὴ φιλοσοφικὴ δικαίωση τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ:

«Τὸ παγκόσμιο πνεῦμα, κατὰ τὴν προοδευτική του πορεία, ἀναθέτει σὲ κάθε λαὸ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιτελέσει τὴ δική του ἀποκλειστικὴ ἀποστολή. Ἔτσι στὴν παγκόσμια ἱστορία κάθε ἔθνος εἶναι μὲ τὴ σειρὰ του κυρίαρχο γι’ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ (καὶ μία τέτοια ἐποχὴ ἔρχεται μόνο μία φορᾶ). Ἀπέναντι σ’ αὐτὸ του τὸ ἀπόλυτο δικαίωμα νὰ εἶναι ὁ φορέας τῆς παρούσης φάσης ἀνάπτυξης τοῦ παγκόσμιου πνεύματος τὰ πνεύματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν δὲν ἔχουν κανένα ἀπολύτως δικαίωμα καὶ δὲν λογαριάζονται πιὰ στὴν παγκόσμια ἱστορία, τὸ ἴδιο ὅπως καὶ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα ποὺ ὁ καιρὸς τους πέρασε».3

Ὁ γαλλικὸς δημοκρατικὸς ἐθνικισμὸς ὑποστήριξε ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι μία ὑποκειμενικὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸ συνταγματικὸ κράτος. Στὸ πλαίσιο τοῦ γερμανικοῦ ἐθνικισμοῦ ὁ Χέγκελ ἐξιδανίκευσε τὸ κράτος ἀποδίδοντάς του θεϊκὴ καταγωγὴ καὶ ἀπέδωσε στὸ ἔθνος ποὺ εἶναι ἐκπρόσωπος τοῦ «παγκόσμιου πνεύματος» ἀπόλυτη μονοκρατορία ἔναντι τῆς ὁποίας τὰ πνεύματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν «δὲν εἶχαν κανένα ἀπολύτως δικαίωμα». Ἡ μεταγενέστερη σύνθεση αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων κατέληξε στὸν ἰταλικὸ φασισμό.

Ὁ Μπενίτο Μουσολίνι καὶ ὁ χεγγελιανισμός φιλόσοφος Τζιοβάνι Τζεντίλε συνέγραψαν τὸ μανιφέστο μὲ τίτλο «Τὸ δόγμα τοῦ φασισμοῦ» (1932), στὸ ὁποῖο ἐκτίθενται οἱ ἀρχὲς τῆς φασιστικῆς ἰδεολογίας. Ἐκεῖ ἐξυμνεῖται ὁ ὁλοκληρωτικὸς κρατισμός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ φασισμοῦ, μὲ τὴν ρήση: «Τὰ πάντα γιὰ τὸ κράτος, τίποτε ἐναντίον τοῦ κράτους, τίποτε ἐκτὸς τοῦ κράτους».4

Ὁ φασισμὸς ἀποδέχεται τὴν θεμελιώδη ἰδέα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης περὶ λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ ἀπορρίπτει τὴν κοινοβουλευτική της μορφή. Στὴν πραγματικότητα, ὁ φασισμὸς θεωρεῖ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸ κράτος δὲν εἶναι κἄν κράτος, ἐφόσον δὲν ἵσταται ὑπεράνω τῶν ἀτομικῶν βουλήσεων, γνωμῶν καὶ συμφερόντων καὶ δὲν συγκροτεῖται ὡς ἰδιαίτερη αὐτόνομη ὀντότητα. Γιὰ τὸν φασισμὸ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι μία ἀπόλυτη δικτατορία, μία ὁλοκληρωτικὴ κυριαρχία τοῦ κράτους, στὴν ὁποία ὁ ἡγέτης ἐκφράζει τὴν «γενικὴ βούληση» τοῦ λαοῦ ὡς ἄμεση ἀντανάκλαση τοῦ ἑαυτοῦ του, δίχως ἐνδιάμεσα ὄργανα ἀντιπροσώπευσης.

Στὸ ἴδιο μανιφέστο τὸ κράτος θεωρεῖται δημιουργός του ἔθνους, ἀφοῦ τὸ φασιστικὸ κράτος ἐπιδιώκει νά ἀπορροφήσει τήν κοινωνία καὶ νὰ τὴν θεσμίσει κατὰ τρόπο ὁλοκληρωτικό. Τὸ κράτος δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὴ ἐκδήλωση τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ἀπεναντίας τὸ ἔθνος ἀπορρέει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κράτος:

«Δίχως τὸ κράτος δὲν ὑπάρχει ἔθνος. Ὑπάρχουν, ἁπλῶς, ἀνθρώπινες συνωμαδώσεις, ὑποκείμενες σὲ διασπάσεις ποὺ ἡ ἱστορία μπορεῖ νὰ τὶς καταφέρει»5

«τὸ ἔθνος δημιουργεῖται ἀπὸ τὸ κράτος, τὸ ὁποῖο δίνει στὸν λαό, ποὺ δὲν ἔχει συναίσθηση τῆς ἠθικῆς του ἑνότητας, μία κοινὴ θέληση καὶ ἑπομένως τὸ κάνει νὰ ὑπάρχει στὴν πράξη».6

Οἱ φραγκοπασαλειμένοι Νεοέλληνες ἀριστεροὶ διανοούμενοι, ποὺ ἀναγορεύουν τὸ ἔθνος σὲ πολιτικὴ κατασκευή, θεωρῶντας τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος πρόσφατο δημιούργημα τοῦ νεοελληνικοῦ κρατιδίου, οὔτε κἄν φαντάζονται τὴν φασιστικὴ προέλευση μίας ἄποψης ποὺ τὴν λανσάρουν ὡς τὸ ἀπαύγασμα τῆς προοδευτικότητας.

Μαρξισμὸς καὶ ἔθνος

Ὁ μαρξισμὸς εἶναι τὸ ἐπαναστατημένο τέκνο τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἀφοῦ ἐνστερνίσθηκε τὰ ἰδεολογήματα τῶν Νέων Χρόνων, τὰ ἔστρεψε ἐναντίον τοῦ φιλελευθερισμοῦ ἀναγγέλλοντας τὴν νομοτελειακὴ πρόοδο τῆς ἱστορίας πρὸς τὸν κομμουνισμό. Ἀπέναντι στὸ ἐθνικὸ ζήτημα υἱοθέτησε τὴν ἀστικὴ ἀντίληψη περὶ ἔθνους, ποὺ συναρτᾶ τὸ ἔθνος μὲ τὸ ἐθνικὸ κράτος, προσθέτοντας τὸν οἰκονομικὸ παράγοντα ὡς καθοριστικὸ γιὰ τὴν συγκρότησή του. Ὁ μαρξισμὸς ἀντιμετωπίζει τὸ ἔθνος ὡς μέσον ποὺ μπορεῖ (ἢ δὲν μπορεῖ) νὰ χρησιμοποιηθεῖ πρὸς ὄφελος τοῦ σοσιαλισμοῦ. Ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Ἔνγκελς πραγματεύτηκαν τὸ ἐθνικὸ ζήτημα ἀποκλειστικὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη καὶ δὲν προέβησαν σὲ μία ἑρμηνεία τοῦ ἐθνικοῦ φαινομένου.

Ὁ νεαρὸς Στάλιν, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν μαθητὴς τοῦ Λένιν στὴν Βιέννη, σὲ ἕνα φυλλάδιο ποὺ ἔγραψε ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1913, μὲ τίτλο «Ὁ μαρξισμὸς καὶ τὸ ἐθνικὸ ζήτημα», διατύπωσε ἕναν ὁρισμὸ γιὰ τὸ ἔθνος ὁ ὁποῖος ἀργότερα θὰ ἐπικρατήσει πλήρως ἐντὸς τοῦ κομμουνιστικοῦ κινήματος. Σύμφωνα μὲ αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τὰ ἔθνη προέκυψαν ἀπὸ τὶς ἀστικὲς ἐπαναστάσεις τοῦ 18ου καὶ τοῦ 19ου αἰῶνα, καὶ συνεπῶς εἶναι δημιουργήματα τοῦ καπιταλισμοῦ:

«Τὸ ἔθνος δὲν εἶναι ἁπλὰ μία ἱστορικὴ κατηγορία, μὰ ἱστορικὴ κατηγορία μίας ὁρισμένης ἐποχῆς, τῆς ἐποχῆς τοῦ καπιταλισμοῦ ποὺ βρίσκεται σὲ ἄνοδο. Τὸ προτσὲς γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῆς φεουδαρχίας καὶ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι ταυτόχρονα καὶ προτσὲς γιὰ τὴ συγκρότηση τῶν ἀνθρώπων σὲ ἔθνος. Ἔτσι π.χ. ἔγινε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη. Οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Γερμανοί, οἱ Ἰταλοὶ καὶ ἄλλοι, συγκροτήθηκαν σὲ ἔθνος στὸ διάστημα τῆς νικηφόρας πορείας τοῦ καπιταλισμοῦ ποὺ θριάμβευε ἐνάντια στὸ φεουδαλικὸ τεμαχισμό. Ὁ σχηματισμὸς ὅμως τοῦ ἔθνους ἐκεῖ σήμαινε καὶ τὴ μετατροπὴ τους ἐπίσης σὲ αὐτεξούσια κράτη. Τὸ ἀγγλικό, τὸ γαλλικὸ καὶ ἄλλα ἔθνη, εἶναι σύγκαιρα καὶ τὸ ἀγγλικὸ κλπ. κράτη».7

Ὁ σταλινικὸς ὁρισμὸς γιὰ τὸ ἔθνος ὡς κοινωνιολογικὴ κατηγορία τῆς ἐποχῆς τοῦ καπιταλισμοῦ ἀποτέλεσε ἀδιαφιλονίκητο κομμουνιστικὸ δόγμα, σὲ τέτοιον βαθμὸ ὥστε ὁ ἐπαναστάτης-διεθνιστὴς τροτσκιστὴς Ἆγις Στίνας (Σπύρος Πρίφτης) νὰ γράψει ὑπὸ μορφὴν αὐτονόητης ἀλήθειας:

«Τὸ ἔθνος εἶναι κι αὐτὸ δημιούργημα τῆς Ἱστορίας ὅπως ἡ φυλή, τὸ γένος, τὸ ἄστυ. Ἐκπληρώνει μία ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐξαφανιστεῖ ἀφοῦ τὴν ἐκπληρώσει. Ὁ ταξικὸς φορέας αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς Ὀργάνωσης εἶναι ἡ ἀστικὴ τάξη. Τὸ ἔθνος κράτος εἶναι τὸ ἀστικὸ κράτος. Τὸ ἱστορικὰ προοδευτικὸ ἔργο τοῦ ἔθνους εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἱστορικὰ προοδευτικὸ ἔργο τοῦ καπιταλισμοῦ: ἡ δημιουργία μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῶν ὑλικῶν προϋποθέσεων γιὰ τὸν σοσιαλισμό».8

Ὁ οἰκονομικὸς προσδιορισμὸς τοῦ ἔθνους δὲν προσέθεσε τίποτα θετικὸ στὴν μελέτη τοῦ ἐθνικοῦ φαινομένου, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐνέτεινε τὴν γενικότερη σύγχυση στὸν χῶρο τῶν ἐργατικῶν κομμάτων, τὰ ὁποία, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Ἔνγκελς, σκοντάφτουν μονίμως πάνω στὸ ἐθνικὸ ζήτημα.

Ὁ Στίνας ὑπῆρξε ὁ χαρακτηριστικὸς ἐγχώριος ἐκπρόσωπος μίας γενιᾶς ἐπαναστατῶν μαρξιστῶν, ποὺ μέσα στὴν φρίκη τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παρέμεινε πιστὴ στὰ διεθνιστικά της ἰδεώδη ἀγωνιζόμενη ὁλότελα κόντρα στὸ ρεῦμα ἐναντίον ὅλων καὶ παίζοντας τὸ κεφάλι της κορώνα-γράμματα γιὰ νὰ ἑνώσει τοὺς ἀλληλοσφαζόμενους προλετάριους στὴν ὑπόθεση τῆς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης σὲ ἕναν πόλεμο ἀνάμεσα σὲ ἰμπεριαλιστικὰ μπλόκ. Δυστυχῶς, ἡ ἱστορία δὲν τὸν δικαίωσε. Τόσο τὸ χειρότερο γιὰ τὴν ἱστορία! Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ μαρξισμοῦ ἀπὸ τὸν κομμουνιστικὸ διεθνισμὸ στὸν νεοφιλελεύθερο ἐθνομηδενισμό.

Νεομαρξισμὸς καὶ ἐθνομηδενισμὸς

Μετὰ τὴν διάλυση τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλὸκ καὶ τὴν κατάρρευση τῆς ΕΣΣΔ ἡ σοσιαλδημοκρατικοποιημένη Ἀριστερὰ τῆς Δύσης ἐγκολπώθηκε τὰ ἰδεώδη τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ μετετράπη σὲ ἰδεολογικό της στυλοβάτη. Ἔτσι, ἡ πάλαι ποτὲ Ἀριστερὰ ἐγκατέλειψε κυνικὰ τὸ ἔδαφος τῆς ἐργατικῆς ταξικῆς πάλης γιὰ νὰ γίνει ἡ παράταξη τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ ὁ ὀλετῆρας τῶν συλλογικῶν ταυτοτήτων μὲ αἰχμὴ τὸν ἐθνομηδενισμό.

Ἡ παλιὰ σταλινικὴ ἀντίληψη περὶ ἔθνους ὡς ἐπιγέννημα τῆς μετάβασης ἀπὸ τὴν φεουδαρχία στὸν καπιταλισμό, ἂν καὶ ἐσφαλμένη, προσέδιδε τουλάχιστον ἕνα θετικὸ πρόσημο στὸ ἔθνος, ἀφοῦ ὁ καπιταλισμὸς θεωρεῖτο ἐξελικτικὰ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν φεουδαλισμὸ καὶ ἀποτελοῦσε τὴν ἀναγκαία προϋπόθεση γιὰ τὸν σοσιαλισμό. Ἐπίσης, ἡ ἀντίληψη τοῦ Στάλιν (καὶ στὴν πραγματικότητα, τοῦ Λένιν) εἶχε διατυπωθεῖ γιὰ νὰ ὑποστηρίξει θεωρητικὰ τὴν τακτικὴ τῶν Μπολσεβίκων στὸ ἐθνικὸ ζήτημα, ἡ ὁποία ὑποστήριζε τὴν ἀπελευθέρωση τῶν ἐθνῶν ποὺ ἦταν ὑπόδουλα στὴν τσαρικὴ ἀπολυταρχία. Ἔτσι, ἡ θέση τῶν Μπολσεβίκων ἦταν διεθνιστικὴ καὶ ὄχι ἐθνομηδενιστική.

Μὲ τὴν ἔλευση τῆς Ἀριστερᾶς στοὺς κόλπους τῆς νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ ἀποδομήσει τὶς ἐθνικὲς ταυτότητες πρὸς ὄφελος τῆς παγκόσμιας ἡγεμονίας τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ κεφαλαίου, διατηρήθηκε ὁ πυρῆνας τῆς παλιᾶς ἀντίληψης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ ἔθνος εἶναι ἕνα φαντασιακὸ φαινόμενο ποὺ ὀφείλει τὴν κατασκευὴ του στὸ ἐθνικὸ κράτος, προκειμένου νὰ δικαιολογήσει τὴν διάλυση τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος τώρα ὡς, ὑποτίθεται, νεώτατη πολιτικὴ κατασκευὴ ἀποτελεῖ ἕνα πρόσφατο καὶ βραχὺ φαινόμενο, τὸ ὁποῖο γεννᾶ μισαλλοδοξία καὶ σωβινισμό, καὶ ἄρα θὰ πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ πρὸς ὄφελος μίας παγκόσμιας κοινότητας.

Μία ἀπὸ τὶς πλέον χαρακτηριστικὲς ἐκφράσεις αὐτοῦ τοῦ μεταμοντέρνου νεομαρξισμοῦ εἶναι οἱ ἀπόψεις τοῦ ἱστορικοῦ Ἔρικ Χομπσμπάουμ γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ μακροβιότερα ἔθνη, τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Σὲ συνέντευξή του στὸν νεοφιλελεύθερο δημοσιογράφο Τάκη Μίχα ὁ Χομπσμπάουμ δηλώνει θρασέως τὰ ἑξῆς:

«Ἡ ἔννοια ἑνὸς ἑλληνικοῦ ‘ἔθνους’ εἶναι ἀσφαλῶς μία πολὺ σύγχρονη ἰδέα. Δὲν ὑπῆρχε στὴν κλασσικὴ ἀρχαιότητα. Δὲν ὑπῆρχε τὴν περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Δὲν ὑπῆρχε στὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία – τὸ Βυζάντιο, παρὰ τὴ γλῶσσα του, ἦταν μία ρωμαϊκὴ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία. Ἐπίσης στὸν πόλεμο τῆς ἀνεξαρτησίας οἱ Ἕλληνες δὲν πολέμησαν ἐναντίον τῶν Τούρκων ὡς «Ἕλληνες» ἐναντίον «Τούρκων». Πολέμησαν ὡς Χριστιανοὶ ἐναντίον ‘μουσουλμάνων’ -πολέμησαν ὡς Ρωμιοί, ὄχι ὡς ‘Ἕλληνες’. Φυσικὰ μιλοῦσαν ἑλληνικὰ -ἂν καὶ ὄχι ὅλοι τους. [… ] Διότι, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι σχετικὰ πρόσφατα καὶ σχετικὰ τεχνητὰ δημιουργήματα. Αὐτὸ ἰσχύει, ὅπως εἶπα, καὶ γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν 19ο αἰῶνα».9

Ὡς πρὸς τὰ παραπάνω εἶναι φανερὴ ἡ δυτικὴ ταύτιση τοῦ ἔθνους μὲ τὸ ἔθνος-κράτος. Κατὰ τὸν Χομπσμπάουμ , ἐφόσον ἑλληνικὸ ἔθνος-κράτος δὲν ὑπάρχει παρὰ μονάχα ἀπὸ τὸν 19ο αἰῶνα, «ἡ ἔννοια ἑνὸς ἑλληνικοῦ «ἔθνους» εἶναι ἀσφαλῶς μία «πολὺ σύγχρονη ἰδέα». Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν συγκροτήθηκαν σὲ ἑνιαῖο κράτος παρὰ μόνο πολὺ πρόσφατα, δὲν σημαίνει διόλου ὅτι δὲν ἦσαν ἔθνος καθ’ ὅλο τὸ διάστημα τῆς προηγούμενης ἱστορίας τους. Σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Βρετανοῦ μαρξιστῆ ἱστορικοῦ, οἱ Ἕλληνες εἶναι ἕνα εἶδος Πορτορικανῶν τῶν Βαλκανίων, ποὺ θὰ πρέπει νὰ ὀφείλουν τεράστια εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἐθνική τους ὑπόσταση στὸν ἀγγλικὸ ἰμπεριαλισμό, ποὺ μεσολάβησε γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ σύγχρονου νεοελληνικοῦ κρατιδίου.

Τὸ ἀνησυχητικό, βέβαια, δὲν εἶναι οἱ ἀνοησίες αὐτοῦ τοῦ φορέα τῆς βρετανικῆς αὐτοκρατορικῆς ὑπεροψίας, ἀλλὰ οἱ ἐγχώριοι «προοδευτικοί» διανοούμενοι Γραικύλοι, ποὺ τὶς χειροκροτοῦν καὶ τὶς διαδίδουν ἐν μέσῳ μίας νεοελληνικῆς κοινωνίας ποὺ φαίνεται νὰ βρίσκεται σὲ καθολικὴ ἀφασία.

Ἡ πιὸ πρόσφατη «καινοτομία» τῶν ἀποδομητῶν τῶν συλλογικῶν ταυτοτήτων εἶναι ἡ ἀποδόμηση τοῦ φύλου –τῆς πρωταρχικῆς μορφῆς ἀνθρώπινης ταυτότητας. Δὲν εἴμαστε λοιπὸν μοναχὰ κατὰ φαντασίαν Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ κατὰ φαντασίαν ἄνδρες καὶ γυναῖκες!

Ἔθνος καὶ Διεθνισμὸς

Ὁ ἐθνικισμὸς καὶ ὁ διεθνισμὸς ἔχουν ὡς κοινὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ ἔθνος ὡς ἔθνος-κράτος. Ἐνῶ ὁ ἐθνικισμὸς θεωρεῖ τὸ ἔθνος ὡς τὴν ὕψιστη πολιτικὴ ἀξία, ὁ διεθνισμὸς τὸν ὑπερβαίνει, χωρὶς ὡστόσο νὰ τὸν ἀκυρώνει, προτάσσοντας ἕναν ἑνοποιητικὸ παράγοντα μεταξὺ τῶν ἐθνῶν. Ἐπειδὴ ὁ ἐθνικισμὸς γεννιέται μὲ τὴν δημιουργία τοῦ ἐθνοκράτους, τὸ νόημα τοῦ διεθνισμοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν σημασία ποὺ προσλαμβάνει κάθε φορὰ ὁ ἐθνικισμός, ἀφοῦ τὸ διεθνὲς προϋποθέτει καὶ περιλαμβάνει ἀναγκαστικὰ τὸ ἐθνικό. Ἔτσι, ὑπάρχει μία διαλεκτικὴ σχέση μεταξὺ ἐθνικισμοῦ καὶ διεθνισμοῦ, οὕτως ὥστε τὸ ἐθνικὸ καὶ τὸ διεθνὲς νὰ συνυπάρχουν καὶ ὄχι νὰ ἀλληλοαποκλείονται. Ὁ διεθνισμὸς προβάλλει τὸν ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ τὴν ἰσότιμη συνεργασία μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῇ βάσει μίας κοινότητας χαρακτηριστικῶν γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς κοινοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὸ ποὺ γεννᾶ τὴν διάσταση καὶ τὸν ἀμοιβαῖο ἀποκλεισμὸ μεταξὺ ἐθνικοῦ καὶ διεθνοῦς δὲν εἶναι ὁ ἐθνικισμὸς ἢ ὁ διεθνισμός, ἀλλὰ οἱ παρεκκλίσεις τους: ἀφενός, ὁ σωβινισμὸς καὶ ὁ ἰμπεριαλισμός, καὶ ἀφετέρου ὁ κοσμοπολιτισμὸς καὶ ὁ ἐθνομηδενισμός. Σήμερα, ὁ ἐθνικισμὸς ἑρμηνεύεται λανθασμένα σὰν σωβινισμὸς καὶ ὁ διεθνισμός, ἐξίσου λανθασμένα, σὰν ἐθνομηδενισμός.

Ὁ ἐθνικισμὸς καὶ ὁ διεθνισμὸς εἶναι γνήσια τέκνα τοῦ ἀστικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐνῶ ὁ ἐθνικισμὸς ἀναφέρεται στὸν ἐθνοκρατισμό, στὸ αἴτημα δημιουργίας ἐθνικοῦ κράτους, ὁ διεθνισμὸς ἐπεκτείνεται στὴν δημιουργία ἑνὸς διεθνοῦς συστήματος συνύπαρξης καὶ σύμπραξης μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴν παγκόσμια εἰρήνη καὶ τὴν εὐημερία τους. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη δὲν προκύπτει ἐδῶ ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ ὑπόσταση τῶν ἀνθρώπων ὡς μελῶν τοῦ ἰδίου εἴδους ἢ ὡς τέκνων τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τίθεται ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπὸ τὴν δημιουργία μίας παγκόσμιας ἀγορᾶς στὴν ἀστικὴ ἐποχή.

Στὸ «Κομμουνιστικὸ Μανιφέστο» ὁ Μὰρξ περιέγραψε προφητικὰ τὴν λογική τῆς ἐξέλιξης τοῦ καπιταλισμοῦ: «Ἡ ἀστικὴ τάξη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χωρὶς νὰ ἐπαναστατικοποιεῖ διαρκῶς τὰ ἐργαλεῖα παραγωγῆς, συνεπῶς τὶς σχέσεις παραγωγῆς, συνεπῶς ὅλες τὶς κοινωνικὲς σχέσεις. Ἀντιθέτως, ἡ ἀμετάβλητη διατήρηση τοῦ παλαιοῦ τρόπου παραγωγῆς ἦταν ὁ πρῶτος ὅρος ὕπαρξης ὅλων τῶν προηγουμένων βιομηχανικῶν τάξεων. Ἡ διαρκὴς ἀνατροπὴ τῆς παραγωγῆς, ὁ ἀδιάκοπος συγκλονισμὸς ὅλων τῶν κοινωνικῶν καταστάσεων, ἡ αἰώνια ἀνασφάλεια καὶ κίνηση διακρίνει τὴν ἀστικὴ ἐποχὴ ἀπὸ ὅλες τὶς προηγούμενες».10

Ἡ ἀπεριόριστη τάση ἀνάπτυξης καὶ ἐπέκτασης τοῦ κεφαλαίου ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ἑνοποίηση τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς καὶ καταλήγει στὴν δημιουργία μίας διεθνοῦς ἀγορᾶς, ἀφοῦ «ἡ ἀνάγκη γιὰ μία διαρκῶς ἐπεκτεινόμενη διάθεση τῶν προϊόντων της κυνηγᾶ παντοῦ τὴν ἀστικὴ τάξη σὲ ὅλη τὴν ὑφήλιο. Πρέπει νὰ φωλιάσει παντοῦ, νὰ οἰκοδομήσει παντοῦ, νὰ ἀποκτήσει παντοῦ συνδέσεις».11

Ἡ παγκοσμιοποίηση τῆς παραγωγῆς, τῶν ἐπικοινωνιῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου θέτουν τὸ ζήτημα τῆς ρύθμισης τῶν διακρατικῶν σχέσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατανομῆς τῶν διεθνῶν πόρων. Ὁ διεθνισμὸς προέβαλε μία διττὴ λύση γιὰ τὴν εἰρηνικὴ διευθέτηση τοῦ προβλήματος προτάσσοντας ἕνα σύστημα διεθνῶν σχέσεων τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιλύσει ἱκανοποιητικὰ γιὰ ὅλους τὸ ζήτημα τῆς παγκόσμιας κατανομῆς χωρὶς τὴν προσφυγὴ στὸν πόλεμο: τὸ ἐμπόριο ἢ τὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Οἱ δυὸ λύσεις, παρ’ ὅλο ποὺ ἀναφέρονται σὲ διαφορετικοὺς κοινωνικοὺς πρωταγωνιστὲς (τὴν φιλελεύθερη ἀστικὴ τάξη καὶ τὸ προλεταριάτο ἀντίστοιχα) προϋποθέτουν ἀμφότερες τὴν δυνατότητα ἀπορρόφησης τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τὴν οἰκονομία.

Στὴν πρώτη περίπτωση, ἡ κατάργηση τῶν πολέμων ὑποτίθεται ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ τὴν αὐθόρμητη ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων ἀνὰ τὴν ὑφήλιο διαμέσου ἰσότιμων καὶ ἄρα ἀμοιβαία ἐπωφελῶν ἀνταλλαγῶν. Στὴν δεύτερη περίπτωση, ἡ παγκόσμια οἰκονομία θὰ ἐπέφερε τὴν δημιουργία μίας παγκόσμιας τάξης, τῆς τάξης τοῦ προλεταριάτου, ἡ ὁποία θὰ ἀνέτρεπε τὸν καπιταλισμὸ καὶ θὰ καταργοῦσε ἀναγκαστικὰ τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἄρα καὶ τὴν ταξικὴ ἐκμετάλλευση, ἀφοῦ δὲν διέθετε ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν μέσων παραγωγῆς. Ἡ διάψευση καὶ τῶν δυὸ ἐναλλακτικῶν λύσεων καταδεικνύει τὴν ἀνεπάρκεια τῶν κοινωνικῶν τους φορέων νὰ δημιουργήσουν μία παγκόσμια εἰρηνικὴ κοινωνία. Ἡ διεξαγωγὴ τοῦ παγκόσμιου ἐμπορίου καθιστὰ κατὰ καιροὺς ἀναγκαία τὴν χρήση τοῦ πολέμου, ἐνῶ τὸ προλεταριάτο ἀποδείχθηκε ὅτι πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι μία παγκόσμια τάξη, ὄχι ὡς κατηγορία τῆς κοινωνιολογίας ἀλλὰ ὡς πολιτικὸ ὑποκείμενο (ὅπως δηλαδὴ τὸ ἀντιλαμβανόταν ὁ μαρξισμός). Ἔκτοτε τὸ διεθνιστικὸ πρόταγμα παραμένει τραγικὰ ἐκκρεμές.

Τὸ παγκόσμιο ἐμπόριο, ποὺ θὰ ἔφερνε τάχα τὴν εἰρήνη, κατέληξε σὲ δυὸ παγκοσμίους πολέμους, στοὺς ὁποίους οἱ προλετάριοι τάχθηκαν μὲ τὸ μέρος τῶν ἀστικῶν τους κρατῶν, ἐνῶ μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση ὁ μαρξισμός-λενινισμὸς ἔγινε ἡ ἰδεολογία τοῦ ρωσικοῦ ἐθνικισμοῦ, ὑπὸ τὴν μορφὴ τῆς σοβιετικῆς αὐτοκρατορίας. Σήμερα ἡ κρίση τῆς χρηματοπιστωτικῆς παγκοσμιοποίησης φαίνεται νὰ ἐνδυναμώνει τὶς ἐθνικιστικὲς τάσεις, ἐνῶ ἡ ἱστορικὴ ἧττα τοῦ πάλαι ποτὲ προλεταριακοῦ διεθνισμοῦ φέρνει τὶς μάζες τῶν χαμηλόμισθων καὶ τῶν ἀνέργων στοὺς κόλπους ἐθνικιστικῶν καὶ ταυτοτικῶν δυνάμεων καὶ κινημάτων.

Τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος

Ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπὸ τὴν Δύση σὲ ὁλόκληρο τὸν πλανήτη, μέσω τῆς ἀποικιοκρατίας καὶ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ, εἶχε τόσο μεγάλη ἐπιτυχία ὥστε οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου νὰ βλέπουν τὸν ἑαυτὸ τοὺς παραμορφωμένο, μὲ τὰ μάτια ποὺ ἔβλεπαν τὸν ἑαυτὸ τοὺς οἱ Εὐρωπαῖοι τῆς Δύσης. Ἡ πλανητικὴ διάδοση τοῦ καπιταλισμοῦ, ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δημιουργία μίας διεθνοῦς ἀγορᾶς, ἐξώθησε τὰ ἔθνη νὰ συγκροτηθοῦν σὲ ἀνεξάρτητα κράτη προκειμένου νὰ συμμετάσχουν μὲ ἐπωφελεῖς ὅρους σὲ μία παγκόσμια κοινωνία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δυσχέρανε ἀφάνταστα τοὺς ἐπιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἔθνους, καθὼς τὰ νέα ἔθνη-κράτη ἔπρεπε νὰ κατηγοριοποιηθοῦν μὲ βάση τὶς νεωτερικὲς θεωρίες περὶ ἔθνους, ἀνεξαρτήτως τῆς δικῆς τους ὡριμότητας καὶ ἰδιοπροσωπίας. Ὁ δυτικοευρωπαϊκὸς ἐθνοκρατισμὸς (ἐθνικισμός) ἀπηχεῖ τὴν ἰδιαίτερη μορφὴ τῆς ἐθνικῆς συνειδητοποίησης τῶν λαῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Δύσης, τὸν εἰδικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ λαοὶ αὐτοὶ μετατρέπονται σὲ ἔθνη, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἕνα διεθνὲς πρότυπο.

Ἐνῶ οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Γερμανοὶ ἔφθασαν στὸ στάδιο τῆς ἐθνικῆς τους ἀφύπνισης τὸν 18ο αἰῶνα μ.Χ., δὲν συμβαίνει ἀσφαλῶς τὸ ἴδιο μὲ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ ἀποτελοῦν ἔθνος μὲ ἐθνικὴ συνείδηση ἐδῶ καὶ τουλάχιστον 30 αἰῶνες! Τὴν πλέον σαφῆ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα τῶν Ἑλλήνων τὴν συναντοῦμε ἤδη στὸν Ἡρόδοτο, μὲ τὸν περίφημο μεστὸ ὁρισμὸ ποὺ δίνει γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος: «Τὸ ἑλληνικὸν (ἔθνος) ἔχει τὸ ἴδιο αἷμα καὶ τὴν ἴδια γλῶσσα καθὼς καὶ κοινὰ ἱερά, κοινὲς θυσίες καὶ ὅμοια ἤθη».12

Ὁ Ἡρόδοτος ἐδῶ δὲν δίνει μονάχα ἕναν ὁρισμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους γενικὰ ὁρίζοντάς το ὡς μία κοινότητα ἀνθρώπων ποὺ τοὺς χαρακτηρίζει τὸ ὅμαιμον, τὸ ὁμόθρησκον, τὸ ὁμόγλωσσον καὶ τὸ ὁμότροπον. Οἱ μελετητὲς ποὺ προσπαθοῦν νὰ προσδιορίσουν ἀντικειμενικὰ τὸ ἔθνος προτάσσουν αὐτὰ τὰ τέσσερα κριτήρια (καταγωγή, θρησκεία, γλῶσσα, ἤθη). Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖται ἀπὸ τὴν πρόταξη ἢ τὴν παράλειψη ἑνὸς ἀπὸ αὐτά, ἐφόσον ἀποτελοῦν κατεξοχὴν κριτήρια τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἐν γένει. Ὅσο περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα διαθέτει ἕνα ἔθνος, τόσο πληρέστερο εἶναι. Στὴν περίπτωση ὅμως τῶν Ἑλλήνων τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι συνολικά, μόνιμα καὶ διαχρονικά, παρὰ τὴν φυσιολογικὴ ἐξέλιξή τους, εἰδικὰ σὲ μία τόσο μακρὰ ἱστορία.

Τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, ἑπομένως, εἶναι μία ὁμάδα ἀνθρώπων μὲ κοινὴ φυλετικὴ καταγωγή, κοινὴ θρησκεία, κοινὴ γλῶσσα καὶ κοινὰ ἤθη καὶ ἔθιμα. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἄλλωστε, τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἔχουν μία κοινὴ οὐσιώδη θέαση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τοῦ κόσμου. Ἐπιπλέον, ὁ κοινὸς γεωγραφικὸς τόπος διαμονῆς συμπεριλαμβάνεται στὴν ἴδια τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης «ἔθνος», ποὺ εἶναι λέξη ἀμιγῶς ἑλληνική.13 Οἱ Ἕλληνες ἑπομένως, ἔχοντας συνείδηση τῆς ἐθνικότητάς τους ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἐτῶν, δὲν ἔχουν καμία ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς νεωτερικοὺς ὁρισμοὺς τῶν Εὐρωπαίων Δυτικῶν, καθότι ἐπὶ δυόμιση τουλάχιστον χιλιετίες (ἡ λέξη «ἔθνος» ἀπαντᾶται ἤδη στὸν Ὅμηρο) εἶναι ἕνα πλῆρες ἔθνος καὶ ἔχουν πλήρη ἐπίγνωση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ σὲ ὁλόκληρη τὴν μακροβιότατη ἱστορική τους πορεία.

Ἑλληνισμὸς καὶ ἑλλαδισμὸς

Τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου (8ος αἰῶνας π.Χ.) ἕως τὸ 1827 μ.Χ. δὲν διέθετε δικό του ἐθνικὸ κράτος. Κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀρχαιότητας ζοῦσε σὲ ἑλληνικὲς πόλεις-κράτη καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου ἕως τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση ζοῦσε σὲ αὐτοκρατορίες. Μονοκράτορος ἀπέκτησε μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, μὲ τὴν δημιουργία τοῦ μικροσκοπικοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, τὸ ὁποῖο ὅμως περιελάμβανε στὴν ἐπικράτειά του ἕνα μικρὸ κλάσμα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖο τότε ἐκτεινόταν ἀπὸ τὴν Τεργέστη καὶ τὸν Δούναβη καὶ ἀπὸ τὴν Ὀδησσό μέχρι τὸ Κάϊρο. Ἀπὸ τὰ 3.000 χρόνια14 τῆς ἱστορίας του τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ζεῖ σὲ δικό του κράτος μόλις δυὸ ἑκατονταετίες παρὰ δέκα χρόνια, καὶ ἀπὸ τότε διαρκῶς συρρικνώνεται διεθνῶς καὶ περιορίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸ ἀσφυκτικὸ πλαίσιο ἑνὸς ἐθνοκράτους ποὺ καταλαμβάνει μονάχα τὸν κατεξοχὴν ἑλλαδικὸ χῶρο τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητας. Τὸ ἀθηνοκεντρικὸ ἐθνοκράτος ἀποτελεῖ τεκμήριο τῆς χειρότερης παρακμῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὄντας ἡ πλέον μὴ φυσιολογικὴ κατάσταση γιὰ τὸν ἑλληνισμό, ποὺ τραγικὰ τὸν ὑποβαθμίζει. Ὁ οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἄλλωστε ἡ πρώτη παγκοσμιοποίηση στὴν ἱστορία εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ πρῶτες οἰκουμενικὲς κοινωνίες στὸν κόσμο ἦταν τὰ ἑλληνιστικὰ βασίλεια. Ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι φύσει παγκοσμισμός, ἀπὸ τὰ ὑπερπόντια ταξίδια καὶ τὸν ἀποικισμὸ τὸν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὴν ἀλεξανδρινὴ κοσμοκρατορία, τὸν ἑλληνικό πολιτισμό τῆς Ρώμης, τὴν ἑλληνορθόδοξη αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης (τὸ κατὰ τοὺς δυτικοὺς καλούμενο «Βυζάντιον») καὶ τὴν Ὀθωμανία τῆς ἰθύνουσας τάξης τῶν Ρωμιῶν καὶ τὸν Ἑλληνορθόδοξο Πατριάρχη-θρησκευτικό ἀρχηγό ὅλων τῶν χριστιανῶν τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ Ἕλληνας, εἴτε ὀργανωμένος σὲ πόλεις-κράτη εἴτε ἐνταγμένος σὲ αὐτοκρατορίες διατηρεῖ τὴν ἐθνική του αὐτονομία, κυριαρχεῖ καὶ μεγαλουργεῖ, ἀφοῦ ὁ πολιτισμὸς του εἶναι μὲν δικό του δημιούργημα, ἀλλὰ ἔχει πάντοτε μία διάσταση οἰκουμενική.

Ἡ νεώτερη καὶ σύγχρονη τραγωδία τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι ὁ ἐγκλωβισμὸς καὶ ἡ συρρίκνωσή του, ἀπὸ τὸ 1827, στὸ γραικικὸ ἐθνοκράτος, τὸ προϊὸν τῶν φραγκόδουλων διανοουμένων καὶ τῶν μηχανορραφιῶν τῶν ἀγγλογάλλων ἰμπεριαλιστῶν. Ἡ δημιουργία τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνοκράτους δὲν ἦταν ὁ φυσικὸς καρπὸς ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐκφυλισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821. Ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἤδη περιήρχετο σταδιακῶς στὴν ἡγεσία τῶν Ρωμιῶν. Τὸ πρόταγμα τοῦ Ρήγα δὲν ἦταν ἡ δημιουργία ἑνὸς ἐθνοκράτους ἀλλὰ ἡ ἀνασυγκρότηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ὑπὸ ἑλληνικὴ ἡγεσία -πολιτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε ἡ φαναριώτικη ἀριστοκρατία ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν παροικιακὴ ἐμπορικὴ τάξη καὶ διανόηση, ποὺ ὑποστήριζε τὴν δημιουργία ἑνὸς ἑλληνικοῦ κράτους κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπά του ἔθνους-κράτους ὑπὸ τὴν προστασία τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων. Ἡ ἀτυχὴς κατάληξη τῆς Ἐπανάστασης καὶ ἡ δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κρατιδίου, ὑπὸ ξενικὴ πατρωνεία, ἔμελε νὰ ἀποτελέσει μία θανάσιμη παγίδα γιὰ τὸν ἑλληνισμό, καθὼς γιὰ πρώτη φορᾶ στὴν ἱστορία του ἔχασε τὴν οἰκουμενική του διάσταση, γιὰ νὰ καταπέσει ἀπὸ τὰ συνδυασμένα χτυπήματα τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ.

Ἐθνικισμός καὶ Κοσμοπολιτισμός: Οἱ σαρκοφάγοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Ὁ ἑλληνικὸς ἐθνικισμὸς εἶναι ἕνα ξενόφερτο προϊόν, ἐξαγόμενο ἀπὸ τὴν Δύση γιὰ τὴν προώθηση τῶν συμφερόντων τῶν ἀγγλογαλλικῶν Μεγάλων Δυνάμεων στὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Μέση Ἀνατολὴ καὶ εἰσαγόμενο ἀπὸ τὸ νεοελληνικὸ κατεστημένο τοῦ ἑλλαδικοῦ ἐθνοκρατιδίου, τῶν ξενόδουλων νεοκοτζαμπάσηδων, ποὺ μασκαρευτήκανε σὲ ἀστούς, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν ἦσαν παρὰ ἀνομικὰ πλουτοκρατικὰ παράσιτα, μάλιστα κατεξοχὴν κρατικοδίαιτα.

Ὁ ἑλληνικὸς ἐθνικιστικὸς νανογιγαντισμὸς συνοψίζεται στὴν περιβόητη Μεγάλη Ἰδέα, τὴν ὁποία διακήρυξε ὁ διαβόητος Κωλέττης, ἀρχηγὸς τοῦ «Γαλλικοῦ Κόμματος» -καὶ πρῶτος «συνταγματικὸς πρωθυπουργός» τῆς νεοϊδρυμένης Γραικίας- ἀναγγέλλοντας τὴν ἐξόρμηση τοῦ νεοελληνικοῦ κρατιδίου γιὰ τὴν δημιουργία τῆς «Μεγάλης Ἑλλάδας τῶν Τριῶν Ἠπείρων καὶ τῶν Πέντε Θαλασσῶν», τὴν ὁποία ὁ Ἴων Δραγούμης ἀποκάλεσε καυστικὰ «χωματοφαγία». Ὁ ἑλληνικὸς ἐθνικιστικὸς μεγαλοϊδεατισμὸς ἔφθασε στὸ ἀπόγειό του μὲ τὸν σημαντικότερο πολιτικὸ ἐκπρόσωπο τοῦ ἑλληνικοῦ ἀστισμοῦ, τὸν φιλελεύθερο Ἐλευθέριο Βενιζέλο, ἐκπρόσωπο τῶν Ἑλλήνων μεγαλοαστῶν, διὰ τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας, κατὰ μίμησιν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἰμπεριαλισμοῦ, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὴν πατρωνεία τῶν ἀγγλογάλλων, οἱ ὁποῖοι βρῆκαν ὠφέλιμο γιὰ τὰ συμφέροντά τους νὰ χρησιμοποιήσουν τὶς ἑλληνικὲς ἐθνικιστικὲς φιλοδοξίες γιὰ τὴν προώθηση τῶν δικῶν τους συμφερόντων στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή. Ἡ πολιτικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ σωβινιστικοῦ ἐθνικισμοῦ κατέληξε τελικῶς στὴν τραγωδία τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἐξαφάνιση τῆς τρισχλιετοῦς παρουσίας τοῦ ἑλληνισμοῦ στὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ τὴν ἑδραίωση τοῦ κεμαλικοῦ τουρκικοῦ ἐθνικισμοῦ.

Ἂν ὁ ἐθνικισμὸς κατακρεουργεῖ τὸ σῶμα τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀκρωτηριάζοντας ὅλα τὰ μέλη του, μὲ τὴν διάλυση τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων στὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Μέση Ἀνατολή, καὶ συρρικνώνοντάς τον στὰ ὅρια τῆς Γραικίας, ὁ κοσμοπολιτισμὸς καταστρέφει τὴν ἴδια του τὴν ψυχή, μετατρέποντας τὸν Ἕλληνα σὲ φραγκεμένο δυτικολάγνο πίθηκο, σὲ αὐτὸ ποὺ σήμερα ἀποκαλοῦμε ὑποτιμητικὰ «Νεοέλληνας»15, τὸν ὁποῖο διακωμώδησε μὲ ἀπαράμιλλο τρόπο ὁ Τζίμης Πανούσης. Ἡ πολιτισμικὴ ταυτότητα ἑνὸς λαοῦ, ἡ παράδοσή του, εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ πηγὴ τῆς ἰσχύος, τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του καὶ ἡ φαιὰ οὐσία τοῦ μυαλοῦ του. Ὁ κοσμοπολιτισμὸς στοχεύει ἀπευθείας στὰ στοιχεῖα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ὑπόσταση τοῦ ἑλληνισμοῦ: στὸ ὅμαιμον, στὸ ὁμόθρησκον, στὸ ὁμόγλωσσον καὶ στὸ ὁμότροπον. Οἱ σύγχρονες ἐκδοχὲς του εἶναι οἱ «ἀξίες» τοῦ νεοφιλελεύθερου παγκοσμισμοῦ: ἡ πολυπολιτισμικότητα, ὁ ἐθνομηδενισμός, ὁ μιγαδισμός, ἡ διάλυση τῶν παραδοσιακῶν συλλογικῶν ταυτοτήτων, ἡ λατρεία τοῦ ἑαυτοῦ, ὁ γλωσσικὸς μινιμαλισμός, ὁ παρασιτικὸς καταναλωτισμός, ἡ ἐγωτικὴ αὐτοέκφραση, ἡ τεχνολαγνεία, ὁ κομφορμιστικὸς κυνισμός, ὁ σεξουαλικὸς διαστροφισμός, ἡ ἡδονοθηρία καὶ ὁ καρριερισμός.

Ὁ πιθηκισμὸς τῆς Δύσης, ποὺ ἀποτέλεσε ἐξαρχὴς χαρακτηριστικό της σύγχρονης νεοελληνικῆς νοοτροπίας, μὲ πρωτοστάτες τὴν δυτικοτραφὴ διανόηση καὶ τὴν ἐγχώρια παρασιτικὴ πλουτοκρατία, ὑπῆρξε ὁ ψυχικὸς καρκίνος τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὁ Δραγούμης ἕναν αἰῶνα πρὶν προειδοποιοῦσε μὲ δραματικὸ τόνο:

«Ἐνῷ δὲ μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον ἡ ἱστορία διεχώρισεν ἡμᾶς ἀείποτε ἀπὸ τῆς Δύσεως, ἤλθομεν αἴφνης εἰς συνεπαφὴν μετ’ αὐτῆς τὴν ἐπιοῦσαν αὐτὴν τῆς μετὰ μακραίωνα καὶ ἰδιόρρυθμον καὶ ἄσχετον πρὸς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα πολιτικὸν θάνατον ἀναγεννήσεώς μας. Ἐν δὲ τῇ συνεπαφῆ ταύτῃ τῇ ὅλως ἀνομοίῳ καὶ ἑτερογενεῖ, ἀφήκαμεν πᾶν ὅ,τι ἐκληρονομήσαμεν παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ ἐγκαταλιπόντες τὸ πάτριον ἔδαφος μετεπηδήσαμεν δι’ ἑνὸς βιαίου ἅλματος εἰς τὸ μέσον τῆς Εὐρώπης τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος. Ἀπηρνήθημεν λοιπὸν τὰ πάτρια καὶ ἐδανείσθημεν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸν βίον ἡμῶν ἐκ τῆς Δύσεως. Καὶ πρώτον μὲν ἀπηρνήθημεν κατ’ οὐσίαν, ἂν ὄχι καὶ κατὰ τύπους, τὸ πάτριον θρήσκευμα, καὶ ἐλατρεύσαμεν τὴν θεότητα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, τὴν raison. Ἐὰν δὲ καὶ δὲν ἐξέπνευσεν ἀκόμη ὅλως παρ’ ἡμῖν ἡ εἰς Χριστὸν πίστις, ψυχορραγεῖ ὅμως. Ἀφήκαμεν τὴν πάτριον δίαιταν καὶ ἐνδυμασίαν, καὶ ἐδανείσθημεν τὴν τῶν Φράγκων. Ἀφήκαμεν τὴν ἐθνικὴ ἡμῶν ποίησιν καὶ φιλολογίαν, καὶ ἐδανείσθημεν τὰ γαλλικὰ μυθιστορήματα. Ἀφήκαμεν ἐπὶ τέλους τὴν πάτριον βασιλείαν καὶ ἐδανείσθημεν παρὰ τῆς Ἀγγλίας τὸ Σύνταγμα. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀπὸ τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ ἐφ’ ἑξῆς ὁλόκληρος ὁ Εὐρωπαϊκὸς βίος εἰσρεύσας εἰς ἡμᾶς ἀκωλύτως καὶ διὰ μιᾶς δαψιλῆς καὶ ἄφθονος. Ἦτο τοῦτο ὀρθὸν καὶ φρόνιμον; Ἐγὼ μὲν διστάζω νὰ ἀποκριθῶ μετὰ βεβαιότητος, ἀλλ’ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι ὁσάκις ξένος πολιτισμὸς εἰσέρρευσεν βιαίως καὶ ἀδιακρίτως εἰς ξένον ἔθνος, οὐδέποτε εἶχε ἀγαθὰ ἀποτελέσματα».16

Ὁ δυτικολάγνος μιμητισμὸς ὄχι μόνο κατέστρεψε τὴν ἰδιοπροσωπία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὸν ἐμπόδισε νὰ ἔρθει σὲ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν δυτικὸ πολιτισμό, ἀντλῶντας τὰ θετικὰ του στοιχεῖα καὶ γονιμοποιώντας τα μέσα στὴν δικιά του πολιτισμικὴ μήτρα. Ὁ ἀναγκαῖος ἐκσυγχρονισμὸς τῆς χώρας, δηλαδὴ ἡ ἐνεργὸς συμμετοχή της στὶς πολλαπλὲς διεθνεῖς ἐξελίξεις, δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα μίας παραδοσιοκρατικῆς ἀγκύλωσης ἀλλὰ τὸ προϊὸν ἑνὸς ἀποχαυνωμένου ξενισμοῦ. Ὁ Νεοέλληνας εἶναι ὁ σύγχρονος νεοραγιάς, πασαλειμμένος μὲ τὴν πίσσα τοῦ δυτικισμοῦ καὶ στολισμένος μὲ τὰ πούπουλα τοῦ καταναλωτισμοῦ. Τὸ πολιτισμικὸ ἀλτσχάϊμερ εἶναι ἡ καλύτερη συνταγὴ γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ.

Ἡ ἀντιστάθμιση στὸν δυτικὸ πολιτισμικὸ ἰμπεριαλισμὸ ἦταν ἡ ἄγονη ἀντιπαράθεση μίας στείρας ἀρχαιολατρείας, ποὺ κι αὐτὴ ἐμιμεῖτο τὰ δυτικὰ πρότυπα, καὶ ἑνὸς ἀποκρουστικοῦ ἑλληνοχριστιανισμοῦ, ποὺ γελοιοποιεῖ τὸν ἑλληνισμὸ καὶ ἐκχυδαΐζει τὴν χριστιανικὴ ὀρθοδοξία (τὴν ἑλληνικὴ ἑρμηνεία τοῦ χριστιανισμοῦ). Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι στὸ ἄκουσμα τῆς λέξης «παράδοση» ὁ νοῦς τῶν σύγχρονων Ἑλλήνων λειτουργεῖ –καὶ εὐλόγως- μὲ ἀρνητικὰ ἀντανακλαστικά. Ἡ παράδοση διασύρεται ἔξαλλα στὰ ζητωπατριωτικὰ λογύδρια τῶν ἐθνικιστῶν, στὶς χλαμύδες τῶν ἀρχαιοελληνιστῶν, στὴν προσοδοφόρο παράνοια τῆς λιακοπούλειας κοπροφιλολογίας, στὰ κομποσκοίνια καὶ τὰ φυλαχτὰ τῶν παρεκκλησιαστικῶν φυλλάδων, στὸ μεράκλωμα τοῦ σκυλάδικου καὶ τοὺς μικροφωνισμοὺς τῶν τουριστικῶν πανηγυριῶν. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Σικελιανὸ βλέπει τὸν τόπο του γεμάτο ἀρκούδες.17

Ἑλληνοκεντρισμός: Τὸ φάρμακο στὴν νηπιακὴ ἄνοια τοῦ ἑλλαδισμοῦ

Ἡ κρίση ποὺ ταλανίζει τοὺς ἐθελόδουλους Νεοέλληνες εὐρωπροσκυνητὲς δὲν εἶναι παρὰ τὸ πικρὸ βίωμα τοῦ κενοῦ της ὑπαρξιακῆς τους ταυτότητας. Ὁ ὁμαδικὸς βιασμὸς τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τοὺς ἄσπονδους Εὐρωπαίους φίλους της συνοδεύεται ἀπὸ τὸν δημόσιο ἐξευτελισμὸ τῶν εὑρισκομένων ἐν πλήρει σύγχυση Νεοελλήνων. Ἀπὸ ποιὰ ψυχὴ νὰ ἀντλήσει δύναμη κάποιος ὅταν τὴν ἔχει ἐκποιήσει στὸν Διάβολο, καὶ μάλιστα ἀντὶ πινακίου φακῆς; Ὁ ἑλληνισμὸς φαίνεται νὰ βρίσκεται στὴν χειρότερη περίοδο τῆς ἱστορίας του, ὄχι γιατί καταστρέφεται οἰκονομικά, ὅπως ἰσχυρίζεται ἡ λογιστικὴ ἀντίληψη τῆς κρίσης, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη φορᾶ ποὺ ἔχει χάσει τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.

Ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι συμπυκνωμένη οἰκονομία, ὅπως ἰσχυρίζεται ἕνας οἰκονομιστικὸς κομμουνισμός, καὶ σήμερα πιὰ ἕνας οἰκονομοκρατικὸς νεοφιλελευθερισμός. Ἀπεναντίας, ἡ οἰκονομία εἶναι ἔκφραση τῆς πολιτικῆς, ἐπειδὴ ἡ οἰκονομία εἶναι ἕνας συγκεκριμένος τρόπος ἄσκησης πολιτικῆς. Ἐάν, σύμφωνα μὲ τὸν περίφημο ὁρισμὸ τοῦ Κλαούζεβιτς, «ὁ πόλεμος εἶναι ἡ συνέχιση τῆς πολιτικῆς μὲ ἄλλα μέσα», ἡ οἰκονομία εἶναι ἡ συνέχιση τῆς πολιτικῆς μὲ ἄλλον τρόπο, μὲ οἰκονομικὸ τρόπο, στὸ πεδίο τῆς ἀγορᾶς.

Οἱ κοινωνίες δὲν εἶναι μηχανικὰ συστήματα, ὥστε ἡ ἄσκηση μίας Χ δύναμης στὴν οἰκονομία νὰ προκαλέσει ἕνα Ψ ἀποτέλεσμα στὴν κοινωνία. Ἡ κρίση δὲν προκαλεῖ μηχανικὰ ἐξέγερση ἢ παθητικότητα. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀντιδροῦν ἁπλῶς στὰ ἐρεθίσματα τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ υἱοθετοῦν μία στάση ἔναντι αὐτοῦ τοῦ περιβάλλοντος, ὅπως αὐτὸ τοὺς παρουσιάζεται ὑποκειμενικά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ζεῖ οὐσιαστικῶς μέσα στὸν χῶρο τῶν σημασιῶν, ἀντιλαμβανόμενος τὸ νόημα ποὺ ἀποκτοῦν γιὰ τὸν ἴδιο τὰ ἀντικειμενικὰ γεγονότα. Ἡ στάση ποὺ υἱοθετεῖ μία κοινωνία ἔναντι ἑνὸς περιβάλλοντος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἑρμηνεύει αὐτὸ τὸ περιβάλλον. Καὶ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς προσλαμβάνουσες ποὺ ἔχει διαμορφώσει, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νόημα ζωῆς ποὺ υἱοθετεῖ.

Ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία βρίσκεται σὲ παθητικὴ κατάσταση, ἐπειδὴ στερεῖται ἑνὸς ὁράματος ζωῆς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀφυπνίσει. Ἐπειδὴ πολὺς λόγος γίνεται τὰ τελευταῖα χρόνια γιὰ τὴν κατοχικὴ περίοδο, ἡ σκληρὴ καθημερινότητα ποὺ βίωνε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς δὲν γέννησε ἀπὸ μόνη της τὴν Ἀντίσταση, ὅπως ἡ δράση γεννᾶ μηχανικὰ τὴν ἀντίδραση, ἀλλὰ ἐπειδὴ θεωροῦσε δυνατὴ τὴν ὕπαρξη μίας ἄλλης κατάστασης πραγμάτων, μὲ τὴν ὁποία μποροῦσε φαντασιακὰ νὰ παραβάλλει τὴν ὠμὴ πραγματικότητα καὶ νὰ ἀναμετρηθεῖ δυναμικὰ μαζί της. Ὅπως τὸ ἔθεσε ὁ Ζὰν Πὼλ Σὰρτρ:

«Πρέπει νὰ ἀντιστρέψουμε τὴν κοινὴ ἀντίληψη καὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι δὲν εἶναι ἡ σκληρότητα μίας κατάστασης ἢ οἱ ὀδύνες ποὺ ἐπιφέρει ποὺ ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ συλλάβουν μία ἄλλη κατάσταση πραγμάτων, ὅπου ὅλα θὰ εἶναι καλύτερα γιὰ ὅλουςˑ ἀντίθετα, τὴ στιγμὴ ποὺ μποροῦμε νὰ συλλάβουμε μία ἄλλη κατάσταση πραγμάτων, βλέπουμε ὑπὸ νέο φῶς τὰ βάσανα καὶ τὶς ὀδύνες μας καὶ ἀποφασίζουμε ὅτι εἶναι ἀνυπόφορες».18

Γιὰ νὰ νοηματοδοτήσει θετικὰ καὶ γόνιμα ἕνας λαὸς τὸν ἑαυτό του θὰ πρέπει νὰ στραφεῖ στὴν ἴδια του τὴν ταυτότητα, στὴν συλλογική του ψυχή, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν παράδοσή του. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς διαμαρτυρίας τῶν λεγόμενων «Ἀγανακτισμένων» ἡ πλατεῖα Συντάγματος ἦταν γεμάτη μονάχα ἀπὸ ἑλληνικὲς σημαῖες. Πολλοὶ ἑρμήνευσαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὡς ἐκδήλωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ πλῆθος αὐτὸ κρατοῦσε τὴν μοναδικὴ σημαία ποὺ τελικῶς τοῦ εἶχε ἀπομείνει. Στὴν ἴδια πλατεῖα τὰ ποικιλώνυμα κομματικὰ πλήθη ἀνέμιζαν κατὰ τὸ παρελθὸν μπλέ, πράσινες καὶ κόκκινες σημαῖες. Ὅμως αὐτὲς οἱ σημαῖες τοὺς εἶχαν προδώσει. Τί ἄλλο λοιπὸν ἔμενε;

Προφανῶς ἡ ἐπιστροφὴ στὴν παράδοση, τὴν συνείδηση ἑνὸς ἔθνους, δὲν σημαίνει τὴν σημαία στὸ μπαλκόνι (καὶ μάλιστα χωρὶς καθημερινὴ ἔπαρση καὶ ὑποστολὴ ἢ κρεμασμένη σὰν σώβρακο). Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν παράδοση, χωρὶς τὸν παραμορφωτικὸ καθρέπτη τοῦ ἐθνικισμοῦ, σημαίνει τὴν ἐπάνοδο στὶς ἀξίες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν τοποθέτησή του ὡς κέντρο τῆς ὕπαρξης τοῦ ἔθνους, ὡς ἕναν ἄξονα περιστροφῆς τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ὡς οἰκουμενικὸ ὑπόδειγμα γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ ἑλληνοκεντρισμοῦ -τὴν παράδοση ποὺ ἐγκαινίασαν οἱ δικοί μας πρωτότυποι Νεοέλληνες διανοητές, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος καὶ ὁ Ἴων Δραγούμης, ἐρχόμενοι σὲ ρήξη μὲ τὸν τότε κοσμοπολίτικο πιθηκισμὸ τοῦ ἀθηναϊκοῦ κατεστημένου καὶ τὸν ἐθνικιστικὸ μεγαλοϊδεατισμὸ τοῦ πατριδοκάπηλου πολιτικαντισμοῦ.

Ἂν ἀληθεύει ὅτι ὁ κύριος ἐχθρὸς βρίσκεται μέσα στὴν χώρα μας, αὐτὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἰθύνουσα τάξη τῶν ἀθλίων του Κολωνακίου ἀλλὰ κυρίως ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ἔθεσε τὸ ζήτημα ὠμά:

«Ἡ σημερινὴ κατάσταση τοῦ ‘πολιτικοῦ κόσμου’ δὲν ἀπέχει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴ γενικὴ κατάσταση τοῦ περιούσιου λαοῦ καὶ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἰσχυρότατο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐκλογίκευση τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἂν ὁ ‘πολιτικὸς κόσμος’ κάποτε ἐμφανίζεται χειρότερος ἀπὸ τὸν ‘λαό’, ἐνῶ εἶναι ἁπλῶς ἴδιος, ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ ‘λαός’ ἢ ὅσοι μιλοῦν ἑκάστοτε στὸ ὄνομά του ἔχουν ἕνα τακτικὸ πλεονέκτημα ἀπέναντι στὸν ‘πολιτικὸ κόσμο’: μποροῦν νὰ τὸν ἀποκαλοῦν ἀνίκανο ἢ διεφθαρμένο χωρὶς νὰ φοβοῦνται δυσάρεστες συνέπειες – ἀπεναντίας μάλιστα, ἀποκτοῦν πολύτιμους καὶ ἐξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Ἀλίμονο ὅμως σ’ ἕναν κοινοβουλευτικὸ πολιτικὸ ἂν τολμήσει νὰ ἀποκαλέσει τὸν δῆμο ἠλίθιο ἢ ἰδιοτελῆ κι ἀδιάφορο γιὰ τὸ ἐθνικὸ μέλλονˑ ἡ σταδιοδρομία του σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητά του νὰ ἐγκωμιάζει τὶς μεγάλες ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ τὴν εὐθυκρισία ἢ τουλάχιστον τὸ ἀλάνθαστο ἔνστικτο ‘τοῦ λαοῦ μας’».19

Ἡ ἑλληνοκεντρικὴ στροφὴ στὸν ξεχασμένο, ἀληθινὸ ἑαυτό μας σημαίνει τὴν ὑπομονετικὴ ἀναδίφηση στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν ἱστορία τοῦ τόπου σὲ ὅλες του τὶς περιόδους καὶ τὶς ἐκφάνσεις, τὴν μετατροπή τους ἀπὸ μοναστηριώτικη παλιατζούρα καὶ κομπλεξικὴ ἀντιστάθμιση τῆς νεοελληνικῆς μιζέριας σὲ ζείδωρο πηγὴ ἀναβάπτισης τοῦ ἑλληνισμοῦ προκειμένου νὰ ξαναβρεῖ τὴν χαμένη του ψυχή, νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του καὶ νὰ ἀποκτήσει θέση στὶς παγκόσμιες δραματικὲς ἐξελίξεις ποὺ θὰ σημαδέψουν αὐτὸν τὸν αἰῶνα, σημαίνει κοπιώδη δημιουργικὴ ἐργασία μὲ πρότυπο τὸν κάματο τῶν παππούδων καὶ τῶν προπάππων, σημαίνει ὄχι μόνο τὴν ἀποτίναξη τῆς νέας ξενικῆς κατοχῆς ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαναστατικὴ ἀνατροπὴ τοῦ εσωτερικού ἐχθροῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ ἑλληνόφωνο χειριστοκρατικὸ κατεστημένο, καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση ἑνὸς πολιτεύματος ποὺ συνδυάζει τὶς ἀρετὲς τοῦ ἑλληνικοῦ θνισμοῦ μὲ τὰ ἀγαθὰ ἑνὸς ἐγχώριου κοινωνισμοῦ. Ἀλλὰ γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ χρειαστεῖ ἀσφαλῶς νὰ ἐπανέλθουμε.

Σωτήρης Γιαννέλης

Ἀθήνα, 2 Ἀπριλίου 2017

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Τὸ Ἔνζυμο», τεῦχος 8, Ἄνοιξη 2017.

1 Βασίλης Ραφαηλίδης, θνικισμός εἶναι μοντερνισμός, http://eamgr.wordpress.com

2 Karl Marx, «Γιὰ τὸ ἑβραϊκό ζήτημα», Karl Marx, Κείμενα ἀπό τὴ δεκαετία τοῦ 1840, σ. 178, μτφ. Θανάσης Γκιούρας, ἐκδόσεις ΚΨΜ, Ἀθήνα 2014.

3 Παρατίθεται στὸ Ernst Cassirer, Ὁ μύθος τοῦ κράτους, σ. 375, μτφ. Στέφανος Ροζάνης-Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ἐκδόσεις «Γνώση», Ἀθήνα, 1991. Βλ. ἐπίσης Γκέορκ Χέγκελ, Βασικὲς κατευθύνσεις τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου ἢ Φυσικὸ Δίκαιο καὶ Πολιτειακὴ Ἐπιστήμη, παρ. 347, σ. 341, μτφ. Σταμάτης Γιακουμής, ἐκδόσεις «Δωδώνη», Ἀθήνα-Γιάννινα, 2004.

4 Benito Mussolini, The Doctrine of Fascism, http://www.worldfuturefund.org/wffmaster/Reading/Germany/mussolini.htm. (ἡ μετάφραση εἶναι δική μας).

5 ό.π.

6 ό.π.

7 Ι. Β. Στάλιν, Ὁ μαρξισμὸς καὶ τὸ ἐθνικὸ ζήτημα, σ. 12-13, μτφ. Χρύσας Χατζηβασιλείου, ἐκδόσεις «Εἰρήνη».

8 Ἆγις Στίνας, «Ὁ Μαρξισμός καὶ τὸ Ἔθνος», Ἀναμνήσεις, σ. 384, ἐκδόσεις Ὕψιλον, Ἀθήνα, 1985.

9 «Μύθος ἡ συνέχεια 3.000 χρόνων ἑλληνικοῦ ‘ἔθνους’». Συνέντευξη τοῦ Ἔρικ Χομσμπάουμ στὸν Τάκη Μίχα, Ἐλευθεροτυπία, 27/3/1995.

10 Karl MarxFriedrich Engels, «Μανιφέστο τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος», Karl Marx, Κείμενα ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1840, σ. 479, ὅ.π.

11 σ. 479, ὅ.π.

12 «τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα ». Ηρόδοτος, Μούσαι, «Ουρανία», 144.

13 Οἱ ἑλληνικὲς λέξεις «ἔθος», «ἔθιμο» καὶ «ἦθος» σημαίνουν συνηθισμένη κατοικία καὶ ἔθιμο.

14 Τὸ διάστημα εἶναι ἀρκετὰ μεγαλύτερο, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαπραγματευτοῦμε ἐδῶ τὸ θέμα.

15 Ὁ γράφων ἀνήκει καὶ τοῦτος σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία.

16 Ἴωνος Δραγούμη, Ὁ ἑλληνισμός μου καὶ οἱ Ἕλληνες.

17 Ἄγγελος Σικελιανός, «Ἱερὰ Ὀδός».

18 Jean Paul Sartre, L’ Etre et le neant, παρατίθεται στὸ Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Ἡ ἐμπειρία τῆς Κατοχῆς καὶ τῆς Ἀντίστασης στὴν Ἀθήνα», σ. 124, ἐκδόσεις «Ἀλεξάνδρεια», Ἀθήνα, 2012.

19 Παναγιώτης Κονδύλης, Οἱ αἰτίες παρακμῆς τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας, ἐκδόσεις «Θεμέλιο», Ἀθήνα, 2011.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: