ΕΘΕΛΟΔΟΥΛΙΑ ἤ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

ΕΘΕΛΟΔΟΥΛΙΑ ἤ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;

Διάλεξη τοῦ Ν. Λυγεροῦ

Κιλκίς, 24/02/2014

«Θεώρησε τὸν ἑαυτό σου ἐλεύθερο ἢ σκλάβο, ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐσένα». Ὅταν ξέρετε ὅτι τὸ ἔχει πεῖ φιλόσοφος στωικός, ὁ Ἐπίκτητος, ἔχει ἐνδιαφέρον. Γιατί σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν σκλάβος, κι ἀπελευθερώθηκε. Ἀλλὰ ξέρει ἀκριβῶς τί σημαίνει σκλάβος, ἐνῶ νομίζω ὅτι μερικοὶ Ἕλληνες τώρα δὲν ξέρουν πιὰ τί σημαίνει καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο.

Εἶναι μερικοὶ ποὺ θεωροῦν ὅτι μποροῦν νὰ πουλήσουν τὸν ἑαυτό τους. Δὲν πάει τόσο εὔκολα, γιατί ἅμα πουλήσετε τὸν ἑαυτό σας, σὲ ποιόν θὰ δώσουμε τὰ χρήματα; Ἄρα, ἡ ἰδέα, εἶναι ὅτι μπορεῖτε νὰ πουλήσετε τοὺς ἄλλους ἢ νὰ ξεπουλήσετε ἀκόμα καὶ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ξέρετε ὅτι ὅταν ξεπουλᾶτε δὲν εἶναι θέμα χρηματικό. Γιὰ νὰ πουλήσετε πρέπει νὰ ὑπάρχει ἀγοραστής, γιὰ νὰ ξεπουλήσετε δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ἄρα νὰ εἴμαστε πολὺ προσεκτικοὶ ὄχι τόσο πολὺ μὲ αὐτοὺς ποὺ πουλοῦν, ἀλλὰ μὲ αὐτοὺς ποὺ ξεπουλοῦν. Γιατί οἱ πρῶτοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ θὰ καταβάλουν ἕνα ποσό, κι οἱ δεύτεροι δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα.

Ἅμα πᾶτε λίγο στὸ ἐξωτερικὸ θὰ δεῖτε μερικὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἔχει ἡ σημαία μας ποὺ δὲν τὰ ἀντιλαμβάνεστε. Ἡ σημαία μας ἔτσι ὅπως εἶναι τοποθετημένη ἔχει πάντοτε ἕναν ἱστὸ ποὺ ἔχει τὸν σταυρό. Ἂν πᾶτε σὲ ἄλλη χώρα, ὅπως εἶναι ἡ Κύπρος, θὰ δεῖτε πὼς δὲν ἰσχύει. Μία σημαία πρέπει νὰ εἶναι ἐπιθετική. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ σᾶς ξαφνιάσει, ἄρα τί ἐννοῶ. Ἐννοῶ ὅτι διεκδικεῖ κάτι, λέει κάτι. Στὴ σημαία μας ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι τὸ θετικό. Τὸ θετικὸ βέβαια εἶναι ὁ σταυρός, τὸ ἐπιθετικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ λωρίδες. Οἱ λωρίδες λοιπὸν ἔχουν σὲ συλλαβισμὸ τὸ ἐλευθερία ἢ θάνατος, ποὺ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό. Ἂν τὸ σκεφτεῖτε ὅτι ἕνας ὁλόκληρος λαὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντρωθεῖ πάνω σ’ αὐτὲς τὶς δύο ἔννοιες, ἔχει ἐνδιαφέρον πῶς τὸ ὑποφέρει ἡ κοινωνία. Στὴν κοινωνία ἀκοῦτε συνεχῶς ὅτι πρέπει νὰ συμβιβαζόμαστε, πρέπει νὰ τὰ βρίσκουμε, πρέπει νὰ ἀποδεχόμαστε, πρέπει νὰ ὑπάρχει ἰσορροπία, πρέπει νὰ ὑπάρχει ὁμόνοια, καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἶναι αὐτοὶ ποὺ σηκώνουν μία σημαία ποὺ λέει ἐλευθερία ἢ θάνατος. Καταλαβαίνετε πόσο συμβιβαστικὸ σύνθημα ἐπιλέξαμε γιὰ νὰ μᾶς χαρακτηρίσει. Ἄρα, πρέπει νὰ καταλάβουμε τὸ ἑξῆς, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἐπίκτητος εἶναι θέμα ἀπόφασης. Ὄχι τῶν ἄλλων, δικῆς σου. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ Ἐπίκτητου σὲ κάποια φάση προσπαθεῖ νὰ τὸν βασανίσει. Καὶ τοῦ λέει «ἂν συνεχίσεις θὰ μοῦ σπάσεις τὸ χέρι». Τελικὰ τοῦ τὸ σπάζει, καὶ τοῦ λέει λοιπὸν ὁ Ἐπίκτητος «το’ σπασες, εἶδες;» Νὰ ξέρετε ὅτι αὐτὲς οἱ ἐρωτήσεις ἐνοχλοῦν πάρα πολύ τοὺς βασανιστές. Πάρα πολύ. Προτιμοῦν κάποιον ποὺ ζητάει ἐλεημοσύνη.

Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἕνας λαὸς τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀξίας. Αὐτὸ τοῦ προκαλεῖ πολλὰ προβλήματα, ἀλλὰ τὰ ξεπερνάει γιατί εἶναι ἀκόμα ἐδῶ. Ἕνα ἀπ’ τὰ προβλήματα ποὺ ἔχει εἶναι ὅτι δὲν πιστεύει στὶς ἀρχές. Μὰ καθόλου. Ἄρα, τὸ λέω συνοπτικά. Ἂν θυμᾶστε καλὰ στὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο ἔχουμε τὴν φράση «ὁ νόμος εἶναι σκληρός, ἀλλὰ εἶναι ὁ νόμος». Στὸν Ἑλληνισμὸ ἐμεῖς λέμε «ὁ νόμος εἶναι νόμος, ἂν εἶναι ἀνθρώπινος». Εἶναι ριζικὰ διαφορετικὴ ἡ προσέγγιση καὶ θεωροῦμε ὅτι ἕνας νόμος ἂν δὲν εἶναι ἀνθρώπινος δὲν πρέπει νὰ τὸν τηροῦμε. Ἂν οἱ ἀρχὲς συμβαδίζουν μὲ τὶς ἀξίες μας, εἶναι ἐντάξει. Ἂν δὲν συμβαδίζουν εἴμαστε ἐναντίον. Τὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ὅτι ἤδη ἀπ’ τὴν ἀρχαιότητα ἐμεῖς προτιμοῦμε τὴν Ἀντιγόνη ἀπὸ τὸν Κρέοντα. Δὲν συνειδητοποιοῦμε ὅλοι πόσο ριζοσπαστικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ προτίμηση. Ὁ Κρέοντας ἔχει τὴν ἐξουσία, ὄχι τὴν οὐσία, ἀποφασίζει λοιπὸν νὰ βγάλει μία νομοθεσία. Ἔχοντας αὐτὴ τὴ νομοθεσία ὑπάρχει νόμος καὶ κανόνας καὶ ἀκολουθεῖ τὸ τυπικό, θὰ λέγαμε σχεδὸν τὸ πρωτόκολλο, ποὺ μπορεῖ ἄλλοι νὰ τὸ λέγανε καὶ σχεδὸν σύνταγμα. Ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ τὰ σκεφτεῖτε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἔχετε τὴν Ἀντιγόνη, ἡ ὁποία εἶναι μία μικρή, νέα, ποὺ θὰ λέγανε οἱ περισσότεροι νέοι ποὺ βρίσκονται ἐδῶ «τσαούσα» καὶ ὄχι μόνο λέει ὅτι «δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν νόμο» ἀλλὰ ρωτάει στὸν νομοθέτη «μὲ ποιό δικαίωμα ἀλλάζεις τὶς ἀξίες μας». Αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακό. Ἅμα τὸ σκεφτεῖτε, ἂν πάρετε ἕνα νομοθετικὸ πλαίσιο καὶ ξαφνικὰ ἀντιληφθεῖτε ὅτι βγάζει ἕναν νόμο ὁ ὁ-ποῖος εἶναι ἀπαράδεκτος, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ λέτε εἶναι «ἐντάξει, ἀλλὰ εἶναι νόμος, τί νὰ κάνουμε». Μετὰ θὰ ἀρχίσετε νὰ κάνετε τὴν λεγόμενη ἐκτόνωση, θὰ πεῖτε «πάλι τὸ σύστημα μᾶς καταπατεῖ» καὶ σταματᾶτε ἐκεῖ. Ἐνῶ ἡ Ἀντιγόνη πάει πολὺ πιὸ πέρα. Καὶ ἀφαιρεῖ στὸν νομοθέτη τὸ δικαίωμα τῆς δημιουργίας τοῦ νόμου ἂν παραβιάζει τὶς ἀξίες. Ἄρα, λέει πολὺ ξεκάθαρα ὅτι ἐμεῖς ὡς Ἑλληνισμὸς θεωροῦμε πὼς ὅτι καὶ νὰ γίνει, ὁ νεκρὸς πρέπει νὰ ταφεῖ. Εἶναι μεγάλο θέμα.

Ἂν θέλετε κάτι πιὸ νέο εἶναι ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸν ἀνθρωπισμὸ καὶ σᾶς λέει πὼς ὅτι καὶ νὰ ἔχει γίνει δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ σκοτώσεις ἄνθρωπο. Τεράστιο θέμα ἡ θανατικὴ ποινή. Λίγοι ἀντιλαμβάνονται ὅτι αὐτὸ τὸ νοητικὸ σχῆμα «εἶμαι ἐναντίον τῆς θανατικῆς ποινῆς» γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο -προσέξτε, αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι δύσκολο μερικὲς φορές, πολὺ δύσκολο- δὲν βλέπουν ὅτι βασίζεται πάνω σ’ ἕνα θεμέλιο. Τὸ θεμέλιο εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ νεκρός, δὲν μπορεῖ νὰ ἀμυνθεῖ. Θὰ μοῦ πεῖτε «μὰ ἅμα εἶναι προδότης». Τὸ θέμα τῆς Ἀντιγόνης δὲν εἶναι ἅμα εἶναι προδότης ἢ ὄχι, εἶναι ὅτι εἶναι νεκρός. Καὶ βλέπετε τώρα ὅτι εἶναι μία τεράστια ὑπέρβαση, γιατί δὲν ἐξετάζουμε πιὰ τί ἔχει κάνει, ἐξετάζουμε τί εἶναι. Ἄρα εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι νεκρός, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν γίνει τίποτα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν μπορεῖ νὰ ταφεῖ. Θὰ μοῦ πεῖτε -ὡς δικηγόροι τοῦ διαβόλου, δὲν λέω ὅτι τὸ πιστεύετε- «καλὰ νὰ πάθει». Κι ὅμως δὲν πάει ἔτσι. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο εἶναι πολὺ σημαντικὸ διότι ὅταν θὰ μποῦμε στὸν χῶρο τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸν χῶρο τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸ πιὸ σημαντικὸ γιά μᾶς, καὶ τὸ βλέπετε ἀκόμα καὶ στὴν ἐπιλογή μας -τώρα μιλάω ὡς Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος- δίνουμε τεράστια σημασία στὸ Πάσχα, πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα. Αὐτὸ δὲν εἶναι μία τυχαία ἐπιλογή. Ὅταν ἐξετάζουμε λοιπὸν αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔχει ἐνδιαφέρον ἅμα τὸ σκεφτεῖτε, ὅτι καὶ ἡ παράδοση ὅταν ἔχουμε ἕναν νεκρό, λέει «ζωὴ σὲ σᾶς, νὰ τὸν θυμᾶστε». Πολλοὶ μπορεῖ νὰ τὸ λένε καὶ τυπικά, γιατί ἔχουν ξεχάσει πόσο οὐσιαστικὸ εἶναι. Ἀλλὰ φανταστεῖτε γιὰ ἕναν μικρὸ λαό, ἂν ξεχνοῦσε… πρῶτα ἀπ’ ὅλα δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ ἡ ἔννοια τῆς συνέχειας. Δηλαδὴ δὲν θὰ εἴχαμε ρίζες, διότι δὲν θὰ ξέραμε ποιὰ εἶναι ἡ προέλευση. Αὐτὸ ποὺ εἶναι οὐσιαστικὸ καὶ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἔχουμε καταλάβει ὅτι ἡ μνήμη μας ἐπιτρέπει αὐτὴ τὴ συνέχεια καὶ εἶναι ἡ μόνη ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ κάνει μία ὑπέρβαση σὲ σχέση μὲ τὸν θάνατο. Πολὺ συχνὰ θεωροῦμε ὅτι στὴν ἐπιλογὴ ἐλευθερία ἢ θάνατος, νομίζουμε ὅτι εἶναι μία ἐπιλογὴ μεταξὺ τῶν δύο. Λανθασμένη προσέγγιση. Δὲν εἶναι μία ἐπιλογὴ μεταξὺ τῶν δύο. Τὸ διαζευκτικὸ δὲν ἐφαρμόζεται ἐδῶ, ἀλλὰ στὴν ἰδέα ὅτι θὰ εἴμαστε ἢ ἐλεύθεροι, ἢ νεκροί. Ἀλλὰ ὄχι συμβιβασμένοι καὶ σκλάβοι. Στὴν πραγματικότητα θὰ ἦταν ἠλίθιο νὰ ποῦμε ὅτι θέλουμε νὰ εἴμαστε μόνο ἐλεύθεροι, γιατί σὲ κάποια φάση θὰ εἴμαστε νεκροί. Ἄρα, ἡ ἰδέα ποιά εἶναι. Θεωροῦμε στὴν ὀντολογία μας, ὡς Ἕλληνες, ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαντικὸ εἶναι ὅσο εἴμαστε ζωντανοὶ νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε ζωντανοί. Εἶναι διαφορετικό. Θὰ ἤθελα νὰ σκεφτεῖτε τὸ ἑξῆς. Πῶς πάει τὸ θέμα τῆς ἀγάπης μὲ τὸ μῖσος. Θεωροῦμε ἀρχικὰ ὅτι εἶναι σημαντικὴ ἡ ἀγάπη. Ἅμα σᾶς πῶ ἔτσι, ὀρθὰ κοφτά, ὅτι εἶναι πιὸ σημαντικὸ τὸ μίσος, θὰ ξαφνιαστεῖτε. Ἅμα σᾶς πῶ ὅτι σημασία ἔχει τὸ μίσος τοῦ μίσους, θὰ μοῦ πεῖτε τί σημαίνει αὐτό. Ἐξηγῶ. Ὑπάρχει ἡ μνήμη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ παράγει τὸ «θυμᾶμαι» καὶ μετὰ ὑπάρχει τὸ «δὲν ξεχνῶ». Τὸ «θυμᾶμαι» εἶναι παθητικό, ποὺ σημαίνει ὅτι μπορεῖ καὶ νὰ ξεχάσει. Τὸ «δὲν ξεχνῶ» ἐνῷ εἶναι ἀρνητικό, εἶναι ἐνεργητικό. Δὲν ξεχνῶ, δὲν μπορῶ νὰ ξεχάσω. Ἅμα τὸ σκεφτεῖτε τώρα, πῶς περνᾶμε ἀπὸ τὴν μνήμη, στὸ «θυμᾶμαι», μετὰ «δὲν ξεχνῶ», τότε θὰ καταλάβετε ὅτι τὸ «δὲν ξεχνῶ», μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια, γιατί ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ μὴ λήθη. Δὲν ὁδηγεῖ ἡ μνήμη στὴν ἀλήθεια. Εἶναι ἡ μὴ λήθη ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια.

Κάντε τώρα μία μεταφορὰ δομῆς, σκεφτεῖτε τὴν ἔννοια τῆς ἀγάπης, ποὺ θεωρεῖτε ὅτι εἶναι ἁπλῶς θετική, ὅπως εἶναι ἡ μνήμη, καὶ ρωτάω τώρα, τί μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ σημαντικό. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ μνήμη εἶναι θετική, μετὰ λέτε ἡ λήθη εἶναι ἀρνητικό, τώρα ὅμως βάλαμε τὴν μὴ λήθη καὶ περάσαμε στὴν ἀλήθεια. Σκεφτεῖτε τώρα ὅτι μπορεῖ -κι αὐτὸ εἶναι πού μᾶς διδάσκει καὶ ἡ ἐκκλησία- ὄχι μόνο ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι σημαντική, ἀλλὰ τὸ μὴ μίσος. Ἐξηγῶ. Ἂς ποῦμε ὅτι «ἀγαπῶ τὸν φίλο μου», αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι σᾶς ἀγαπῶ. Ἐνῶ τὸ θεωροῦμε ὅτι εἶναι θετικό. Ἂν ὅμως πῶ ὅτι «δὲν μισῶ» δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ πῶ ὅτι ἀγαπῶ τὸν φίλο μου, καὶ ταυτόχρονα μπορῶ νὰ τὸ πῶ καὶ γιὰ κάποιον ἄγνωστο. Τὸ μήνυμα «ἀγάπα τὸν πλησίον» εἶναι σημαντικὸ μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια. Δὲν λέει νὰ ἀγαπᾷς μόνο τὴν οἰκογένεια, μόνο τὸν πατέρα, τὴν μάνα, τὰ ἀδέρφια, τὴ γυναῖκα σου, τὰ παιδιά σου.

Στὴν παλαιὰ διαθήκη ἔχουμε τὸ «ὄχι», μὴν κάνεις, μὴν κάνεις, μὴν κάνεις, -οὐκ-, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε στὴν νέα, δὲν εἶναι μία 11η ἐντολή, ἀλλὰ πάνω-κάτω τί σᾶς λέει. Ἅμα δὲν τὸ πιάσατε μὲ τὴν πρώτη, γιὰ τὰ 10 ὄχι, τουλάχιστον νὰ ξέρετε ἕνα «ναί». Ἅμα κάνετε πραγματικὰ τὸ ἕνα «ναί», θὰ κάνετε τὰ 10 «ὄχι» χωρὶς νὰ σκέφτεστε τὸ θέμα τῆς ἀπαγόρευσης. Γιατί ὅταν πραγματικὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου, δὲν κάνεις τὰ ἄλλα. Ὅταν δὲν κάνεις τὰ ἄλλα, σημαίνει ὅτι τὸν ἀγαπᾷς; Ὄχι ὑποχρεωτικά. Ἐπανέρχομαι σιγά-σιγὰ καὶ πάλι στὴν Ἀντιγόνη. Αὐτὸ ποὺ λέει, ὅταν θάβουμε τὸν νεκρό, εἶναι ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τὸ μίσος. Ἐνῶ αὐτὸ ποὺ θὰ πεῖ τὸ αὐθαίρετο στοιχεῖο τοῦ νόμου εἶναι ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀγαπητός, αὐτὸς δὲν εἶναι. Εἶναι πολὺ πιὸ βαρυσήμαντη ἡ ἀπόφαση τῆς Ἀντιγόνης, ἡ ὁποία λέει: Δὲν μποροῦμε σὲ ἕναν νεκρὸ νὰ ποῦμε «τὸν ἀγαπῶ ἢ δὲν τὸν ἀγαπῶ». Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὅτι «δὲν τὸν μισῶ». Δὲν τὸν μισῶ ἄρα μπορῶ νὰ τὸν θάψω. Στὴν πραγματικότητα ἔχω ἀπορρίψει τὸ «πρέπει». Τὸ «πρέπει» προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμο. Τώρα, ἅμα δὲν ὑπάρχει τὸ «πρέπει» σὰν θεμελιακὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ὑπάρχει κάτι ἄλλο. Καὶ τότε ἐμφανίζεται τὸ «πρέπον». Ὅταν πιστεύετε στὶς ἀρχὲς ἔχετε τὸ «πρέπει». Ὅταν πιστεύετε στὶς ἀξίες ἔχετε τὸ «πρέπον». Τὸ «πρέπει» εἶναι ἐξαναγκασμός. Τὸ «πρέπον» δὲν σᾶς ἐξαναγκάζει κανένας, ἐσεῖς νιώθετε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἔχει μεγάλη διαφορά. Προσπαθῆστε νὰ σκεφτεῖτε ὅτι ὅταν ὑπάρχει ἀνάγκη δὲν εἶναι ὅτι κάποιος σᾶς λέει «κάνε αὐτό», νιώθετε ἀπὸ μόνος σας ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Κανένας δὲν εἶπε στὴν Ἀντιγόνη νὰ θάψει τὸν ἀδερφό της. Ἄρα στὴν πραγματικότητα αὐτὸ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία, εἶναι γιατί τὸ νιώθει ἀναγκαῖο. Καὶ τὸ νιώθει ἀναγκαῖο ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς ἀξίας καὶ τὸ θέμα τῆς συνέχειας.

Στὴν δική μας τὴν παράδοση, ὅταν ἔχουμε κάποιον νεκρὸ ποὺ θεωροῦμε ὅτι πραγματικὰ ἡ ζωή του εἶναι μία προσφορὰ γιὰ ἐμᾶς, εἶναι πολὺ ἁπλό, τὸν ὀνομάζουμε στὸ τέλος ἄξιο. Στὸ τέλος λοιπὸν τῆς ρωμιοσύνης καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θεωροῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ ποῦμε τὴν λέξη «ἄξιος». Ἔχει τεράστια σημασία ἅμα τὸ σκεφτεῖτε. Εἶναι νεκρός, ἄρα δὲ θὰ τὸ ἀκούσει. Δὲ μπορεῖτε νὰ πεῖτε ὅτι εἶναι ἔπαινος, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐδῶ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κολακεία, ἀφοῦ πάλι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποδεχτεῖ. Ἔχει ἐνδιαφέρον ποὺ τὸ λέμε μετὰ τὸν θάνατο. Γιατί τελικὰ ἡ ζωή του εἶναι ὁλοκληρωμένη καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ ὅλο τὸ πλαίσιο. Ὁ Εinstein ἔλεγε ὅτι ὅταν πεθαίνει κάποιος ἀξιόλογος, τότε καταλαβαίνεις ὅτι ἔχει τελειώσει τὸ πορτραῖτο. Καὶ εἶναι ἔργο τέχνης ἡ ζωή του. Δὲν πρέπει νὰ τὸ βλέπεις μόνο ἀρνητικά, γιατί κατάφερε νὰ κάνει κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ ἄλλους, καὶ γι’ αὐτὸ θεωροῦμε ὅτι ἦταν καὶ ἄξιος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ «ἄξιου» ἔχει ἐνδιαφέρον γιὰ ἐμᾶς γιατί χαρακτηρίζει τὴν ἐπιλογή μας. Δὲν θὰ ποῦμε ποτὲ ὅταν κάποιος εἶναι νεκρὸς «νομοταγής». Ρωτάω τώρα. Ὁ ἄξιος πρέπει πάντα νὰ εἶναι νόμιμος; Βλέπετε, ὅλοι σας ξέρετε ἀκριβῶς ὅτι ἅμα ὑπάρχει π.χ. ἕνα κατοχικὸ καθεστώς, μία τουρκοκρατία, τὸ νὰ εἶσαι νομοταγής, σημαίνει ὅτι συνεργάζεσαι μὲ τὸ καθεστὼς ποὺ καταπατᾶ τὸν λαό σου. Αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαντικὸ λοιπόν, εἶναι, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μας ὅταν ὑπάρχει ἐπιλογή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι πολὺ ἁπλό. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀκολουθήσεις τὸν νόμο, ἂν αὐτὸς καταπατᾶ τὶς ἀξίες. Ἂν τὸ σκεφτεῖτε λοιπόν, εἶναι κάπως παράξενο, εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς βάζει τὶς ἀξίες πάνω ἀπ’ τὸν νόμο. Εἶναι σὰν νὰ ἔχετε μία ὑπέρ-νομολογία, ποὺ λέει: θὰ ἔχεις δικαίωμα νὰ κάνεις νομοθέτη ὅτι θές, ἀλλὰ πρόσεξε, ὄχι αὐτό. Ἔχει ἐνδιαφέρον λοιπὸν γιατί αὐτὸ εἶναι τὰ θεμέλιά μας. Ἂν σκεφτεῖτε λοιπόν, εἴμαστε ἀκόμα ἐδῶ μετὰ ἀπὸ αἰῶνες καὶ συνεχίζουμε νὰ πιστεύουμε σ’ αὐτὲς τὶς ἀξίες. Ξέρετε πολὺ καλά, ὅτι δίνουμε μεγάλη σημασία στοὺς νεκρούς, ἀκόμη καὶ τώρα, παρόλο ποὺ ἡ κοινωνία δὲν μᾶς διευκολύνει. Ἡ κοινωνία ἔχει τὴν τάση νὰ δημιουργεῖ τὰ γηροκομεῖα. Τὰ γηροκομεῖα ἀρχικὰ θεωροῦμε ὅτι εἶναι γιὰ τὸ καλό. Στὴν πραγματικότητα τὰ γηροκομεῖα εἶναι γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε νεκροὺς χωρὶς νὰ τοὺς βλέπουμε. Τοὺς ἔχουμε βάλει λίγο πιὸ πέρα καὶ λὲς «ἐκεῖ πέρα θὰ τὸν/τὴν φροντίζουν». Στὴν πραγματικότητα θὰ εἶναι ἐσᾶς ποὺ φροντίζουν. Δὲν θέλετε νὰ σᾶς ἐνοχλήσει ὁ θάνατος. Θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἕνα ἀπαράδεκτο ὅταν ἔχεις ἕναν δικό σου ποὺ θέλει νὰ πεθάνει σπίτι του, νὰ τοῦ ἐξηγεῖς ὅτι «εἶναι καλὸ νὰ πεθάνεις ἀλλοῦ», καὶ μετὰ ἐφόσον πέθανε ἀλλοῦ, πηγαίνεις καὶ τὸν βλέπεις στὸν τάφο του, ἐκεῖ. Ἄρα βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ κοινωνικὸ ἔρχεται δῆθεν γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ζωντανούς.

Ὁ Ἑλληνισμὸς βοηθάει τοὺς νεκρούς. Θὰ μοῦ πεῖτε «μὰ εἶναι παράξενο». Ἅμα σας πῶ λοιπὸν τὴν φράση «διαβάζουμε τοὺς νεκρούς», ποὺ ἄρεσε στὸν Leonardo Da Vinci νὰ χρησιμοποιεῖ, δὲν τὴν καταλαβαίνουμε ἀμέσως. Στὴν πραγματικότητα ἂν σκεφτεῖτε ὅλους τοὺς συγγραφεῖς βιβλίων, θὰ καταλάβετε ὅτι σχεδὸν ὅλοι ἔχουν πεθάνει, ἀφοῦ μόνο οἱ πολὺ πρόσφατοι εἶναι ἀκόμη ζωντανοί. Ἄρα ὅταν διαβάζετε τὰ βιβλία ἐπὶ τῆς οὐσίας διαβάζετε νεκρούς. Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ ποιό εἶναι; Ὅτι γράφουμε γιὰ τοὺς ἀγέννητους. Γιατί ἂν τὸ σκεφτεῖτε ὀρθολογικὰ καὶ πάρετε τὸν ἄνθρωπο ποὺ πέθανε ἐδῶ καὶ αἰῶνες καὶ σκεφτεῖτε πόσοι ἦταν οἱ ἀναγνῶστες του τότε, καὶ πόσοι εἶναι τώρα, πόσοι ἦταν γεννημένοι ὅταν τὸ ἔγραφε καὶ πόσοι δὲν εἶχαν γεννηθεῖ, θὰ δεῖτε λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ σχῆμα «διαβάζουμε τοὺς νεκρούς, γράφουμε γιὰ τοὺς ἀγέννητους» εἶναι πάρα πολὺ ὀρθολογικό. Ἁπλῶς μέσα στὸ παρόν μᾶς φαίνεται παράξενο. Ἐνῷ πατᾶμε σὲ μία μεγάλη γέφυρα, ποὺ ἑνώνει παρελθὸν καὶ μέλλον. Ἀλλὰ ἂν σκεφτεῖτε ὅτι αὐτὴ ἡ γέφυρα εἶναι τὸ βιβλίο, τότε μπορεῖ νὰ σᾶς φανεῖ ἀκόμη καὶ φυσιολογικό. Ὅταν λέω λοιπὸν ὅτι δίνουμε μεγάλη σημασία στοὺς νεκρούς, εἶναι πολὺ ἁπλό, εἶναι σὰν νὰ σᾶς λέω ὅτι δίνουμε μεγάλη σημασία σ’ αὐτοὺς ποὺ παρῆγαν ἔργο. Ὄχι ποὺ παράγουν, γιατί αὐτὸ δὲν τὸ ξέρετε. Αὐτοὶ ποὺ τὸ ἔκαναν τὸ ξέρουν. Σᾶς δίνω ἕνα παράδειγμα σὰν ἐφαρμογὴ στὸ χῶρο τῆς πολιτικῆς. Εἶναι μερικοὶ ποὺ λένε «ἐγὼ πιστεύω αὐτὸν τὸν πολιτικό». Εἶναι λάθος. Δὲν πρέπει νὰ πιστεύεις κανέναν πολιτικό. Ὁ πολιτικὸς καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνήκει στὸ παρελθόν. Γιατί ὁ πολιτικὸς ποὺ εἶναι ἀξιόπιστος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ πεῖ «ἔκανα». Αὐτὸς πού σᾶς λέει «κάνω» δὲν τὸ ξέρετε ἂν τὸ κάνει. Αὐτὸς πού σᾶς λέει «θὰ τὸ κάνω» ἐκεῖ εἶναι ποὺ δὲν ξέρετε τίποτα. Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ γιὰ νὰ σᾶς δώσω μία ἀπόδειξη. Ἔχετε λοιπὸν ἕναν πολιτικὸ πού σᾶς παρουσιάζει τὸ πρόγραμμά του. Ἔχει πάντοτε ἐνδιαφέρον, γιατί δὲν σᾶς παρουσιάζουν τὴν ἀπολογία τους. Ἄρα, παρουσιάζουν τὸ πρόγραμμα καὶ λένε «ἅμα μὲ ψηφίσετε, θὰ κάνω αὐτό, αὐτὸ κι αὐτό». Ἔρχονται οἱ ἑπόμενες ἐκλογὲς κι εἶναι ὁ ἴδιος καὶ λέει τὸ ἴδιο πρόγραμμα. Θὰ μοῦ πεῖτε «μὰ εἶναι ἠλίθιο». Ὄχι, καλὰ κάνει, γιατί οἱ περισσότεροι ἔχουν ξεχάσει τί εἶχε πεῖ στὸ πρῶτο πρόγραμμα καὶ σοῦ λέει «τὸ πρόγραμμα εἶναι πολὺ ὡραῖο». Ἔχουμε βέβαια καὶ νέους ψηφοφόρους ποὺ δὲν τὸν ἤξεραν κἄν πρίν. Ἄρα σοῦ λέει «νέος πολιτικός». Ἔχουμε λοιπὸν πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διάφορα χρώματα τὰ ὁποῖα κάπου-κάπου τὰ ἀλλάζουν, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, καὶ ξαναέρχονται ὡς νέοι πολιτικοὶ χωρὶς χρῶμα. Ἡ πολιτικὴ ἐκ φύσης γίνεται ἀξιόπιστη μόνο ὅταν ἔχει παράγει ἔργο. Ἄρα, ὅταν κάποιος σᾶς ρωτάει «ποιόν πολιτικὸ ἐμπιστεύεσαι» εἶναι πολὺ ἁπλό: τοὺς νεκρούς. Γιατί ἐπειδὴ εἶναι νεκροὶ δὲν μπορεῖτε νὰ τοὺς ξαναψηφίσετε γιὰ κάτι ἄλλο. Ἄρα, μπορεῖτε νὰ ἐξετάσετε τί ἔχει παράγει.

Ἔχει ἐνδιαφέρον ἅμα τὸ σκεφτεῖτε ὅτι πάλι ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει κάνει κάτι ποὺ εἶναι λίγο παράξενο. Μόλις ἕνας πολιτικὸς φαινόταν καλός, τοῦ δίναμε ὄστρακα. Ἡ ἰδέα ποιὰ εἶναι. Θεωρούσαμε -πολὺ σωστά- ὅτι ἐν δυνάμει, ἔχοντας κάνει αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ἔκανε, θὰ μποροῦσε πολὺ εὔκολα νὰ κάνει κάτι ποὺ δὲν ἔχει κάνει, τὸ ὁποῖο αὐτὸ νὰ μᾶς βάλει σὲ κίνδυνο. Γιατί; Γιατί ὅταν ὑπάρχει τόσο μεγάλη ἀποδοχή, μπορεῖ ξαφνικὰ νὰ ἀποφασίσει γιὰ συμφέροντα ποὺ δὲν τὰ ξέρουμε ἐκείνη τὴν στιγμή, νὰ κάνει κάτι ἐναντίον μας. Ἐνῷ, τὸ νὰ κάνει κάτι ἐναντίον μας κάποιος ποὺ δὲν εἶναι ἀποδεκτός, τραβάει τόσο μεγάλο κουπί, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ τὰ καταφέρουμε. Ὁ Ἑλληνισμὸς κοιτάζει πῶς πᾶνε τὰ πράγματα, μετὰ βλέπει ἐν δυνάμει κάποιον ποὺ ἀρχίζει νὰ ξεχωρίζει καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἁρπάξει τὴν ἐξουσία, καὶ ξαφνικά, τσάκ, ὄστρακο. Ἀνάδραση, τὸ σκέφτεται. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ φτιάξαμε τὴν δημοκρατία. Προσέξτε, ὁ Ἑλληνισμὸς ἔφτιαξε τὴν δημοκρατία γιὰ νὰ περνάει ἡ ὥρα. Στὴν δημοκρατία πρέπει νὰ ὑπάρχει διάλογος. Ἐπειδὴ ὑπάρχει διάλογος, πρέπει σὲ κάποια φάση νὰ ὑπάρχει μία ἀντιπαράθεση καὶ μετὰ θὰ τὸ ποῦμε θέση, ἀντίθεση, σύνθεση. Ἂν δὲν ὑπάρχει διάλογος καὶ δὲν ὑπάρχει δημοκρατία, δὲν ὑπάρχει σύνθεση, οὔτε ἀντίθεση, ὑπάρχει θέση. Ἄρα ὑπάρχει μετὰ τοποθέτηση. Ἔχετε σκεφτεῖ ὅτι δὲν λέμε ποτὲ «ἀντιτοποθέτηση, συντοποθέτηση»; Γι’ αὐτὸ πολὺ συχνὰ ὅταν κάνουμε ἐρωτήσεις στὸ τέλος τῶν διαλέξεων -προσέξτε τί θὰ κάνετε μετά- στὴν Ἑλλάδα, δὲν κάνουμε ἐρώτηση. Κάνουμε τοποθέτηση. Ἀλλὰ λένε, «ἔχω μία ἐρώτηση», προσπαθεῖ συνήθως ὁ συντονιστὴς νὰ πεῖ «πεῖτε τὴν ἐρώτηση», ὁ ἄλλος λέει «θὰ τὴν πῶ», μετὰ «θὰ σᾶς τὴν πῶ», μετὰ «τὴν εἶπα», τὴν τοποθέτηση. Ἄρα μᾶς τὴν εἶπε. Ἔχει ἐνδιαφέρον, γιατί ὅταν τοῦ λέτε μετὰ ὅτι «μὰ δὲν κάνατε ἐρώτηση» σᾶς λέει «μὰ δὲν ἔχω ἐρώτηση, τοποθέτηση». Ἄρα, θὰ ’ταν ἐνδιαφέρον – θὰ δοῦμε κατὰ πόσο ὑπάρχει ἀνάδραση ἐδῶ- νὰ ποῦμε στὸ τέλος «θὰ κάνετε τοποθετήσεις», μπορεῖ καὶ νὰ ἐμφανιστεῖ ἐρώτηση, ἔτσι ἀπὸ ἀντίλογο. Ὅταν δημιουργοῦμε τὴν δημοκρατία ἡ ἰδέα εἶναι πολὺ ἁπλή. Δὲν μπορεῖ ἕνας νὰ ἔχει τὴν ἰδέα. Εἶναι τεράστιο θέμα αὐτό. Ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ἕνας νὰ βρεῖ τὴν ἰδέα, μήπως πρέπει νὰ εἴμαστε μαζί; Ἔτσι ἔρχονται καὶ οἱ ἐκκλησιάζουσες ἀκόμα καὶ στὸν Ἀριστοφάνη κι εἶναι καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς ἐκκλησίας. Πηγαίνουμε μαζὶ σὲ ἕνα χῶρο ὅπου μαζὶ θὰ χάσουμε χρόνο. Ἐφόσον χάσουμε χρόνο, μαζί, κι ἐφόσον ὁ χρόνος εἶναι μαζί μας, ἐπειδὴ εἴμαστε λαὸς τοῦ χρόνου, ἂν ἀποφασίσουμε νὰ εἴμαστε μὲ τὸν χρόνο, τότε παράγουμε ἔργο. Ἂν δὲν εἴμαστε μὲ τὸν χρόνο δὲν παράγουμε ἔργο, παράγουμε κινήσεις, χωρὶς καμία πράξη, χωρὶς καμία ἀλλαγή. Γιατί χάνουμε χρόνο σὲ μία δημοκρατία; Μὰ εἶναι πολὺ ἁπλό, ἐπειδὴ μόνο χάνοντας χρόνο μποροῦμε νὰ ἔχουμε συνομιλία καὶ νὰ ὑπάρχει συνεννόηση. Ποὺ σημαίνει πρακτικὰ ὅτι ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ ἄνθρωπος χωρὶς συνάνθρωπο δὲν ἔχει νόημα. Ἡ δημοκρατία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἂν τὸ σταματήσω ἐδῶ θὰ ξαφνιαστεῖτε. Ἀλλὰ καταλαβαίνετε ὅτι θὰ πῶ ὅτι ἡ δημοκρατία εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους. Γιατί γιὰ νὰ φτιάξεις δημοκρατία πρέπει νὰ σέβεσαι τὸν ἄλλον καὶ νὰ πεῖς ὅτι μπορεῖ ἡ ἄποψή του καὶ νὰ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ ἐμένα, νὰ συμβάλει στὴν ἀνέλιξή μας καὶ νὰ παράγει ἕνα ἔργο. Ἔχει ἐνδιαφέρον λοιπὸν ὅτι ἡ δημιουργία τῆς δημοκρατίας προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπινόηση τῆς συνανθρωπιᾶς. Ὄχι μόνο τῆς ἀνθρωπιᾶς, τῆς συνανθρωπιᾶς. Δηλαδή, καταλαβαίνουμε ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι, ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε πιὸ ξεκάθαρα, καταλαβαίνουμε ὅτι εἴμαστε μόνοι, ἀλλὰ μαζί. Τεράστια διαφορά. Πολὺ συχνά, αὐτοὶ ποὺ δὲν τὸ κατανοοῦν, λένε «μὰ δὲν εἶσαι μόνος». Κι ὅμως καταλαβαίνουμε πολὺ καλά, πιὸ ὀρθολογικὰ ὅτι γεννηθήκαμε μόνοι καὶ θὰ πεθάνουμε μόνοι, τὸ θέμα εἶναι ἂν θὰ εἴμαστε μαζί. Καὶ ὄχι μὲ τοὺς ἄλλους μὲ τὴν ἔννοια τῆς παρέας. Γιὰ μένα ἡ φιλία εἶναι ἡ μοιρασιὰ τῆς μοναξιᾶς. Μοιράζομαι μὲ τὸν ἄλλον τὴν μοναξιά μου, κι ἐπειδὴ τὴν ἀποδέχεται, εἴμαστε μαζί, ἐνῷ εἴμαστε μόνοι. Ἄρα, δὲν εἶναι μόνο αὐτὸ τὸ σχῆμα τοῦ τύπου «ἡ φιλία εἶναι μία ψυχὴ σὲ δυὸ σώματα». Πάει λίγο πιὸ πέρα. Ἂν εἶναι σὲ δυὸ σώματα, τότε ἐπανέρχεσαι σὲ μία ἀνθρώπινη προσέγγιση, πολὺ ἁπλοϊκή. Ἂν ὅμως εἶναι μὲ τὸν συνάνθρωπο τότε μπαίνουμε σὲ μία ἄλλη διαδικασία.

Ἡ ἐλευθερία καθορίζεται ἀρχικὰ -νομίζουμε- ἀπὸ ἐμᾶς. Σιγά-σιγὰ καταλάβαμε ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου, ἀλλιῶς εἶναι καταπάτηση. Ὅταν ἀποδέχομαι νὰ βάλω ὅρια στὴν ἐλευθερία μου εἶναι ἐπειδὴ λόγω συνανθρωπιᾶς καταλαβαίνω ὅτι πρέπει νὰ ἔχει ἐλευθερία κι ὁ ἄλλος. Τώρα ἔχουμε ἕνα ἄλλο πρόβλημα. Ὅταν ἔχουμε δύο ἐλευθερίες, πῶς θὰ συμφωνήσουμε; Ξαφνικά, πρέπει νὰ χάσουμε χρόνο μαζί. Τότε ἔχουμε τὴν δημοκρατία. Ἡ δημοκρατία βασίζεται πάνω σ’ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι σὲ κάποια φάση γίνονται συνάνθρωποι, καὶ γιὰ νὰ ἔχουν ὁ ἕνας σεβασμὸ πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, χάνουν χρόνο γιὰ νὰ τὰ βροῦν. Ἀλλιῶς δὲν χάνεις χρόνο. Ὅταν χάνουμε λοιπὸν αὐτὸν τὸν χρόνο -ἕνας θεὸς ξέρει πόσο χρόνο ἔχουμε χάσει στὴν ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ- κι ἀρχικὰ νομίζετε εἶναι πολὺ ἀρνητικό, ἀλλὰ εἶπα «χάνουμε» καὶ δὲν εἶπα «σπαταλοῦμε». Τὸν χάνουμε συνειδητά. Ὁ δάσκαλος χάνει χρόνο μὲ τὸν μαθητὴ γιὰ νὰ ἐξελιχθεῖ ὁ μαθητής. Γιατί ἡ συνέχεια τοῦ δασκάλου εἶναι οἱ μαθητές. Ἄρα ἅμα δὲν χάσει χρόνο στὴν φάση τῆς διδασκαλίας, καὶ γιὰ τοὺς πιὸ ἐξελιγμένους, τῆς διδαχῆς, δὲν θὰ περάσει αὐτὴ ἡ συνέχεια, ἄρα ἡ δράση τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἐμφανιστεῖ. Ὁ χρόνος εἶναι τὸ ἀντικείμενο, ἡ Ἀνθρωπότητα εἶναι τὸ ὑποκείμενο καὶ παράγουν μαζὶ τὸ κείμενο, ποὺ εἶναι τὸ ἔργο. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί ἂν τὸ σκεφτεῖτε ὀρθολογικά, εἶναι τὸ ἔργο ποὺ παράγει τὸ ὃν κι ὄχι τὸ ἀντίθετο. Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτὸ τὸ ἔργο, ὅταν εἶναι πολύπλοκο χρειάζομαι τὸν συνάνθρωπο κι ὄχι μόνο τὸν ἄνθρωπο. Ἄρα δὲν εἶναι ἕνας συμβιβασμός. Εἶναι συνανθρωπισμός, ὁ ὁ-ποῖος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ σκεφτοῦμε πῶς σκέφτεται ὁ ἄλλος. Ὅταν λοιπὸν βλέπετε κάποιον νὰ μὴν ἔχει ἐλευθερία, γιὰ διάφορους λόγους, ἂν τὸν δεῖτε σὰν ἐξωτερικὸ παράγοντα μπορεῖτε νὰ πεῖτε «ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος, αὐτὸς δὲν εἶναι ἐλεύθερος». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη προσέγγιση. Θὰ μπορούσατε νὰ πεῖτε ἐπειδὴ τὸν λυπᾶστε «νὰ τὸν ἀπελευθερώσουμε». Στὴν πραγματικότητα, ὅταν φτάσετε σὲ ἕνα πιὸ ἐξελιγμένο ἐπίπεδο, καταλαβαίνετε ὅτι ἂν ἕνας συνάνθρωπος εἶναι σκλάβος τότε κι ἐσεῖς ἔχετε ἕνα κομμάτι σκλαβοσύνης μέσα σας γιατί εἶναι ἡ συνανθρωπιά σας.

Μέσα στὴν κοινωνία, δὲν παρατᾶμε ποτὲ τὴν οἰκογένειά μας, γιατί ὅλος ὁ κόσμος εἶναι μόνο ἡ οἰκογένεια. Βέβαια, τὴν πᾶμε στὸ γηροκομεῖο σιγά-σιγά, νὰ μὴν εἶναι ἐνοχλητικὴ κιόλας. Νὰ τελειώσει ὡραῖα. Στὴν Ἀνθρωπότητα, ἡ κοινωνία δὲν ἔχει νόημα. Ἡ οἰκογένεια δὲν εἶναι ἡ οἰκογένεια ποὺ νομίζουμε. Κι αὐτὸ τὸ λέει κι ὁ Χριστός, ξεκάθαρα. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα σοῦ λέει «ἄφησε τὴν οἰκογένειά σου κι ἔλα μαζί μου» κι ὅταν τὸν ψάχνουν καὶ τοῦ λένε «σὲ ψάχνει ἡ οἰκογένειά σου» λέει «ἡ οἰκογένειά μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ μ’ ἀκοῦν». Τεράστιες ὑπερβάσεις. Ἔχει ἐνδιαφέρον, γιατί ἐμεῖς λέμε ὅτι «ναί, βέβαια, πιστεύουμε σ’ αὐτόν, πιστεύουμε στὸ ἔργο του, πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει»… ἂν ξέρατε πόσο λίγο τὸ ἀκολουθοῦμε. Πιστεύουμε, ἕως τὸ γηροκομεῖο. Παραδείγματος χάριν, ἔρχεται τὸ Πάσχα, εἴμαστε πολὺ λυπημένοι ποὺ ὁ Χριστὸς θὰ σταυρωθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε ἤδη μερικοὺς ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀγοράσουν τὸ ἀρνὶ πρὶν κὰν ἔχει πεθάνει ὁ Χριστός, γιατί μετὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ βροῦν. Ἂν πάρω τὸν φίλο μου θὰ μοῦ πεῖ «βλέπεις Νίκο, στὰ ἔλεγα, αὐτοὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἀρνὶ καὶ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν θρησκεία». Ἄρα, γιὰ νὰ σᾶς βοηθήσω, γιὰ ὅσους τώρα ἔχουν ἐνοχὲς γιὰ τὰ ἀρνιά τους, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ συνεχίσετε, νὰ θυμᾶστε ὅτι ἀκόμη κι ὁ Ἅγιος Πέτρος πρόδωσε τὸν Χριστὸ 3 φορές. Παρόλα αὐτά, ὁ Χριστὸς εἶχε πεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ «ἐσὺ εἶσαι ἡ πέτρα καὶ πάνω σὲ σένα θὰ χτίσω τὴν ἐκκλησία μου». Κανονικὰ θὰ μπορούσατε νὰ πεῖτε «μά, ἔκανε λάθος, ἀφοῦ τὸν πρόδωσε 3 φορές». Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ θυμᾶστε δὲν εἶναι ὅτι τὸν πρόδωσε 3 φορές, δὲν εἶναι ὅτι σκέφτεστε μόνο τὸ ἀρνί, εἶναι τὸ τί ἔκανε μετά. Μετά, ὁ Ἅγιος Πέτρος συνέχισε ὅλη τὴν πορεία του, κι ὅταν ἔφτασε στὸ τέλος, ὅταν ἀποφάσισαν νὰ τὸν σταυρώσουν, ζήτησε νὰ τὸν σταυρώσουν ἀνάποδα γιὰ νὰ μὴ μοιάζει μὲ τὸν Δάσκαλο. Νὰ ξέρουμε ὅλοι ὅτι ἦταν μαθητής. Νομίζω ὅτι ἅμα τὸ συνειδητοποιήσετε αὐτὸ θὰ δεῖτε ὅτι ἡ πολυπλοκότητα τῆς ψυχολογίας τοῦ Πέτρου δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν θρησκεία. Στὸ τέλος θὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸ πρέπον. Μπορεῖ νὰ εἶχε μία ἀδυναμία, δὲν πειράζει, ἔγινε, καὶ τοῦ τὸ συγχώρεσαν, τοῦ τὸ συγχώρεσε. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὅτι συνέχισε τὸ ἔργο, χωρὶς ἐκφυλισμό, χωρὶς παραποίηση. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τί κάνουμε πρὸς τὸ τέλος.

Στὸν Ἑλληνισμὸ ὅλα ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ τέλος. Εἶναι ἐν ἀρχῇ τὸ τέλος. Ποὺ σημαίνει πρακτικὰ ὅτι ἐν ἀρχῇ, ὁ θάνατος. Γιατί ἅμα δὲν καταλάβουμε τί σημαίνει ὁ θάνατος, πεθαίνουμε πρὶν ζήσουμε. Ἅμα καταλάβουμε τί σημαίνει ὁ θάνατος, καταλαβαίνουμε -ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνας λαὸς τοῦ χρόνου- ὅτι μετὰ τὴν αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ἀρχίζει ἡ μνήμη. Ὅταν μετὰ ἀποφασίσω νὰ συνεχίσω, τότε ἀρχίζει ἡ μὴ λήθη. Καὶ τότε μπαίνω στὴν ἀλήθεια. Ἔχει ἐνδιαφέρον ἅμα τὸ συνδυάσετε αὐτό, ἀκόμα καὶ Χριστιανικά, ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸ φῶς καὶ τὸ μονοπάτι, δὲν ἐξηγοῦμε ποῦ εἶναι ἀκριβῶς τὸ μονοπάτι. Ξέρουμε ἀκριβῶς ποὺ εἶναι τὸ φῶς, ἀλλὰ τὸ μονοπάτι εἶναι πιὸ δύσκολο. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ξέρουμε πάντως εἶναι ὅτι ἂν τὸ πιστεύουμε αὐτὸ τὸ φῶς δὲν θὰ μείνουμε στὸ σκοτάδι. Πιὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι ἀκόμη κι ὅταν εἴμαστε μέσα στὸ σκοτάδι καὶ πιστεύουμε στὸ φῶς, μποροῦμε νὰ ἀνάψουμε τὸ κερί. Μὲ ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ σᾶς πῶ πώς, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ δυσκολία ποὺ περνᾶμε, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ἡ συνέχεια. Κι ἂν τὸ σκεφτεῖτε ὀρθολογικὰ τί κάνουμε τὸ Πάσχα μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὸ φῶς, θὰ δεῖτε ὅτι ἀρχικὰ εἶναι τριπλὸ τὸ κερί, ποὺ θυμίζει τὸν τρικέφαλο χρόνο καὶ βέβαια τὴν τριάδα. Στὴν συνέχεια ἐμεῖς ἔχουμε μόνο ἕνα κερί. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι μόλις τὸ ἀνάβουμε ἀρχίζει νὰ πεθαίνει. Ἀλλὰ στὸ ἐνδιάμεσο τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ κάνουμε εἶναι νὰ ἀνάψουμε τὸν ἄλλον. Ἅμα τὸ σκεφτεῖτε ὀρθολογικὰ εἶναι ὅτι τοῦ δίνουμε τὴν δυνατότητα νὰ πεθάνει κι αὐτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνέχεια. Καὶ γι’ αὐτὸ -μπορεῖ νὰ καταλάβετε τώρα καλύτερα- ὅτι ὅταν γίνεται μία γενοκτονία, προσπαθοῦν νὰ κάνουν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, ὄχι μόνο νὰ σκοτώσουν τοὺς ζωντανούς, ἀλλὰ νὰ μὴν ὑπάρχουν οἱ ἑπόμενοι.

Γιὰ ἐμᾶς λοιπόν, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία καὶ στὸ «ἀγάπα τὸν πλησίον σου» δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντά σου χωρικά, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντά σου χρονικά, ποὺ σημαίνει ὅτι παίζουμε μετὰ μὲ τὸν προηγούμενο καὶ τὸν ἑπόμενο. Ὅταν συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε ὁ ἑπόμενος τοῦ προηγούμενου καὶ ὁ προηγούμενος τοῦ ἑπόμενου, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐμεῖς, καταλαβαίνουμε ὅτι εἴμαστε οἱ ἄλλοι, καὶ σιγά-σιγὰ οἱ ἄλλοι, ἄλλοι. Ὅταν μπαίνουμε σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, τότε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει συνέχεια. Γιατί αὐτὸ πού μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι πῶς θὰ ζήσουν οἱ ἄλλοι. Ἔτσι, κατανοοῦμε ὅτι τὸ ἀτομικὸ δὲν ἔχει νόημα, κι ἂν ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπάρχει ἀκόμα καὶ τώρα εἶναι ἐπειδὴ τὰ βλέπει τὰ πράγματα σφαιρικά, ὁλικά, ὁλιστικά, ποτὲ ἀτομικά. Ἄρα, σὲ ἐσᾶς ἀνήκει ἡ ἐπιλογή, ἐλευθερία ἢ θάνατος. Σὲ ἐσᾶς ἀνήκει ἡ ἐπιλογὴ τῆς συνέχειας καὶ σὲ κανέναν ἄλλον. Ἂν λοιπὸν ἀποφασίζετε νὰ συνεχίσετε τὸν Ἑλληνισμὸ δὲν θὰ σκοντάψετε στὶς δυσκολίες, ἀλλὰ θὰ πεῖτε «ἐμεῖς, θὰ τὸ ξεπεράσουμε». Εὐχαριστῶ πολύ. Νὰ εἶστε καλά.

Πηγὴ: http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr (Ενότητα: Διαλέξεις)

Ὁ πολυτονισμὸς τοῦ κειμένου ἔγινε ἀπὸ ἐμᾶς (Τὸ Ἔνζυμο)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: