Η ΔΩΡΕΑ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ Η ΘΥΣΙΑ…

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Ἡ δοτικὴ πράξη, ἡ δωρεά, εἶναι μία πράξη ἐξαιρετική, εἶναι ἡ ἀπόφαση καὶ ἡ ἐνέργεια, μὲ τὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος προσφέρει σ’ ἕναν ἄλλο ἄνθρωπο ἢ στὸ κοινωνικὸ σύνολο τὰ μέσα γιὰ νὰ κρατήσει τὴν ὕπαρξή του ζωντανή. Θὰ ἀναφερθῶ εἰδικὰ στὴν ἑλληνικὴ περίπτωση καὶ θὰ ὑπενθυμίσω μία παρατήρηση ποὺ ἔκαναν ἄλλοτε συχνὰ οἱ ξένοι περιηγητὲς στὸν τόπο μας. Πῶς ἐξηγεῖται, ἀναρωτιόνταν, στὴν Ἑλλάδα νὰ ὑπάρχει ἕνα τέτοιο κρᾶμα κυνηγητοῦ τοῦ συμφέροντος καὶ αὐταπάρνησης;

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρχουν σ’ ἕνα ἄτομο καὶ σὲ μία κοινωνία αὐτὲς οἱ δυὸ ἀντίθετες δυνάμεις καὶ νὰ μὴν κατασιγάζει ποτὲ ἡ διαμάχη τους; Εἶχαν παρατηρήσει ἀπὸ παλιά, ἀπὸ τὰ προεπανασταστικὰ κιόλας χρόνια, τὴν συμπεριφορὰ ὁρισμένων ἐπιφανῶν προσώπων. Ὁ Μακρυγιάννης ἦταν ἕνα ἀπ’ αὐτά. Τοκογλύφος γιὰ μία περίοδο πρὶν ξεσπάσει ἡ Ἐπανάσταση καὶ κατόπιν γενναιόδωρος ὑποστηρικτὴς καὶ πρόμαχος στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα.

Ἀνάλογες μεταστροφὲς θὰ σημειωθοῦν καὶ στὴ στάση ἄλλων ὁπλαρχηγῶν, καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα του Καραϊσκάκη. Εἶναι φαινόμενα ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ μέριμνα γιὰ τὸν ἑαυτὸ καὶ γιὰ τὴν αὔξηση τῆς ἰσχύος καὶ τῶν ἀποκτημάτων τοῦ ὑποχωρεῖ μὲ μεγαλόπρεπο καὶ συνταρακτικὸ τρόπο, ὅταν τὸ ἄτομο νιώθει ὅτι τὸν καλεῖ σὲ βοήθεια ἡ εὐρύτερη κοινότητα στὴν ὁποία ἀνήκει. Τὸ Ἐγὼ δὲν ἀντέχει στὴν ἰδέα νὰ μείνει μόνο μὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὰ πλούτη του, ἐνῷ ἡ Τροφός του, ἡ γενέτειρά του, κινδυνεύει μὲ ἀφανισμό. Θὰ δώσει λοιπὸν ὅ,τι μπορεῖ: χρῆμα, ἐνέργεια, ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του, ἂν χρειασθεῖ.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζει πὼς ἡ ἴδια του ἡ ζωὴ καὶ ἡ αἱμοδότησή της ἐξαρτᾶται ἀπὸ μία ὀντότητα ποὺ τὸν ὑπερβαίνει καὶ στὴν ὁποία ὀφείλει τὰ πάντα σχεδόν. Αὐτὴ ἡ ὀντότητα εἶναι ἡ πατρίδα, ὁ τόπος.

Ἔχουμε λοιπὸν μία ἀνταπόδοση ὀφειλῆς; Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλὴ ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Διότι ἀνταποδίδει κανείς, ἀπὸ καθῆκον ἢ ἀπὸ ἀρετή, σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος τὸν ἐνίσχυσε ὅσο εἶχε ἀνάγκη. Τί ἔδωσε ὅμως ἡ φτωχικὴ καὶ ὑποδουλωμένη Ἑλλάδα στοὺς ὑπερασπιστές της ὥστε νὰ αἰσθάνονται ὑπόχρεοι; Τὸ γνωρίζουμε ὅλοι, καὶ τὸ ἔχουμε ζήσει πὼς αὐτὴ ἡ γῆ, μὲ βραχῶδες τὸ 80% τῆς ἐπιφανείας της, ἦταν δύσκολο νὰ θρέψει τοὺς γηγενεῖς.

Κι ἂν προστεθεῖ σ’ αὐτὴ τὴ συνθήκη καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξαιτίας τῆς θέσης της ἡ χώρα ἦταν ἀνέκαθεν ἐκτεθειμένη σὲ ἀπειλὲς καὶ πολεμικὲς ἀναστατώσεις, τότε θὰ γίνει ἀκόμη πιὸ σαφὲς ὅτι ἡ Ἑλλάδα δὲν ἦταν ποτὲ στὴν κοινὴ συνείδηση μία ἑστία ποὺ πραγματικὰ θὰ μποροῦσε νὰ κρατήσει γύρω τῆς τοὺς κατοίκους της. Ἔπρεπε πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς νὰ φύγουν, νὰ σκορπιστοῦν. Ὅταν ἀναγκάζεται νὰ ἀποχωρήσει ὁ μετανάστης Ἕλληνας ἀπὸ τὸν τόπο του μένει ἕνα παράπονο μέσα του ποὺ παλεύει μὲ τὴ λογική του.

Γιατί ὁ τόπος μου;

Ἡ λογική του λέει πὼς τὰ πράγματα ἔτσι ἔχουν καὶ ὄχι ἀλλιῶς. Πῶς ὁ συσχετισμὸς τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων εἶναι τέτοιος στὸν πλανήτη, ὥστε κάποιες φτωχότερες περιοχὲς νὰ εἶναι μονίμως θύματα τοῦ παγκόσμιου οἰκονομικοῦ παιχνιδιοῦ. Κι αὐτός, ἀλίμονο, γεννημένος σὲ μία τέτοια γωνιὰ τοῦ κόσμου, θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσει ἀλλοῦ τὴν τύχη του. Αὐτὰ λένε οἱ εἰδήσεις, αὐτὰ μαθαίνει, αὐτὰ πρέπει νὰ καταπιεῖ.

Ὅμως μέσα τοῦ δὲν παύει νὰ ἐξεγείρεται ἕνα ἄλλο αἴσθημα ποὺ τοῦ λέει: «καὶ γιατί ὁ τόπος σου νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι καὶ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ μοῖρα ἑνὸς καταδικασμένου;». Αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ ἔρχεται ἀπὸ ἕνα πληγωμένο Ἐγώ. Κι ὅταν τὸ Ἐγὼ πληγώνεται δυὸ πράγματα μπορεῖ νὰ συμβοῦν: ἢ νὰ βυθισθεῖ σ’ ἕνα αἴσθημα κατωτερότητας, καὶ μάλιστα σὲ μία «αὐθυποβολὴ τῆς κατωτερότητας» (νὰ πεισθεῖ δηλαδὴ τὸ ἴδιο ὅτι εἶναι ἀθεράπευτα μειονεκτικό), ἢ νὰ ἀντιδράσει μὲ μία πράξη ποὺ θὰ τὸ ἀνύψωνε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα στὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἡ γενναιοδωρία, ἡ εὐεργεσία πρὸς τὴν πατρίδα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν μία τέτοια πράξη. Κάποτε, μὲ τὸν τρόπο τοὺς οἱ ἐθνικοὶ εὐεργέτες στὴν Ἑλλάδα ἔριξαν ἀρκετὸ φῶς πάνω της.

Εἶναι ἐντυπωσιακό, σ’ ὅποιον μελετᾷ τὴν ἐπιστολογραφία τους καὶ τὰ βιογραφικά τους στοιχεῖα, τὸ πόσο ἀποφασισμένοι ἦταν νὰ ὑπερβοῦν αὐτὸ ποὺ κατέτρυχε τόσο τοὺς ἴδιους ὅσο καὶ τὴ γενέτειρά τους: τὴν ἀνάγκη καὶ τὸ καθεστώς της, τὸ νὰ ὑφίσταται ἕνας τόπος καὶ ὁ πληθυσμὸς του τὸν σιδερένιο κανόνα τῆς ἁπλῆς ἐπιβίωσης. Γιὰ τοὺς δωρητὲς αὐτοὺς μία τέτοια μοῖρα ὑποβιβάζει τὸ γένος τοὺς ὅσο καὶ τοὺς ἴδιους. Ἔχουν τὴν ἀντίληψη ἑνὸς ἀνώτερου ἑαυτοῦ, θεωροῦν ὅτι δὲν τοὺς ἀξίζει ὁ παραγκωνισμός.

Πῶς, ὅμως, δημιουργήθηκε μέσα τοὺς αὐτὴ ἡ αἴσθηση; Τὴ δημιούργησε ἡ ζωὴ τοὺς σ’ αὐτὸν τὸν ταπεινὸ τόπο ποὺ τοὺς ἔμαθε νὰ μὴ προσαρμόζονται στὸ κατώτερο, ἀλλὰ νὰ προσβλέπουν στὸ ἀνώτερο, νὰ ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι, μποροῦμε νὰ ἀρχίσουμε νὰ καταλαβαίνουμε κάπως τὴν ἀπόφαση πολλῶν δωρητῶν νὰ ἐνισχύσουν τὴ γενέτειρά τους. Ἂν ἔγιναν ἱκανοὶ νὰ ἔχουν ἀξιώσεις ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ προσβλέπουν σὲ μία ζωὴ ποὺ δὲν θὰ σέρνεται μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, τὸ χρωστᾶνε στὸν τόπο τους. Γι’ αὐτὸ καὶ προσφέρουν. Καὶ μάλιστα, κατανικώντας πολλὲς ἐπιφυλάξεις τοὺς σχετικὰ μὲ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς πρωτοβουλίας τους.

Προβληματισμένοι εὐεργέτες

Σ’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ σταθοῦμε περισσότερο. Δὲν εἶναι λίγα τὰ σημεῖα στὶς ἐπιστολὲς π.χ. τοῦ Εὐάγγελου Ζάππα, τοῦ Καπλάνη, ἢ τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμάδων ὅπου ἐκφράζεται ἀνησυχία σχετικὰ μὲ τὸ πὼς θὰ ἐφαρμόσουν οἱ δωρολῆπτες τὴ θέληση τοῦ δωρητῆ. Εἶναι τόσο πολλὰ τὰ κρούσματα τῆς δολιότητας καὶ τοῦ σφετερισμοῦ τὰ ὁποία ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ ἐπιτήδειοι πάντα καιροφυλακτοῦσαν. Ὡστόσο, παρὰ τὶς ἀνησυχίες τοὺς οἱ εὐεργέτες προχώρησαν στὶς ἐνέργειές τους. Ἡ δυσπιστία τοὺς πρὸς τὸ νεοσύστατο κράτος καὶ τοὺς ἀξιωματούχους του δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ ὀπισθοχωρήσουν, ἢ νὰ ἀναβάλλουν ἐπ’ ἀόριστον τὴ δωρεά τους.

Τί ἔκαναν; Διατύπωσαν ρῆτρες μέσα στὶς διαθῆκες τους, ἔθεσαν ὄρους, μηχανεύτηκαν ἕνα σωρὸ δικλεῖδες ἀσφαλείας ὥστε οἱ ἐπίβουλοι νὰ μὴ μποροῦν νὰ πετύχουν τὸν ἄνομο στόχο τους. Ὑπάρχουν ἐκεῖ ἀναλυτικὲς περιγραφὲς γιὰ τὸ πὼς θὰ ἀποτραποῦν οἱ κλοπές, πὼς θὰ συγκροτοῦνται οἱ ἐπιτροπὲς διαχείρισης τῶν κληροδοτημάτων, πὼς θὰ ἀντικαθίστανται κάποια μέλῃ τους, ὅταν προβαίνουν σὲ κολάσιμες ἢ καὶ ὕποπτες ἐνέργειες. Ἔτσι, μέσα σὲ μερικὲς δεκαετίες ἡ θέληση τῆς προσφορᾶς ἐπεκράτησε τῆς δυσπιστίας, ἐπειδὴ ἡ ἀγαθοεργία φρόντισε νὰ ὁπλιστεῖ, ὀργανώθηκε, προετοιμάσθηκε, ἔγινε κράτος στὴ θέση τοῦ κράτους.

Τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου τὸ δίνει ἡ θέληση νὰ διαπεράσει κανεὶς τὸ πραγματικὸ γιὰ νὰ φθάσει σὲ μία ἰδεατὴ κατάσταση. Οἱ εὐεργέτες ἐμπνέονται ἀπὸ μία ἰδεατὴ Ἑλλάδα. Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δραπετεύουν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Καὶ πς θὰ μποροῦσε νὰ συμβεῖ αὐτὸ σὲ ἀνθρώπους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὑπῆρξαν πάμφτωχοι καὶ μὲ ἐλάχιστη μόρφωση καὶ δεσμευμένοι συνεχῶς στὴν ἀντιμετώπιση πρακτικῶν ζητημάτων;

Ἡ κίνησή τους πρὸς τὸ ἰδεατὸ δὲν εἶναι φυγή. Εἶναι ἐπίκληση ἑνὸς ὑπαρκτοῦ δυναμικοῦ, τὸ ὁποῖο οἱ ἴδιοι μὲ τὸ ἔνστικτο καὶ τὸ αἴσθημά τους συλλαμβάνουν σὲ λανθάνουσα κατάσταση: πιστεύουν ὅτι ἡ ἰδεατὴ πατρίδα μπορεῖ νὰ τοὺς ἐμπνεύσει ὥστε νὰ κατευθύνουν πρὸς τὰ ἐκεῖ τὸ ἰσχνὸ καὶ μίζερο παρόν. Αὐτὴ ἡ πίστη ἑρμηνεύει καὶ τὸ παράδοξο κάποιοι δωρητές, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὁ Ἀρσάκης, νὰ μένουν σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ δέχεται τὶς δωρεές τους.

Εἶναι ἀπὸ μίαν ἄποψη τὸ ἴδιο, ὅπως καὶ μὲ τὸν ἐθνικὸ ποιητή, τὸν Σολωμό. Δὲν θὰ ἐπισκεφθεῖ ποτὲ τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ τοῦ χρησιμεύσει σὲ τίποτα νὰ παραβάλει τοὺς στίχους του μὲ τὴν κακομοιριὰ τοῦ νεοσύστατου κράτους. Πολλά, ἀσφαλῶς, ἔχουν ἀλλάξει ἀπὸ τότε. Παραμένει, ὅμως, ἀκανθῶδες ἕνα ζήτημα ποὺ φάνηκε ἀρχικὰ πὼς θὰ ἀμβλυνόταν: ἡ ἐπιφύλαξη τῶν πολιτῶν ἀπέναντι στὸ κράτος. Μετὰ τὶς πρῶτες φάσεις διοργάνωσής της ἡ κρατικὴ μηχανὴ μπόρεσε, γιὰ μία περίοδο, νὰ λειτουργήσει στὸ ὄνομα τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας.

Τὸ φάντασμα τῆς ἀφερεγγυότητας

Σὲ κάποιο βαθμὸ τὰ δημόσια ἀγαθὰ διανεμήθηκαν ἔτσι ὥστε οἱ ἀποκλεισμένοι ἀπ’ αὐτὰ νὰ φθάνουν σ’ ἕναν πολὺ μικρὸ ἀριθμό. Ἔπειτα ὅμως, καὶ ἀπὸ τὶς γνωστὲς μεταβολὲς ποὺ σημειώθηκαν στὴ διεθνῆ οἰκονομία, τὸ κράτος ἄρχισε πάλι νὰ κλονίζεται καὶ ὅ,τι ἀποτελοῦσε, κάποτε, πρόνοια γίνεται πλέον διαχείριση τῆς στιγμῆς. Τὸ φάντασμα τῆς ἀφερεγγυότητας τοῦ δημοσίου ἔναντι τῶν ἰδιωτῶν ἐπιστρέφει καὶ ἡ χώρα μας, λόγω τῆς κρίσης, ὑποφέρει σήμερα ἀπὸ αὐτὸν τὸν βραχνὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἄλλες.

Ταυτόχρονα, ὅμως, κι αὐτὸ πρέπει νὰ προσεχθεῖ, ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ ἀσυνέπεια τοῦ κράτους φαίνεται πὼς προσφέρει κι ἕνα ἄλλοθι σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπὸ τὴ θέση τους καὶ μὲ τὴν ἰσχύ τους θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν, ὥστε αὐτὸ ποὺ ὑπερβαίνει καὶ τὸ κράτος καὶ τὴν κοινωνία ἀκόμη, ἡ πατρίδα δηλαδὴ νὰ ἀνορθωθεῖ καὶ πάλι. Ἂν ὑπάρχουν ἐπίδοξοι δωρητὲς αὐτοὶ δὲν ἔχει νόημα νὰ ἐπισυνάπτουν τὶς καλὲς προθέσεις τοὺς ἀποκλειστικὰ σὲ γραφειοκρατικὰ ἔγγραφα. Αὐτὰ τὰ χαρτιὰ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀπελπίσουν.

Γιὰ νὰ μὴν ἀπελπιστοῦν ἕνας τρόπος ὑπάρχει: νὰ ἐμψυχωθοῦν ἀπὸ τὴν ἰδέα ἑνὸς μέλλοντος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ καταβροχθίσει τὸ παρόν. Ὁ δωρητής, ὁ εὐεργέτης εἶναι ἕνα εἶδος δημιουργοῦ, παρατηροῦσε ἤδη ἀπὸ τὰ ἀρχαία χρόνια ὁ Ἀριστοτέλης. Ὁ δημιουργὸς σκέφτεται πάντα τὸ προσεχές, ὄχι τὸ ἄμεσο. Καὶ γι’ αὐτὸ προχωρεῖ, γι’ αὐτὸ δὲν στέκεται στὶς προσωρινὲς δυσκολίες. Γι’ αὐτὸ ἀκόμη καὶ δὲν πρέπει νὰ πτοεῖται, οὔτε κι ὅταν δεῖ μπροστὰ τοῦ τὸ ἀπαίσιο πρόσωπο τῆς ἀχαριστίας. Ἡ πραγματικὴ δωρεὰ εἶναι ὅπως ἡ πραγματικὴ θυσία: βασίζεται περισσότερο στὸ τί ἐλπίζει παρὰ στὸ τί ὑπολογίζει.

Καραποστόλης Βασίλης

6 Ἰουνίου 2018

Πηγή: slpress.gr

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: