ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΗΓΕΜΟΝΕΣ

Ἄς μὴν παραπονιοῦνται οἱ ἡγεμόνες γιὰ κάποιο κακὸ ποὺ κάνει ὁ λαὸς ποὺ κυβερνᾶνε∙ γιατὶ αὐτὰ γεννιοῦνται ἤ ἀπὸ ἀμέλεια δική τους ἤ γιατὶ κι οἱ ἴδιοι τὰ κάνουνε. Κι ὅποιος καλοεξετάσει τοὺς λαοὺς ποὺ σήμερα τοὺς περνᾶμε γιὰ ληστὲς καὶ παλιανθρώπους θὰ ἰδεῖ πὼς τὸ τέτοιο φυσικό τους χρωστιέται πέρα γιὰ πέρα στοὺς κυβερνῆτες τους. Ἡ Ρομάνια, προτοῦ ὁ πάπας Ἀλέξανδρος ΣΤ΄ ἀφανίσει κεῖθε τοὺς ἀφεντάδες ποὺ τὴν ὁρίζανε, ἤτανε πρώτη καὶ καλύτερη στὴν κακουργία, ἀφοῦ ἔβλεπες νὰ γίνονται γιὰ τὸ παραμικρὸ σκοτωμοὶ κι ἁρπαγὲς μεγάλες. Κι αὐτὸ τὸ γεννοῦσε ἡ κακία τῶν ἡγεμόνων κι ὄχι ἡ κακὴ φύση τῶν ἀνθρώπων, καθὼς λέγαν ἐκεῖνοι. Γιατὶ ὄντας οἱ ἡγεμόνες φτωχοί, μὰ λαχταρώντας νὰ ζοῦνε σὰν πλούσιοι, ἀναγκάζονταν νὰ καταφύγουνε σὲ πολλὲς ἁρπαγές, ποὺ τὶς κάνανε μὲ χίλιους τρόπους. Καὶ μέσα στοὺς ἄλλους ἄτιμους δρόμους, ποὺ ἀκολουθούσανε, ἤτανε καὶ τοῦτος: φτιάχνανε κάποιο νόμο κι ἀπαγορεύανε νὰ κάμεις κάτι, καὶ στερνὰ πρῶτοι αὐτοὶ γίνονταν αἰτία γιὰ νὰ καταπατηθοῦνε τοῦτοι οἱ νόμοι, χωρὶς ποτὲ νὰ τιμωροῦνε τοὺς παραβάτες, παρὰ μονάχα ὅταν βλέπανε νὰ πέφτουνε πολλοὶ σὲ παρανομία∙ καὶ τότε πιάνανε καὶ τούς τιμωροῦσαν, ὄχι ἀπὸ ἔγνοια γιὰ τὸ νόμο, παρὰ ἀπὸ ἐπιθυμία νὰ πάρουνε χρῆμα γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς τιμωρίας. Αὐτὸ γεννοῦσε πολλὰ στραβά, καὶ προπαντὸς ὅτι ὁ λαὸς φτώχαινε χωρὶς καὶ νὰ διορθώνεται∙ ὅσοι πάλι φτωχαίνανε, κοιτάζανε πῶς θὰ μπαλωθοῦνε γδέρνοντας τοὺς ἀποκάτω. Ἔτσι ξεφυτρώσανε ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἀναφέραμε καὶ ποὺ αἰτία τους στάθηκε ὁ ἡγεμόνας. Κι ὅταν αὐτὴ εἶν’ ἡ ἀλήθεια, μᾶς τὸ δείχνει ὁ Τίτος Λίβιος, ἐκεῖ ποὺ ἱστορεῖ πώς, ὅταν οἱ Ρωμαῖοι πρεσβευτὲς πηγαίνανε στὸν Δήλιο Ἀπόλλωνα ἕνα δῶρο ἀπὸ τὴ λεία τῶν Βηΐων, πιαστήκανε ἀπὸ κουρσάρους στὰ Λιπαραῖα τῆς Σικελίας, κι ὁδηγηθήκανε στὴ στεριά∙ σὰν ἔμαθε λοιπὸν ὁ Τιμασίθεος, ὁ ἡγεμόνας ἐκεῖ, τὶ λογῆς δῶρο ἦταν ἐκεῖνο, ποῦ πήγαινε καὶ ποιὸς τὄστελνε, φέρθηκε σὰ Ρωμαῖος, κι ἄς ἤτανε γεννημένος στὰ Λιπαραῖα νησιά, καὶ παράστησε στὸ λαὸ πόσο ἦταν ἀνόσιο νὰ βάλουνε στὸ χέρι τέτοιο δῶρο∙ κι ἔτσι, μὲ τὴ συμφωνία ὁλονῶν, ἀφήσανε τοὺς πρεσβευτὲς νὰ φύγουνε μαζὶ μὲ ὅλα τους τὰ πράματα. Κι ὁ ἱστορικὸς λέει τοῦτα τὰ λόγια: «Ὁ Τιμασίθεος πότισε μὲ θεοσέβεια τὸν κόσμο, ποὺ πάντα βαδίζει στὰ πατήματα τοῦ ἡγεμόνα του». Κι ὁ Λορέντζος Μέδικος, ἐπιβεβαιώνοντας τούτη τὴ γνώμη, λέει:

Τ’ ἀφεντικὸ ἀκολουθοῦν πολλοί, σὰν κάμει κάτι∙

τὶ πάνω του στηλώνεται τὸ κάθε μάτι.

 

Νικολὸ Μακιαβέλλι, Ἔργα, σ. 496-497, μτφ. Παναγιώτης Κονδύλης, ἐκδόσεις «Κάλβος», Ἀθήνα, 1984

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: