Η ΑΝΩ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Ἡ σημερινὴ Δυτικὴ Μακεδονία, περιοχὴ ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ μικροὺς καὶ μεγάλους ὀρεινοὺς ὄγκους καὶ διατρέχεται ἀπὸ τὸν ποταμὸ Ἁλιάκμονα, ἀνήκει στὴν Ἄνω – ὀρεινὴ – Μακεδονία τῶν ἀρχαίων, ἡ ὁποία ἐκτεινόταν πέρα ἀπὸ τὰ σημερινὰ ἑλληνικὰ σύνορα καὶ περιελάμβανε τὸν ποταμὸ Ἐριγώνα, τὶς λίμνες Ἀχρίδα καὶ Πρέσπες καὶ τὶς περιοχὲς μέχρι τὰ ὄρη Dautika, Babuna, Dren στὰ βόρεια.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας π.Χ. ὑπῆρξε σταθμὸς τῆς πορείας τοῦ «πολυπλάνητου» ἔθνους τῶν βορειοδυτικῶν ἑλληνικῶν φύλων, στὰ ὁποῖα ἀνῆκαν οἱ Μακεδόνες καὶ οἱ Δωριεῖς (Ἡρόδοτος 1.56, 8.137-139, Θουκυδίδης 2.99). Ἕνας κλάδος τους, οἱ Ἀργεάδες Μακεδόνες, στοὺς ὁποίους βασίλευαν οἱ Τημενίδες, ἀπόγονοι τοῦ Τημένου, γιοῦ τοῦ Ἡρακλῆ, μετὰ ἀπὸ διαδοχικὲς μετακινήσεις ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ὀλύμπου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου π.Χ. αἰ., μὲ πρῶτο γνωστὸ βασιλιὰ τὸν Περδίκκα, ἵδρυσαν τὸ κράτος τῶν Αἰγῶν. Ἀπὸ τὶς Αἰγές, ποὺ σύμφωνα μὲ μεταγενέστερη παράδοση ἱδρύθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀργεῖο Κάρανο τὸν 8ο π.Χ. αἰ., καὶ ἀργότερα τὴν Πέλλα, γύρω στὸ 400 π.Χ., συνέχισαν τὴν ἐπεκτατική τους δράση γιὰ πολλοὺς αἰῶνες.

Ἄνω Μακεδονία μνημονεύεται γιὰ πρώτη φορᾶ στὸν Ἡρόδοτο καὶ συγκεκριμένα σὲ δύο χωρία. Στὸ πρῶτο (7.173.4) περιγράφει τὴν εἰσβολὴ τῶν στρατευμάτων τοῦ Ξέρξη στὴ Θεσσαλία: ἐσβολήν ς Θεσσαλούς κατά τὴν ἄνω Μακεδονίην διά Περραιβῶν κατά Γόννων πόλιν, τῇ περ δή καί ἐσέβαλε ἡ στρατιή Ξέρξεω». Στὸ δεύτερο (8.137-139) ἀφηγεῖται τὴν περιπέτεια τοῦ ἱδρυτῆ τοῦ βασιλείου τῶν Αἰγῶν καὶ ἀπογόνου τοῦ Ἡρακλῆ, Περδίκκα, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς ἀδερφούς του Γαυάνη καὶ Ἀέροπο, «ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριούς […] ἐκ δέ τῶν Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τὴν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν».

Σαφέστερο διαχωρισμὸ μεταξὺ ἄνω καὶ κάτω Μακεδονίας συναντᾶμε στὸν Θουκυδίδη κατὰ τὴν ἐξιστόρηση τῶν συγκρούσεων τῶν Ἀθηναίων καὶ Λακεδαιμονίων στὸν βορειοελλαδικὸ χῶρο, στὴ διάρκεια τοῦ λεγόμενου Πελοποννησιακοῦ Πολέμου (2.99.1): «ἐς τήν κάτω Μακεδονίαν, ἧς ὁ Περδίκκας ἦρχεν τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί Λυγκησταί και Ἐλιμιῶται καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, ἃ ξύμμαχα μέν ἐστι τούτοις καί ὑπήκοα, βασιλείας δ’ ἔχει καθ’ αὑτά. Τήν δέ παρά θάλασσαν νῦν Μακεδονίαν Ἀλέξανδρος ὁ Περδίκκου πατήρ καί οἱ πρόγονοι αὐτοῦ, Τημενίδαι τό ἀρχαῖον ὄντες ἐξ Ἄργους…». Καὶ στὰ ἑπόμενα δύο χωρία (1.59 καὶ 2.100) ὁ διαχωρισμὸς εἶναι ἐξίσου σαφής: «καί καταστάντες [οἱ Ἀθηναίοι] ἐπολέμουν μετά Φιλίππου καί τῶν Δέρδου ἀδελφῶν ἄνωθεν στρατιά ἐσβληκότων», «ἵππους δέ προσμεταπεμψάμενοι ἀπό τῶν ἄνω συμμάχων».

Ὁ Στράβων (7, C326) κατονομάζει τέσσερις περιοχὲς ποὺ ἀνῆκαν στὴν Ἄνω Μακεδονία, στὴν ὁποία, οἱ Ρωμαῖοι διατήρησαν καθεστὼς «ἐλευθερίας» καὶ αὐτονομίας: «καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν καί Ὀρεστιάδα καί Ἐλίμειαν τήν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δέ ὕστερον καί ἐλευθέραν». Ὁ ἴδιος (7, ἀπόσπ.12), ἀναφερόμενος σὲ ποταμοὺς ὡς φυσικὰ γεωγραφικὰ ὅρια μεταξὺ Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, τὴ συνδέει μὲ τὸν Ἁλιάκμονα: «ὅτι Πηνειός ὁρίζει τήν κάτω καί πρός τῇ θαλάττῃ Μακεδονίαν ἀπό Θετταλίας καί Μαγνησίας, Ἁλιάκμων δέ τήν ἄνω [Μακεδονίαν ὁρίζει] καί ἔτι τους Ἠπειρώτας καὶ τοὺς Παίονας και αὐτός καί ὁ Ἐρίγων καί ὁ Ἀξιός καί ἕτεροι».

Ὁ Λίβιος (45.29.9 καὶ 45.30.6) ἀναφερόμενος στὴ διαίρεση τῆς Μακεδονίας σὲ τέσσερις «μερίδες» μετὰ τὴν ἥττα τοῦ Περσέα στὴν Πύδνα τὸ 168 π.Χ. ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ὑπὸ τὸν Αἰμίλιο Παῦλο, ὁρίζει ὡς τέταρτη μερίδα τὴν Ἄνω Μακεδονία «trans montem Boram», μὲ ἕδρα τὴν Πελαγονία καὶ σύνορα τὴν Ἰλλυρία καὶ τὴν Ἤπειρο. Ἀναφέρει σ’ αὐτήν, ὡς κατοίκους, τοὺς Ἐορδούς, Λυγκηστές, Πελαγόνες καὶ προσθέτει, ὡς περιοχές, τὴν Ἀτιντανία, τὴν Τυμφαία καὶ τὴν Ἐλιμιώτιδα.

Ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἱστορικὴ ἔρευνα ἐντάσσονται σ’ αὐτὴν ἡ Ἐλιμιώτις μὲ τὴν Τυμφαία, ἡ Λυγκηστίς, ἡ Ὀρεστίς, ἡ Πελαγονία μὲ τὴ Δερρίοπο, ἡ Ἐορδαία, ἡ Ἀτιντανία καὶ ἡ Δασσαρήτις. Ὁμοφωνία, ὡστόσο, ὑπάρχει μόνο γιὰ τὶς πρῶτες τέσσερις περιοχές, ἐνῶ ἡ Δερρίοπος ἐντάσσεται στὴν Πελαγονία. Οἱ ἀνένταχτες περιοχὲς στὰ δυτικά-βορειοδυτικά, κυρίως, τῆς Ἄνω Μακεδονίας μποροῦν νὰ συμπεριληφθοῦν στὰ «ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν» τοῦ Θουκυδίδη (2.99), ἂν ἦταν Μακεδονικές. Ὁπωσδήποτε, τμήματα τῆς θεωρούμενης Δασσαρήτιδας, ὅπως καὶ τῆς Ἀτιντανίας, ἀνῆκαν στὴν Ἤπειρο, ἐνῶ ἡ περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴ Λυχνίτιδα-Ἀχρίδα μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Ἄνω Μακεδονία. Γιὰ τὰ νέα αὐτὰ ὅρια τῆς Ἄνω Μακεδονίας, τὰ ὁποία ἀποτυπώθηκαν πάνω σὲ χάρτη τῆς Γ.Υ.Σ. (Γεωγραφικὴ Ὑπηρεσία Στρατοῦ), βασιστήκαμε ἀφενὸς στὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, παλαιότερη καὶ νεότερη, καὶ ἀφετέρου στὰ πορίσματα τῆς νεότερης ἀρχαιολογικῆς-ἀνασκαφικῆς ἔρευνας, ἡ ὁποία ἔδωσε νέα διάσταση στὴν πολιτισμικὴ φυσιογνωμία τῆς Μακεδονίας.

Εἶναι γνωστό, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἄνω Μακεδονία ἀποτέλεσε τὴν ἀφετηρία, τὸ ὁρμητήριο τῶν βορειοδυτικῶν ἑλληνικῶν φύλων, τὰ ὁποία στὸ βόρειο χῶρο ὀνομάστηκαν μακεδονικὰ καὶ στὸ νότιο δωρικά, κατὰ τὸν Ἡρόδοτο. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἡσίοδο (8ος αἰ. π.Χ.) ὁ Μακεδὼν ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Μάγνητα, γιοὶ καὶ οἱ δυό τοῦ Δία καὶ τῆς Θυίας, κόρης τοῦ Δευκαλίωνα καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἕλληνα. Κατὰ τὸν Ἑλλάνικο, συγγραφέα τοῦ 5ου αἰ. π.Χ., ὁ Μακεδὼν ἦταν γιὸς τοῦ Αἰόλου καὶ ἐγγονὸς τοῦ Ἕλληνα. Ἡ σημασία τῶν ἀρχαίων αὐτῶν πηγῶν, ποὺ δὲν ἐξαντλοῦνται στὶς παραπάνω, ἔγκειται στὸ ὅτι μᾶς δείχνουν μὲ ποιὸν τρόπο οἱ νότιοι Ἕλληνες ἀντιλαμβάνονταν, ἤδη ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ χρόνια, τὴν ἑνότητα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, στὸ ὁποῖο ἀνῆκαν καὶ οἱ Μακεδόνες – ἂς μὴν ξεχνᾶμε ἄλλωστε ὅτι οἱ θεοὶ κατοικοῦσαν στὸν Ὄλυμπο.

Ἄνω Μακεδονία μὲ τὰ βασίλεια τῆς Ἐλίμειας, Τυμφαίας, Ἐορδαίας, Ὀρεστίδας, Λυγκηστίδας, Πελαγονίας Δερριόπου καὶ ἄλλα «ἐπάνωθεν», δὲν εἶχε ἀποδυναμωθεῖ καὶ ἀπομονωθεῖ πολιτισμικὰ καὶ κοινωνικά, ὅπως δυστυχῶς ἀρχικά, ἀπὸ ἔλλειψη ἀρχαιολογικῶν-ἱστορικῶν δεδομένων, εἶχε γραφεῖ. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ χρονολόγηση, τὸν πλοῦτο, τὴν ποιότητα καὶ τὸ χαρακτήρα τῶν ἀρχαιολογικῶν εὐρημάτων, μετὰ τὴ συστηματικὴ ἔρευνα στὴν Αἰανὴ καὶ ἀλλοῦ, ποὺ ἐπέβαλε τὴν ἐπανεξέταση, κάτω ἀπὸ νέο πρίσμα, παλαιότερων ἀρχαιολογικῶν εὐρημάτων.

Ἡ ἀποκάλυψη στὴν Αἰανὴ οἰκοδομημάτων καὶ μνημειακῶν τάφων μὲ ἀνάλογα κινητὰ εὐρήματα, ποὺ δηλώνουν αὐτόματα ἑνιαῖο ἑλληνικὸ πολιτισμὸ καὶ χρονολογοῦνται στὰ ἀρχαϊκὰ καὶ κλασικὰ χρόνια, ὁδηγεῖ ἀναγκαστικὰ στὴ διαπίστωση ὅτι ὑπῆρχαν ὀργανωμένες πόλεις μὲ λαμπρὴ ἀρχιτεκτονικὴ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἑνοποίηση ὅλης τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τὸν Φίλιππο Β΄ (359-336 π.Χ.), στὸν ὁποῖο οἱ ἱστορικοὶ ἀπέδιδαν τὴν ἵδρυση τῶν πρώτων πόλεων- ἀστικῶν κέντρων στὴν Ἄνω Μακεδονία. Παράλληλα, ἡ ἀποκάλυψη ἀρχαϊκῶν καὶ κλασικῶν ἐπιγραφῶν, ἀπὸ τὶς πρωιμότερες τοῦ μακεδονικοῦ χώρου, ἀποτελοῦν ἁπτὰ τεκμήρια τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Μακεδόνων. Κατὰ τρόπο λογικὸ καὶ ἀναγκαῖο συμπεραίνουμε ὅτι, παράλληλα μὲ τοὺς Ἀργεάδες Μακεδόνες τῆς Κάτω Μακεδονίας, τὰ «ἐπάνωθεν», κατὰ τὸ Θουκυδίδη, ἑλληνικὰ βασίλεια τῆς Ἄνω Μακεδονίας, χαρακτηρίζει τὸν 6ο καὶ 5ο αἰ. π.Χ. ὑψηλὸ βιοτικὸ καὶ πολιτιστικὸ ἐπίπεδο.

Οἱ σύγχρονοι νομοὶ Καστοριᾶς, Φλώρινας, Κοζάνης καὶ Γρεβενῶν ἀνῆκαν στὴν Ἄνω Μακεδονία, σύμφωνα μὲ τὸ διαχωρισμὸ τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς σὲ ὀρεινὴ – Ἄνω – καὶ πεδινὴ – Κάτω. Ἡ Ἄνω Μακεδονία, λοιπόν, ἀπαρτιζόταν ἀπὸ ἰδιαίτερα βασίλεια ποὺ ἀποτελοῦσαν συγγενικὲς φυλετικὲς ὁμάδες – ἔθνη μὲ κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο βασιζόταν κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἐμφάνισής τους στὶς ἀρχὲς τοῦ ἀγροτοποιμενικοῦ βίου. Μέσα στὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῶν παραπάνω νομῶν κατοικοῦσαν οἱ Ὀρέστες, Λυγκηστές, Ἐορδοί, Τυμφαῖοι, Ἐλιμιῶτες, οἱ ὁποῖοι μέχρι τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα, παρόλη τὴν ἐνοποίηση τοῦ μακεδoνικοῦ βασιλείου, τὴν ἀνάπτυξη τῶν πόλεων ὡς διοικητικῶν κέντρων καὶ τὴ ρωμαϊκὴ κατάκτηση, διατήρησαν τὴ φυλετική τους ὀργάνωση, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς τοῦ ἐθνικοῦ τῆς περιοχῆς στὸν αὐτοπροσδιορισμὸ τῶν κατοίκων τους, π.χ. Μακεδὼν Ἐλιμιώτης, Μακεδὼν Ἐορδαῖος κτλ. Ἡ ὁριστικὴ ἑνοποίηση ἐπιτεύχθηκε χάρη στὴν πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα τοῦ Φιλίππου Β΄, ὁ ὁποῖος μὲ συνεχεῖς νίκες καὶ ἄριστες διπλωματικὲς μεθόδους πέτυχε τὴν ἐνσωμάτωση τῶν διαμερισμάτων τῆς Ἄνω Μακεδονίας, τὴν κατάταξη τῶν εὐγενῶν στὴν τάξη τῶν ἑταίρων, καὶ συνεπῶς τὴν ἐξασθένηση καὶ κατάργηση τῶν ἡγεμονικῶν οἴκων. Ἡ προσάρτηση τῆς Ἐλίμειας, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων «ἐπάνωθεν» περιοχῶν, πραγματοποιήθηκε μᾶλλον εἰρηνικὰ καὶ ἑδραιώθηκε μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀπώθηση καὶ συντριβὴ τῶν Ἰλλυριῶν τόσο ἀπὸ τὸν Φίλιππο (358 π.Χ.) ὅσο καὶ τὸν στρατηγό του Παρμενίωνα (356 π.Χ.), ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι στρατηγοί, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄνω Μακεδονία καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν Πελαγονία, βορείως τοῦ Ἐριγώνα, σημερινοῦ Cerna.

Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ συμβολὴ τῶν «ἐπάνωθεν» στὴ νικηφόρα ἐκστρατεία ὡς τὶς Ἰνδίες, ποὺ ἔγινε μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Ἑλλήνων «πλὴν Λακεδαιμονίων», ὑπῆρξε καθοριστική. Ἀπὸ τὶς ἕξι ταξιαρχίες τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου στὰ 330 π.Χ. τρεῖς προέρχονταν ἀπὸ τὴν Ἄνω Μακεδονία, δηλαδὴ τὴν Ἐλίμεια, τὴν Ὀρεστίδα μαζὶ μὲ τὴ Λυγκηστίδα καὶ τὴν Τυμφαία (Διόδωρος 17.57.2). Ἐπιπλέον διοικοῦνταν γιὰ πολλὰ χρόνια ἀπὸ ταξίαρχους (ὁ Κοῖνος Πολεμοκράτους, Ἐλιμιώτης, ὁ Περδίκκας Ὀρόντου ἀπὸ τὴν Ὀρεστίδα καὶ ὁ Ἀμύντας Ἀνδρομένους καὶ Πολυπέρχων Σιμμία ἀργότερα ἀπὸ τὴν Τυμφαία), μέλη τῶν βασιλικῶν οἴκων τῆς Ἄνω Μακεδονίας. Ταξίαρχοι, ὅπως ὁ Κρατερὸς καὶ ἄλλοι, διοικοῦσαν ταξιαρχίες ποὺ προέρχονταν ἀπὸ ἄλλες περιοχές. Γιὰ τὶς τρεῖς μόνον ἀπὸ τὶς ἕξι ταξιαρχίες χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος ἀσθέταιροι. Τὸ ὄνομα δόθηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀλέξανδρο καὶ συνδεόταν μὲ ἕνα εἶδος πολεμικῶν τιμῶν γιὰ ἐξαιρετικὲς ὑπηρεσίες καὶ ἀφοροῦσε δὲ τοὺς Μακεδόνες ἀπὸ τὴν Ἄνω Μακεδονία, οἱ ὁποῖοι ξεχώριζαν γιὰ τὶς ἱκανότητές τους σὲ σκληρὲς δοκιμασίες.

Κατὰ τὸ 2ο αἰ. π.Χ., καὶ συγκεκριμένα μετὰ τὴν ἥττα τοῦ Περσέα στὴν Πύδνα τὸ 168 π.Χ., σύμφωνα μὲ τὸ διακανονισμὸ τοῦ Αἰμιλίου Παύλου στὴν Ἀμφίπολη, ἡ Ἄνω Μακεδονία ἀποτέλεσε, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, τὴν τέταρτη μερίδα. Τὸ ἴδιο καθεστὼς διατηρήθηκε πιθανότατα καὶ μετὰ τὴν ἥττα τοῦ σφετεριστῆ τοῦ μακεδονικοῦ θρόνου Ἀνδρίσκου στὰ 148 π.Χ. ἀπὸ τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα, ποὺ εἶχε ὡς συνέπεια καὶ τὴ μεταβολὴ τῆς Μακεδονίας σὲ ρωμαϊκὴ ἐπαρχία (provincia Macedonia), μὲ ἕδρα τὴ Θεσσαλονίκη.

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Δρ. ρχαιολογίας

ΠΗΓΗ:

https://www.mouseioaianis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=343

Ὁ πολυτονισμός τοῦ κειμένου ἔγινε ἀπὸ ἐμᾶς («Τὸ Ἔνζυμο»).

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: