ΣΥΜΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ;

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Συμφέρει τὴν Ἑλλάδα ἡ συγκρότηση ἀνεξαρτήτου Κουρδιστάν;

Ἡ περικύκλωση τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ Κούρδους καὶ Ἀλβανούς

τοῦ Δημήτρη Κιτσίκη

 

α) Ἀνάγκη, ἰσχὺς καὶ βία

Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἡ πλέον βασικὴ κινητήριος δύναμη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἱστορίας. Εἶναι τὸ ἀκριβὲς ἀντίθετο τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ, στὶς 8 Νοεμβρίου 2016, ἐκέρδισε τὶς ἀμερικανικὲς ἐκλογές, δηλώνοντας ὅτι ἐπεβλήθη ὡς ἀπολύτως ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε χρηματικὴ ἀνάγκη, ἐφ’ὅσον προηγουμένως εἶχε οἰκοδομήσει μία τεραστία περιουσία ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ χρηματοδοτήσῃ μόνος του τὴν ἐκλογική του ἐκστρατεία, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑποψηφίους τῆς ἀμερικανικὴς ἱστορίας ποὺ ἐχρειάζοντο τὰ χρήματα τῶν ἄλλων.

Ἡ κομμουνιστικὴ Κίνα ἐπὶ Μάο ἐπίστευε ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς καπιταλισμοῦ μὲ τὴν σοσιαλιστικὴ ὀργάνωση τῆς κινεζικῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ ὁ διάδοχός του Ντὲνγκ Σιάοπινγκ ἐδήλωσε ὅτι ἡ ἰσχὺς  ποὺ σὲ καθιστᾷ ἐλεύθερο, ἐβασίζετο στὴν συσσώρευση κεφαλαίου, ὅπως ἔκαμε ὁ Τράμπ.

Τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ποὺ ἔδωσε ἀπάντηση σὲ ὅλα, συνδέει τὴν ἀνάγκη μὲ τὴν βία, καὶ ἡ ἰδεολογία τοῦ φασισμοῦ ποὺ βασίζεται στὴν φύση ὡς τὴν βάση τῆς ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς, θεωρεῖ τὴν βία ὡς τὴν ὑπερτάτη ἀνθρωπίνη ἀνάγκη ἰσχύος ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸν συνεχῆ πόλεμο. Ὁ Χριστὸς δίδει τὴν μόνη ἐναλλακτικὴ λύση ἀντικαθιστῶντας τὴν ἀνάγκη τοῦ ὑλικοῦ συμφέροντος μὲ τὴν ἀνάγκη τῆς ἀπολύτου ἀγάπης ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο πνευματικὰ ἐλεύθερο.

Στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία, ἡ Ἀνάγκη ἐγεννήθη ἀπὸ τῆν γῆ Γαία καὶ τὸ ὕδωρ Ὕδρος, μαζὶ μὲ τὸν Χρόνο. Στὴν ὀρφικὴ μυθολογία ἡ Ἀνάγκη γεννιέται στὴν αὐγὴ τῆς Δημιουργίας, μὲ ἀλλα λόγια προέρχεται ἀπὸ τὴν πτώση ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῆς βιβλικῆς Γενέσεως. Ἀπόδειξη εἶναι ὅτι στὴν ὀρφικὴ μυθολογία ἡ Ἀνάγκη ἔχει σχῆμα ἀσωμάτου ὄφεως (τοῦ Παραδείσου) μὲ τεραστίους βραχίονες ποὺ ἀγκαλιάζουν τὸ σύμπαν. Ἀνάγκη καὶ Χρόνος εἶναι ἕνα ἀναπόσπαστο διαπλεκόμενο ταῖρι ποὺ ἀγκαλιάζει καὶ δένει τὸ σύμπαν ὡς τεράστιο διπλὸ φίδι. Μαζὶ ἔσπασαν τὸ ἀρχικὸ αὐγὸ τῆς Δημιουργίας σὲ τρία τεμάχια: τὴν Γῆ, τὸν Οὐρανὸ καὶ τὴν Θάλασσα.

Ἡ Ἀνάγκη ἦταν ἡ μητέρα τῆς Ἀδραστείας, τῆς ἐκδικητικῆς Νεμέσεως, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐνστίκτου τῆς ἐκδικήσεως, ποὺ οἱ Ἀρχαῖοι ἐτοποθέτουν στὴν Μικρὰ Ἀσία, ἐξ οὖ καὶ ὁ πόλεμος τῆς Τροίας. Ἡ Ἀδράστεια ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὸ συμφέρον, τὸ χρῆμα, τὸ χρυσὸ τοῦ  Μίδα, βασιλέως τῆς κεντρικῆς Ἀνατολίας τῆς Φρυγίας, ποὺ μετεμόρφωσε σὲ χρυσὸ ἄγαλμα ἀκόμα καὶ τὴν κόρη του, τὴν γυναῖκα-συμφέρον, ἐνῷ ὁ υἱός του ὁ  Ἄδραστος (φονεὺς τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τοῦ Ἄτυος, υἱοῦ τοῦ Κροίσου) ἀνήγειρε, κοντὰ στὴν Τροία, ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Ἀδραστείας. Σημειωτέον ὅτι Ἄδραστος ἦταν καὶ τὸ ὄνομα βασιλέως τοῦ Ἄργους τοῦ ὁποίου ἀπόγονος ἦταν ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἄργους Διομήδης ποὺ εἰσέβαλε στὴν Τροία, μέσα στὸν Δούρειο Ἵππο.

Ἡ ἀνάγκη ὡς πτώση, κατὰ τὸν Βίκτωρα Οὐγκώ, λέξη ποὺ ἀναγράφει στὰ ἑλληνικά, στὸ μυθιστόρημά του, ἐπάνω στὸν τοῖχο τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων, μετατρέπεται στὴν ἀμέριστη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν γράφῃ: Θρησκεία, κοινωνία, φύση, αὐτοὶ εἶναι οἱ τρεῖς ἀγῶνες τοῦ ἀνθρώπου, οἱ τρεῖς ἀνάγκες: Ἀνάγκη νὰ πιστεύῃς, ἀνάγκη νὰ δημιουργῇς, ἀνάγκη νὰ ἐπιβιώνῃς: ναός, κοινωνία, φύση (μὲ γῆ-ἄροτρο καὶ θάλασσα-πλοῖο). Ὑπεράνω ὅλων, ἡ ἀνάγκη τῆς καρδιᾶς, τοῦ Χριστοῦ ποὺ μετατρέπει τὴν ἀνάγκη σὲ ἐλευθερία.

β) Οἱ Κοῦρδοι, λαὸς τῶν ὀρέων, ἀπὸ τὴν μυθολογία στὴν ἱστορία

            Ἡ Ἀδράστεια-νέμεσις γιὰ τοὺ Ἀρχαίους ἦταν ὁ ἐκδικητικὸς χαρακτὴρ τῆς Ἀδραστείας, άποτέλεσμα τῆς ἀνάγκης, τῆς ἰσχύος τοῦ χρήματος καὶ τῆς βίας. Οἱ Κοῦρδοι, γνωστοὶ ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ὡς λαὸς τῶν ὀρέων, ὡς Καρδοῦχοι, ἀναφέρονται ὡς ἑξῆς στὸ Δ’ βιβλίο τῆς Κύρου Ἀναβάσεως: Φθάνοντας στὸν Τίγρη ποταμό, ἡ πηγὴ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται στὴν Ἀρμενία καὶ κοντὰ στὸν Εὐφράτη, τὰ Καρδούχεια ὄρη πέφτουν ἀπότομα ἐπάνω στὸ ποτάμι. Ἀμέσως, λοιπὸν ὁ Ξενοφῶν τοποθετεῖ, ὅπως καὶ σήμερα, τοὺς Κούρδους στὸ βουνὸ καὶ τοὺς Ἀρμενίους στὴν πεδιάδα, τοὺς Κούρδους στὴν ἀγριότητα τῶν βράχων καὶ τοὺς Ἀρμενίους στὴν ἡπιότητα τῆς εὐφόρου κοιλάδος. Ὁ δὲ Χειρίσοφος ἀναφωνεῖ στὸν Ξενοφῶντα: Κοῖτα αὐτὰ τὰ ὄρη. Εἶναι ἀπρόσιτα.

γ) Κοῦρδοι καὶ Ἀλβανοί.

           Σήμερα οἱ Ἀλβανοὶ εἶναι οἱ Κοῦρδοι τῶν Βαλκανίων καὶ οἱ Κοῦρδοι εἶναι οἱ Ἀλβανοὶ τῆς Ἀνατολίας. Καὶ οἱ δύο βουνήσιοι λαοί ἦταν στὴν Ἀρχαιότητα γείτονες στὴν Μικὰ Ἀσία. Ἀλβανοὶ ἦσαν ἐγκατεστημένοι στὸ σημερινὸ Νταγκεστάν-Τσετσενία, βορείως τῆς Ἀρμενίας. Νταγκεστὰν σημαίνει βουνήσια χώρα. Τὸ Νταγκεστὰν στὴν Ἀρχαιότητα ἀπεκαλεῖτο Ἀλβανία καὶ οἱ κάτοικοί της Ἀλβανοί. Τὸ πιστοποιεῖ ὁ Πλούταρχος στοὺς «Βίους Παράλληλους» καὶ ὁ Στράβων στὴν «Γεωγραφία»

            Ὁ σημερινὸς ἐθνικισμὸς τῶν Ἑλλήνων ἀποκαλεῖ ἀγρίους ὅλους τοὺς ἐχθροὺς γείτονές τους, ὅπως οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Τοῦρκοι, ἐκτὸς τῶν δυτικῶν ἐχθρῶν τους, ὅπως τοὺς Ἰταλούς, λόγῳ εὐρολαγνίας, ἀλλὰ οἱ ἀντικειμενικὰ ἄγριοι λαοὶ τὴς περιοχῆς ποὺ περικυκλώνουν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι μόνον δύο, οἱ Ἀλβανοὶ καὶ οἱ Κοῦρδοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν γραπτὴ γλῶσσα πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ΙΘ΄ (19ου) αἰῶνος καὶ εἶναι ἀπίθανα βίαοι.

            Συγκεκριμένα, ἡ γλῶσσα τῶν Ἀλβανῶν ἐγράφη μόνον τὸ 1908, ἐνῷ ἡ γλῶσσα τῶν Κούρδων ἔγινε γραπτὴ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, πρῶτα μὲ τὸ ἀραβικὸ ἀλφάβητο καὶ μετὰ μὲ τὸ λατινικό, ἀπὸ τὸ 1920, στὴν σοβιετικὴ Ἀρμενία.

 

 

δ) Ἡ εἰσβολὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ, δυτικὸ ὅπλο διαμελισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας

            Τὸ ὀθωμανικὸ πουλόβερ ἦταν ἕνα πολύχρωμο πλεκτὸ πολλῶν χρωμάτων, τῶν μιλλετίων, βασισμένων στὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις τῶν πολυπληθῶν λαῶν τῆς Αὐτοκρατορίας. Τὸ σχέδιο τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, μετὰ τὴν Γαλλικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1789, ἦταν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ καινούργιο ὅπλο τοῦ ἐθνικισμοῦ, γιὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν θρησκεία μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἔθνους, βασισμένου κυρίως στὴν γλῶσσα, ἐφ’ὅσον αὐτὴ ἐγράφετο, γιὰ νὰ ξεπλέξη σταδιακὰ τὸ πουλόβερ, ὥστε τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλο ἠπειρωτικὸ χῶρο, τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Ἀνατολίας, νὰ τὸ ὑποδουλώσῃ, στὴν βάση τοῦ διαφορετικοῦ γραπτοῦ λόγου.

            Φυσικὸ ἦταν τὸ ξήλωμα νὰ ἀρχίσῃ μὲ τοὺς Ἕλληνες, τὸ 1821, ποὺ εἶχαν καὶ τὴν ἀρχαιότερη γραπτὴ γλῶσσα. Ἡ δυτικὴ ὑποδούλωση ἐσυνεχίσθη μὲ τὴν ἀπόσπαση τῆς Σερβίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ῥουμανίας καὶ τὸ 1914 μὲ τοὺς Ἄραβες. Παρὰ ταῦτα, στὰ τέλη τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οἱ Τοῦρκοι ποὺ ὡς λαός, μὲ τὴν ἀλεβιδική τους θρησκεία, ἦσαν οἱ πλέον περιφρονημένοι τῆς Αὐτοκρατορίας, ἐφ’ὅσον ἡ ἀλεβιδική τους θρησκεία, ὄχι μόνον δὲν ἀνεγνωρίζετο ὡς μιλλέτι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ 1516 ἦταν ὑπὸ διωγμὸ πρὸς ὄφελος τοῦ μουσουλμανικοῦ μιλλετίου τῶν Ἀράβων (ὁ σουλτᾶνος ἀπεκεφάλιζε οἱονδήποτε ἐτόλμει νὰ τὸν ἀποκαλέσῃ Τοῦρκο, ὅπως ἐπίτηδες τὸν ἀπεκάλουν οἱ ἐχθρικὲς δυτικὲς Μεγάλες Δυνάμεις), ὡς ποντίκια ποὺ ἐκινδύνευαν νὰ πνιγοῦν στὸ ἀμπάρι τοῦ ὀθωμανικοῦ βυθιζομένου πλοίου, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, ξεχύθηκαν στὴν γῆ τῆς Ἀνατολίας.

            Ἀπόδειξη ὅτι οἱ Κοῦρδοι πολὺ ἀργὰ συνειδητοποίησαν τὸν ἰδικό τους ἐθνικισμὸ εἶναι πὼς ὁ Ζιγιὰ Γκöκάλπ, κουρδικῆς καταγωγῆς, γεννημένος στὸ Ντιάμπακιρ, τὴν καρδιὰ τοῦ Κουρδιστάν, τὸ 1876, ἀνεδείχθη θεωρητικός, ὄχι τοῦ κουρδικοῦ ἀλλὰ τοῦ τουρκικοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ τῆς τουρκικῆς γλώσσας. Τὰ τουρκικὰ ἦταν περιφρονημένα στὴν Αὐτοκρατορία καὶ τὰ ὁμιλοῦσε μόνον ὁ λαός. Στὸ ὀθωμανικὸ θέατρο σκιῶν ὁ Καραγκιόζης, χαρακτηριστικὸ λαϊκὸ πρόσωπο, ὡμίλει τουρκικά, ἐνῷ ὁ Χατζιαβάτης ποὺ τὸν ἀντέκρουε καὶ ἐπαρίστανε τὸν ἐπίσημο καὶ τὸν γραμματισμένο, ἐχρησιμοποίει ἀραβικὲς λέξεις ἀκατανόητες γιὰ τὸ κοινὸ καὶ γιὰ τὸν Καραγκιόζη, πρᾶγμα ποὺ ἔδινε ἀφορμὴ γιὰ γέλιο καὶ κοροϊδία. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἑλληνικά, αὐτὰ ἦσαν ἡ γλῶσσα τοῦ ἀστικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ κόσμου.

            Ὁ νεόφερτος ἐθνικισμὸς κάνει τὸν Γκöκὰλπ νὰ ὁμιλῇ σὰν τοὺς Δυτικούς. Γιατί, λέγει, ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἐπῆρε τόσο κακὸ δρόμο; «Διότι ἔγινε κοσμοπολίτικη καὶ ἔθεσε τὰ ταξικὰ ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα». Ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, λέγει, ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς. Ὥς κοσμοπολίτικη δὲν ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν καὶ ἰδίως ὄχι τῶν Τούρκων. Παρὰ ταῦτα, ὁ τουρκικὸς λαός, κατὰ συντριπτικὴ πλειοψηφία τότε, ἀγροτικός, δὲν εἶχε ἀκόμη ἐθνικὴ συνείδηση. Στὴν διάρκεια τοῦ τουρκικοῦ πολέμου ἀνεξαρτησίας, τὸ 1919-1922, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Κεμάλ, περιεφέροντο στὰ χωριὰ τῆς Ἀνατολίας γιὰ νὰ στρατολογήσουν τοὺς τούρκους ἀγρότες κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ἐχρησιμοποίουν τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνάγκης τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας κατὰ τοῦ δυτικοῦ εἰσβολέως. Μὰ δὲν εἴμεθα Τοῦρκοι, ἔλεγαν οἱ ἀγρότες στοὺς στρατολόγους. Ἡ γλῶσσα μας εἶναι ἡ τουρκικὴ ἀλλὰ εἴμεθα πρωτίστως μουσουλμᾶνοι. Κάτι ποὺ ἠνόχλει σφόδρα τὸν Μουσταφᾶ Κεμάλ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπέχθεια πρὸς τὸ Ἰσλάμ καὶ γενικὰ πρὸς τὴν θρησκεία.

 

ε) 1925: Ἡ ἐξέγερση τῶν Κούρδων ὑπὲρ τοῦ ὀθωμανικοῦ χαλιφάτου

            Ἀπόδειξη ὅτι οἱ Κοῦρδοι ἦσαν ἀκόμη ὀλιγώτερον προετοιμασμένοι καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, νὰ δεχθοῦν τὴν δυτικὴ ἰδεολογία το ἐθνικισμοῦ καὶ ἐπέμεναν στὸ σχῆμα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἦταν ἡ ἐξέγερσή τους, στὶς 11 Φεβρουαρίου 1925. Ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ ἐγκλωβισμένος μεταξὺ τῆς φιλελευθέρας ἀντιπολιτεύσεώς του καὶ τῆς ἀνταρσίας τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας, εἶχε ἀναγκάσει τὸν φίλο του, τὸν φιλελεύθερο Φετχί (Ali Fethi Okyar) ποὺ εἶχε διορίσει πρωθυπουργὸ τὴν περασμένη χρονιά, στὶ 21 Νοεμβρίου 1924, νὰ παραιτηθῇ στὶς 3 Μαρτίου, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἔδειχνε ἀδυναμία στὸ θέμα τῶν Κούρδων καὶ τὸν ἔστειλε πρέσβυ στὸ Παρίσι.

            Ὁ Κεμὰλ ἠκολούθει τὸν Γκöκὰλπ ὡς ἰδεολογικὸ μαθητή του, μὲ τὸν ὁποῖο διεφώνει μόνον στὸ πρόβλημα τῆς θρησκείας. Πράγματι, ὁ τελευταῖος, τὸ 1917, ἐξηγοῦσε ὅτι ἐνῷ ὁ χριστιανισμὸς ἦταν ἀσυμβίβαστος μὲ ἕνα σύγχρονο κράτος, τοῦτο δὲν ἴσχυε γιὰ τὸ Ἰσλάμ. Ἀκόμη περισσότερο, προσέθετε ὁ Γκöκάλπ, ἰσλαμικὸ κράτος ἐσήμαινε σύγχρονο κράτος. Τὴν 1η Νοεμβρίου 1922, εἶχε ἀποδεχθῆ τὴν ἀπόφαση τοῦ Κεμὰλ νὰ καταργηθῆ τὸ σουλτανᾶτο, ἀλλὰ ἀμέσως ἐδήλωνε πὼς ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ τὸ χαλιφᾶτο. Μεγάλη ἦταν ὅμως ἡ ἀποδοκιμασία του, ὅταν 8 μῆνες πρὸ τοῦ θανάτου του, ὁ Κεμὰλ κατήργησε καὶ τὸ χαλιφᾶτο, στὶς 3 Μαρτίου 1924., ἐπειδὴ ἧταν πεπεισμένος ὅτι ὁ χαλίφης, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ σουλτᾶνος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὁ Ἀμπντϋλμετζὶτ Β’, υἱὸς τοῦ σουλτάνου Ἀμπντϋλαζίζ (1861-1876), θὰ ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν ἰσλαμικῶν ἐθνῶν καὶ νὰ ἀναζωογονήσῃ τὴν αἴγλη τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος τοῦ Ἰσλάμ.

στ) Οἱ Κοῦρδοι, ἀπὸ τὸν ἰσλαμισμὸ στὸν ἐθνικισμό

            Ἡ συμπαράσταση τοῦ Λένιν στὸν ἀγῶνα τοῦ Τρίτου Κόσμου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν ἀποικιακὸ ζυγὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ταυτισθῇ ὡς ἕνα σημεῖο ὁ ἄθεος κομμουνισμὸς μὲ τὸ Ἰσλάμ, ὁ μαρξισμός-λενινισμὸς μὲ τὴν ἀνατολικὴ ἀντιδυτικὴ παράταξη. Ἔτσι στὴν Κεμαλικὴ Ἐθνοσυνέλευση ὁ βουλευτὴς Μπεσὶμ Ἀταλάϋ (Besim Atalay) ἀνεφώνιζε: «Εὑρισκόμεθα στὴν συμβολὴ δύο μεγάλων δρόμων. Ὁ ἕνας τῆς Ἀνατολῆς, κοιτίδος τῶν πίστεων καὶ τῶν θρησκειῶν. Ὁ ἄλλος τῆς Δύσεως, πηγὴ τυραννίας, καταδυναστεύσεως καὶ ἐπιθέσεως. Εἴμεθα χαμένοι ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς δύο δρόμους.  Σὲ ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο θὰ εἰσέλθουμε; Θὰ παραμείνουμε ὑπὸ τὶς ξιφολόγχες τῶν υἱῶν τοῦ Γλάδστωνος ἤ θὰ βαδίσουμε πρὸς τὸ χέρι ποὺ μᾶς τείνει ἡ δύναμη αὐτή;», ἡ μπολσεβικικὴ Ῥωσία. (Κραυγὲς στὴν αἴθουσα: «Πρὸς τὴν Ἀνατολή, πρὸς τὴν Ἀνατολή!»).

            Τὸ 1923, ὁ Κεμὰλ ἐπίστευε πὼς εἶχε ἀπαλλάξει τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη ἑνὸς πολυεθνικοῦ κράτους, ἐφ’ὅσον, ὑπὸ τὴν πίεση τῶν δυτικῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ Τουρκία, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες χῶρες τοῦ Τρίτου Κόσμου, εἶχε εἰσέλθει ὑποχρεωτικὰ στὸν κόσμο τῶν ἐθνοκρατῶν καὶ τὸ κεμαλικὸ κράτος ἐβασίζετο πλέον, καὶ ἐπισήμως μέσα ἀπὸ τὸ Σύνταγμά του, στὸν  ἐθνικισμό. Ἐπίστευε ὅτι, μετὰ τὸ ἐπιτυχὲς τέλος τοῦ πολέμου Ἀνεξαρτησίας εἶχε τελικὰ προικίσει τὸ τουρκικὸ ἔθνος μὲ ἕνα ἔδαφος  καθαρὰ ἰδικό του, ποὺ περιελάμβανε μόνον Τούρκους, ἐφ’ὅσον μάλιστα τὸ προηγούμενο ὀθωμανικὸ καθεστώς, εἶχε ἐξαφανίσει τὸ 1915, τὴν ἀρμενικὴ κοινότητα.

            Ὁ τουρκικὸς λαος,  νομαδικὸς στὰ ἀρχαῖα χρόνια, ποθοῦσε νὰ ταυτισθῇ ἐπιτέλους μὲ ἕνα συγκεκριμένο ἔδαφος ποὺ νὰ εἶναι τελείως τουρκικό, καὶ ὁ Κεμὰλ εἶχε τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ Τουρκία τοῦ 1923 ποὺ τοῦ προσέφερε, ἦταν ἕνα γνήσιο ἐθνοκράτος.

            Ἐν τούτοις, εἶχε ξεχάσει τὴν ὕπαρξη τῶν Κούρδων. Καὶ αὐτὸ δὲν ἦταν περίεργο. Οἱ Κοῦρδοι ἦσαν ἕνας καθυστερημένος ὀρεινὸς πληθυσμός, στὸν ὁποῖο δὲν ἦταν εὔκολο νὰ ἀνακαλύψῃ κανεὶς ἐθνικὸ αἴσθημα. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, τὸ κουρδικὸ ἔθνος δὲν εἶχε ἀκόμα ξεχωρίσει ἀπὸ τὴν κοινὴ σουννιτικὴ ἰσλαμικὴ οὖμμα, τοῦ ἀντιστοίχου μιλλετίου τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Σεϋχουλισλάμη μὲ θρησκευτικὸ ἀνώτατο σύμβολο τὸ σουννιτικὸ χαλιφᾶτο, ποὺ τὸ 1516, μὲ τὴν κατάκτηση τῶν ἀραβικῶν χωρῶν τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου, ὁ ὀθωμανὸς αὐτοκράτωρ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Σελὶμ Α΄ ὁ Γιαβούζ, ὁ Τρομερός, εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τοὺς Ἄραβες καὶ εἶχε αὐτοανακηρυχθῆ, ἔστω καὶ παρανόμως, χαλίφης ὅλων τῶν Σουννιτῶν, τίτλος μὲν κενὸς ἀλλὰ τεραστίας συμβολικῆς σημασίας γιὰ τοὺς Κούρδους σουννῖτες.

            Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ΙΘ΄(19ου) αἰῶνος, οἱ Κοῦρδοι, ὡς φανατικοὶ μουσουλμᾶνοι, εἶχαν χρησιμοποιηθῆ ἀπὸ τὸ ὀθωμανικὸ αὐτοκρατορικὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως γιὰ τὴν συστηματικὴ σφαγὴ τῶν χριστινικῶν ὀρθοδόξων ἀρμενικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἀνατολικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὄργανα τῆς νοτίου καθόδου στὸν Καύκασο τῶν αὐτοκρατορικῶν ὀρθοδόξων Ῥώσων, σφαγὴ ποὺ ἐχρησίμευε ὡς φράγμα κατὰ τῆς σλαυϊκῆς ἐπεκτάσεως.

            Μόνον ἀναδρομικά, οἱ σημερινοὶ Κοῦρδοι ἐθνικιστὲς ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἀπελευθέρωση τὶς φεουδαλικὲς ἐξεγέρσεις τοῦ Κουρδιστὰν τῆς περασμένης γενεᾶς. Ἡ προσήλωση στὸ Ἰσλάμ, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζαν  ὁλόκληρες δυναστεῖες δερβίσηδων, ὑπερτεροῦσε ἀκόμη κατὰ πολὺ τοῦ νεογεννήτου ἐθνικοῦ αἰσθήματος. Οἱ δερβίσηδες ἦσαν ἀνέκαθεν πολὺ κοντὰ στὸν λαὸ ποὺ τὸν ἐπροστάτευαν ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἐπιρροή. Εἴτε ὑπερήσπιζαν  τὸν Ἀμπντϋλχαμὶτ Β΄, εἴτε τοὺς ἑνωτικοὺς Νεοτούρκους, εἴτε ἦσαν συντηρητικοὶ ἤ προοδευτικοί, παρέμεναν οἱ συνεπεῖς στυλοβάτες τῆς ἀνατολικῆς παρατάξεως. Ὅσον καιρὸ δὲν ἐπολεμοῦσε τὴν θρησκεία, ὁ Κεμὰλ εἶχε μὲ τὸ μέρος του πολλοὺς δερβίσηδες καὶ κατὰ συνέπεια τὴν πλειονότητα τοῦ κουρδικοῦ λαοῦ.

            Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου τῆς Ἀνεξαρτησίας, οἱ προσπάθειες τοῦ σουλτάνου-χαλίφη τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ξεσηκώσῃ τοὺς Κούρδους ἐναντίον τῶν κεμαλικῶν ἀπέβησαν σχεδὸν ἄκαρπες. Ἡ Μεγάλη κεμαλικὴ Ἐθνοσυνέλευση ποὺ συνεδρίασε στὶς 23 Ἀπριλίου 1920, στὴν Ἄγκυρα, ἀριθμοῦσε 72 Κούρδους βουλευτές. Δέκα βουλευτὲς ἦσαν σημαντικοὶ σεΐχηδες τῶν δερβισικῶν ταγμάτων Μεβλεβί, Μπεκτασὶ καὶ Νακσιμπέντι. Ὄχι μόνον ὁ σουλτᾶνος-χαλίφης Μεχμὲτ ΣΤ΄ δὲν εἶχε καταδικάσει τὴν βρεταννικὴ κατοχὴ ἀλλὰ εἶχε καὶ ἐπιδικάσει σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ γιὰ τὴν σύλληψη τοῦ Μουσταφᾶ Κεμὰλ  μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐμφανισθῆ ὡς δωσίλογος τῶν κατοχικῶν δυνάμεων καὶ νὰ ξεσπάσῃ ἀνηλεὴς ἐμφύλιος μεταξὺ τοῦ ἀποκαλουμένου Στρατοῦ τοῦ Χαλίφη (τὸ ἀντίστοιχο τῶν γερμανοτσολιάδων τῆς μετέπειτα γερμανικῆς κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος) καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Κεμάλ.

            Ἡ θέση ὅμως τῶν Κούρδων μετετράπη ἄρδην κατόπιν τῆς καταργήσεως τοῦ χαλιφάτου στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1924 καὶ ὅλων τῶν ταρικάτ,  τῶν θρησκευτικῶν σουφιδικῶν δερβισικῶν ταγμάτων στὶς 30 Σεπτεμβρίου 1925, ὥς καὶ ὅλων τῶν τεκέδων (μοναστηρίων) στὶς 30 Νοεμβρίου 1925. Ἐπιπλέον, ὅπως καὶ στὴν Ἑλλάδα, κατηργήθη τὸ θρησκευτικὸ ἡμερολόγιο καὶ υἱοθετήθη τὸ δυτικὸ γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο, στὸ σύνολό του, στὶς 26 Δεκεμβρίου 1925 καὶ ἐφηρμόσθη ἀπὸ τὴν 1η Ἰανουαρίου 1926. Τέλ.ος ἡ πολυγαμία ἀπηγορεύθη τὸ 1926 καὶ ἔγινε ὑποχρεωτικὸς ὁ πολιτικὸς γάμος.

            Μὲ τὶς ῥιζοσπαστικές του ἀντιθρησκευτικές του αὐτὲς ἀποφάσεις ὁ Κεμὰλ ἐπιτάχυνε τὴν ἀφύπνιση τοῦ κουρδικοῦ ἐθνικισμοῦ, διαπράττοντας τὸ λάθος νὰ θεωρήσῃ τοὺς Κούρδους τῆς νέας Τουρκίας ἀφομοιωμένους στὸ τουρκικὸ ἔθνος, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν πνευματικό του δάσκαλο κουρδικῆς καταγωγῆς, τὸν Ζιγιὰ Γκöκάλπ. Πράγματι, τὸ 1923, ὁ Γκöκάλπ εἶχε δημοσιεύσει ἄρθρο μὲ τὸν τίτλο «Τὶ εἶναι ἔθνος» σὲ ἐπιθεώρηση τῆς κουρδικῆς γενέτειράς του, τὸ Ντιάρμπακιρ.

            Σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ὁ  Γκöκὰλπ ἐπαρουσίαζε γλωσσικὰ ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ντιάρμπακιρ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁμιλοῦσαν κουρδικά, ἦσαν στὴν πραγματικότητα Τοῦρκοι ποὺ εἶχαν μάθει τὰ κουρδικὰ ὡς ξένη γλῶσσα. Ἤθελε ἰδίως νὰ ἀποδείξῃ στοὺς συμπατριῶτες του, καὶ στὸν ἑαυτό του, ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν πράγματι Τοῦρκος. Ἡ προσπάθειά του αὐτή τὸν  ὡδήγησε στὴν πλήρη ἄρνηση τοῦ μιλλετικοῦ συστήματος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, προσπαθῶντας νὰ κλείσῃ σὲ ἕναν στενὸ ἐθνικιστικὸ κορσὲ τοὺς λαοὺς τῆς πρώην αὐτοκρατορίας. Ἔγραφε λοιπόν, στὸ ἄρθρο αὐτό: «Ἡ ἐθνικότης ἑνὸς ἀτόμου δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσδιορισθῇ μὲ αὐθαίρετο τρόπο. Ἕνα τέτοιο ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ἐπιστημονικά. Ὅταν στὰ νειᾶτα μου ἐπῆγα γιὰ πρώτη φορὰ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ σπουδές, ἠναγκάσθην νὰ κάνω αὐτὴν τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα γιὰ τὸν ἑαυτό μου ἀφοῦ, συμφώνωςς μὲ μίαν κακὴν συνήθεια ποὺ εἶχε ἐπιβιώσει ἐκεῖ ἀπὸ τὸ παρελθόν, οἱ κάτοικοι τοῦ Εὐξείνου Πόντου ὀνομάζοντο Λαζοί, οἱ κάτοικοι τῆς Συρίας καὶ τοῦ Ἰράκ, Ἄραβες, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ῥούμελης [αὐτοὶ ποὺ ἦσαν μουσουλμᾶνοι] Ἀλβανοί. Ὅλοι ὅσοι, ὅπως ἐγώ, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὰ διαμερίσματα τῆς ἀνατολικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὀνομάζοντο Κοῦρδοι. Μέχρι τότε ἐθεώρειν τὸν ἑαυτό μου Τοῦρκο. Ὅμως, αὐτὸ τὸ αἴσθημα δὲν ἐβασίζετο σὲ καμμία ἐπιστημονικὴ γνώση. Γιὰ νὰ ἀνακαλύψω τὴν ἀλήθεια, ἤρχισα νὰ μελετῶ  τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Κούρδους».

            Ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους γιὰ τὸν Γκöκὰλπ, ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὴν γερμανικὴ ἀντίληψη ποὺ ἐθεώρει τὸ ἔθνος ἀντικειμενικὴ πραγματικότης, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ὁ Γκöκὰλπ ἀπέρριπτε τὸ φυλετικὸ κριτήριο. Γι’ αὐτόν, ἦτο φυσικὸ ἕνας ἄνθρωπος κουρδικῆς καταγωγῆς νὰ εἶναι Τοῦρκος, ἀλλὰ ὄχι ἁπλῶς ἐπειδὴ τὸ ἤθελε. Ἔπρεπε νὰ εἶχε ἀφομοιωθῆ. Βεβαίως,  ἐὰν ἡ πλειονότης τῶν Κούρδων εἶχε πράγματι ἀφομοιωθῆ, ὅπως εἶχε γίνει, τὸν ΙΘ΄(19ο) αἰῶνα μὲ τοὺς Κιρκασίους, ποὺ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς πατρογονικὲς ἑστίες τους στὸν Καύκασο γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὴν ῥωσικὴ κατάκτηση, δὲν θὰ ὑπῆρχε πρόβλημα. Τὸ σφάλμα τοῦ Κεμὰλ ἦταν νὰ πιστεύσῃ πὼς εἶχε γίνει πραγματικὰ μία τέτοια ἀφομοίωση.

            Μὲ τὴν πεποίθηση λοιπόν, ὅτι ἡ νέα Τουρκία ἀπετελεῖτο οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον ἔθνος, ὁ Κεμὰλ ἐφήρμοσε τὴν γαλλικὴ συγκεντρωτικὴ ἀρχὴ τοῦ ἑνιαίου καὶ ἀδιαιρέτου ἐθνοκράτους. Ἄλλη γλῶσσα δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ γιὰ τὴν Τουρκία παρὰ μόνον ἡ τουρκική. Ποία πολιτιστικὴ πτώση ὁ μονόχνωτος ἐθνικισμὸς εἶχε ἐπιφέρει στὴν προτεραία πλουσιωτάτη ὀθωμανικὴ κοινωνία τῆς διαφορετικότητος!

            Ἔτσι ἐδημιουργήθη τὸ ῥῆγμα μεταξὺ Κούρδων καὶ κεμαλικῶν. Ὁ κουρδικὸς πληθυσμός, ὅπως καὶ ἡ τουρκικὴ ἀγροτικὴ τάξη εἶχαν, κατὰ τὸ πλεῖστον, πολεμήσει στὸ πλευρὸ τοῦ Κεμάλ, γιὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἡ χώρα ἀπὸ τοὺς ξένους εἰσβολεῖς καὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τῶν δωσιλόγων. Παρὰ ταῦτα, οἱ Δυτικὲς Δυνάμεις εἶχαν τὴν πρόθεση μὲ τὴν Συνθήκη τῶν Σεβρῶν τῆς 10ης Αὐγούστου 1920 νὰ δημιουργήσουν ἀνεξάρτητο κουρδικὸ κράτος.

ζ) Ἡ Δύση ἀπαιτεῖ συγκρότηση κουρδικοῦ κράτους

            Στὴν προσπάθεια τους νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν διαμελισμὸ τοῦ χώρου τῆς Ὀθωμανίας, πρώην Βυζαντίου, καὶ αὐτὸ ἤδη ἀπὸ τὴν Τετάρτη Σταυροφορία τοῦ 1204, ἐντάσσεται καὶ τὸ σχέδιο τῶν Φράγκων συγκροτήσεως ἀποσχιστικοῦ κουρδικοῦ κράτους, ἀμέσως μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς νέας φραγκικῆς καταλήψεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὶς 16 Μαρτίου τοῦ 1920.

            Μετὰ τὴν ὀθωμανικὴ ἀνακωχὴ τοῦ Μούδρου, στὶς 30 Ὀκτωβρίου 1918, στρατιωτικὲς δυνάμεις τῆς Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ἰταλίας εἰσῆλθαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐνώπιον τῆς κεμαλικῆς ἀνταρσίας, στὶς 5 Ἀπριλίου 1920, διώρισαν ὡς κατοχικὸ πρωθυπουργὸ τὸν Νταμὰντ Φερὶντ γιὰ νὰ ὑπογράψῃ στὶς Σέβρες, στὶς 10 Αὐγούστου 1920, τὸν διαμελισμὸ τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχαν καταργήσει τὴν ὀθωμανικὴ Βουλή στὶς 11 Ἀπριλίου καὶ στείλει 150 ὀθωμανοὺς πολιτικοὺς ἐξορίστους στὴν Μάλτα.

            Ἡ συνθήκη εἰρήνης τῶν Σεβρῶν λοιπόν, ἀπέβλεπε, γιὰ πρώτη φορά στὴν Ἱστορία, στὴν ἵδρυση ἑνὸς κουρδικοῦ κράτους. Τὸ ἄρθρο 62 τῆς συνθήκης ὥριζε: «Ἐπιτροπὴ ποὺ θὰ ἑδρεύῃ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία μέλη τὰ ὁποῖα θὰ διορίζονται ἀπὸ κάθε μία ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, θὰ προπαρασκευάσῃ, μέσα σὲ ἕξι μῆνες ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἰσχύῃ ἡ παροῦσα Συνθήκη, τὴν τοπικὴ αὐτονομία τῶν χωρῶν στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ τὸ κουρδικὸ στοιχεῖο καὶ οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται ἀνατολικὰ τοῦ Εὐφράτη, στὰ νότια τῶν μεσημβρινῶν συνόρων τῆς Ἀρμενίας, ὅπως αὐτὰ θὰ καθορισθοῦν μεταγενέστερα, καὶ στὰ βόρεια τῶν συνόρων τῆς Τουρκίας μὲ τὴν Συρία καὶ τὴν Μεσοποταμία».

            Τὸ ἄρθρο 64 τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν προσέθετε: «Ἐὰν, μέσα σὲ ἕνα χρόνο, ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἰσχύῃ ἡ παροῦσα Συνθήκη, ὁ κουρδικὸς πληθυσμὸς ποὺ ζῇ στὶς χῶρες στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται τὸ ἄρθρο 62, ἀπευθυνόμενος στὸ Συμβούλιο τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καταδείξῃ ὅτι, στὴν πλειονότητά του ἐπιθυμῇ νὰ γίνῃ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν Τουρκία, καὶ ἐὰν τὸ Συμβούλιο κρίνῃ τότε ὅτι ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς εἶναι ὥριμος γιὰ ἀνεξαρτησία καὶ συστήσῃ τὴν παραχώρηση αὐτῆς, ἡ Τουρκία ἀναλαμβάνει ἀπὸ τώρα τὴν ὑποχρέωση νὰ συμμορφωθῇ καὶ νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τοὺς τίτλους της στὶς χῶρες ἐκεῖνες… Ἐὰν καὶ ἀφοῦ παραιτηθῇ ἡ Τουρκία, οἱ προέχουσες Σύμμαχοι Δυνάμεις δὲν προβάλουν καμμία ἀντίρηση στοὺς Κούρδους ποὺ κατοικοῦν στὸ τμῆμα τοῦ Κουρδιστὰν ποὺ περιλαμβάνεται μέχρι τώρα στὸ βιλαέτιο τῆς Μοσούλης, ἐὰν θελήσουν νὰ προσχωρήσουν στὸ ἀνεξάρτητο αὐτὸ κουρδικὸ κράτος».

            Συνεπῶς, ἡ Συνδιάσκεψη τῆς Εἰρήνης ἐσκέφθη νὰ δημιουργήσῃ ἕνα ἀνεξάρτητο κουρδικὸ κράτος ποὺ θὰ συμπεριελάμβανε ὄχι μόνον τοὺς Κούρδους τῆς Τουρκίας ἀλλὰ καὶ ἐκείνους τοῦ σημερινοῦ Ἰράκ.

η) Κουρδικὸς ἰσλαμοεθνικισμός

            Σὲ ἕνα σημαντικὸ σημεῖο, στὸ θρησκευτικὸ ζήτημα, ὁ Μουσταφᾶ Κεμὰλ δὲν ἠκολούθησε τὸν Ζιγιὰ Γκöκάλπ. Καταγόμενος ἀπὸ τὸ Κουρδιστάν, ὁ Γκöκὰλπ ἐνεπνέετο ἀπὸ βαθὺ μυστικισμὸ καὶ προσήλωση στοὺς δερβίσηδες. Ἦταν πεπεισμένος ὅτι ἡ τουρκικὴ ἐπανάσταση ἠδύνατο νὰ οἰκοδομήσῃ ἕνα σύγχρονο κράτος χωρὶς νὰ ἀποβάλῃ τὸ Ἰσλάμ. Γιὰ ὅποιον παρηκολούθησε τὶς τάσεις τοῦ ἀραβικοῦ σοσιαλισμοῦ μετὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ποὺ ἐξεφράσθη μὲ τρία ἀντίστοιχα ῥεύματα, αὐτὰ τοῦ συροϊρακινοῦ Μπαασισμοῦ, τοῦ Νασερισμοῦ καὶ τοῦ Κανταφισμοῦ, προτοῦ καταστραφοῦν ἀπὸ τὸν βίαιο ἀμερικανικὸ ἰμπεριαλισμὸ καὶ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ τὸν σουννιτικὸ ἰσλαμικὸ φοντεμανταλισμὸ τῆς Ἄλ Κάϊντα καὶ τοῦ Ντάες, εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Γκöκὰλπ ἔβλεπε τὰ πράγματα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τὸν Κεμάλ. Πιθανόν, ἐὰν εἶχε ἐφαρμοσθῆ ἡ γκεκαλπιανὴ φόρμουλα γιὰ ἕνα προοδευτικὸ Ἰσλάμ, ἡ ἐθνικὴ συνείδηση τῶν Κούρδων θὰ ἀργοῦσε νὰ ἐκδηλωθῇ.

            Παρ’ὅλο ποὺ ἡ πλειονότητα τοῦ τουρκικοῦ λαοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γκöκὰλπ ἦσαν ἀντίθετοι μὲ τὴν κατάργηση τοῦ Χαλιφάτου, ὁ Ἀτατοὺρκ ἀπεφάσισε τὸ 1924 νὰ τὸ καταργήσῃ. Ὁ μανιώδης ἀντικληρικαλισμὸς καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Τουρκικῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας ἐπλήγωσαν βαθιὰ καὶ μόνιμα τὴν τουρκικὴ λαϊκὴ ψυχή. Καὶ ἐὰν, παρὰ ταῦτα, ὁ τοῦρκος ἀγρότης ἦταν διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῇ ὅ,τι δήποτε ἀπὸ τὸν ἡγέτη ἀπελευθερωτῆ χωρὶς νὰ ἐξεγερθῇ, δὲν ἴσχυε τὸ ἴδιο γιὰ τὸν κοῦρδο ἀγρότη, λόγῳ τοῦ ῥήγματος ποὺ εἶχε προκαλέσει ἡ ἀφύπνιση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος στὸ Κουρδιστάν. Τὸ ῥῆγμα αὐτὸ διηυρύνθη ἀπότομα μὲ τὴν κατάλυση τοῦ Χαλιφάτου.

            Ὅπως παρετήρησε ἕνας Πέρσης αὐτόπτης μάρτυς, «ταξιδεύοντας ἔφιππος ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὸ βόρειο Κουρδιστὰν καὶ τὴν Τουρκία, κατὰ τὴν διάρκεια σαράντα ἡμερῶν, φιλοξενούμενος τὶς νύκτες στὶς καλύβες χωρικῶν μὲ τοὺς ὁποίους ἐκουβέντιαζα, ἠμπόρεσα νὰ παρατηρήσω μέχρι ποίου σημείου οἱ ἀγρότες τῆς Ἀνατολίας ἀνησυχοῦσαν γιὰ τὴν μοῖρα τῆς ὀθωμανικῆς βασιλείας. Εἶχα πρῶτα τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ Κοῦρδοι δὲν ἐνδιεφέροντο καὶ πολὺ γι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ὕστερα ἀντελἠφθην ὅτι ἡ ἄποψή τους γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ συνέβαιναν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀφοροῦσε περισσότερο τὴν θρησκευτικὴ σημασία τῶν Ὀθωμανῶν βασιλέων παρὰ τὴν πολιτική. Καθὼς τὸ χαλιφᾶτο ἐπρόκειτο νὰ διατηρηθῇ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατίας οἱ Κοῦρδοι ἦσαν ἱκανοποιημένοι, ἐπειδὴ θὰ διεφυλάσσετο ἡ θρησκευτικὴ ὑφὴ τῆς Τουρκίας» (Hassan Arfa, The Kurds, Λονδῖνο,Oxford University Press, 1966, σ.33).

 

 

θ) Ἡ ἐξέγερση τῶν δερβίσηδων, πρόγονοι τοῦ Φετουλλὰχ Γκϋλέν

            Στὶς 11 Φεβρουαρίου 1925, οἱ  Κοῦρδοι ἐξηγέρθησαν ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ σεΐχη Σαΐτ (Sait) τοῦ χωριοῦ Πάλου (Palu), ἀνατολικὰ τοῦ Ἐλαζίγ, στὴν Ἀνατολικὴ Τουρκία, παραδοσιακὰ  χώρα Ἀρμενίων καὶ Κούρδων. Ὁ Σαΐτ ἦταν ὁ κληρονομικὸς ἀρχηγὸς τοῦ τάγματος τῶν δερβίσηδων Νακσιμπέντι. Τὸ σύνθημα τῆς ἐξεγέρσεως ἦταν «ἡ ἵδρυση ἑνὸς ἀνεξαρτήτου Κουρδιστὰν ὑπὸ τουρκικὴ προστασία καὶ ἡ παλινόρθωση τοῦ σουλτανάτου». Στὶς  7  Μαρτίου κατέλαβαν τὴν πρωτεύουσα τοῦ Κουρδιστάν, τὸ Ντιάρμπακιρ.

            Ἡ καταστολὴ ἦταν σύντομη καὶ πολὺ σκληρή. Στὶς 29 Ἰουνίου 1925, μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἐξεγέρσεως, 6 ἀπὸ τοὺς ἡγέτες της ἀπηγχονίσθησαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Σαΐτ. Ἀλλἀ ὁ ξεσηκωμὸς αὐτὸς ἐσημείωσε ὁριστικὴ στροφή:  Τὸ ἔθνος τῶν Ἀλβανῶν αὐτῶν τῆς Ἀνατολίας εἶχε ὡριμάσει. Ὅπως γράφει ὁ Χασὰν Ἄρφα, «μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς κουρδικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1925, ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ σεΐχης Σαΐτ, τὸ κουρδικὸ κίνημα ἔχασε τὸ θρησκευτικὸ καὶ ὀθωμανικό του χαρακτῆρα καὶ ἔγινε καθαρὰ ἐθνικιστικό, περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα τὶς κουρδικὲς περιοχὲς τῆς Τουρκίας καὶ τοῦ’Ἰράκ».

            Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐξέγερση ἱδρύθη κουρδικὸ κόμμα τῆς ἀνεξαρτησία, τὸ Χόϋμπουν, τὸ ὁποῖο διεκήρυξε στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1927, τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κουρδιστάν, ἔτσι ὅπως αὐτὴ εἶχε ὁρισθῆ τὸ 1920, στὴν συνθήκη τῶν Σεβρῶν, μὲ τὸ Ντιάρμπακιρ γιὰ πρωτεύουσα. Τὸ 1930, τὸ κουρδικὸ κόμμα κατώρθωσε νὰ ὀργανώσῃ μία κουρδικὴ ἐξέγερση στὴν περιοχὴ τοῦ ὅρους Ἀραράτ (Ἄγρι Ντάγ), στὰ τουρκοΐρανικὰ σύνορα.

            Στόχος τῆς ἐξεγέρσεως ἦταν νὰ καταλάβῃ ἕνα τμῆμα τοῦ ἐδάφους γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ προσωρινὴ κυβέρνηση, καθὼς καὶ προσωρινὴ πρωτεύουσα ἀπὸ ὅπου θὰ διεκήρυττε τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ Κουρδιστάν, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ φιλικὲς κυβερνήσεις καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ στὴν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν.

ι) Ἡ ἀχίλλειος πτέρνα τοῦ κουρδικοῦ ἐθνικισμοῦ

            Ἡ ἀπόπειρα τοῦ Σαΐτ τοῦ 1925, ἀπέτυχε λόγῳ τῆς συνεργασίας τῶν τουρκικῶν καὶ τῶν ἰρανικῶν στρατευμάτων, καὶ οἱ στασιαστὲς περικυκλώθησαν καὶ ἡττήθησαν.

            Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἀχίλλειος πτέρνα τοῦ κουρδικοῦ ἐθνικισμοῦ: ὁ διασκορπισμὸς τοῦ κουρδικοῦ ἐδάφους σὲ τέσσερα διαφορετικὰ κράτη: τὴν Τουρκία, τὸ Ἰράν, τὸ Ἰρὰκ καὶ τὴν Συρία. Κάθε φορὰ ποὺ ἀνδρώνεται τὸ κουρδικὸ κίνημα ἀνεξαρτησίας ἀντιμετωπίζει τὴν συμμαχία τῶν χωρῶν αὐτῶν ποὺ εἶναι φυσικὸ νὰ μὴν ἔχουν συμφέρον νὰ προωθήσουν ἕνα κίνημα ποὺ θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ τέσσερα αὐτὰ κράτη, μέρος τῆς ἐδαφικῆς του ἀκεραιότητος. Ἡ συμμαχία Τουρκίας-Ἰρὰν εἶναι δεδομένη. Μόνον στὸ Ἰρὰκ καὶ στὴν Συρία οἱ Κοῦρδοι δύνανται ὡς ἕνα σημεῖο νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὶς ἐπεκτατικὲς βλέψεις τῶν ἐπιγόνων τοῦ Ἀτατούρκ, μετὰ τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει μὲ τὴν Ἀλβανία ποὺ διεκδικεῖ ἐδάφη σὲ τρία διαφορετικὰ κράτη : τὴν ΦΥΡΟΜ, τὴν Σερβία καὶ τὴν Ἑλλάδα.

            Μία ἄλλη σημαντικὴ κουρδικὴ ἐξέγερση ποὺ διήρκησε ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1937 ἕως τὸν Μάρτιο τοῦ 1938, κατεστάλη στὴν περιοχὴ τοῦ Τουντζελί (Tunceli, βορείως τοῦ Ἐλαζίγ), γνωστὸ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ μὲ τὴν ὀνομασία Ντερσίμ (Dersim). Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐξεγέρσεως, δύο κοῦρδοι βουλευτὲς τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Τουρκίας καὶ ἑννέα ἄλλοι ἡγέτες κατεδικάσθησαν καὶ ἀπηγχονίσθησαν. Στὶς 9 Ἰουλίου 1937, ἡ Τουρκία, τὸ Ἰράν, τὸ Ἰρὰκ καὶ τὸ Ἀφγανιστάν, ὐπέγραψαν σύμφωνο μὴ ἐπιθέσεως στὸ Σαανταμπάντ (Saadabad).

            Τὸ ἄρθρο  τοῦ συμφώνου ἀνεφέρετο στὸν κουρδικὸ κίνδυνο καὶ ἦταν διατυπωμένο ὡς ἑξῆς: «Κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ συμβαλλόμενα μέρη ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωση, στὴν ἀντίστοιχη σφαῖρα ἐπιρροῆς του, νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τοῦ σχηματισμοῦ ἤ τῆς λειτουργίας ἐνόπλων ὁμάδων, ἑταιρειῶν ἤ ὀργανώσεων ποὺ στόχο ἔχουν νὰ ἀνατρέψουν τοὺς ἰσχύοντες θεσμοὺς ποὺ διασφαλίζουν τὴν τάξη ἤ τὴν ἀσφάλεια ὁποιουδήποτε τμήματος τῆς μεθοριακὴς γραμμῆς τοῦ ἄλλου μέρους».

            Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ κεμαλικὸ καθεστὼς εἰσῆλθε στὴν ὁδὸ τῆς βίας, ἦταν δύσκολο πλέον νὰ ἀλλάξῃ πορεία. Ὁ Κεμὰλ βεβαίως ἔλεγε ὅτι αὐτὲς οἱ ἐξεγέρσεις ἦσαν κοινωνικὰ ὁπισθοδρομικὲς καὶ ἀπέβαινον μόνον πρὸς ὄφελος τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι συνεπῶς ἐξέθεταν σὲ κίνδυνο τὴν οἰκοδόμηση μίας συγχρόνου καὶ ἀνεξαρτήτου τουρκικῆς δημοκρατίας, καὶ σὲ αὐτὸ δὲν εἶχε ἄδικο. Ἡ Κίνα τοῦ Μάο Τσέ-τουνγκ θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀργότερα τὶς ἴδιες δυσκολίες μὲ τὸ Θιβέτ, τὸ ὁποῖο ὅμως θὰ ἀπολαύσῃ τελικὰ μίας σχετικῆς αὐτονομίας.

            Παρὰ τὰ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα τῶν Κεμαλικῶν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ τὸ Κουρδιστὰν εἶχε ὡριμάσει ὡς ἔθνος καὶ ὅτι ἡ νέα Τουρκία εἶχε ἐμπλακῇ σὲ μία κατάσταση γεμάτη ἀντιφάσεων ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ ἐξέλθῃ.

            Ὁ Παντὶτ Νεχρού (1889-1964), ὁ ἱδρυτὴς τῆς σημερινῆς Ἰνδίας μὲ τὸν Μαχάτμα Γκάντι, καὶ ἀπὸ τοὺς ἡγέτες τοῦ Κινήματος τῶν Ἀδεσμεύτων, ἔθετε τὸ δάκτυλο στὴν πληγὴ τοῦ Ἀτατοὺρκ ὅταν τὸ 1935 ἔγραφε: « Ἔτσι οἱ Τοῦρκοι ποὺ μέχρι προσφάτως εἶχαν ἀγωνισθῇ γιὰ τὴν ἐλευθερία τους, συνέτριψαν τοὺς Κούρδους ποὺ ἀνεζήτουν τὴν ἰδική τους» (J.L. Nehru, Glimpses of World History).

 

ια)  Κοῦρδοι κατὰ Ἀρμενίων

            Δύναται κανεὶς νὰ ἀναρωτηθῇ γιατὶ τὸ ἀρμενικὸ ζήτημα δὲν ἔχει πλέον τὴν ἐκρηκτικότητα τοῦ παρελθόντος, στὸ ἐσωτερικὸ τοὐλάχιστον τῆς Τουρκίας, ἐνῷ τὸ Κουρδικὸ ἔχει φθάσει σήμερα σὲ τεραστίες διαστάσεις. Πρέπει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ ἐνθυμηθοῦμε ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ λαοὶ κατεῖχαν καὶ διέμεναν στὸ ἴδιο ἔδαφος καὶ ἐχωρίζοντο μόνον ὑψομετρικῶς: Κοῦρδοι διέμενον στὰ βουνὰ (οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς τοὺς ὠνόμαζαν «ὀρεσιβίους Τούρκους») ἐνῷ οἱ Ἀρμένιοι στὶς πεδιάδες. Ἐξ ἄλλου, δεδομένου ὅτι οἱ Κοῦρδοι ἦσαν στὴν πλειονότητά τους ὀρθόδοξοι μουσουλμᾶνοι  καὶ οἱ Ἀρμένιοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἦταν φυσικό, σὲ περίοδο παρακμῆς τῆς Αὐτοκρατορίας ἡ ὀθωμανικὴ κυβέρνηση νὰ εὐνοήσῃ περισσότερο τοὺς Κούρδους ἀπὸ τοὺς Ἀρμενίους στὴν διαμάχη τῶν δύο ἐθνῶν γιὰ τὸν ἔλεγχο κοινοῦ ἐδάφους ποὺ οἱ πρῶτοι ὠνόμαζον Κουρδιστὰν καὶ οἱ δεύτεροι Ἀρμενία.

            Καὶ τοῦτο, ἀκόμη περισσότερο, ἐφ’ ὅσον οἱ Ἀρμένιοι ἦσαν ἀπὸ καιρὸ σύμμαχοι τῶν Ῥώσων στὶς ἐπιθέσεις τῶν τελευταίων κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, νοτίως τοῦ Καυκάσου, ἐνῷ οἱ Κοῦρδοι ἀπετέλουν ἰσχυρὸ ὅπλο τῶν Ὀθωμανῶν ἐναντίον τῆς ξένης αὐτῆς ἐπιβουλῆς.

            Ἕνας ἄλλος λόγος ποὺ ἠυνόησε τοὺς Κούρδους εἶναι ὁ ἐξῆς: Ἐνῷ οἱ Ἀρμένιοι διεσκορπίζοντο πρὸς τὰ δυτικὰ  διαμερίσματα τῆς Αὐτοκρατορίας ὅπου ἦσαν τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, γιὰ νὰ σχηματίσουν μία ἐμπορικὴ ἀστικὴ τάξη μαζὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Ἑβραίους, οἱ Κοῦρδοι, πιὸ καθυστερημένοι, παρέμενον ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἀπομονωμένοι στὰ δύσβατα βουνὰ τοῦ τόπου τους.

            Ἠμποροῦμε, στὸ σημεῖο αὐτό, ἀκόμη νὰ συγκρίνουμε τοὺς Κούρδους, μέχρι τὰ μέσα τοῦ Κ΄(20ου) αἰῶνος, καὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες, στὸ μέτρο ποὺ ἡ ἑλληνικὴ ἀστικὴ τάξη τῆς Αὐτοκρατορίας, στοὺς προηγουμένους αἰῶνες, εἶχε ἀναπτυχθῆ ἀνάμεσα σὲ συμπαγῆ ἑλληνικὸ πληθυσμό, ἐνῷ ἡ ἀρμενικὴ ἀστικὴ τάξη ἠσχολεῖτο μὲ τὸ ἐμπόριο μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐθνικές της ῥίζες, γι’αὐτὸ ἄλλωστε, ἄν καὶ τὸ προγονικὸ της ἔδαφος ἦταν στὴν Ἀνατολικὴ Μικρασία, μακριὰ ἀπὸ τὶς δυτικὲς πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας, ηὐρίσκετο σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἕλληνες ἀστούς, στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν Σμύρνη καὶ τὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου τότε οἱ Κοῦρδοι ἦσαν ἀπόντες.

            Οἱ Ἀρμένιοι ποὺ παρέμενον ἀγρότες στὶς πεδιάδες τῆς ἀνατολικῆς  Ἀνατολίας, εὑρέθησαν στὸ ἔλεος τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν ἀγρίων ὀρεσιβίων Κούρδων ποὺ κατεβαίνοντας ἀπὸ τὰ βουνά τους, ἔσφαζαν ἐπανειλημμένως τοὺς Ἀρμενίους τρομοκρατημένους χωριάτες. Ὁ σουλτάνος ἐξεμεταλεύετο τὸ κουρδικὸ πολεμικὸ ἔνστικτο καὶ τοὺς στρατολογοῦσε γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη στὰ ἀρμενικὰ χωριά, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ στὴν βαλκανικὴ Ῥούμελη στρατολογοῦσε τοὺς ὀρεσιβίους Ἀλβανοὺς κατὰ τῶν ῥωμιῶν ἀγροτῶν τῶν βαλκανικῶν πεδιάδων.

Οἱ κυβερνήσεις τῶν Νεοτούρκων ἐσυνέχισαν τὴν σουλτανικὴ παράδοση χρησιμοποιήσεως τῶν κουρδικῶν συμμοριῶν, στὴν διάρκεια τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου γιὰ νὰ ἐξουδετερώσουν τοὺς χριστιανικοὺς ἀρμενικοὺς πληθυσμοὺς στὴν ἀνατολικὴ Ἀνατολία, ποὺ ἀπεδείχθησαν οἱ καλύτεροι σύμμαχοι τῶν Ῥώσων εἰσβολέων, ἐπειδὴ τοὺς ἐδέχοντο ὡς ἀπελευθερωτές. Οἱ κουρδικὲς συμμορίες ὑπῆρξαν οἱ κύριοι ὑπεύθυνοι τῆς ἀρμενικῆς γενοκτονίας καὶ ἐπίσης στὸν Πόντο, τῆς σφαγῆς τῶν ἑλληνικῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν.

Ἀντιθέτως, οἱ ἀρμενικοὶ πληθυσμοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μαζική τους ἐγκατάσταση στὸ Λίβανο, τὴν Συρία καὶ στὶς χῶρες τῆς Δύσεως, εἶχαν καὶ ὡς καταφύγιο, ἀπὸ τὸ 1920, τὴν Σοβιετικὴ Ἀρμενικὴ Δημοκρατία, ἐνῷ κατὰ τὴν διετία 1918-1920 ὑπῆρξε καὶ ἀνεξάρτητο ἀρμενικὸ μὴ κομμουνιστικὸ κράτος.

Στὴν ἀνατολικὴ Τουρκία, οἱ Κοῦρδοι ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν ἀρμενικῶν πληθυσμῶν γιὰ νὰ πάρουν τὴν θέση τους. Ὑπολόγισαν ὅτι τὸ τουρκικὸ Κουρδιστὰν ἐκάλυπτε 225.000 τ.χλμ, δηλαδὴ περίπου τὸ 1/3 τῆς συνολικῆς ἐκτάσεως τῆς Τουρκίας καὶ 19 ἀπὸ τοὺς 67 νομοὺς τῆς χώρας. Σὲ αὐτοὺς τοὺς 19 νομούς, κατὰ τοὺς κουρδικοὺς ἰσχυρισμούς, τὸ 85% τοῦ πληθυσμοῦ ἦσαν Κοῦρδοι, ἐνῷ οἱ Κοῦρδοι τῆς Τουρκίας ἀντιπροσώπευαν τὸ 47% τοῦ συνολικοῦ κουρδικοῦ πληθυσμοῦ μεταξὺ Καυκάσου καὶ Μεσοποταμίας. Στὴν Τουρκία, οἱ Κοῦρδοι ἀντιπροσωπεύουν περίπου 25% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας καὶ ἄν καὶ ὑπάρχει μία μειονότητα κούρδων ἀλεβηδῶν καὶ κούρδων ζωροαστρῶν, ἡ πλειοψηφία τῶν Κούρδων εἶναι μουσουλμᾶνοι σουνῖτες

ιβ) Ἀπὸ τὸν ἐθνικισμό, στὸν κομμουνισμὸ καὶ τὸν ἀγροτισμό: τὸ φαινόμενο ΡΚΚ

            Οἱ μαρξιστὲς λενινιστὲς ποτὲ δὲν ἐνεπιστεύθησαν στὶς χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου τὰ τοπικὰ κομμουνιστικὰ κόμματα καὶ τοὺς ἡγέτες τους, ποὺ  στὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἀσία κατελάμβανον τὴν ἐξουσία, ὅπως στὴν Αἰθιοπία, ἤ ὠργάνωναν ἀντάρτικα, ὅπως στὴν Μέση Ἀνατολή, γιὰ τὴν κομμουνιστικὴ κατάληψη τῆς ἐξουσίας. Τὸ προηγούμενο τῆς κεμαλικῆς Τουρκίας τοῦ 1923, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Μουσταφᾶ Κεμὰλ ἐτέθη στὴν κεφαλὴ τοῦ ἀποκαλουμένου «ἐπισήμου» Τουρκικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ποὺ εἶχε μάλιστα ζητήσει τὴν ἔνταξή του στὴν λενινιστικὴ Τρίτη Διεθνῆ τῆς Μόσχας, γιὰ νὰ μεταμορφωθῇ εὐθὺς ἀμέσως στὸ ἐθνικιστικὸ λαϊκοφασιστικὸ κόμμα CHP (Λαϊκὸ Ῥεπουμπλικανικὸ Κόμμα), ἔσπρωχνε τοὺς Σοβιετικοὺς νὰ κρατοῦν μικρὸ καλάθι ἔναντι τοῦ ὑποτιθεμένου κουρδικοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος  ΠKK (Ἐργατικὸ Κόμμα τοῦ Κουρδιστάν).

            Ὁ συνήθης ἀντιτουρκισμὸς τῆς ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὁ Ἑλλαδίτης νὰ ὑποστηρίξῃ  τυφλὰ τὴν οἱαδήποτε κουρδικὴ ἐξέγερση, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ παραμικρὸ γιὰ τὸ τί ἐστὶ  Κοῦρδος, ἱκανοποιημένος ἁπλῶς ὅτι ἐστρέφετο κατὰ τοῦ Τούρκου. Τεράστιο λάθος ποὺ μᾶς ὡδήγησε νὰ ὑποστηρίξουμε ἕναν μόνιμο ἐχθρὸ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἁπλῶς  καὶ μόνον ἐπειδὴ ἡ ὕπαρξη κουρδικοῦ κράτους συνέφερε τὸ Ἰσραὴλ καὶ τὶς  ΗΠΑ.

            Καὶ πρῶτα, ποῖος εἶναι ἡ ἡγέτης τοῦ ΠΚΚ, ὁ Ἀμπντουλλὰχ  Ὀτσαλάν, ποὺ παρουσιάζεται ὡς Κοῦρδος,  κομμουνιστὴς  καὶ  ἄθεος.

            Κατ’ἀρχὰς δὲν εἶναι Κοῦρδος. Ἡ γιαγιά του καὶ ἡ μητέρα του ἦσαν Τουρκίδες καὶ ἐμεγάλωσε χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κουρδικά. Κατὰ μαρτυρία συνομιλητοῦ του, τὸ 1991, ὁ Ὀτσαλὰν –ποὺ εἶχε γεννηθῆ μεταξὺ 1946 καὶ 1948- δὲν ἐγνώριζε τότε κουρδικὰ καὶ ἐδήλωνε πὼς ὠμίλη τουρκικά, ἐσκέπτετο τουρκικὰ καὶ ἔδιδε ὁδηγίες στοὺς ὑφισταμένους του στὰ τουρκικά.

            Τὸ 1978, ἱδρύθη τὸ ΠΚΚ, ἀπὸ τὸν Ὀτσαλὰν καὶ κούρδους φοιτητές, προσδιοριζόμενο ὡς σοσιαλιστικὸ κίνημα μὲ στόχο τὴν οἰκοδόμηση μίας ἀταξικῆς κοινωνίας μέσῳ συγκροτήσεως αὐτονόμου κουρδικοῦ κράτους, ἐνῷ τὸ 1984  εἰσῆλθε στὸν πόλεμο ἀνεξαρτησίας κατὰ τοῦ τουρκικοῦ κράτους.

 Στὴν δεκαετία τοῦ 1990 ἡ ἰδεολογία τοῦ ΠΚΚ, ἐγκατεστημένου ὄχι μόνον   στὴν Τουρκία ἀλλὰ καὶ στὸ Ἰράκ, ἤρχισε νὰ ἀλλάζῃ καὶ αὐτὸ ἔγινε αἰσθητὸ στὴν δεκαετία τοῦ 2000. Ἔκτοτε τὸ ΠΚΚ ἐπαρουσιάζετο βασικὰ ὡς σοσιαλδημοκρατικό, ἔχοντας ἀποκηρύξει τὴν προτεραία του μαρξιστικὴ λενινιστικὴ ἰδεολογία πρὸς χάριν ἑνὸς «δημοκρατικοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ» βασιζομένου σὲ μία ἀντικαπιταλιστική, ἀντιβιομηχανική, φεμινιστική, οἰκολογική «δημοκρατικὴ συνομοσπονδία». Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἰσλαμικοῦ σουννισμοῦ, ἡ νέα του ἰδεολογία προῆγε τὸν οἰκολογικὸ ἀγροτικὸ κοινοτισμό, βασισμένο στὴν αὐτάρκεια ἀγροτικῶν προϊόντων.

            Μετὰ τὴν σύλληψή του ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς τὸ 1999, ὁ Ὀτσαλὰν ἐγκατέλειψε τελείως τὸν μαρξισμό-λενινισμὸ πρὸς χάριν τῆς ἀποκαλουμένης ἀπὸ αὐτόν «Δημοκρατικῆς Συνομοσπονδίας» τριτοκοσμικοῦ κοινοτισμοῦ μὲ στόχο, ὄχι πλέον τὴν πλήρη ἀνεξαρτησία ἀλλὰ τὴν αὐτονομία στὰ πλαίσια τουρκικοῦ ὁμοσπονδιακοῦ κράτους. Τὸν Μάϊο τοῦ 2007, οἱ ὀπαδοί του συνεκρότησαν τὸ KCK (Ἕνωση Κοινοτήτων τοῦ Κουρδιστάν) ποὺ συμπεριέλαβε Κούρδους ἀπὸ τὴν Τουρκία, τὸ Ἰράν, τὸ Ἰρὰκ καὶ τὴν Συρία. Στὶς 20 Μαρτίου 2005, ὁ Ὀτσαλὰν εἶχε διακήρυξει τὴν ἀνάγκη «δημοκρατικοῦ συνομοσπονδισμοῦ», δηλώνοντας: «Ὁ δημοκρατικὸς συνομοσπονδισμὸς τοῦ Κουρδιστὰν δὲν εἶναι ἕνα κρατικὸ σύστημα, εἶναι ἕνα λαϊκὸ δημοκρατικὸ σύστημα χωρὶς κράτος. Ἀντλεῖ τὴν δύναμή του ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ προσαρμόζεται στὴν αὐτάρκεια, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς οἰκονομίας». Πρόκειται δηλαδὴ σαφῶς περὶ τριτοκοσμικοῦ ἀγροτισμοῦ (ναροντνικισμοῦ) ποὺ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδεολογία τῶν ἐνόπλων ὁμάδων τοῦ «Πρασίνου Στρατοῦ» (Yesil Ordu) τοὺ Κιρκασίου Ἐτέμ (Ethem), κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ κεμαλικοῦ πολέμου ἀνεξαρτησίας 1919-1922.

            Πράγματι, τὴν ἄνοιξη τοῦ 1920, εἶχε συγκροτηθῆ στὰ κεμαλικὰ ἐδάφη τῆς Ἀνατολίας μία κομμουνιστικὴ ὀργάνωση βασισμένη στοὺς ἀγρότες ποὺ εἶχε ὀνομασθῆ Yesil Ordu. Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἀνατολιτιστικὸ κίνημα ποὺ ἐνεπνέετο ἀπὸ τὸ «ἀνατολικὸ ἰδανικό», τὸ ὁποῖο ἐσκόπευε νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἕναν ἰσλαμικὸ σοσιαλισμό. Ἐπειδὴ ὁ Μὰρξ ἐθεωρεῖτο πολὺ δυτικός, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Γιεσὶλ Ὀρντοὺ ἤθελαν νὰ πιστεύουν ὅτι οἱ ἰδέες τοῦ Λένιν διεφοροποιοῦντο ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο μαρξισμὸ καὶ ὅτι ἡ Ῥωσία μαζί του εἶχε πάρει τὸν δρόμο τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ «Πράσινος Στρατός» ἐπρέσβευε πὼς τὸ Ἰσλὰμ ἦταν ἡ βάση τῶν ἐπαναστατικῶν του ἰδεῶν. Ὁ Ἐτὲμ ἡττήθη ἀπὸ τὰ κεμαλικὰ στρατεύματα τῆς Ἀγκύρας, στὶς 5 Ἰανουαρίου 1921, καὶ κατέφυγε στοὺς Ἕλληνες.

ιγ) Ἡ μαζικὴ μετανάστευση τῶν Κούρδων στὰ τουρκικὰ παράλια τοῦ Αἰγαίου

            Ἡ διασπορὰ τῶν Κούρδων εἶχε ἐνθαρρυνθῆ ἀπὸ τὸν Ἀτατοὺρκ γιὰ νὰ τοὺς ἀποδυναμώσῃ. Κατόπιν τῆς κουρδικῆς ἐξεγέρσεως, τὸ 1984 καὶ τὸν πόλεμο ποὺ οἱ Κοῦρδοι διεξῆγαν κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, μία μαζικὴ ἐσωτερικὴ μετανάστευση Κούρδων ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὶς μεγάλες τουρκικὲς πόλεις τοῦ Αἰγαίου, ἀντικαθιστῶντας τὸν προτεραῖο ἑλληνικὸ πληθυσμό. Κάπου ἕνα ἑκατομμύριο Κοῦρδοι μετενάστευσε ἐσωτερικῶς πρὸς δυσμᾶς, λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ ἐστιβάχθη στὶς παραγκουπόλεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Σμύρνης, τῶν Ἀδάνων καὶ ἀλλοῦ ἐπὶ τῆς τουρκικῆς ἀκτῆς. Οἱ Τοῦρκοι ἐνθυμοῦνται σήμερα μὲ νοσταλγία τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἔφερναν στὶς τουρκικὲς πόλεις τὸν πολιτισμὸ καὶ τὸν ἑλληνικὸ τρόπο ζωῆς ἐνῷ τώρα φρίττουν ἀντιμετωπίζοντας τὸν ὑπανάπτικτο κουρδικὸ βαρβαρικὸ πληθυσμὸ τοῦ ἰσλαμικοῦ φανατισμοῦ.

ιδ) Ἡ ἀντίθεση τοῦ γκυλενικοῦ σουφισμοῦ στὸν μουσουλμανικὸ κουρδικὸ φανατισμό

            Ὁ Φετουλλὰχ Γκυλὲν ἐντάσσεται στὴν μοναστικὴ σουφικὴ παράδοση τοῦ σουννιτικικοῦ Ἰσλάμ, ποὺ ἐβασίζετο πάντα στὴν ἄκρα μετριοπάθεια καὶ τὴν διαθρησκευτικὴ ἀγάπη. Εἶναι συνεχιστὴς τοῦ σούφι Σαΐτ Νουρσί (1876-1960), συγγραφεὺς τοῦ πολύτομου ἑρμηνευτικοῦ ἔργου τοῦ Κορανίου, μὲ τίτλο, «Ἄπαντα Ἐπιστολῶν τοῦ Φωτός». Ὁ Νουρσὶ ὑπῆρξε ἱδρυτὴς τοῦ κινήματος τῶν Φωτισμένων (Νουρτζού =ὀπαδῶν τοῦ φωτός). Ὁ Σαΐτ Νουρσὶ ἦταν Κοῦρδος μὲ κουρδικὴ συνείδηση ἀλλὰ ὡς Ὀθωμανὸς ἀπέρριπτε τὸν ἐθνικισμό, τὸν κουρδικὸ ὅπως καὶ τὸν τουρκικό.Ἐπέρασε τὴν μισή του ζωὴ στὰ δικαστήρια καὶ τὴν ἐξορία.

Τὸ κίνημα Νουρτζουλοὺκ  εἶχε ὡς σκοπὸ νὰ κτυπήσῃ τὴν ἐκκοσμίκευση, τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ κράτους ἀπὸ τὴν θρησκεία  γιὰ νὰ  «προστατεύση τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν ἀπιστία καὶ τοὺς φοιτητὲς θεολογίας ἀπὸ τὸν φανατισμό». Δηλαδὴ οὔτε κεμαλικοὺς ἀλλὰ οὔτε καὶ ταλιμπάνους. Τὸ 1907, ὁ Νουρσὶ εἶχε ἐπισκεφθῆ τὸν σουλτάνο Ἀμπτυλχαμὶντ Β’ , ἐπιδιώκοντας χωρὶς ἀποτέλεσμα, τὴν ὑποστήριξή του γιὰ τὴν ἀνέγερση Πανεπιστημίου κουρδικῆς ἐμπνεύσεως στὴν πόλη Βάν. Τὸ 1919-1922, ὁ Σαῒτ Νουρσὶ ὑπεστήριξε πλήρως τὸν Κεμὰλ ἀλλὰ ἀντελήφθη ὅτι ἡ ἀθεΐα εἶχε εἰσβάλει στὰ μυαλὰ τῶν κεμαλικῶν μέσῳ τοῦ δυτικοῦ ρασιοναλισμοῦ. Τὸτε ἀπεσύρθη ὡς ἀσκητὴς στὴν πόλη Βὰν γράφοντας τὰ βιβλία του. Ἦτο πλέον πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῆ μέσῳ τῶν πολιτικῶν ἀλλὰ μόνον μέσῳ μίας πνευματικῆς ἰδεολογικῆς ἐπαναστάσεως.

            Ὅταν στὶς 11 Φεβρουαρίου 1925, οἱ Κοῦρδοι ἐξηγέρθησαν ὑπὸ τὴν ἡγεσία ἑνὸς ἄλλου Σαΐτ, τοῦ σεΐχη Σαῒτ τοῦ χωριοῦ Πάλου,  κληρονομικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ τάγματος τῶν δερβίσηδων Νακσιμπέντι, γιὰ ἀνεξάρτητο Κουρδιστὰν καὶ παλινόρθωση τοῦ χαλιφάτου, ὁ Νουρσὶ ἐκατηγορήθη ὅτι ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῆς ἐξεγέρσεως, στὸ σημεῖο μάλιστα, λόγῳ καὶ συνονυμίας μὲ τὸν σεΐχη, νὰ ταυτισθῆ μὲ τὸν ἡγέτη τῆς ἐξεγέρσεως. Παρὰ τοῦ ὅ,τι τὸ δικαστήριο δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρη ἀποδείξεις συμμετοχῆς του, ἐξωρίσθη στὴν δυτικὴ Ἀνατολία, στὴ πόλη Μπουρντούρ καὶ τὴν Μπάρλα, κοντὰ στὴν τουρκικὴ Σπάρτη.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ὀκτώμισυ ἐτῶν ἐξορίας στὴν περιοχὴ τῆς Σπάρτης, ὁ Νουρσὶ ἔγραψε καὶ διέδωσε μυστικὰ τὶς σκέψεις του μέσῳ τῶν «ταχυδρόμων τοῦ φωτός» (τύπου σαμιζντάτ). Αὐτοὶ οἱ Nur postacilari ἐσχημάτισαν τὸν πυρῆνα τοῦ πολιτικοῦ του κινήματος συνειδήσεως. Ὅταν οἱ ὀπαδοί του ἤρχισαν νὰ πληθαίνουν, ὁ Νουρσὶ συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ἐδικάσθη ἀπὸ δικαστήριο τοῦ Ἐσκισεχὶρ μὲ τὴν κατηγορία συγκροτήσεως παρανόμου σουφικοῦ τάγματος καὶ ἐφυλακίσθη ἐπὶ ἔνδεκα μῆνες. Τὸ δικαστήριο αὐτὸ γιὰ πρώτη φορὰ ὠνόμασε τοὺς ὀπαδοὺς του, Νουρτζού. Χαρακτηριστικὸ τῶν παραδοσιακῶν ἰσλαμικῶν καταβολῶν τοῦ Νουρσὶ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 1960, στὴν Οὔρφα, σὲ ἡλικία 87 ἐτῶν, ἔγραψε ὅλες τὶς ἑρμηνεῖες  του τοῦ Κορανίου στὴν ἀραβικὴ γραφή, αὐτὴν ποὺ ἴσχυε στὴν Τουρκία πρὸ τοῦ 1928, καὶ ποὺ οἱ ὀπαδοί του ἀντιγράφουν ἀκόμη σήμερα, ἄν χρειάζεται καὶ μὲ τὸ χέρι, γιὰ νὰ διαιωνίσουν τὴν τουρκικὴ παιδεία στὴν ἀραβικὴ γραφή.

            Μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ κίνημα διηρέθη μεταξὺ διαφόρων τάσεων. Ἡ πλέον ἰσχυρὴ ἀπεδείχθη ἡ τουρκικὴ τάση τοῦ Φετουλλὰχ Γκυλέν, ποὺ ἐνεφανίσθη συνάμα ὡς τουρκοεθνικιστική, κρατιστική ἀλλὰ καὶ μὲ κατεύθυνση ἐλευθέρας ἀγορᾶς.

            Ἡ πορεία τοῦ Ἔρντογάν, ἀπὸ τὸ 2003 ἕως τὸ 2013, ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γκυλέν, ὑπῆρξε συνέχεια τῶν προσπαθειῶν τοῦ ἀρμενοκουρδικῆς καταγωγῆς Τουργκοὺτ Ὀζὰλ, γιὰ μία λύση τοῦ κουρδικοῦ μέσῳ αὐτονομήσεως τοῦ Κουρδιστάν, στὸ πνεῦμα τοῦ ἀνεξιθρήσκου σουννιτικοῦ σουφισμοῦ, μὲ ἀλεβιδικὴ συνεργασία. Ἡ αἰφνιδία κατάρρευση τῆς συνεργασίας Ἔρντογαν-Γκυλέν, τὸ 2013, ἄφησε τὸ κουρδικὸ πρόβλημα στὰ χέρια ἑνὸς σκληροῦ σουννιτικοῦ πυρῆνος τζιχαδιστικοῦ κουρδισμοῦ ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἀραβικὸ τζιχαδισμὸ μόνον στὸ ἐθνικὸ ἐπίπεδο διαμάχης Ἀράβων καὶ Κούρδων.

ιε) Οἱ Κοῦρδοι ὡς κοινὸς ἐχθρὸς Ἑλλήνων καὶ Τούρκων

            Ἐπὶ χίλια χρόνια Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι ὑπῆρξαν γείτονες στὶς δύο ὄχθες τοῦ Αἰγαίου. Ἡ εἰσβολὴ τῶν Κούρδων στὸν θαλάσσιο χῶρο τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἐνεργειακῶν συμφερόντων, πετρελαίου καὶ ὕδατος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ΗΠΑ, καθιστᾷ ἐκβαρβαρισμὸ τοῦ χώρου καὶ θανάσιμο κίνδυνο, ὄχι μόνον γιὰ τοὺς Τούρκους ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες.

            Ἡ ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἀπὸ τὸν Ντόναλντ Τράμπ καὶ ἡ προοπτικὴ συνεργασίας του μὲ τὸν πρόεδρο Πούτιν, συνεργασίας ποὺ θὰ ἀποτρέψῃ ἴσως τὸν διαμελισμὸ τῆς Τουρκίας καὶ τὴν ἀνεξαρτητοποίηση τοῦ Κουρδιστάν, τὴν ὁποίαν ἐσχεδίαζε ἡ Χίλλαρυ Κλίντον, δύναται νὰ προβῇ καὶ εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς τὸ παρόν, οἱ Κοῦρδοι χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ ἐκδιώξουν τὸ ἀραβικὸ ἰσλαμιστικὸ Ντάες, ἀλλὰ ἀργότερα τὰ κράτη μὲ κουρδικὲς μειονότητες (Τουρκία, Συρία, Ἰράκ, Ἰράν), καὶ ἡ ἀμερικανορωσικὴ Νέα Γιάλτα, δύσκολα θὰ ἐπιτρέψουν τὴν συγκρότηση ἑνὸς Μεγάλου Κουρδιστάν, ἀντίθετο μὲ τὰ συμφέροντά τους ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα.

Πηγή: Τὸ ἄρθρο δημοσιεύτηκε στο Τρίτο Μάτι,τεῦχος 247, 16 Δεκεμβρίου 2016

Εὐχαριστοῦμε τὸν συγγραφέα γιά τὴν ἄδειά του νὰ τὸ δημοσιεύσουμε.

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: