ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Βασικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς οὗτος ὁλοκληρώνεται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τουρκοκρατίας, εἶναι τὰ ἀκόλουθα:

α) τὸ μυθικὸν

Ἰσχυρὰν βίωσιν τοῦ μύθου, τοῦ μυθικοῦ, πραγματώνουν μόνον λαοὶ οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὸ μεγαλεον καὶ ἰδίως τὴν πτῶσιν μις αὐτοκρατορίας διὰ νὰ καταστοῦν μετέπειτα ἀνέστιοι καὶ ὡς ἐν διασπορᾷ.

Ὅπως εἰς τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα ἀνεμετρεῖτο μὲ τὸ χάος, οὕτω καὶ εἰς τὸ Βυζάντιον διερευνᾷ τὴν μεταφυσικήν. Ὁ Λόγος ἵσταται πρὸ τῶν συμφορῶν εἰς τὴν ἤρεμον αὐτάρκειάν του «μέτρον», ἐνῷ ὁ μύθος ἀπαξιώνει πᾶσαν ἐπικύρωσιν τῆς λογικῆς. Ὁ μῦθος ἐνσκήπτει ὡς ρομφαία τραγικότητος, ἐκεῖ ἔνθα τὸ ἀνικανοποίητον διαλαμβάνει τὸ ποθητόν, ὅπου ἀκριβῶς ἡ μοῖρα συντρίβεται ὡς πραγματικότης.

Οἱ ὠχροί, συγκεκινημένοι «ραγιάδες» τῶν πρώτων χρόνων τῆς τουρκοκρατίας θὰ μεταποιηθοῦν συντόμως δωρικῶς, διότι ἡ μυθοποίησις τῆς Ἁλώσεως ὁσημέραι συνειδητοποιεῖται ὁλονὲν περισσότερον εἰς γεγονὸς πνευματικὸν ἐντὸς τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Ὁ κόσμος τῶν γεγονότων θὰ μεταμορφωθῆ πλέον μόνον διὰ τῆς πράξεως. Ἡ μέθη τῆς ἐλπίδος, ἀντλοῦσα ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν ἤ τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, κινεῖ εἰς δρᾶσιν, διὰ νὰ καταστῇ πραγματικὸν τὸ ἀπραγματοποίητον.1

Ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἐμπεριέχει ἐν τοσούτῳ – ἐν τῇ κοινωνιολογία τοῦ ἀλόγου – τὸ αἴσθημα τῆς κοινοβιακῆς ἐξισοπεδώσεως καὶ μυθοποιεῖ τὴν ἠθικὴν ἐλευθερίαν, ἐπειδὴ αὕτη ἔζησε πράγματι μόνον ἐφ’ ὅσον κατεδιώκετο φανερὰ ἐκ μέρους τοῦ κράτους. Ὁ ἐθνισμὸς τῆς Μεγάλης δέας εἶναι προϊὸν ἀλόγου μυστικῆς ἀνάγκης (τὸ ὀρθόδοξον ἄλογον ταυτίζεται πρὸς τὸ κοινοβιακόν), ἐνῷ ὁ ἐθνικισμός τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς ἐστράφη πρὸς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐπιδίωξιν ὑλικῶν συμφερόντων καὶ ἐλλόγων σκοπῶν.

Πρὸς τὸν ἐθνισμὸν τῆς Μεγάλης Ἰδέας ἀντεστρατεύθη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τὸ ἑλλαδικὸν κράτος τῶν Ἀθηνῶν, τὸ κράτος τὸ ὁποῖον, καταστὰν λογικόν, ἀπέστη πάσης μυθικῆς προσατενίσεως. Ὡς μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως οἱ πεπαιδευμένοι Φαναριῶται βιώνουν τὴν τέχνην τῆς κλιμακώσεως καὶ τῶν ἀμφιβολιῶν τῆς φαουστικῆς ψυχῆς, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι ἀφελληνιζόμενοι ἐξελληνίζουν τὴν Δύσιν, οὕτω πως καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὴν Ἵδρυσιν τοῦ «κράτους τῶν Ἀθηνῶν» οἱ «λογικοὶ Ἑλλαδίτες», δηλαδὴ οἱ ἁπλοὶ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν καταθλίβονται ἀπὸ τὸ βάρος τῆς καταπεσούσης αὐτοκρατορίας, νικοῦν τοὺς «μυθικούς» Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι προσατενίζουν εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ πολυεθνικοῦ Βυζαντίου. Οὕτω πως ἡ ἑλληνικὴ ἰδέα ἡττᾶται εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐξακολουθεῖ ὅμως νὰ ἐπιβιώνῃ εἰς τὴν βυζαντινὴν Κωνσταντινούπολιν. Συνεπεία τούτου, πρὸς τὰς ’Αθήνας στρέφονται εἰς τὸ ἑξῆς τὰ βλέμματα ὅλων τῶν λογοκρατουμένων Ἑλλήνων,2 διὸ καὶ ἡ ἐκ 5.000 κατοίκων τεχνητὴ καὶ μεταβατικὴ αὕτη πρωτεύουσα τοῦ κρατιδίου ἀπορροφεῖ τὴν ἰκμάδα ὅλων τῶν πνευματικῶν κέντρων τοῦ ἑλληνισμοῦ, θέτουσα ὑπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ὑλικὴν κηδεμονίαν της καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Κωνσταντινούπολιν.

 

β) ἡ λεβεντιὰ

Ὁ νέος τύπος τοῦ ἕλληνος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος προετοιμάζει τὴν Ἐπανάστασιν, εἶναι ἡ τελεία νίκη τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ἐπὶ τοῦ αἰσθητοῦ. Ἀποκαλύπτει διὰ τῆς ἠθικῆς ρώμης του τὴν ἀνδρικὴν συνείδησιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ νεώτερος Ἕλλην μετέστη εἰς τὴν ἰδανικὴν μορφὴν τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς ὅλας τὰς γλώσσας τοῦ κόσμου ἡ μονοσήμαντος λέξις «ἡρωικός» κατέστη ἡ ἔννοια διὰ τῆς ὁποίας παρίσταται ἡ δύναμις. Εἰς τὴν νεοελληνικὴν ὑπάρχει ἡ ἀμετάφραστος λέξις τῆς «λεβεντιᾶς», ἡ ὁποία ἐπέκεινα τῆς δυνάμεως συνδυάζεται καὶ πρὸς τὸ ἦθος. Σύνθεσις ἤθους καὶ δυνάμεως καθίσταται ἡ ἀνεπανάληπτος αὐτὴ δι’ ἄλλον λαὸν ἔννοια.3 Προκύπτει ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολέμων καὶ δὲν συνιστᾶ πρᾶξιν εἰκαστικῶς παραστατικήν, ὡς εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ ἔμπλεων ἤθους ἐνατένισίν της ἡρωικῆς προβολῆς. Τίποτε δὲν πικραίνει τόσον τὸν Νεοέλληνα, δὲν τὸν ἐκθέτει τόσον εἰς τὸν οἶκτον τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅσον ἡ σωματικὴ ἀσχημία. Ὁ «Θάνατος τοῦ παλληκαριοῦ» θὰ ἦτο δι’ ἕνα βόρειον λαὸν ἀσυγχώρητος αὐτοκτονία· εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως εἶναι ὁ θρῦλος ἑνὸς λαϊκοῦ ἥρωος, ὁ ὁποῖος θυσιάζει εἰς τὴν ὡραιότητα καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωήν του.4 Πρόκειται διὰ μίαν αἰσθητικὴν ἐκδήλωσιν ἐθνικοῦ ἰδεαλισμοῦ, οὐδεμίαν προφανῶς σχέσιν ἔχοντος μὲ τὴν «μασκαράταν» τῆς δυτικῆς ἱπποσύνης. Ἡ λεβεντιὰ διὰ τοῦ Διγενῆ ’Ακρίτα καθίσταται ὁ ἀντίλαλος τοῦ ἡμετέρου μεσαίωνος.5 Εἶναι ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ ἀξιοποίησις τοῦ Ἀντρειωμένου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ. Τὸ σπαρτιατικὸν ἰδεῶδες τοῦ ἐφηβικοῦ σώματος, ἐνῷ παραμένει ἀκέραιον, προσδέχεται τὴν συμπλήρωσιν τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους.

Τὸν ἐθνικὸν τύπον τῆς νεοελληνικῆς λεβεντιᾶς σφοδρῶς ἀντιμάχεται ἡ ἐκλογικευμένη ἡγεσία τοῦ ἀπελευθερωθέντος κρατιδίου. Βαυαροκρατία καὶ φραγκολεβαντινισμός, διαλύοντες εἰς τὴν λογικὴν τὴν ἀνώφελον κατ’ αὐτοὺς «λεβεντιά», προετοιμάζουν ἀθελήτως τὸν σχηματισμὸν τῆς ἀστικῆς τάξεως. Ἔκτοτε συντρίβεται ἡ ἐπικὴ ἀντιμετώπισις τῆς ζωῆς, παρακμάζει τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ ὁ ἀκριτικὸς κύκλος, καὶ διαλύεται ὁ ἀταξικὸς χαρακτὴρ καὶ ἡ ἀνδρικὴ ἐνατένισις τῆς ζωῆς.

γ) τὸ κοινοβιακὸν

Ὁ ἀκρότατος ἐξευτελισμός τοῦ κοινωνικοῦ ἀπὸ τὸ μεταφυσικὸν καταξιοῦται εἰς τὴν κοινοβιακὴν οἰκονομίαν, τὸ ἰδεατὸν τοῦτο σχῆμα τῆς κατὰ κόσμον δικαιοσύνης. Τὸ ἐν λόγῳ κοινωνικὸν ἰδανικὸν ἐνέχει ἐπαναστατικὴν ἔκφρασιν, συνεπεία δὲ τούτου ἐδέχθη ἀπηνῆ ἐπίθεσιν τῆς καπιταλιστικῆς ἀντιλήψεως περὶ τῆς ζωῆς, τῆς ὁποίας τὰ συστατικὰ στοιχεῖα καθίστανται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον λογικά. Ὁ φιλελευθερισμὸς τοῦ 19ου αἰῶνος ἀπηρνήθη τὴν πνευματικὴν βάσιν του καὶ κατέστη ὄργανον ἐδαφικῆς ἐπεκτατικῆς κινήσεως, τῆς ὁποίας κύριον χαρακτηριστικὸν τυγχάνει ἡ σκοπιμότης τῆς οἰκονομικῆς διεισδύσεως. Πρὸς τὴν τοιαύτην πολιτειακὴν καὶ οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν ζωῆς σαφῶς ἀντιτίθεται τὸ κοινοβιακὸν ἰδεῶδες τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ ἐπίγειον δέον πρέπει νὰ σχηματισθῆ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν τῆς κοινωνίας τῶν ἀγγέλων καὶ τῆς μοναστικῆς ζωῆς, αἱ ὁποῖαι ἀξιολογικῶς ἵστανται ὑψηλά.6 Κατὰ τοῦτο ὁ σύγχρονος Προτεσταντισμὸς εἶναι ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως τοποθετημένος εἰς τὴν «δεξιάν», ἐνῷ ἡ Ὀρθοδοξία συνιστᾶ κοινωνικῶς προοδευτικήν δύναμιν. Ὁ κοινοβιακὸς στοχασμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀταξικὸς καθ’ εαυτόν, κατώρθωσε δι’ ἅλματος νὰ οἰκοδομήση τό ἀντικειμενικὸν δέον τοῦ ἐν τῇ ὑπερνικήσει τοῦ ἱστορικοῦ αὐτῆς περιγύρου καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ αἰτήματα τῆς τεχνικῆς.7

Ἡ γαιοοικονομικὴ στενότης τῆς ἐδαφικῆς μας πτυχῆς καὶ ἡ ἄγνοια ὅσον καὶ ἡ ἀδυναμία μελέτης τῶν θησαυρῶν τοῦ ὑπεδάφους δὲν ηὐνόουν τολμηρὰς οἰκονομικὰς πρωτοβουλίας, ἀντιθέτως μάλιστα ἐξωθοῦν εἰς τὴν λιτὴν σχεδίαν ἑλληνικοῦ βίου. Τὴν λιτὴν μάλιστα αὐτὴν σχεδίαν ἐθέρμαινεν ἡ θαλπωρὴ τῆς ἀδελφότητος τῶν ραγιάδων, δοθέντος ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἄνευ μάλιστα ἀπόχρωσης αἰτιολογίας, ἡ αὐθαιρεσία τοῦ ὀθωμανικοῦ δεσποτισμοῦ ἠδύνατο νὰ ἀφαιρέση τὰς κεφαλάς των. Εὔλογον ἦτο ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας νὰ μὴ ἀναπτύσσωνται οἰκονομικὰ κίνητρα, ἡ δὲ ἐπιβίωσις τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος δὲν εἶχε τόσον οἰκονομικὸν ὅσον ἐθνικὸν χαρακτῆρα. Δυσχερὲς ἦτο ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν πραγματικότητα νὰ λειτουργήση ὁ γραπτὸς νόμος, ὁ ὅποιος ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν ρύθμισιν σχέσεων τῆς συναλλακτικῆς οἰκονομίας. Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ κοινότης ἐβασίζετο εἰς τὴν αὐτάρκειαν, οἱ δὲ ραγιάδες ἀλληλοεξοικονομοῦντο ἐν αὐτῇ χωρὶς νὰ ἀποσκοπῆται κέρδος ἡ ἀμοιβαία καταδολίευσις,8 δὲν εἶναι παράδοξον διατὶ ἡ δυτικοευρωπαῖκὴ λογοκρατία ἐχαρακτήρισε τὴν συνεταιριστικὴν κοινότητα τῶν Ἀμπελακίων ὡς εἶδος τι πλατωνικοῦ ἤ οὐτοπικοῦ σοσιαλισμοῦ. Ἐπιστημονικώτερον θὰ ἦτο νὰ ἐξητάζομεν τὴν κοινότητα ἐντὸς τοῦ ἱστορικοῦ καὶ λοιποῦ περιγύρου της, λαμβάνοντες μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ὀθωμανικοῦ δεσποτισμοῦ, καὶ τὸν ξηροθερμικὸν χαρακτῆρα τῆς ἑλληνικῆς κόγχης, φερούσης ἀκέραιαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πρόβλεψιν τῆς βιώσεως τοῦ πληθυσμοῦ της. Ἡ ἠθικὴ αὐτὴ συμπύκνωσις, ἐνισχυθεῖσα διὰ τῆς ἄκρας ἀλληλεγγύης τοῦ χριστιανικοῦ «συνεταιρίζεσθαι», ἐκορυφώθη εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τῶν Ἀμπελακίων, ὅπου τὰ κέρδη διενέμοντο ἀναλόγως πρὸς τὴν ὑφ’ ἑνὸς ἕκαστου συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν, τὴν δὲ περιουσίαν του ὁ καθεὶς ἐκράτει ς πλοῦς θεματοφύλαξ χάριν τῆς περὶ αὐτὸν μικρς κοινωνίας.

Ἡ ἑλληνικὴ κοινότης οὐδαμῶς ταυτίζεται πρὸς τὸ μίρ. Ἡ σλαβική, μαυροχώματος καὶ πλούσια εἰς ἔκτασιν κοινότης ἐστηρίζετο ἐπὶ ἀραιοτάτου πληθυσμοῦ, διηρεῖτο δὲ σαφῶς εἰς κτηνοτροφικὴν καὶ γεωργικὴν ζώνην. Ἡ γεωργικὴ ζώνη διείπετο ὑπὸ αὐστηρᾶς οἰκογενειακᾶς ἰδιοκτησίας. Μόλις ὅμως ἡ γεωργουμένη γῆ ἐκουράζετο, οἱ χωρικοὶ προέβαινον εἰς νέαν κατὰ οἰκογένειαν διανομὴν τῆς βοσκουμένης γῆς, διὰ νὰ γεωργηθῇ αὔτη μὲ τὴν σειράν της, τὴν δὲ κουρασμένην ἐκ τῆς γεωργίας γῆν, ἐλευθέραν τῆς ἀτομικῆς κτήσεως, παρέδιδον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κτηνοτροφίας.

Ἀντιθέτως πρὸς τὸ σλαβικὸν μίρ, ἡ ἑλληνικὴ κοινότης ἐστηρίζετο εἰς στενὸν πετρότοπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάρυνε δυσανάλογος ἐπαύξησις τοῦ πληθυσμοῦ. Αἱ σχέσεις γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας εἰς τὸν ξηρὸν τόπον τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος ὑπῆρξαν δυσχερέστατοι, ἡ δὲ ἀνώμαλος μορφὴ τοῦ ἐδάφους καὶ αἱ δυσχέρειαι τῆς συγκοινωνίας ἔτεινον εἰς τὴν αὐτάρκειαν δι’ ἀμοιβαίας ἐξοικονομήσεως τῶν ἐν τῇ κοινότητι βιούντων.

Ἡ πετρώδης ἑλληνικὴ κοινότης ἐστηρίζετο εἰς τὴν γαιοοικονομικὴν πρόβλεψιν βιώσεως τῶν μελῶν της, τὰ ὅποια, ἐφ’ ὅσον ἐπερίσσευον, κατ’ ἀνάγκην διωχετεύοντο εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔνθα συνεχίζετο ἡ κοινωφέλεια. Ὅλοι οἱ κίνδυνοι ἐβάρυνον, ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὸν ὀθωμανικὸν φεουδαλισμόν, ἀμφότερους τοὺς κοινοπρακτούντας ἐξ ἴσου. Ἡ «μισακάρικη» κοινοπραξία εἰς τὰ ἐλεύθερα χωρία ἡ κολληγικὴ κοινοπραξία εἰς τὰ τσιφλίκια ἐγίνετο ὡς ἑξῆς: ὁ μὲν ἰδιοκτήτης συνέβαλλε διὰ τῶν σπόρων, ζωαρκείας ἀροτριώντων ζωῶν καὶ αἰγοπροβατοποιμνίων, ὁ δὲ κολλῆγος προσέφερε τὴν προσωπικήν του ἐργασίαν. Ἡ ἠθικὴ ἀλληλοεξοικονόμησις ἦτο ἡ μόνη ἀπάντησις εἰς τοὺς κλιματολογικοὺς αἰφνιδιασμοὺς καὶ ὄχι ὁ γεωργικὸς δανεισμὸς ὁ ἐπὶ τοῦ συστηματικοῦ χρηματεμπορίου καὶ τῆς ἠθικῆς ἀνανδρίας τῶν ἐπὶ εὐφυΐα ἀμιλλωμένων εὔπορων τάξεων βασιζόμενος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην ὁδηγεῖ εἰς διάλυσιν τῆς ἀγροτικῆς ἑστίας.

Διαφέρει προσέτι ἡ κοινότης ἀπὸ τὸν συνεργατικὸν συνεταιρισμόν, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ, ὑπὸ ὅρους ἀμοιβαίως ἐπωφελεῖς καὶ διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ διὰ τὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, ἐπέκτασιν τραπεζικῶν πιστώσεων ἐν τῇ ἀγροτικὴ οἰκονομία. Ἐνῷ οἱ συνεργατικοὶ συνεταιρισμοὶ ἀποτελοῦν ἐνδοκαπιταλιστικὰ μορφώματα τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, τείνοντα εἰς τὴν ὑπὸ τῶν παραγωγῶν ἐμπορικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν προϊόντων των, ἀντιθέτως ἡ ἑλληνικὴ κοινότης: α) δὲν νοεῖ τὰ μέλη της ὡς ἀτομικῶς συμπράττοντας ἰδιώτας, ἀλλ’ ὡς σύνολον ἀνθρώπων, συνδεομένων διὰ ψυχικῶν δεσμῶν, ἐπέκεινα πάσης ἀμέσου ὠφέλειας καὶ σκοπιμότητος, καὶ β) ἀγνοοῦσα τὴν ἀτομικὴν βούλησιν τῶν μελῶν της, ἀσκεῖ ὑπερατομικῶς τὸ λειτούργημα τῆς ὑπ’ εὐθύνη της βιώσεως τῶν μελῶν της, ἀσχέτως σταθμητῶν χρηματικῶν κερδῶν ἤ ζημιῶν ὡς ἰδίαν αὐτῆς ἐξουσίαν. Ἡ κοινότης δὲν βλέπει τὰ μέλη της κατὰ τρόπον ἀφηρημένον, ὡς οἰκονομικῶς δρώντα ἄτομα (homo oeconomicus), ἀλλὰ σφαιρικῶς, ὡς συγκεκριμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διαμορφώνουν ὁλόκληρον τὸν βίον των μὲ ὅλας τὰς πτυχάς του ἐντὸς τῆς κοινότητος. Ἐπίσης ὁ παραγωγικὸς συνεταιρισμὸς δὲν διαθέτει σφαιρικὴν σύλληψιν τῆς οἰκονομίας· δύναται νὰ παραγάγῃ ἐν καὶ μόνον προϊὸν χωρὶς νὰ δύναται νὰ διασφαλίζῃ τὴν κοινοτικὴν αὐτάρκειαν, δηλαδὴ ἀποτελεῖ μίαν μεγάλην οἰκονομικὴν μονάδα παραγωγῆς, λειτουργοῦσαν κατὰ τοὺς κανόνας τῆς κεφαλαιοκρατικῆς οἰκονομίας καὶ διαφέρουσαν ἀπὸ τὰς ἄλλας μεγάλας ἐπιχειρήσεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατανομῆς τῶν κερδῶν. Ἡ ἑλληνικὴ κοινότης ἔχει παραγωγικοὺς σκοποὺς ἀξιοποιήσεως τοῦ ἐδάφους ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδιωτικο-οἰκονομικῆς ὠφέλειας, δηλαδὴ δὲν λειτουργεῖ ὡς αἱ ἄλλαι ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, αἱ ἔχουσαι ὡς ἀποκλειστικόν των σκοπὸν ὀρθολογικὴν ἐπένδυσιν τοῦ κεφαλαίου καὶ τὴν μεγιστοποίησιν τοῦ κέρδους. Ἡ ἐκεῖθεν τῶν Ἄλπεων Δύσις οὐδέποτε ἐγνώρισε τὴν κοινοτικὴν προϊστορίαν τῆς καθ’ ἡμᾶς ’Ανατολής καὶ συνεπῶς προσέδωσεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας χαρακτῆρα ἀκρότατου ὑποκειμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἀντίποδα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοτισμοῦ.

Ἡ κοινοτικὴ συντροφικότης διαγράφεται ὑπὸ τοῦ Κ. Καραβίδα ὡς ἑξῆς: «Αὔτη ἀπὸ οἰκονομικῆς μὲν ἀπόψεως ἀνεφέρετο εἰς τὸν καθορισμὸν ὄχι τῆς μερίδος δι’ ἤν, περιωρισμένην ἤ ἀπεριόριστον, ηὐθύνετο ὁ καθεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ κοινοπρακτῶν συνεταίρος – οὔτε δὲ καὶ τῆς μερίδος ἥν ἐδικαιοῦτο ἐπὶ τῶν κερδῶν (κέρδη ἄλλωστε δὲν ἐμοιράζοντο) – ἀλλ’ ἡ μὲν κοινὴ ἐργασία, ὄντως κοινὴ καὶ εἰς τὴν αἰωνιότητα ἐκτεθειμένη, ἐθεωρεῖτο καὶ εἰς αὐτὴν ὄχι ὡς ἐπιχείρησις, ἀλλ’ ὡς ἐγγύησις καὶ βάσις τῆς βιώσεως, ὅλα τὰ κέρδη δὲ εἰσήρχοντο προσαυξητικῶς. Ἐξ αὐτῶν μόνον ὁ καθεὶς εἰσέπραττεν ὅ,τι διὰ τὸ ὅριον τῆς ὁμοιόμορφου ἄλλως συντηρήσεως ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογένειας τοῦ ἐχρειάζετο. Ὑπ’ αὐτὴν ὅθεν τὴν ἔννοιαν, ἡ συντροφικότης ἀπέβλεπεν εἰς τὸ πρόσωπον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐὰν τὶς εἰσήρχετο κατ’ ἀρχὴν ὡς μαθητευόμενος εἰς τὴν ἐκεῖ ἰσχυρὰν νεοελληνικὴν “κομπανίαν” θὰ ἐμάνθανεν ἐντὸς ὁλίγου τοὺς χειρισμοὺς τῆς ἐργασίας ὡς ἐνεργὸς καὶ ἐπὶ ἴσοις ‘σύντροφος’ μέσα εἰς τὴν κολοσσιαίαν συχνὰ περιουσίαν τῶν προηγηθέντων ἐν τῇ ὀργανώσει τῆς ἐργασίας. Καὶ ἠδύνατο νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν συντροφιὰν πᾶς τις ἐπὶ μόνῳ τῷ τίτλῳ τοῦ συγγενοῦς ἤ τοῦ ἁπλοῦ γείτόνος καὶ ‘συγχωριανού’ ἑνὸς οἱουδήποτε ἐκ τῶν παλαιοτέρων συντρόφων. Οὕτω ὁ νεαρὸς ἐπίκουρος καθίστατο ἐντὸς ὁλίγου ὁμότιμος σύντροφος, μὴ φέρων οὐδὲν ἕτερον κεφάλαιον μετ’ αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς αὐστηρᾶς κοινοτικῆς ἀγωγῆς, συνιστώσης ἐγγύησιν περὶ τῆς ἐντελῶς εἰλικρινοῦς καὶ μέχρι θανάτου ἀφωσιωμένης εἰς τὴν κοινὴν ὑπόθεσιν νέας δυναμικῆς ἀνθρωπίνης ὁμάδος.»9

Τὴν ἑλληνικὴν κοινότητα συγκροτοῦν δύο παράγοντες: (α) ἡ «καθοδηγητικὴ ἀρχή», ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ τὸν χαρακτηριστικὸν κοινωνικὸν τύπον της, καὶ (β) ἡ ὑπὸ καθεστὼς ἰσοτιμίας βιοῦσα κοινωνικὴ ὁμάς. Ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν καθοδηγητικὴν ἀρχὴν εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων, ἀποτελεῖ ἀντικείμενον σεβασμοῦ ἀλλ’ ὄχι καὶ φόβου· ἡ δύναμίς του, κατὰ βάσιν, εἶναι ἠθικῆς φύσεως καὶ ἀντλεῖται ἔσωθεν, ἀναγνωρίζεται δὲ κατὰ κύριον λόγον ἡ ἐγνωσμένη ἀρετὴ καὶ ἱκανότης του καὶ δευτερογενῶς ἡ αὐταρχικὴ δεξιοτεχνία του. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἠθικὴ φυσιογνωμία τοῦ «πρωτόγερου» πατριαρχικοῦ ἐπιγόνου τῆς γεροντοκρατίας εἰς τὸν νεοελληνικὸν χῶρον. Ἐνῷ ὑφίσταται κατὰ βάσιν ἰσότης δικαιωμάτων μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ὁ ἄνδρας ἔχει ποιάν τινα προήγησιν, διότι μετέχει τῆς πολιτικῆς κοινωνίας καὶ φέρει τὰ ὅπλα. Αἱ σχέσεις τῶν γονέων πρὸς τὰ τέκνα, ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιοτέρων πρὸς τὰς νεωτέρας γενεάς, εἶναι ἡ τῆς ἀδελφοποιίας. Ἡ παιδεία ἀσκεῖται ἡρέμως καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος ἐμψυχώνεται, τὰ δὲ τέκνα κερδίζουν, χάρις εἰς τὴν ὑπακοήν των ἄλλα καὶ τὴν πλουσίαν μάθησιν τῶν παλαιῶν, ἐγκαίρως τὴν οἰκονομικήν των χειραφέτησιν εἰς τὴν κοινοτικὴν παραγωγήν. Ἡ ἀπουσία συναισθήματος μειονεκτικότητος εἶναι συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι, βασικῶς, δὲν ὑφίστανται κοινωνικοὶ διαφοραί, οὐδ’ ἡ μετ’ αὐτῶν συνδεομένη κοινωνικὴ πίεσις, ἀντιθέτως μάλιστα προβάλλει μία ὑγιὴς αὐτοσυνείδησις τῶν ἀτόμων, ἡ ὁποία συμπαρακολουθεῖ ὄχι τὰς «ἀνοικτάς», ἀλλὰ τὰς «ἐξησφαλισμένας» κοινωνίας. Ἡ εὐγένεια τῶν διανθρώπινων σχέσεων στηρίζεται εἰς τὸν ἀμοιβαῖον σεβασμὸν καὶ τὴν αὐτοεγκράτειαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἠθικὴ τῆς κοινότητος, ὡς ἀντικειμενοποιηθὲν διὰ τῆς ἱστορίας πνεῦμα, διδάσκει διὰ τοῦ ἀξιώματος ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι σκοπὸς καὶ ὄχι πρᾶγμα ἤ μέσον τῆς οἰκονομίας.10

Ἐνῷ ὁ ὀρθόδοξος στοχασμὸς ἀπὸ τοῦ κινήματος τῶν ἡσυχαστῶν μέσῳ τοῦ Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ ὑπῆρξε μέχρι καὶ τῆς Μικρασιατικῆς ἔτι Καταστροφῆς οὐτοπικὰ ἐπαναστατικός, αἰτούμενος τὸν ἀκρότατον ἐξευτελισμὸν τοῦ κοινωνικοῦ ἀπὸ τὸ μεταφυσικόν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ρέπων ἀσυνείδητως εἰς τὴν καταξίωσιν τῆς κοινοβιακῆς οἰκονομίας ὡς ἰδεατοῦ σχήματος τῆς κατὰ κόσμον δικαιοσύνης, ἀντιθέτως τοὺς ἑλληνοκεντρικοὺς παρηκολούθησεν ἡ ἀσθένεια τῶν συλλεκτῶν: κοινωνικὸς συντηρητισμὸς καὶ ἀστικοποίησις διαμετρικῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν κοινοτικὴν συνείδησίν των. Ἡ ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος στάσις των – ἰδίως μετὰ τὸ 1922 – ὑπῆρξεν ἀντίθετος καὶ ἐν ταυτῷ ἀντιφατικὴ πρὸς τὰς θεωρητικὰς προϋποθέσεις τῆς κοσμοθεωρίας των. Ἡ ἀντιδραστικὴ πολιτικὴ συνείδησις τῶν ἑλληνοκεντρικῶν ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ἀπολέση τὸ Ἔθνος τοὺς πολιτικῶς ὀρθοὺς προσανατολισμούς του. Καί, ἀντὶ οἱ ἐν ἀνόδῳ κοινωνικοὶ σχηματισμοὶ νὰ στεγασθοῦν ὑπὸ προοδευτικὴν πολιτικὴν ἔκφρασιν τῶν ἑλληνοκεντρικῶν, ἐτράπησαν, ὡς ἐκ τῆς ἀδυναμίας κοινωνικῆς προσγειώσεως τῶν τελευταίων, πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἐπανάστασιν κοσμοπολιτικοῦ τύπου.

Ἡ μόνη ἑρμηνεία ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῆ εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀκατανοησίαν τῶν ἑλληνοκεντρικῶν εἶναι ὅτι, ἂν καὶ δημοτικισταὶ κατὰ πλειοψηφίαν, κατὰ βάθος ἐπηρεάζοντο ἀπὸ τὸν κοινωνικὸν λογιωτατισμόν, ἐσχημάτιζον δηλαδὴ κατὰ κάποιον τρόπον τὸν λογιωτατισμὸν τοῦ δημοτικισμοῦ. Τὸ μοιραῖον ὅσον καὶ ἀκατανόητον τοῦτο γεγονὸς διὰ λαὸν πατριαρχικῶν ἐπιβιώσεων ἐμεγέθυνε τὴν ἔντασιν τῆς κοινωνικῆς ἀγωνίας ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ ἐκ τοῦ προσθέτου λόγου ὅτι εἰς τὰς βαλκανικὰς καὶ βιομηχανικῶς ὑπανάπτυκτους χώρας τὰ σύνορα τῆς ἀκραίας ἀντιδράσεως καὶ τοῦ ἐπαναστατικοῦ κομμουνισμοῦ παραμένουν συγκεχυμένα. Ὅσον εὔκολος εἶναι ἡ μετάστασις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πόλου πρὸς τὸν ἕτερον, τόσον δύσκολος καθίσταται ὁ προσανατολισμὸς τῶν δύο αὐτῶν τάσεων πρὸς κοινωνικὰς μορφάς, αἱ ὁποῖαι εὐθυγράμμως πηγάζουν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς παραδόσεως.

Ὅθεν μεταξὺ τοῦ μαρξιστοῦ Γεωργίου Σκληροῦ καὶ τοῦ ἑλληνορθόδοξου Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, δηλαδὴ μίας τυπικῆς ἀντιθέσεως, ὁποία προσιδιάζει μόνον εἰς τὸν ἑλληνικὸν χῶρον, δηλαδὴ μεταξὺ προοδευτικῆς ἐπαναστατικῆς ἐξωστρέφειας (κοσμοπολιτικῆς μορφῆς) καὶ γηγενοῦς ἐσωστρεφοῦς κοινοβιακότητος (ὀρθόδοξος στοχασμός)11 πρέπει νὰ τοποθετήσωμεν τὰς κλιμακώσεις τῶν ἑλληνοκεντρικῶν.

Οἱ ἑλληνοκεντρικοὶ διεσταυρώθησαν καὶ συνεπλάκησαν μὲ τὰ πολιτικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς των, συνεπεία δὲ τούτου, καὶ ἀναλόγως τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ὅποιαν λαμβάνουν ἔναντι τῆς οἰκονομίας, δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν αὐτοὺς εἰς ἀριστοκρατικούς, φιλελευθέρους, παρεμβατικοὺς καὶ σοσιαλίζοντας.

Πηγή: Ἀπόσπασμα ἀπό τὸ ἄρθρο: Δ. Τσάκωνας, «Κοινωνιολογία καὶ Φιλοσοφία τοῦ νέου Ἑλληνισμού», πιθεώρησις Κοινωνικν Ἐρευνν, δ’ τρίμηνον 1969 – α΄ τρίμηνον 1970, σ. 85-89.

1. Πρβλ. I. Συκουτρῆ, Μελέται καὶ ἄρθρα, Ἀθῆναι 1956, σσ. 431-515.

2. I. Δραγούμη, ἑλληνισμός μου καὶ οἱ Ἕλληνες, 1903, 1909, λληνικός πολιτισμὸς 1913, Ἀθῆναι 1927, σ. 166 κ.έ.

3. Σ. Γεδεών, «Ὁ Θάνατος τοῦ παλληκαριοῦ στὸ σχολεῖο», Νέα Ἑστία, τόμ. 42, σσ. 799-800.

4. Δ. Δανιηλίδη, Νεοελληνικὴ κοινωνία καὶ οἰκονομία, Ἀθῆναι 1934, σ. 77 κ.έ.

5. Σ. Μελά, «Ὁ Ἐρωτόκριτος τοῦ Κορνάρου», Ἑλληνική Δημιουργία, τεῦχος 104, σ. 649.

6. Δ. Τσάκωνα, Κοινωνιολογία τοῦ νεοελληνικοῦ πνεύματος, Ἀθῆναι 19692, σσ. 60, 187.

7. Δ. Τσάκωνα, Μαθήματα εἰσαγωγῆς εἰς τὴν φιλοσοφίαν, Ἀθῆναι 1969, σ. 85 κ.έ.

8. Κ. Καραβίδα, Ἡ κοινότης, Ἀθῆναι 1935, I, σ. 270.

9. Κ. Καραβίδα, ἔνθα ἀνωτέρω, σ. 200.

10. W. Bernsdorf, «Gesellschaftsform», «Genossenschaftliche», εἰς W. Bernsdorf Worterbuch der Soziologie, Stuttgart 1969, σσ. 359-360.

11 Δ. Τσάκωνα, «Γ. Σκληρός (Κωνσταντινίδης)», ρχεον Κοινωνιολογίας καθικς, Ἀθῆναι 1944, σσ. 37-39.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: